Ανδρέου Πέτρος ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 718 21 Δεκεμβρίου, 2005 [ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/στές] ΠΕΤΡΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ, Εφεσείων, ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Έφεση Αρ. 156/2005) Ευρήματα Δικαστηρίου ― Ευρήματα πρωτόδικου Δικαστηρίου σε υπόθεση κατοχής ναρκωτικών και κατοχής με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλα πρόσωπα ― Ήταν εύλογα επιτρεπτά στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας και δεν παρεχόταν πεδίο για επέμβαση του Εφετείου προς ανατροπή τους. Απόδειξη ― Βάρος αποδείξεως σε ποινική υπόθεση ― Η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ― Καταδικαστική απόφαση για κατοχή ναρκωτικών και κατοχή με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλα πρόσωπα ― Επικυρώθηκε κατ' έφεση λόγω ύπαρξης ικανοποιητικής μαρτυρίας που οδήγησε το εκδικάσαν Δικαστήριο στο τελικό του συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Απόδειξη ― Περιστατική μαρτυρία ― Ναρκωτικά ― Καταδίκη στηριζόμενη σε περιστατική μαρτυρία. Απόδειξη ― Ψεύδη κατηγορουμένου προς την Αστυνομία ― Καταφυγή στο ψεύδος προς το σκοπό απόκρυψης κρίσιμων γεγονότων - Κατατείνει σε ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο στις ακόλουθες τρείς κατηγορίες: Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι 887,8115 γρ. χαπιών έκσταση, κατοχή του ιδίου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο και κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 4, 1454 γρ. κάνναβης. Όλα βρέθηκαν από την Αστυνομία, στις 7/9/2004, στην Αγία Νάπα, μέσα στο κάθισμα μοτοποδηλάτου ενοικιάσεως, ιδιοκτησίας του εφεσείοντος. Ο εφεσείων, μετά που κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του, προέβη σε ανόμωτη δήλωση αρνούμενος οποιαδήποτε σχέση με τα ναρκωτικά. Δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα υπεράσπισης. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε επτά μάρτυρες από τους οποίους οι έξη ήταν αστυνομικοί της ΥΚΑΝ και ο έβδομος ήταν ο λογιστής του εφεσείοντος. Το Κακουργιοδικείο κατέληξε στα ακόλουθα ευρήματα ότι: (α) Ο εφεσείων "θεάθηκε να οδηγεί σχεδόν καθημερινά το μοτοποδήλατο, το οποίο δεν πρόσφερε προς ενοικίαση, και το οποίο στάθμευε πάντα στο χώρο στάθμευσης κάποιας πολυκατοικίας", (β) ο εφεσείων "δεν το εξέθετε προς ενοικίαση στις 6/9/04 και στις 7/9/04 ούτε και κατά τις αμέσως προηγούμενες μέρες", (γ) ο εφεσείων "οδήγησε το μοτοποδήλατο και το στάθμευσε στον πιο πάνω χώρο στάθμευσης και στις 6/9/04", (δ) το μοτοποδήλατο "αλλά και τα υπόλοιπα μοτοποδήλατα, δεν ενοικιάστηκαν μετά την 4/9/04". Με την έφεση του ο εφεσείων αμφισβητεί για σειρά λόγων την καταδίκη του. Με τους τέσσερις από τους λόγους έφεσης ο εφεσείων εισηγείται ότι εσφαλμένα και/ή αντινομικά το Κακουργιοδικείο κατέληξε στα πιο πάνω ευρήματα του. Προβάλλει επίσης τους ακόλουθους λόγους έφεσης:
- "Το Κακουργιοδικείο εσφαλμένα και/ή αντινομικά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πρόβαλε ψέμα σε ουσιώδες ζήτημα και/ή ότι το κίνητρό του ήταν η επίγνωση της δικής του ενοχής" και τούτο διότι "το Κακουργιοδικείο εξέλαβε την αντίδραση του κατηγορουμένου ότι το μοτοποδήλατο ήταν ενοικιασμένο σε συνδυασμό με το ότι αρχικά αρνήθηκε να κατονομάσει το λογιστή του ως μαρτυρία που ρίχνει φως στη συμπεριφορά του και δίδει εγκληματικό χαρακτήρα στις πράξεις του".
- «Το Κακουργιοδικείο με τα ευρήματα και τα συμπεράσματά του στην ουσία αντέστρεψε το βάρος απόδειξης και κατέληξε σε εύρημα ενοχής επειδή ο Κατηγορούμενος περίπου δεν πρόσφερε μαρτυρία ή εξηγήσεις που να αποδεικνύουν την αθωότητα του».
- «Το Κακουργιοδικείο εσφαλμένα και/ή αντινομικά κατέληξε σε συμπεράσματα ότι το μοτοποδήλατο αρ. ΖΚΒΡ 451 στις 7/9/2004 βρισκόταν υπό την φύλαξη ή έλεγχο του Κατηγορουμένου, και ότι είχε γνώση για τη φύση του περιεχομένου του, δηλαδή ότι αυτό περιείχε τα επίδικα ναρκωτικά»· και τούτο διότι «Ενώπιον του Κακουργιοδικείου δεν υπήρχε καμία μαρτυρία που να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος έστω γνώριζε που βρισκόταν το μοτοποδήλατο στις 7/9/2004, όπως επίσης δεν υπήρχε μαρτυρία ότι εντός του κλειδωμένου καθίσματος του μοτοποδηλάτου ευρισκόταν οτιδήποτε». Αποφασίστηκε ότι:
- Το Κακουργιοδικείο αποδεχόμενο τη μαρτυρία του Αστυφ. Α. Κουτσίδη (ΜΚ7), ορθά κατέληξε στο εύρημα ότι ο εφεσείων θεάθηκε να οδηγεί σχεδόν καθημερινά το μοτοποδήλατο και να το σταθμεύει σχεδόν πάντα στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας και, ως εκ τούτου, ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν το πρόσφερε ή το εξέθετε προς ενοικίαση «στις 6/9/2004 και στις 7/9/2004 ούτε και κατά τις αμέσως προηγούμενες μέρες». Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ενίσχυε και τη μαρτυρία του Αν. Λοχ. Γ Ιωάννου (ΜΚ5) η οποία είχε κλονισθεί σε μερικά σημεία, κατά την αντεξέταση, εφόσον, από το έντυπο στο οποίο ισχυρίστηκε ότι έκαμνε σχετικές καταχωρήσεις για την παρακολούθηση του εφεσείοντος, προέκυψε ότι δεν είχε κάμει καμία καταχώρηση ότι είδε τον εφεσείοντα να οδηγεί το μοτοποδηλατο οποτεδήποτε μετά τις 20/8/
- Το ψέμα του εφεσείοντος ότι το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο ήταν ενοικιασμένο στις 7/9/2004 σε τρίτο πρόσωπο αναφερόταν σε ουσιώδες ζήτημα, το κίνητρο για το ψέμα ήταν η επίγνωση της ενοχής του, δεν λέχθηκε από ντροπή ή από πανικό ή από οποιοδήποτε άλλο λόγο, εφόσον δε αποδεικνυόταν από ανεξάρτητη αξιόπιστη μαρτυρία, συνιστούσε ισχυρή περιστατική μαρτυρία εις βάρος του.
- Το Κακουργιοδικείο εξέτασε ενδελεχώς τον ισχυρισμό ότι η Αστυνομία είχε ήδη ανοίξει την κλειδαριά του μοτοποδηλάτου πριν την έρευνα και τοποθέτησε τα ναρκωτικά για να ενοχοποιήσει τον εφεσείοντα στη βάση της ενώπιόν του μαρτυρίας χωρίς να μετατίθεται οποιοδήποτε βάρος απόδειξης στους ώμους του εφεσείοντος. Η δε εισήγηση ότι το Κακουργιοδικείο αντέστρεψε το βάρος της απόδειξης «ότι το μοτοποδήλατο το στάθμευε στο χώρο που ανευρέθη οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο απο τον κατηγορούμενο», δεν είναι ορθή, ενόψει την μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής με την οποία αποδείχθηκε θετικά ότι ο εφεσείων το οδηγούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, σχεδόν καθημερινά, πάντοτε δε το στάθμευε στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας και, αρνητικά, ότι, κατά τον ίδιο χρόνο, δεν θεάθηκε να το οδηγεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και ή να το σταθμεύει στον ίδιο χώρο.
- Το Κακουργιοδικείο αφού έλαβε υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του - μεταξύ των οποίων ήταν ότι το μοτοποδήλατο ανήκε στον εφεσείοντα, ότι αυτό δεν εκτέθηκε προς ενοικίαση κατά τον κρίσιμο χρόνο (6/9/2004 και 7/9/2004), ότι κατά τον χρόνο αυτό θεάθηκε να το οδηγεί ο ίδιος, ότι είπε ψέματα στην Αστυνομία ότι στις 7/9/2004 το είχε ενοικιασμένο σε αλλοδαπό, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι, με την ανόμωτή του δήλωση, δεν αρνήθηκε ότι το οδηγούσε στις 6/9/2004 και τις αμέσως προηγούμενες μέρες - ορθά πείσθηκε, πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας, ότι ο εφεσείων, στις 7/9/2004, είχε στην κατοχή του το μοτοποδήλατο και γνώριζε ότι αυτό περιείχε τα ναρκωτικά τα οποία, επίσης, κατείχε, ειδικά δε τα χάπια έκσταση, λόγω βάρους, με σκοπό να τα προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο. Η έφεση απορρίφθηκε. Αναφερόμενη υπόθεση: Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εφεσείων είπε ψέμα στην Αστυνομία, και μάλιστα ηθελημένα, όταν ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο ήταν ενοικιασμένο στις 7.9.2004 σε τρίτο πρόσωπο, το ψέμα αναφερόταν σε ουσιώδες ζήτημα, το κίνητρο για το ψέμα ήταν η επίγνωση της ενοχής του, δεν λέχθηκε από ντροπή ή από πανικό ή από οποιοδήποτε άλλο λόγο, εφόσον δε αποδεικνυόταν από ανεξάρτητη αξιόπιστη μαρτυρία, συνιστούσε ισχυρή περιστατική μαρτυρία εις βάρος του. Όσον αφορά το ότι ο εφεσείων προσφέρθηκε να βοηθήσει την Αστυνομία να ανοίξει το μοτοποδήλατο, προσπαθώντας αφενός να εντοπίσει τα κλειδιά και αφετέρου εισηγούμενος να κληθεί κλειδαράς, παρατηρούμε ότι η πρώτη του αντίδραση ήταν να αρνηθεί να συγκατατεθεί στο άνοιγμα του μοτοποδηλάτου. Όταν, όμως, η Αστυνομία τον πληροφόρησε ότι θα εξασφάλιζε ένταλμα έρευνας, τότε συγκατατέθηκε. Εξάλλου, με το ψέμα που προέβαλε, ο εφεσείων είχε ήδη αποσυνδέσει τον εαυτό του από την κατοχή του μοτοποδηλάτου και του περιεχόμενου του, και, επομένως, δεν ήταν αφύσικο να παρουσιάζεται, τελικά, πρόθυμος να βοηθήσει την Αστυνομία να το ανοίξει. Όσον αφορά το άλλο σημείο που προέβαλε ο δικηγόρος του εφεσείοντος, ότι δηλαδή το Κακουργιοδικείο παραγνώρισε το γεγονός ότι, παρά την αρχική του άρνηση, ο εφεσείων, ανακρινόμενος 15 έως 20 λεπτά μετά την έρευνα, κατονόμασε το λογιστή του, δε θεωρούμε ότι το Κακουργιοδικείο το παραγνώρισε. Το είχε υπόψη. Σημείωσε, όμως, και αυτό είχε σημασία, τις πρώτες αντιδράσεις του εφεσείοντος όταν αυτός, κατά τη διάρκεια της έρευνας, επανειλημμένα αρνήθηκε να κατονομάσει στην Αστυνομία το λογιστή του. Άλλος λόγος έφεσης είναι ότι "Το Κακουργιοδικείο με τα ευρήματα και τα συμπεράσματα του στην ουσία αντέστρεψε το βάρος απόδειξης και κατέληξε σε εύρημα ενοχής επειδή ο Κατηγορούμενος περίπου δεν προσέφερε μαρτυρία ή εξηγήσεις που να αποδεικνύουν την αθωότητα του"· και τούτο διότι "το Κακουργιοδικείο αποφάσισε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση της υπεράσπισης ότι η Αστυνομία είχε ήδη ανοίξει προηγουμένως (πριν την έρευνα) την κλειδαριά του μοτοποδηλάτου", μετατοπίζοντας έτσι στον εφεσείοντα το βάρος να αποδείξει ότι η Αστυνομία μπορεί να άνοιξε την κλειδαριά του μοτοποδηλάτου. Περαιτέρω δε, "το Κακουργιοδικείο μετατοπίζοντας ουσιαστικά το βάρος απόδειξης θεωρεί ως μη σημαντικό το γεγονός της μη κλήτευσης του κλειδαρά για να αποκλείσει την θέση ότι αυτός δεν μπόρεσε να ανοίξει το μοτοποδήλατο γιατί η κλειδαριά ήταν παραβιασμένη και παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι όλοι ανεξαίρετα οι αστυνομικοί μάρτυρες κατηγορίας παρασιώπησαν στις καταθέσεις τους και στην κυρίως εξέταση την παρουσία κλειδαρά." Επίσης, το Κακουργιοδικείο αντέστρεψε το βάρος της απόδειξης "ότι το μοτοποδήλατο το στάθμευε στο χώρο που ανευρέθη οποιοδήποτε πρόσωπο άλλο από τον κατηγορούμενο". Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, κατά πόσο δηλαδή η Αστυνομία είχε ήδη ανοίξει, πριν την έρευνα, την κλειδαριά του μοτοποδηλάτου και τοποθέτησε τα ναρκωτικά, ενδεχόμενα σε συνεργασία με το Νίκο Ερωτοκρίτου, για να ενοχοποιήσει τον εφεσείοντα, παρατηρούμε ότι το ζήτημα εξετάστηκε ενδελεχώς από το Κακουργιοδικείο, στη βάση της ενώπιόν του μαρτυρίας, χωρίς να μετατίθεται οποιοδήποτε βάρος απόδειξης στους ώμους του εφεσείοντος. Το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Κακουργιοδικείου έχει ως εξής: "Ο Αν. Λοχ. 4743 Γ. Ιωάννου (ΜΚ5) ήταν ο επικεφαλής της ομάδας παρακολούθησης και ένα από τα δύο πρόσωπα που κατέθεσαν ενώπιον μας ότι είδαν τον Κατηγορούμενο, κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, να οδηγεί το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο, να το σταθεμύει στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας όπου ανευρέθηκε στις 7.9.2004 από την Αστυνομία και στη συνέχεια να μεταβαίνει πεζός στο κατάστημα του. Στις 7.9.2004 είχε αναλάβει και τη φρούρηση του μοτοποδηλάτου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέβαλε στο μάρτυρα κατά την αντεξέταση του ότι ο λόγος που η Αστυνομία δεν συνέλαβε τον Κατηγορούμενο πριν από την 7.9.2004 ήταν «Για να συνεννοηθείτε με τον Νίκο Ερωτοκρίτου να τα βάλετε μέσα (τα ναρκωτικά) για να τον πιάσετε», θέση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά. Μελετήσαμε τη μαρτυρία του ΜΚ5 με ιδιαίτερη προσοχή έχοντας πάντα κατά νου και την υπόλοιπη μαρτυρία. Κατ' αρχάς δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι τα ναρκωτικά που ανευρέθηκαν από την Αστυνομία μέσα στο μοτοποδήλατο δεν είχαν τοποθετηθεί σε αυτό από τον μάρτυρα ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατόπιν συνεννόησης με την Αστυνομία. Ο κ. Γεωργίου διερωτήθηκε γιατί ενώ γινόταν η έρευνα στο κατάστημα του Κατηγορούμενου ο Ιωάννου φρουρούσε το μοτοποδήλατο το οποίο βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας που βρίσκεται απέναντι από το κατάστημα του Κατηγορουμένου. Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το επιλήψιμο σε αυτή την ενέργεια της Αστυνομίας και ειδικότερα του ΜΚ5 ο οποίος φρουρούσε το μοτοποδήλατο κατόπιν οδηγιών του Λοχ.
- Οι υποψίες της Αστυνομίας αφορούσαν το κατάστημα του Κατηγορούμενου και όλα τα μοτοποδήλατά του. Ήταν λογικό, όταν η Αστυνομία άρχισε τις έρευνες στο κατάστημα του Κατηγορούμενου, να φρουρεί ταυτόχρονα και το μοτοποδήλατο του Κατηγορούμενου το οποίο βρισκόταν σε άλλο χώρο. Άλλωστε ο Κατηγορούμενος κατά το χρόνο που διεξαγόταν η έρευνα στο κατάστημα του δεν ήταν υπό σύλληψη και συνεπώς εύλογα η Αστυνομία θα μπορούσε να θεωρήσει ότι υπήρχε ο κίνδυνος να μετακινηθεί το μοτοποδήλατο καθ΄ ον χρόνο διεξαγόταν η έρευνα στο κατάστημα του Κατηγορούμενου. Δεν αγνοούμε βεβαίως ότι η μαρτυρία του ΜΚ5σε κάποια μέρη της χαρακτηρίζεται από αντιφατικότητα. Για παράδειγμα, ενώ σε ένα σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι με την άφιξη του στο μέρος κατευθύνθηκε αμέσως στο χώρο στάθμευσης όπου βρισκόταν το μοτοποδήλατο, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι έμεινε για αρκετή ώρα στο κατάστημα μαζί με τον Κατηγορούμενο και τον πατέρα του τελευταίου και μετέβηκε στο χώρο στάθμευσης «κατά το τέλος της έρευνας». Περαιτέρω, όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ο Νίκος Ερωτοκρίτου στην ένορκη δήλωση (Τεκμ.32), ημερομηνίας 7.9.04, που υποστήριζε την αίτηση για την έκδοση του εντάλματος έρευνας, είπε ότι το όνομα «Νίκος» χωρίς επώνυμο που αναφέρεται στο Τεκμ. 32 είναι του Νίκου Ερωτοκρίτου και ότι όταν έδωσε τα στοιχεία σε αστυνομικούς της ΥΚΑΝ για την έκδοση του εντάλματος δεν γνώριζε το επίθετο του Ερωτοκρίτου. Όταν όμως του ζητήθηκε κατά την επανεξέταση του να διεξέλθει του φακέλου με τις καταχωρίσεις στις οποίες προέβηκε σχετικά με την παρακολούθηση και να αναφέρει κατά πόσο γίνεται αναφορά σε κάποιο «Νίκο» χωρίς επίθετο, ανέφερε «Στο φάκελο γράφει Νικόλας Ερωτοκρίτου» και ότι αυτή η καταχώριση έγινε στις 20.
- Δεν θεωρούμε ότι τα πιο πάνω είχαν οποιαδήποτε σκοπιμότητα και μάλιστα την ενοχοποίηση του Κατηγορουμένου με τον τρόπο που εισηγείται η Υπεράσπιση. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή το μάρτυρα αυτό ενόσω κατέθετε και έχουμε μελετήσει προσεκτικά το σύνολο της μαρτυρίας του έχοντας πάντα κατά νου και τις εισηγήσεις του κ. Γεωργίου. Θεωρούμε ότι τίποτε από τα πιο πάνω ή από όσα ανέφερε ο μάρτυρας είτε από μόνο του είτε σωρευτικά δεν αντανακλά πάνω στην αξιοπιστία του." Δεν έχουμε πεισθεί ότι δικαιολογείται η επέμβασή μας σε οτιδήποτε από τα πιο πάνω. Όσον αφορά το θέμα του κλειδαρά, η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι η Αστυνομία είχε ανοίξει την κλειδαριά του μοτοποδηλάτου πριν την έρευνα για να τοποθετήσει τα ναρκωτικά, όπως και έπραξε, προφανώς δε, κατά το άνοιγμα, η κλειδαριά χάλασε ή παραβιάστηκε με αποτέλεσμα ο κλειδαράς να μην μπορέσει να την ανοίξει. Οι μάρτυρες κατηγορίας απέρριψαν αυτή τη θέση, η δε υπεράσπιση δεν ισχυρίστηκε, αλλά ούτε και προέκυψε μαρτυρία, ότι ο κλειδαράς ανέφερε ότι δεν κατάφερε να ανοίξει την κλειδαριά επειδή αυτή ήταν χαλασμένη ή παραβιασμένη. Με αυτά τα δεδομένα, δε βλέπουμε γιατί η κατηγορούσα αρχή θα έπρεπε να καλέσει ως μάρτυρα τον κλειδαρά για να αποδείξει, αρνητικά, ότι η κλειδαριά δεν ήταν χαλασμένη ή παραβιασμένη. Η υπεράσπιση γνώριζε τον κλειδαρά και μπορούσε, αν ήθελε, να τον καλέσει ως μάρτυρα για να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο δεν κατάφερε να ανοίξει την κλειδαριά. Δε βρίσκουμε, επίσης, οτιδήποτε το επιλήψιμο στην παράλειψη των αστυνομικών μαρτύρων να αναφέρουν στις καταθέσεις τους, όπως και στην κύρια εξέτασή τους, την παρουσία του κλειδαρά. Όσοι ρωτήθηκαν για την παράλειψη έδωσαν πειστική εξήγηση. Όλοι, άλλωστε, πλην ενός που δεν ήταν βέβαιος, παραδέχτηκαν, κατά την αντεξέταση, ότι κλήθηκε κλειδαράς ο οποίος προσπάθησε να ανοίξει το μοτοποδήλατο χωρίς να τα καταφέρει. Μάλιστα, όπως ήταν άλλωστε και η θέση της υπεράσπισης, παραδέχτηκαν ότι ο κλειδαράς κλήθηκε κατόπιν συνεννόησης με τον εφεσείοντα. Τους έδωσε το τηλέφωνό του για να τον ειδοποιήσουν και ήταν παρών όταν ο κλειδαράς προσπαθούσε να ανοίξει το μοτοποδήλατο. Όσον αφορά, τέλος, την εισήγηση ότι το Κακουργιοδικείο αντέστρεψε το βάρος της απόδειξης "ότι το μοτοποδήλατο το στάθμευε στο χώρο που ανευρέθη οποιοδήποτε πρόσωπο άλλο από τον κατηγορούμενο", παρατηρούμε ότι αυτή δεν είναι ορθή. Το μοτοποδήλατο ανήκε στον εφεσείοντα. Η κατηγορούσα αρχή απέδειξε με τη μαρτυρία της, θετικά, ότι ο εφεσείων το οδηγούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, σχεδόν καθημερινά, πάντοτε δε το στάθμευε στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας· και, αρνητικά, ότι, κατά τον ίδιο χρόνο, δεν θεάθηκε να το οδηγεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και ή να το σταθμεύει στον ίδιο χώρο. Ενόψει της ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρίας, ο εκ μέρους του αποκλεισμός του ενδεχομένου να στάθμευε, ή να στάθμευσε στις 7.9.2004, το μοτοποδήλατο στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντέστρεψε το βάρος της απόδειξης. Ο τελευταίος λόγος έφεσης είναι ότι "Το Κακουργιοδικείο εσφαλμένα και/ή αντινομικά κατέληξε σε συμπέρασμα ότι το μοτοποδήλατο αρ. ΖΚΒΡ 451 στις 7.9.2004 βρισκόταν υπό την φύλαξη ή έλεγχο του Κατηγορουμένου, και ότι είχε γνώση για τη φύση του περιεχομένου του, δηλαδή ότι αυτό περιείχε τα επίδικα ναρκωτικά·" και τούτο διότι "Ενώπιον του Κακουργιοδικείου δεν υπήρχε καμία μαρτυρία που να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος έστω γνώριζε που βρισκόταν το μοτοποδήλατο στις 7.9.2004, όπως επίσης δεν υπήρχε μαρτυρία ότι εντός του κλειδωμένου καθίσματος του μοτοποδηλάτου ευρισκόταν οτιδήποτε." Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Έχουμε ήδη εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ορθά το Κακουργιοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το μοτοποδήλατο βρισκόταν στην κατοχή του εφεσείοντος στις 7.9.2004· και ότι αυτός το τοποθέτησε στο χώρο που βρέθηκε την ίδια μέρα. Όσον αφορά το κατά πόσο ο εφεσείων γνώριζε ότι το μοτοποδήλατο περιείχε τα ναρκωτικά, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτό του ανήκε, ότι δεν το εξέθετε προς ενοικίαση στις 6.9.2004 και 7.9.2004, ούτε κατά τις αμέσως προηγούμενες μέρες, ότι θεάθηκε να το οδηγεί στις 6.9.2004, αλλά και κατά τις αμέσως προηγούμενες μέρες, σχεδόν καθημερινά, ότι πάντα το στάθμευε τριάντα περίπου μέτρα μακριά από το κατάστημά του, σε χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας με την οποία δεν είχε οποιαδήποτε σχέση, ότι στις 7.9.2004 αυτό βρισκόταν στον ίδιο χώρο στάθμευσης, ότι είπε ψέματα στην Αστυνομία ότι στις 7.9.2004 το είχε ενοικιασμένο σε αλλοδαπό, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι, με την ανόμωτή του δήλωση, δεν αρνήθηκε ότι το οδηγούσε στις 6.9.2004 και τις αμέσως προηγούμενες μέρες, ούτε έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί το στάθμευε ή, έστω, γιατί ήταν σταθμευμένο στο συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας, ορθά το Κακουργιοδικείο πείσθηκε, πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας, ότι ο εφεσείων, στις 7.9.2004, είχε στην κατοχή του το μοτοποδήλατο και γνώριζε ότι αυτό περιείχε τα ναρκωτικά τα οποία, επίσης, κατείχε, ειδικά δε τα χάπια έκσταση, λόγω βάρους, με σκοπό να τα προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο. Η έφεση απορρίπτεται. Η?έφεση απορρίπτεται. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο