Αργυρίδης Θεόδωρος και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449 21 Ιουνίου, 2013 [ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Π., ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, ΠΑΝΑΓΗ, Δ/στές] ΘεΟδωροΣ ΑργυρΙδηΣ (Εφεση Αρ. 64/2013), ΝικΟλαΣ ΑργυροΥ (Εφεση Αρ. 65/2013), ΠΑτροκλοΣ ΠατρΟκλου (εφεση Αρ. 66/2013), ΚΩσταΣ ΑναστασΙου (Εφεση Αρ. 67/2013), Dalsouz Mohamad (Εφεση Αρ. 68/2013), ΑλκηΣ ΧαραλΑμΠουΣ (Εφεση Αρ. 69/2013), Εφεσείοντες, v. ΑστυνομΙαΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινικές Εφέσεις Αρ. 64-69/2013) Αναστολή ποινής ― Νεαρά πρόσωπα ― Επέμβαση Εφετείου σε πρωτόδικη απόφαση και άσκηση πρωτογενούς εξουσίας για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στους εφεσείοντες ηλικίας 18 -20 χρόνων ― Παράγοντες που προσμέτρησαν στην αναστολή, οι συνέπειες της φυλάκισης στα νεαρά αυτά πρόσωπα ― Έλλειψη στοιχείων οργανωμένου εγκλήματος, πρόθεση αποζημίωσης, ομολογία, έμπρακτη μεταμέλεια και συνεργασία με την Αστυνομία. Αναστολή ποινής ― Κατά πόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο περιόρισε εαυτόν, στο αποτρεπτικό, όπως το ίδιο ανέφερε, της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί, επεκτείνοντας αυτό και στο γεγονός της αναστολής και κατά πόσον περιορίστηκε στη σημασία των ελαφρυντικών παραγόντων. Αναστολή ποινής ― Νεαρά πρόσωπα ― Μικρότερο το όφελος που θα προερχόταν από το αποτέλεσμα μιας ποινής άμεσης φυλάκισης, από την προσδοκία ότι με την καλή χρήση του μέτρου της αναστολής, θα υπάρξει αναμόρφωση. Ποινή ― Σκοπός ― Οι γενικότερες διαστάσεις των επιδιώξεων της επιβαλλόμενης ποινής, πρέπει να δικαιώνονται με αναφορά στην ανάγκη αναμόρφωσης και όχι στην τιμωρία για χάριν της τιμωρίας. Αναστολή ποινής ― Ο περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972 (N. 95/1972) ως έχει τροποποιηθεί με το νόμο 186 (Ι)/2003 ― Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής ― Ο Νομοθέτης θέλησε να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Οι εφεσείοντες αμφισβήτησαν με έξι εφέσεις την ορθότητα πρωτόδικης κρίσης, σχετικά με το μέρος που αφορούσε στην απόρριψη του ενδεχομένου αναστολής των ποινών φυλάκισης που τους επιβλήθηκαν σε οκτώ κατηγορίες αναφορικά με αδικήματα ενόπλων ληστειών με τη χρήση μαχαιριών και άλλων αντικειμένων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του τις παραδοχές των εφεσειόντων και επέβαλε ποινές φυλάκισης διαφορετικής έκτασης στην κάθε περίπτωση, 18 μήνες στον πρώτο κατηγορούμενο, 30 μήνες στον δεύτερο, 30 στον τρίτο, 18 στον τέταρτο, 15 στον πέμπτο και 15 μήνες στον έκτο. Εξέτασε επίσης το ενδεχόμενο αναστολής των ποινών φυλάκισης, αλλά απέρριψε το ενδεχόμενο αυτό, κρίνοντας ότι από τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και τη συνολική αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, φαινόταν ότι επρόκειτο για σοβαρά αδικήματα με μόνο κίνητρο την απόκτηση οικονομικού οφέλους και συνεπώς η ποινή έπρεπε να ήταν αποτρεπτική. Με την έφεση υποστηρίχθηκε ότι: α) Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε λανθασμένη καθοδήγηση ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ιδιαίτερα. β) Θεώρησε εαυτόν ως περιοριζόμενο εις ορισμένες παραμέτρους που δεν περιλαμβάνουν παράγοντες οι οποίοι ήδη ελήφθησαν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αποφασίστηκε ότι:
- Ως προς τη σοβαρότητα των αδικημάτων, δεν υπήρχε αμφιβολία. Οι δε ποινές ενέπιπταν στα πλαίσια εκείνα ώστε να μπορούσε να είχε δοθεί η αναστολή, αν ήταν πρέπουσα περίπτωση.
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται όμως να περιόρισε εαυτόν στο αποτρεπτικό, όπως το ίδιο ανέφερε, της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί, επεκτείνοντας αυτό και στο γεγονός της αναστολής. Πέραν τούτου, περιόρισε εαυτόν και όσον αφορά στη σημασία των ελαφρυντικών παραγόντων, και δη του νεαρού της ηλικίας, του λευκού ποινικού μητρώου και της δεδομένης, όπως το ίδιο διαπίστωσε, έμπρακτης μεταμέλειας.
- Θεώρησε δηλαδή ότι αυτοί οι παράγοντες ναι μεν είχαν σημασία ως προς τον καθορισμό της έκτασης της ποινής φυλάκισης αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος αναστολής.
- Η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο έσφαλε ως προς τη νομική του καθοδήγηση για το θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης οδηγούσε αναπόφευκτα το Εφετείο στην ανάληψη της ευθύνης να αποφασίσει κατά πόσο η περίπτωση ήταν πρέπουσα περίπτωση αναστολής με βάση τις αρχές που είχαν ήδη διατυπωθεί.
- Επρόκειτο σε όλες τις εφέσεις για νεαρά άτομα ηλικίας μεταξύ 18 και 20 ετών, τα οποία δεν είχαν οποιοδήποτε προηγούμενο και τα οποία, όπως ελέχθη, έχουν από πολλές απόψεις επηρεαστεί ή θα επηρεάζονταν από την επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης. Από δε το οικογενειακό υπόβαθρο έκαστου εφεσείοντα προέκυπτε ότι δεν επρόκειτο για άτομα τα οποία είχαν δείξει αντικοινωνική συμπεριφορά ή ροπή προς το έγκλημα.
- Οι εφεσείοντες είχαν ήδη εκτίσει μέρος της ποινής φυλάκισης τους, αφού η έφεση ακούστηκε τέσσερις σχεδόν μήνες μετά την πρωτόδικη απόφαση και, τούτο συνιστούσε μια έντονη διέγερση του καταδικαζόμενου σε φυλάκιση νεαρού προσώπου, ώστε να αντιληφθεί τις συνέπειες τις οποίες θα είχε ενδεχόμενη νέα εγκληματική συμπεριφορά.
- Ναι μεν επρόκειτο για σοβαρά αδικήματα, αλλά φαινόταν να διέπονταν από μια μεγάλη επιπολαιότητα και να μην ήταν στη βάση των οργανωμένων εγκλημάτων ληστείας, εφόσον τα ποσά στα οποία αφορούσαν οι ληστείες δεν ήταν τόσο σημαντικά.
- Ελήφθη υπόψη και το γεγονός ότι όλα τα αδικήματα ανακαλύφθηκαν στο τέλος μέσα από την ομολογία και καθοδήγηση του τρίτου κατηγορούμενου, ώστε να βοηθήθηκε τα μέγιστα η απονομή της δικαιοσύνης όπως βοηθήθηκε και στη συνέχεια από την έμπρακτη μεταμέλεια μέσω της παραδοχής ενώπιον του Δικαστηρίου και της πλήρους συνεργασίας.
- Διετάχθη η επιστροφή των ποσών από το Δικαστήριο, δεδομένης της πρόθεσης για αποζημίωση.
- Αποτελούσε πρέπουσα περίπτωση αναστολής της ποινής φυλάκισης για όλους τους εφεσείοντες, με βάση τις γενικές αρχές οι οποίες αναφέρθησαν. Οι εφέσεις επιτράπηκαν και το υπόλοιπο όλων των ποινών φυλάκισης ανεστάλη για τρία έτη από την ημέρα έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης. Αναφερόμενη Υπόθεση: Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη