Λοϊζίδης Ανδρέας και Άλλοι ν. Δημοκρατίας και Άλλων
(2014)2 ΑΑΔ 965 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2014:D981
(2014)2 ΑΑΔ 965 19 Δεκεμβρίου, 2014 [ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π., ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, ΠΑΝΑΓΗ, ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΛΙΑΤΣΟΣ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ/στές] (Ποινική Έφεση Αρ. 145/2013) ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΙΖΪΔΗΣ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Έφεση Αρ. 154/2013) ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Έφεση Αρ. 155/2013) ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Έφεση Αρ. 156/2013) ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Έφεση Αρ. 157/2013) ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Εφεσείων, ν. ΑΝΔΡΕΑ ΛΟΙΖΪΔΗ, Εφεσίβλητου. (Ποινική Έφεση Αρ. 158/2013) ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Εφεσείων, ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Εφεσίβλητου. (Ποινική Έφεση Αρ. 159/2013) ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Εφεσείων, ν. ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ, Εφεσίβλητου. (Ποινική Έφεση Αρ. 160/2013) ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Εφεσείων, ν. ΑΝΔΡΕΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Εφεσίβλητου. (Ποινική Έφεση Αρ. 161/2013) ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Εφεσείων, ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Εφεσίβλητου. (Ποινική Έφεση Αρ. 162/2013) ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Εφεσείων, ν. ΜΑΡΚΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Εφεσίβλητου. (Ποινική Έφεση Αρ. 163/2013) ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Εφεσείων, ν. ΑΝΔΡΕΑ ΛΟΪΖΙΔΗ, Εφεσίβλητου. (Ποινικές Εφέσεις Αρ. 145/2013, 154/2013 - 163/2013), Ποινικός Κώδικας ― Ανθρωποκτονία και Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ― Άρθρα 205 και 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 ― Υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας, Διευθυντής και Υποδιευθυντής Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και Διοικητής της Ειδικής Μονάδας Αντιμετώπισης Καταστροφών κατηγορούνται ενώπιον Κακουργιοδικείου με βάση τα Άρθρα 205 και 210 του Κεφ.154 αναφορικά με τα τραγικά γεγονότα της 11ης Ιουλίου έκρηξης στη Ναυτική Βάση στο Μαρί ― Απορριπτική έκβαση στην Ολομέλεια του Εφετείου, έφεσης Γενικού Εισαγγελέα εναντίον της αθωωτικής απόφασης για τον Υπουργό Εξωτερικών ― Απόφανση με διαφορετικά σκεπτικά ότι η έφεση δεν καλυπτόταν από το Άρθρο 137
(1)(α) του Κεφ.155 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ― Επικύρωση κατά πλειοψηφία της καταδίκης του ΥΠΑΜ με βάση τα Άρθρα 205 και 210 του Κεφ. 154 και της καταδίκης του Υποδιευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του Διοικητή της ΕΜΑΚ με βάση το Άρθρο 210 ― Κατά πόσον ο Υπουργός Άμυνας είχε τη φύλαξη του φορτίου με τα εμπορευματοκιβώτια που περιείχαν την πυρίτιδα η οποία τελικά εξερράγη και προκάλεσε τον όλεθρο και το θάνατο 13 ατόμων στις 11.7.2011 ― Κατά πόσον ο Υποδιευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και ο Διοικητής της ΕΜΑΚ είχαν καθήκον επιμέλειας και ενέργειας και ποια η ποινική τους ευθύνη ― Αθωωτική απόφαση για τον Διευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε αναχωρήσει με άδεια στο εξωτερικό. Ποινικός Κώδικας ― Ανθρωποκτονία ― Άρθρα 205 και 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 ― Εκρίθη πρωτοδίκως ότι ο εφεσείων, Υπουργός Άμυνας κατά το χρόνο της έκρηξης στη Ναυτική Βάση του Μαρί είχε το νόμιμο καθήκον ενεργείας επί τω ότι το Υπουργείο Άμυνας και ο ίδιος προσωπικά, είχαν τον έλεγχο του φορτίου με τα εκρηκτικά και είχε την εξουσία να ελέγξει τον τρόπο αποθήκευσης και να επέμβει μετά τη γνωστοποίηση σε αυτόν του ζητήματος των κινδύνων από την παρατεταμένη φύλαξη στο ύπαιθρο των εμπορευματοκιβωτίων ― Ο κίνδυνος αυτός ήταν άμεσος και προβλεπτός και είχε ευθύνη να τον αποτρέψει ― Η θέση του Κακουργιοδικείου, περί ειδικής σχέσης του εφεσείοντα με το φορτίο και ύπαρξης καθήκοντος ενέργειας, επικυρώθηκε από την πλειοψηφία του Εφετείου ― Το κριτήριο της υπαίτιας αμέλειας παράλειψης εκτέλεσης καθήκοντος με βάση το Άρθρο 205 του Ποινικού κώδικα. Ποινική Δικονομία ― Έφεση Γενικού Εισαγγελέα εναντίον αθωωτικής απόφασης ― Κατά πόσον εφαρμόζονταν οι πρόνοιες του Άρθρου 137
(1)(α)(iii) του Κεφ. 155, επί του οποίου η Δημοκρατία στήριξε την έφεση της εναντίον της αθωωτικής απόφασης του Υπουργού Εξωτερικών για τα γεγονότα της έκρηξης στο Μαρί ― Δεδομένου ότι προνοεί για πλημμελή εφαρμογή του νόμου επί των πραγματικών γεγονότων, εκρίθη ότι λανθασμένα έγινε επίκληση του στην προκειμένη. Ποινική Δικονομία ― Έφεση από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εναντίον αθωωτικής απόφασης ― Άρθρο 137
(1)(α) Κεφ.155 ― Εισάγει τη δυνατότητα έφεσης επί θεμάτων που ουσιαστικά ενέχουν νομικό σημείο ώστε η διαπίστωση γεγονότος στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας ή θέματος σχετικού προς αυτή να αποκλείεται ― Η εμβέλεια και η εφαρμογή του ― Ιστορική αναδρομή ― Νομολογιακή επισκόπηση ― Ο όρος «νομικό σημείο» δεν περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου επί των γεγονότων, εκτός αν, αυτές προκύπτουν από λανθασμένη καθοδήγηση ως προς το νόμο. Ευρήματα Δικαστηρίου ― Πρωτογενή και δευτερογενή ευρήματα ή και συμπεράσματα ― «Ο όρος συμπεράσματα» υποδηλοί κατά κανόνα δευτερογενή ευρήματα, δηλαδή ευρήματα τα οποία συνάγονται ως θέμα λογικής και κοινής αντίληψης από τα πρωτογενή ευρήματα του Δικαστηρίου ― Η εξαγωγή συμπερασμάτων προϋποθέτει την ύπαρξη ευρημάτων για τα πρωτογενή γεγονότα ― Νομολογιακή επισκόπηση. Ποινικό Δίκαιο ― Ποινική ευθύνη ― Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πράξεως ή παραλείψεως και αποτελέσματος ― Απόρριψη λόγων έφεσης αναφορικά με απουσία τεκμηρίωσης του αδικήματος της ανθρωποκτονίας με βάση εισήγηση ότι μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς από την έκρηξη στη Ναυτική Βάση του Μαρί, η έλευση των ανδρών της πυροσβεστικής και η συνεννόηση που υπήρξε επιτόπου μεταξύ του Διοικητή του Ναυτικού και του Λοχία της Πυροσβεστικής, που ανέλαβαν την ευθύνη χειρισμού, παρέμβαινε και διέκοπτε την αλυσίδα ευθύνης του εφεσείοντα Υπουργού άμυνας. Ποινικός Κώδικας ― Ανθρωποκτονία ― Άρθρο 205 του Κεφ. 154 ― Στις περιπτώσεις εφαρμογής αυτού του άρθρου για να στοιχειοθετηθεί αμέλεια και συνεπώς ευθύνη θα πρέπει ο έχων καθήκον, να λάβει κάθε εύλογη ενέργεια προς αποτροπή του επαπειλούμενου κακού ― Ο βαθμός αμελείας εξετάζεται με το αντικειμενικό κριτήριο τι θα έπραττε ο μέσος λογικός άνθρωπος υπό τας περιστάσεις για να αποτρέψει το κακό ή κατά πόσο η απλή παράλειψη να διενεργηθεί το ευλόγως αναμενόμενο, συνιστά σοβαρή απόκλιση από το καθήκον επιμέλειας ― Στοιχειοθετημένης της παράβασης αυτής της υποχρέωσης, εξετάζεται, κατά πόσο η παράβαση της προκάλεσε το θάνατο του θύματος ― Εάν και πάλι η απάντηση είναι καταφατική, το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο η τεκμηριωθείσα παράβαση καθήκοντος ή υποχρέωσης θα πρέπει να χαρακτηριστεί ως βαριά αμέλεια. Ποινικός Κώδικας ― Ανθρωποκτονία ― Άρθρο 205 του Κεφ. 154 ― Για να στοιχειοθετηθεί η αμέλεια του Άρθρου 205 θα πρέπει αυτή να είναι βαριά, χρησιμοποιείται επί τούτου ο νομικός όρος «υπαίτια αμέλεια» ο οποίος προσομοιάζει με αλόγιστη και απερίσκεπτη συμπεριφορά ― Το αδίκημα στοιχειοθετείται όπου ο κατηγορούμενος όφειλε στο θύμα καθήκον να μην είναι αμελής έναντί του, το οποίο παρέβηκε με αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατο του και η παράβαση να είναι μεγίστου βαθμού μεγέθους (gross negligence) που να δικαιολογεί ποινική καταδίκη. Ποινικό Δίκαιο ― Υπαίτια Αμέλεια ― Ο Νόμος δεν καθορίζει τι συνιστά «υπαίτια αμέλεια», αφήνοντας στο Δικαστήριο την ευθύνη να την καθορίσει στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης ― Δεν χωρεί όμως αμφιβολία ότι η έννοια του όρου «υπαίτια αμέλεια» παραπέμπει σε βαριά αμέλεια. Ποινικό Δίκαιο ― Ποινική Αμέλεια ― Άρθρα 205 και 210 του Κεφ. 154 ― Η ποινική, αμέλεια, που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση Άρθρο 210 είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια που απαιτείται για απόδειξη της ευθύνης για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας αλλά μεγαλύτερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για να ευσταθήσει ευθύνη για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, αμέλεια που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αστική αμέλεια ― Το Άρθρο 205 απαιτεί τον υψηλότερο βαθμό αμελείας η οποία συνίσταται σε υπαίτια. Ποινικό δίκαιο ― Ποινική ευθύνη ― Αιτιώδης συνάφεια ― Για να στοιχειοθετηθεί ποινική ευθύνη, συναρτώμενη με την αιτιώδη συνάφεια, αρκεί να στοιχειοθετηθεί η προβλεπτή ή γενική φύση του κινδύνου και όχι οι ακριβείς συνέπειες συμπεριφοράς ενός κατηγορούμενου. Ποινικός Κώδικας ― Άρθρο 210 Κεφ.154 ― Το άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και αφήνεται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το νομοθέτημα με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης ― Όταν ένας είναι ενήμερος μιας κατάστασης πραγμάτων, η οποία, αν αφεθεί να συνεχιστεί, εγκυμονεί κινδύνους για την ασφάλεια τρίτων, και αδιαφορήσει προς τούτο, καταδεικνύεται η αλόγιστη συμπεριφορά ― Η ύπαρξη γνώσης συνεπάγεται και ευθύνη υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να παραγνωρίζονται εμφανείς ή ορατοί κίνδυνοι, ιδιαιτέρως, όταν ένα πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει αποτρεπτικά ή να λάβει μέτρα για εξουδετέρωση του κινδύνου. Ποινικό Δίκαιο ― Αιτιώδης συνάφεια ― Παρεμβαίνοντα γεγονότα ― Φονική έκρηξη Μαρί ― Κατά πόσον η μεσολάβηση μετά την έκρηξη, των ενεργειών του Διοικητή Ναυτικού και του υπεύθυνου κατά ιεραρχία Λοχία της Πυροσβεστικής έπρεπε να κριθούν ως παρεμβαίνοντα γεγονότα ώστε πλέον η αιτία θανάτου να μην ήτο δίκαιο να αποδοθεί στον υποδιευθυντή της Πυροσβεστικής και τον Διοικητική της ΕΜΑΚ ― Επικύρωση πρωτόδικης κρίσης ότι οι ενέργειες των κατηγορουμένων θα έπρεπε να αποτελούν ενεργό και ουσιαστική αιτία θανάτου, ανεξαρτήτως εάν είναι η μόνη αιτία θανάτου. Ποινικός Κώδικας ― Άρθρο 210 ― Φονική έκρηξη στο Μαρί ― Επέμβαση Εφετείου και παραμερισμός κατά πλειοψηφία, της πρωτόδικης κρίσης με την οποία ο Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ο οποίος πήρε άδεια από την εργασία του πριν από το συμβάν της έκρηξης και απουσίαζε στο εξωτερικό κατά το χρόνο αυτής, εκρίθη ένοχος με βάση το Άρθρο 210 επί τω ότι είχε καθήκον ενέργειας ― Απόφανση Εφετείου ότι ήταν εσφαλμένη η πρωτόδικη κρίση με βάση την οποία, με τα όσα γνώριζε ο εφεσείων μέχρι τις 7.7.2011, είχε αντίληψη έστω και δυνατότητας πρόκλησης θανάτου και ότι, παρά την ανάθεση της υπόθεσης στον Υποδιευθυντή της Πυροσβεστικής, όφειλε να είχε δώσει τις προαναφερόμενες, ad hoc οδηγίες, παρά την ύπαρξη, πάγιων οδηγιών, επί του θέματος. Ποινικός Κώδικας ― Ανθρωποκτονία ― Φονική έκρηξη στο Μαρί ― Έφεση Γενικού Εισαγγελέα με την οποία αμφισβητήθηκε η ορθότητα της απόφασης του Κακουργιοδικείου να κρίνει μη ένοχους στις κατηγορίες του Άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα τον Υποδιευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και τον Διοικητή της ΕΜΑΚ οι οποίοι ωστόσο καταδικάστηκαν με βάση το Άρθρο 210 ― Απορριπτική κατάληξη και απόφανση Εφετείου ότι η παράλειψη τους να δώσουν οδηγίες για τήρηση ασφαλείας από το φονικό φορτίο, δεν μπορούσε να αποσυνδεθεί από το γεγονός ότι και οι ίδιοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πρωτόγνωρη κατάσταση, την οποία κλήθηκαν να διαχειριστούν την υστάτη, και στο τέλος ενήργησαν απεγνωσμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορούσε να τους αποδοθεί αδιαφορία μέχρι τέλους. Ποινή ― Ανθρωποκτονία και πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ― Άρθρα 205 και 210 Ποινικού Κώδικα ― Επικύρωση συντρεχουσών ποινών πενταετούς φυλάκισης που επιβλήθηκαν σε δεκατρείς κατηγορίες στη βάση του Άρθρου 205 στον Υπουργό Άμυνας κατά τον ουσιώδη χρόνο των γεγονότων της έκρηξης στη Ναυτική Βάση του Μαρί και δύο χρόνων φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον υποδιευθυντή της Πυροσβεστικής και στον Διοικητή της ΕΜΑΚ, κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκρηξης, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι σε δεκατρείς κατηγορίες με βάση το Άρθρο 210 ― Απόρριψη εφέσεων περί έκδηλα υπερβολικής ποινής και αντίστοιχη απορριπτική κατάληξη στην έφεση του Γενικού Εισαγγελέα περί έκδηλης ανεπάρκειας ― Η προσέγγιση του Κακουργιοδικείου, η οποία εστιάστηκε κατά κύριο λόγο στην αρχή της ισότητας και στην άνιση μεταχείριση των Εφεσειόντων, ενόψει του γεγονότος ότι δεν ήταν όλοι οι υπαίτιοι ενώπιον της δικαιοσύνης, χαρακτηρίστηκε από το Εφετείο υποδειγματική ― Η καθολική δυσλειτουργία του συστήματος και οι αναπόφευκτες επιπτώσεις στις επιβληθείσες ποινές. Ποινή ― Ίση μεταχείριση παραβατών ― Τα μέσα, τα οποία παρέχονται στο Δικαστήριο, προς αντιμετώπιση της άνισης μεταχείρισης των παραβατών από τις διωκτικές αρχές, είναι περιορισμένα ― Η θεώρηση του παράγοντα αυτού, ως μετριαστικού της ποινής εκείνων που διώκονται, δεν επιφέρει την εξίσωση ― Μετριάζει, τα αισθήματα αδικίας που προκαλεί και συντηρεί το αίσθημα δικαιοσύνης μεταξύ του κοινού ― Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να μείνει ουδέτερη μπροστά στη χρήση διάφορου μέτρου στη μεταχείριση των παραβατών. Ποινή ― Επιμέτρηση ― Η ορθή ποινή είναι το απαύγασμα μιας εξαιρετικά λεπτής διεργασίας εξισορρόπησης πολλών αντίθετων παραγόντων, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί να είναι γενικά προς το συμφέρον της κοινωνίας, ιδιαίτερα όταν τα αδικήματα είναι σοβαρά. Ποινή ― Επιμέτρηση ― Ποινικά αδικήματα εναντίον του προσώπου ― Εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα η επιβολή ποινής όπου υπάρχει απώλεια ζωής ― Καμιά ποινή δεν είναι ποτέ ικανοποιητική για την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Ποινή ― Έκδηλη υπερβολή ― Εφαρμοστέες αρχές ― Ρόλος του Εφετείου δεν είναι να εκφράσει τη δική του υποκειμενική άποψη για την ποινή, αλλά μόνο να διαπιστώσει τυχόν έκδηλη υπερβολή. Σύνταγμα ― Θεμελιώδη δικαιώματα ― Δίκαιη δίκη ― Δημοσιότητα και κριτική ― Δεν απαγορεύεται υπό την αίρεση ότι είναι δίκαιη, αποκλειομένων των προπηλακισμών και της δημιουργίας προκατάληψης ― Δίκη μέσω του τύπου, αντιστρατεύεται το δικαίωμα και υπονομεύει το θεμέλιο απονομής της δικαιοσύνης ― Δεν νοείται κατάργηση ή μη διεξαγωγή της δίκης λόγω δυσμενών δημοσιευμάτων ― Τα δυσμενή δημοσιεύματα είναι δυνατό να έχουν επίδραση στη δίκαιη δίκη ανάλογα με τη συγκεκριμένη επίδραση τους. Απόδειξη ― Μαρτυρία ― Αξιοπιστία ― Το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, και να απορρίψει άλλο, νοουμένου ότι θα καταδειχθεί καλός λόγος επί του προκειμένου ― Η κατηγορούσα αρχή έχει τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο ποιο μάρτυρα θεωρεί ότι είναι αξιόπιστος και ποιο μέρος της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι όλοι οι μάρτυρες ήταν μάρτυρες της. Τα πραγματικά γεγονότα των ως άνω εφέσεων, αφορούσαν σε έκρηξη που επεσυνέβη στις 5.48 π.μ. της 11ης Ιουλίου 2011, στη ναυτική βάση Ευάγγελος Φλωράκης στο Μαρί και που είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της ζωής δεκατριών ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων. Τον Φεβρουάριο του 2009 το πλοίο Morchegork μετέφερε 98 εμπορευματοκιβώτια με στρατιωτικό υλικό από το Ιράν στην Συρία. Επειδή υπήρχαν περιορισμοί του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τη μεταφορά τέτοιου υλικού, το φορτίο του πλοίου κατασχέθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία ύστερα από σχετικό ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Τον Μάρτιο του 2009, τα 98 εμπορευματοκιβώτια, τα περισσότερα από τα οποία περιείχαν εκρηκτική ύλη (πυρίτιδα), τοποθετήθηκαν κατόπιν λήψης σχετικών αποφάσεων, σε στοιβάδα σε υπαίθριο χώρο στη Ναυτική Βάση Ευάγγελος Φλωράκης στο Μαρί. Τα εμπορευματοκιβώτια παρέμειναν εκτεθειμένα στις καιρικές συνθήκες για 27 μήνες, μέχρι που εξερράγησαν στις 11 Ιουλίου
- Ως αποτέλεσμα της έκρηξης φονεύθηκαν 13 πρόσωπα, τραυματίστηκαν άλλα και προκλήθηκαν τεράστιες ζημιές σε περιουσίες, ιδιαίτερα στον ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό Ζυγίου. Στο ιστορικό των επίδικων τραγικών γεγονότων όπως αυτό διαλαμβάνεται αναλυτικά και κατά χρονονολογική ακολουθία στην εκδοθείσα απόφαση, γίνεται αναφορά σε σειρά συσκέψεων οι οποίες έλαβαν χώρα από την ημερομηνία εναπόθεσης του φορτίου στο εν λόγω χώρο και στις οποίες συμμετείχαν ή είχαν ανάμιξη το Υπουργείο Άμυνας, η Εθνική Φρουρά, το Υπουργείο Εξωτερικών και άλλες ανεξάρτητες υπηρεσίες. Οι δε θέσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας αναφορικά με την πολιτική διάσταση του ζητήματος γνωστοποιήθηκαν στις συσκέψεις, δια μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών. Παρά τη συνεχή διαβούλευση, τη συλλογή σχετικών πληροφοριών αναφορικά με την επικινδυνότητα του φορτίου, οι εν λόγω συσκέψεις οι οποίες είχαν αντικείμενο τη λήψη αποφάσεων αναφορικά με την τύχη του φορτίου, δεν είχαν οποιαδήποτε κατάληξη. Μερικές μόνο ημέρες πριν από το τραγικό συμβάν της 11ης Ιουλίου, άλλη μία σύσκεψη έλαβε χώρα στο Υπουργείο Άμυνας στις 5 Ιουλίου 2011 ύστερα από τη διαπίστωση ότι ένα εμπορευματοκιβώτιο με εκρηκτικά είχε φουσκώσει και υπήρξε εσωτερική έκρηξη σε αυτό. Στη σύσκεψη του ΥΠΑΜ στην παρουσία του Αρχηγού του ΓΕΕΦ του ΓΔ του ΥΠΑΜ και άλλων υπηρεσιακών στην οποία τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι η πυρίτιδα ήταν, πλέον, επικίνδυνη καθότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν σε ποια κατάσταση βρισκόταν το υπόλοιπο περιεχόμενο του εμπορευματοκιβωτίου. Κατά την εν λόγω σύσκεψη ύστερα από εισήγηση του Γ.Δ. του Υπουργείου, αποφασίστηκε όπως συσταθεί επιτροπή, η οποία, αφού επιθεωρήσει τα εμπορευματοκιβώτια, να εισηγηθεί ποια μέτρα θα πρέπει να ληφθούν και να ετοιμαστεί έκθεση η οποία θα ετύγχανε της εγκρίσεως του 2ου κατηγορούμενου. Ο Γ.Δ. ενημέρωσε τηλεφωνικώς τις διάφορες υπηρεσίες που έπρεπε να λάβουν μέρος και μεταξύ άλλων τηλεφώνησε στον Διοικητή της Πυροσβεστικής Ανδρέα Νικολάου, κατηγορούμενο
- Ο τελευταίος έδωσε οδηγίες στον Αναπληρωτή Διευθυντή της Πυροσβεστικής, Χαράλαμπο Χαραλάμπους (κατηγορούμενο 5) να παραστεί στην επιτόπια εξέταση που θα πραγματοποιείτο την επομένη 6 Ιουλίου
- Η Επιτροπή, αποτελούμενη από τους Σ/χη Γ. Γεωργιάδη, Σ/χη Λάμπρου διευθυντή της ΔΥΠ, Αστυνόμο Χ.Χαραλάμπους Υποδιευθυντή της Πυροσβεστικής (5ος κατηγορούμενος), Ανώτερο Υπαστυνόμο Ανδρέα Λοϊζίδη, διοικητή της Ειδικής Μονάδας Αντιμετώπισης Καταστροφών (εν τοις εφεξής «ΕΜΑΚ») (6ος κατηγορούμενος) και άλλους υπηρεσιακούς παράγοντες επισκέφθηκαν τη Ν.Β.Ε.Φ. Διαπιστώθηκε ότι στην πάνω στοιβάδα ένα γωνιακό εμπορευματοκιβώτιο ήταν διογκωμένο και, κατά τι, απομακρυσμένο από τα άλλα τα οποία εφάπτονταν μεταξύ τους. Οι πόρτες του εμπορευματοκιβωτίου ήταν μισάνοικτες και αντιλήφθηκαν σημεία καύσης της πυρίτιδας. Στη συνέχεια, ακολούθησε σύσκεψη στο γραφείο που τους διέθεσε ο Διοικητής της Ναυτικής Βάσης, έγιναν διάφορες συζητήσεις και κατέληξαν σε εισηγήσεις, που ο Σ/χης Γεωργιάδης συμπεριέλαβε σε σχετικό υπόμνημα. Όπως ήταν το εύρημα του Κακουργιοδικείου, στην εν λόγω σύσκεψη, ήταν κοινή η διαπίστωση όλων ότι έγινε αυτανάφλεξη και έκρηξη λόγω της δημιουργίας όγκου αερίων. Ο Σ/χης Γεωργιάδης ήταν σε εγρήγορση και πανικό και όλοι συμφώνησαν ότι η κατάσταση ήταν πάρα πολύ κρίσιμη. Από την ενημέρωση που έγινε, ως το εύρημα του Κακουργιοδικείου, οι 5ος και 6ος κατηγορούμενοι είχαν αντίληψη, κατά την πιο πάνω ημερομηνία, πως υπήρχε πραγματικός και άμεσος κίνδυνος ζωής. Ο 4ος κατηγορούμενος παρότι δεν είχε επισκεφθεί επιτόπου τα εμπορευματοκιβώτια και δεν έλαβε μέρος στη σύσκεψη που ακολούθησε έτυχε ενημέρωσης από τον κατηγορούμενο
- Η ενημέρωση έγινε την επομένη 7 Ιουλίου 2011 στην πρωινή τακτική σύσκεψη στη διεύθυνση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και ήταν πλήρης αναφορικά με το τι είχαν αντιμετωπίσει οι λαμβάνοντες μέρος στην επιτόπια εξέταση και τις συζητήσεις που έγιναν για αντιμετώπιση της κατάστασης όπως επίσης και των μέτρων που είχαν αποφασιστεί. Ο εν λόγω 4ος κατηγορούμενος γνώριζε σύμφωνα με τα πρωτόδικα ευρήματα, ότι επρόκειτο για εμπορευματοκιβώτια με πυρίτιδα τοποθετημένα σε στοιβάδα, γνώριζε ότι στο ένα εμπορευματοκιβώτιο υπήρχε ανάφλεξη και πυρκαγιά, ότι προκλήθηκαν αέρια και πίεση και ότι το εμπορευματοκιβώτιο διογκώθηκε δημιουργήθηκε σχισμή και ότι άνοιξαν οι πόρτες με την εκτόνωση των αερίων και ότι το εμπορευματοκιβώτιο μετακινήθηκε από τη θέση του. Γνώριζε ότι στο εμπορευματοκιβώτιο υπήρχε καμένη πυρίτιδα και καμένο ξύλο. Παράλληλα, ήξερε ότι επρόκειτο περί τεραστίου όγκου πυρίτιδας σε ένα στρατόπεδο, ήτοι στη Ναυτική Βάση. Ο 4ος κατηγορούμενος αναχώρησε την επόμενη μέρα, δηλαδή 7 Ιουλίου 2011 για το εξωτερικό. Απετέλεσε εύρημα του Κακουργιοδικείου ότι οι 4, 5 και 6 κατηγορούμενοι γνώριζαν και είχαν αντίληψη του κινδύνου θανάτου. Σύμφωνα με τα πρωτόδικα ευρήματα, αυτό έγινε υπό τις δεδομένες σοβαρότατες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Η σχετική έκθεση Γεωργιάδη η οποία ετοιμάστηκε, ανέφερε ότι, επί του συγκεκριμένου εμπορευματοκιβωτίου υπήρξε αυτανάφλεξη υλικών και δημιουργήθηκε έκρηξη, με αποτέλεσμα τα αέρια που εκτονώθηκαν, τόσο στο εμπρόσθιο όσο και στο οπίσθιο μέρος να προκαλέσουν βίαιη παραβίαση των θυρών του εμπορευματοκιβωτίου. Δεν καταστράφηκε από τη φωτιά και την έκρηξη το σύνολο του φορτίου. Οι δε θερμοκρασίες που αναπτύσσονταν εντός των εμπορευματοκιβωτίων είναι απαγορευτικές για φύλαξη πυρίτιδων, οι αποθηκευμένες πυρίτιδες αποδεδειγμένα είχαν αλλοιωθεί και αποσταθεροποιηθεί και η έκρηξη ήταν αρκετά ισχυρή διότι το εμπορευματοκιβώτιο βάρους 10.5 τόνων μετακινήθηκε, περίπου 30cm, από την αρχική του θέση σε δύο κατευθύνσεις. Η εν λόγω Επιτροπή ομόφωνα αποφάσισε να εισηγηθεί, μεταξύ άλλων, τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων. Η σχετική έκθεση στάληκε στο γραφείο του Αρχηγού του ΓΕΕΦ, ο οποίος παρόλο που, είχε μεταβεί επιτόπου και επιθεωρήσει τα εμπορευματοκιβώτια δεν διαβίβασε ποτέ, πριν από την έκρηξη, την έκθεση προς το 2ον κατηγορούμενο. Ο 2ος κατηγορούμενος είχε ζητήσει την προηγούμενη μέρα από τον Ταξίαρχο Θεοφάνους, ο οποίος ήταν Διευθυντής της Κεντρικής Υπηρεσίας Πολιτικής Σχεδίασης Εκτάκτων Αναγκών, να παρίσταται στην επιθεώρηση του φορτίου με σκοπό να τον ενημερώσει. Ο εν λόγω Θεοφάνους επιστρέφοντας από την επιτόπια εξέταση, έχοντας μαζί του και φωτογραφίες, έγινε δεκτός από τον ΥΠΑΜ. Ο τελευταίος ενημερώθηκε για τις εισηγήσεις που έγιναν για κατάβρεξη των εμπορευματοκιβωτίων και ιδιαιτέρως για το γεγονός ότι έγινε εισήγηση για μετακίνηση του συγκεκριμένου εμπορευματοκιβωτίου. Μεταξύ της περιόδου 6-8 Ιουλίου 2011 έγινε διερεύνηση κατά πόσο θα μπορούσαν να τοποθετηθούν καταιονητήρες που θα χρησιμοποιούνταν για σκοπούς κατάβρεξης των εμπορευματοκιβωτίων, πλην, όμως, δεν έγινε τίποτε επί τούτου. Ούτε η Έκθεση Ενεργείας Γεωργιάδη έφθασε στα χέρια του 2ου κατηγορούμενου. Οι 4ος, 5ος και 6ος κατηγορούμενοι σύμφωνα με τα πρωτόδικα ευρήματα, δεν ετοίμασαν ούτε έδωσαν οδηγίες για να ετοιμαστεί οποιοδήποτε σχέδιο για τον τρόπο ενεργείας των μελών της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, έχοντας σχέση εγγύτητας και καθήκον προς τους «εργοδοτούμενους» τους πυροσβέστες. Ιδιαιτέρως αφού γνώριζαν ότι σε περίπτωση πυρκαγιάς θα καλούντο οι άνδρες της ΕΜΑΚ να ανταποκριθούν. Όπως επισημάνθηκε μεταξύ άλλων στην απόφαση του Κακουργιοδικείου και στο μακρύ ιστορικό των πραγματικών γεγονότων, ο τρόπος εναπόθεσης του φορτίου, παραβίαζε τη σχετική οδηγία του ΓΕΕΦ σύμφωνα με την οποία τα πυρομαχικά πρέπει μεταξύ άλλων να φυλάσσονται σε αποθήκες που απέχουν μεταξύ τους 60-70 μέτρα και που παρέχουν προστασία από υπερβολική θερμοκρασία ή υγρασία και συνθήκες καλού αερισμού ο δε μέγιστος χρόνος αποθήκευσης υλικών σε εμπορευματοκιβώτια δεν πρέπει να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των 90 ημερών, και τούτο κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ο Εφεσείων Κώστας Παπακώστας, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Υπουργός Άμυνας και είχε τη γενική εποπτεία της Εθνικής Φρουράς. Του αποδόθηκε γνώση για τον κίνδυνο έκρηξης ένεκα της παρατεταμένης τοποθέτησης των εμπορευματοκιβωτίων σε υπαίθριο χώρο και της έκθεσής τους σε απαγορευτικές συνθήκες. Βρέθηκε ένοχος δυνάμει του Άρθρου 205 του Κεφ. 154, για το ότι ενώ είχε καθήκον να λάβει μέτρα προς αποτροπή της έκρηξης και διαφύλαξη της ασφάλειας των παρευρισκομένων στη Ναυτική Βάση, παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα με αποτέλεσμα την έκρηξη και τον θάνατο 13 προσώπων που βρίσκονταν τη δεδομένη στιγμή στη Βάση. Ύστερα από την ακροαματική διαδικασία που είχε διεξαχθεί, το Κακουργιοδικείο αθώωσε και απάλλαξε τον Εφεσίβλητο (Μ. Κυπριανού) Υπουργό Εξωτερικών κατά τον ουσιώδη χρόνο, από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Ο 3ος κατηγορούμενος (Σ. Αργυρού) επίσης αθωώθηκε και απαλλάχτηκε από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Ο Εφεσείων Χαραλάμπους ήταν κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο ο Αναπληρωτής Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, ο Εφεσείων Νικολάου ο Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, ενώ ο Εφεσείων Λοϊζίδης ήταν Διοικητής της ΕΜΑΚ. Απαλλάχτηκαν από τις κατηγορίες που είχαν ως βάση την ανθρωποκτονία του Άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα και κρίθηκαν ένοχοι με βάση το Άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα καθότι όπως εκρίθη ενώ είχαν καθήκον φύλαξης των παρευρισκομένων στη Ναυτική Βάση σε περίπτωση κλήσης της Πυροσβεστικής και της ΕΜΑΚ αντίστοιχα και ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι υπήρχε κίνδυνος έκρηξης των 98 εμπορευματοκιβωτίων, παρέλειψαν να ενημερώσουν τα μέλη της Πυροσβεστικής και της ΕΜΑΚ για τον κίνδυνο έκρηξης και περαιτέρω παρέλειψαν υπό τις περιστάσεις, να δώσουν οδηγίες για απομάκρυνση όλων των προσώπων από το χώρο των εμπορευματοκιβωτίων, με αποτέλεσμα τον θάνατο από την έκρηξη, τόσο πυροσβεστών, όσο και άλλων παρευρισκομένων στη Βάση. Κατηγορήθηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας οι:
- Μάρκος Κυπριανού, πρώην Υπουργός Εξωτερικών,
- Κώστας Παπακώστας, πρώην Υπουργός Άμυνας,
- Σάββας Αργυρού πρώην Υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς,
- Ανδρέας Νικολάου Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας,
- Χαράλαμπος Χαραλάμπους Αναπληρωτής Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και
- Ανδρέας Λοϊζίδης, Διευθυντής της ΕΜΑΚ. Όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετώπισαν σειρά κατηγοριών εδραζομένων στη διαζευκτική νομική βάση της ανθρωποκτονίας του Άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ.154) και της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης με βάση το Άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα. Υπήρχαν κατηγορίες για κάθε ένα από τους αποβιώσαντες. Ο 3ος κατηγορούμενος (Σ. Αργυρού) επίσης αθωώθηκε και απαλλάχτηκε από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Τα αποφασισθέντα εκ του πρωτόδικου Δικαστηρίου παρατίθενται στις περιλήψεις των αποφάσεων που εκδόθηκαν, δεδομένου ότι τηρείται η ίδια δομή και για σκοπούς της παρούσας περίληψης. Το Κακουργιοδικείο επέβαλε στο 2ον κατηγορούμενο (Κ. Παπακώστα) ποινή φυλάκισης 5 χρόνων, αναφορικά με το αδίκημα της ανθρωποκτονίας και καμιά ποινή για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το Άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα. Στον 4ον κατηγορούμενο (Α. Νικολάου), στον 5ο κατηγορούμενο (Χ. Χαραλάμπους) και στον 6ο κατηγορούμενο (Α. Λοϊζίδη) επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 χρόνων αναφορικά με το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το Άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα. Κατόπιν τούτου, καταχωρήθηκαν 11 συνολικά εφέσεις. Α. Έφεση 145/2013 με την οποία ο εφεσείων Ανδρέας Λοϊζίδης αμφισβήτησε την ορθότητα της καταδικαστικής απόφασης και το ύψος της επιβληθείσας ποινής. Β. Έφεση 154/2013 με την οποία ο εφεσείων Ανδρέας Νικολάου αμφισβήτησε την ορθότητα της καταδικαστικής απόφασης και το ύψος της επιβληθείσας ποινής. Γ. Έφεση 155/2013 με την οποία ο εφεσείων Κώστας Παπακώστας αμφισβήτησε την ορθότητα της καταδικαστικής απόφασης και το ύψος της επιβληθείσας ποινής. Δ. Έφεση 156/2013 με την οποία ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους αμφισβήτησε την ορθότητα της καταδικαστικής απόφασης και το ύψος της επιβληθείσας ποινής. Ε. Έφεση 157/2013 με την οποία αμφισβητήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα το ύψος της επιβληθείσας ποινής στον Α. Λοϊζίδη. Στ. Έφεση 158/2013 από το Γενικό Εισαγγελέα με την οποία αμφισβητήθηκε το ύψος της επιβληθείσας ποινής στον Χ. Χαραλάμπους. Ζ. Έφεση 159/2013 από το Γενικό Εισαγγελέα με την οποία αμφισβητήθηκε το ύψος της επιβληθείσας ποινής στον Κ. Παπακώστα. Η. Έφεση 160/2013 από το Γενικό Εισαγγελέα με την οποία αμφισβητήθηκε το ύψος της επιβληθείσας ποινής στον Α. Νικολάου. Θ. Έφεση 161/2013 με την οποία ο Γενικός Εισαγγελέας αμφισβήτησε την ορθότητα της απόφασης του Κακουργιοδικείου να αθωώσει τον Χ. Χαραλάμπους για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με βάση το Άρθρο 205 του Ποινικού Κώδικα. Ι. Έφεση 162/2013 με την οποία ο Γενικός Εισαγγελέας αμφισβήτησε την ορθότητα της απόφασης του Κακουργιοδικείου να αθωώσει τον Μάρκο Κυπριανού για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το Άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα. Κ. Έφεση 163/2013 με την οποία ο Γενικός Εισαγγελέας αμφισβήτησε την ορθότητα της απόφασης του Κακουργιοδικείου να αθωώσει τον Ανδρέα Λοϊζίδη από το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με βάση το
- Όλες οι εφέσεις, λόγω της σχέσης και της συνάφειας που παρουσίαζαν, εκδικάστηκαν ταυτοχρόνως. Ποινική Έφεση 162/2013 - Γενικός Εισαγγελέας ν. Μάρκου Κυπριανού. Η έφεση στηρίχθηκε στους κάτωθι λόγους: Λόγος έφεσης: Το Κακουργιοδικείο, κατά την υπαγωγή των γεγονότων στο νόμο έσφαλε, οδηγούμενο στην αθώωση του εφεσίβλητου για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Αποφασίστηκε ότι: Α. Υπό: Παμπαλλή Δ., συμφωνούντων και των Ερωτοκρίτου, Δ., Πασχαλίδη, Δ., Παναγή, Δ., Μιχαηλίδου, Δ. και Σταματίου, Δ.:
- Αναπόδραστα, το πρώτο θέμα που θα έπρεπε απασχολήσει ήταν, κατά πόσο, ο εφεσείων έχει κατορθώσει να υπερπηδήσει το νομικό εμπόδιο που καθιερώνεται με το Άρθρο 137 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155, ιδωμένο από τη σκοπιά του μοναδικού λόγου έφεσης, ότι «Ο νόμος εφαρμόστηκε πλημμελώς επί των πραγματικών γεγονότων».
- Ο εφεσείων ενώ, δηλώνει ότι αποδέχεται τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου επί των γεγονότων και αυτό που αμφισβητεί είναι τα εξαχθέντα στη βάση των εν λόγω γεγονότων συμπεράσματα του Κακουργιοδικείου, στην ουσία κατά τρόπο συγκεκαλυμμένο, αμφισβητεί τα ευρήματα επί των γεγονότων, θέτοντας συναφώς την έφεσή του εκτός της εμβέλειας του Άρθρου 137 του Κεφ.
- Συναφώς, το ζητούμενο σ' αυτή την προκαταρκτική εξέταση της έφεσης ήταν εάν τα συγκεκριμένα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εξαχθεί ύστερα από τη σχετική αξιολόγηση που έγινε από το Κακουργιοδικείο, έχουν τύχει της σωστής υπαγωγής στο νόμο ή όχι.
- Τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου ως προς τα γεγονότα είναι δεδομένα και ανεπηρέαστα από την υπό κρίση έφεση.
- Το θέμα της εμβέλειας του Άρθρου 137
(1)(α) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155, είναι δικαιοδοτικό καθότι το δικαίωμα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης είναι περιορισμένο. 6. Το θέμα της εμβέλειας και εφαρμογής του Άρθρου 137
(1)(α) Κεφ.155 είχε συζητηθεί και αποφασιστεί προσφάτως από την πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2010)2 Α.Α.Δ.
- Σε ότι αφορούσε στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, το Κακουργιοδικείο είχε κατ' αρχάς, διαπιστώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του εφεσίβλητου στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της τότε κυβέρνησης.
- Σε κάθε συνάντηση με διάφορους αξιωματούχους άλλων εμπλεκομένων υπηρεσιών, ο εφεσίβλητος έκαμνε σαφή αναφορά στο σημαντικό ρόλο και την πολιτική σημασία που είχε, το θέμα του συγκεκριμένου φορτίου, στην εξωτερική πολιτική του κράτους, ιδιαιτέρως με τις αραβικές χώρες, όπως επί του προκειμένου, τη Συρία και το Ιράν.
- Εξηγούσε σε όλους τους εμπλεκόμενους ότι δεν δικαιολογείτο οποιαδήποτε αλλαγή στον τρόπο χειρισμού του φορτίου, εφόσον οι πολιτικοί λόγοι που οδήγησαν στην κράτηση και φύλαξη του φορτίου τον Αύγουστο του 2009 εξακολουθούσαν να υπάρχουν.
- Η εμπλοκή του εφεσίβλητου, όμως, στην αποτροπή λήψης απόφασης για προώθηση πιθανής λύσης εκποίησης του φορτίου τον Ιούλιο και ιδιαίτερα τον Αύγουστο του 2009 και ειδικότερα η αδιαφορία που επέδειξε, παρόλο που είχε γίνει δέκτης παραπόνων και ανησυχιών από το Υπουργείο Άμυνας, την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου 2009 και Φεβρουαρίου 2011, ως προς την έκθεση του φορτίου πυρίτιδας και εκρηκτικών στο ύπαιθρο, οδήγησε το Κακουργιοδικείο να καταλήξει στο εύρημα ότι ο εφεσίβλητος επέδειξε πλήρη αδράνεια.
- Πρωταγωνιστικός ήταν επίσης ο ρόλος του εφεσίβλητου στο να οδηγήσει τη σύσκεψη της 7ης Φεβρουαρίου 2011 στο Υπουργείο Άμυνας, που ο ίδιος συγκάλεσε, να πάρει απόφαση για τη λήψη και αποστολή δειγμάτων του φορτίου της πυρίτιδας για ανάλυση, γνωρίζοντας για πιθανή έκρηξη και έχοντας, όπως είναι το εύρημα του Κακουργιοδικείου, γνώση κινδύνου.
- Μια άλλη πτυχή στην οποία το Κακουργιοδικείο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση αναφορικά με το ρόλο που διαδραμάτισε ο εφεσίβλητος σ' αυτή τη διαδικασία είναι η καταλυτική του παρέμβαση έτσι ώστε να αποτραπεί η έλευση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων των Ηνωμένων Εθνών την περίοδο Μαρτίου-Απριλίου 2011 έχοντας και πάλι όπως ήταν το εύρημα του Κακουργιοδικείου, επίγνωση του κινδύνου έκρηξης.
- Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την παντελή αδράνεια και την απουσία εκδήλωσης οποιουδήποτε ενδιαφέροντος για την παραπέρα πορεία των πραγμάτων, που τελικώς οδήγησε στα ολέθρια αποτελέσματα της 11ης Ιουλίου 2011, οδήγησαν το Κακουργιοδικείο στο τελικό συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος δεν διαχειριζόταν την τύχη του συγκεκριμένου φορτίου, ούτε μπορούσε να πάρει απόφαση για τα περαιτέρω και ως εκ τούτου, κατέληξε ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε την αναγκαία σύνδεση με το φορτίο, ώστε να έχει εγγύτητα προς τα θύματα.
- Με καθοδήγηση από τη νομολογία, παρατηρείτο συναφώς ότι τίθετο προς κρίση αυτό τούτο «το συμπέρασμα» του Κακουργιοδικείου αναφορικά με τη διαχείριση της τύχης του φορτίου και την απουσία εκδήλωσης ενέργειας από μέρους του εφεσίβλητου προς αποτροπή του μοιραίου αποτελέσματος και της υπαγωγής του συγκεκριμένου συμπεράσματος στο Νόμο, δηλαδή στις πρόνοιες του Άρθρου 210 του Κεφ.154, που ήταν η παράλειψη του εφεσίβλητου να ενεργήσει, έτσι ώστε να αποφευχθεί το συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
- Παρομοίως, αποτελούσε συμπέρασμα του Κακουργιοδικείου, πως, όσο και αν ήταν αξιοκατάκριτη η επιδειχθείσα από τον εφεσίβλητο αδιαφορία, η ευθύνη του παρέμεινε στο πλαίσιο της πολιτικής υφής, μη επεκτεινόμενη και σε ποινική ευθύνη.
- Η μαρτυρία, επί του προκειμένου, ήταν δεδομένη και δεν αναφυόταν ζήτημα αξιοπιστίας. Περί συμπεράσματος ή εκτιμήσεως είναι ο λόγος και όχι περί πρωτογενών ευρημάτων επί γεγονότων. Ως θέμα νόμου, με την έννοια του Άρθρου 137, Κεφ.155, η εξαγωγή συμπερασμάτων πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της αποτίμησης του συνόλου των πρωτογενών γεγονότων που είναι, εξ αντικειμένου, βαρύνοντα για την κατάληξη του Κακουργιοδικείου επί του συγκεκριμένου θέματος.
- Μια άλλη πτυχή που επίσης θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αυτής της εξέτασης είναι το συμπέρασμα του Κακουργιοδικείου ότι, επειδή ο εφεσίβλητος δεν είχε με οποιονδήποτε τρόπο εμπλοκή στα γεγονότα που προηγήθηκαν, και συγκεκριμένα, στο περιστατικό της αλλοίωσης του ενός εμπορευματοκιβωτίου που έγινε στις 4 Ιουλίου 2011, των συσκέψεων και της επιθεώρησης που έγινε στις 5 και 6 Ιουλίου, δεν υπάρχει εμπλοκή του στο υπό εξέταση αδίκημα.
- Και εδώ πρόκειται περί εφαρμογής των γεγονότων της υπόθεσης στο συγκεκριμένο νόμο, συνεπώς εντός της εμβέλειας του Άρθρου 137 του Κεφ.
- Με γνώμονα τα πιο πάνω ήταν απορριπτέα η θέση του εφεσίβλητου ότι η παρούσα έφεση βρίσκεται εκτός της εμβέλειας του Άρθρου 137
(1)(α)(iii) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Β. Υπό Ναθαναήλ, Δ., συμφωνούντων και των Νικολάτου, Π., Παρπαρίνου, Δ., Λιάτσου, Δ., και Γιασεμή, Δ.:
- Στην υπό εξέταση έφεση η Δημοκρατία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο προς ανατροπή της αθωωτικής απόφασης στο Άρθρο 137
(1)(α)(iii), περιορίζοντας ακόμη περισσότερη την εξέταση της εφαρμογής του Άρθρου
- Θεωρεί, δηλαδή, ότι το Κακουργιοδικείο εφάρμοσε πλημμελώς το νόμο επί των πραγματικών γεγονότων.
- Η υποπαράγραφος αυτή του Άρθρου 137, η οποία είναι και η διαυγέστερη σε διατύπωση, παρέχει δικαίωμα έφεσης στο Γενικό Εισαγγελέα όταν σχετικές πρόνοιες του Νόμου τυγχάνουν εσφαλμένης εφαρμογής στα γεγονότα. Νόμος εν προκειμένω είναι το Άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στο οποίο περιορίζεται η έφεση και τα γεγονότα δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά στα οποία κατέληξε το Κακουργιοδικείο μετά από πλήρη ανάλυση της ενώπιον του μαρτυρίας και πλήρη αξιολόγηση των ενώπιον του μαρτύρων, με ειδική βέβαια αναφορά στη μαρτυρία του εφεσίβλητου Μάρκου Κυπριανού.
- Όταν η υποπαράγραφος (iii) προνοεί για πλημμελή εφαρμογή του Νόμου επί των «πραγματικών γεγονότων», στη λέξη «πραγματικά» δεν θα μπορούσε να αποδοθεί άλλη έννοια από το ότι αυτά είναι τα καταληκτικά ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με γεγονότα επί των οποίων θα εφαρμοστεί στη συνέχεια, ο Νόμος.
- Πραγματικά γεγονότα, επομένως, είναι στην ουσία τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου σε αντιπαραβολή, για παράδειγμα, με τα γεγονότα τα οποία προέβαλλε η κάθε πλευρά υπό τύπο μαρτυρίας προς υποστήριξη των θέσεων εκάστης καλώντας το Κακουργιοδικείο να τα υιοθετήσει. Από όλη την πληθώρα των γεγονότων που είχε ενώπιον του το Κακουργιοδικείο, αυτό κατέληξε στα «πραγματικά γεγονότα», δηλαδή, τα ευρήματα του.
- Το κατηγορητήριο που απευθύνθηκε στον εφεσίβλητο 1, Μάρκο Κυπριανού, του καταλόγισε επί του Άρθρου 210 (εφόσον το Άρθρο 205 δεν ήταν πλέον υπό κρίση), ότι προκάλεσε το θάνατο λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης των 13 ατόμων με τις αναφερθείσες λεπτομέρειες, με μόνη διαφορά επί έκαστης ανάλογης κατηγορίας, το όνομα του αποθανόντος.
- Το Κακουργιοδικείο, προβαίνει στα ακόλουθα ουσιώδη ευρήματα με αναφορά στο προαναφερθέν κατηγορητήριο: Ότι ο εφεσίβλητος 1, ως Υπουργός Εξωτερικών, δεν είχε τον έλεγχο του φορτίου, ότι δεν διαχειριζόταν το κρίσιμο φορτίο, δηλαδή, τα 98 εμπορευματοκιβώτια και ότι δεν ήταν το Υπουργείο Εξωτερικών, του οποίου προΐστατο ο εφεσίβλητος 1, που παρέλαβε προς φύλαξη το φορτίο και συνεπώς δεν είχε εξουσία να διατάξει τη λήψη μέτρων σε σχέση με τον τρόπο φύλαξης.
- Αυτά τα καταλυτικά ευρήματα αναφορικά με τις ενέργειες του εφεσίβλητου 1 έρχονταν σε ευθεία σύγκρουση με τα όσα του καταλογίζονταν ως πραγματικά δεδομένα στο κατηγορητήριο. Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων που αφορούν το Άρθρο 210, ρητώς αναφέρονται στη διαχείριση των θεμάτων των 98 εμπορευματοκιβωτίων και ότι ο εφεσίβλητος 1 παρέλειψε να λάβει μέτρα προς αποτροπή της έκρηξης.
- Η θέση της Δημοκρατίας κατά την ζώσα επιχειρηματολογία της, αλλά και ιδιαιτέρως όπως προκύπτει από τη γραπτή της αγόρευση ημερ. 7.5.2014, είναι ότι το Κακουργιοδικείο «κατά την υπαγωγή των γεγονότων στο Νόμο, αλλά και κατά τη θεώρηση της μαρτυρίας, υπέπεσε σε νομικά σφάλματα ..».
- Πρόσθετα, λέγει ότι «Το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος είχε εξουσία επί του φορτίου και επομένως εξουσία να δώσει οδηγίες για τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του ενδεχόμενου έκρηξης, προκύπτει μέσα από τα ίδια τα γεγονότα».
- Καθίστατο επομένως πρόδηλο ότι είναι την αξιολόγηση της μαρτυρίας που η Δημοκρατία αμφισβητεί στην ουσία.
- Στη συνέχεια, η Δημοκρατία παραπέμπει στη μαρτυρία και τα έγγραφα κυρίως επί των συσκέψεων για να εισηγηθεί αντινομικά προς τη θέση της ότι υπάρχει λανθασμένη υπαγωγή των γεγονότων στο Νόμο, ότι ο εφεσίβλητος 1 είχε εξουσία επί του φορτίου και ήταν στην ουσία διαχειριστής αυτού. Αναφέρεται στην αγόρευση ότι ακριβώς αποδόθηκε στον εφεσίβλητο 1 ο ρόλος του διαχειριστή του φορτίου διότι έτσι είχαν τα πράγματα.
- Όμως το Κακουργιοδικείο δεν κατέληξε σε τέτοιο εύρημα. Το εύρημα του ήταν ακριβώς το αντίθετο. Και όταν η Δημοκρατία εισηγείται ότι λανθασμένα καταγράφονται τα τρία θέματα από το Κακουργιοδικείο ως προς την εξουσία και αρμοδιότητα του εφεσίβλητου 1 επί του φορτίου, με αποτέλεσμα ότι «το συμπέρασμα ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί ότι ο Υπουργός Εξωτερικών είχε αρμοδιότητα να δώσει οδηγίες σε σχέση με τη φύλαξη του φορτίου, αντικρούεται με όλη την αποδεκτή μαρτυρία», είναι ακριβώς τη μαρτυρία που αμφισβητεί.
- Διότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας μετατράπηκε σε εύρημα με το οποίο φανερά η εφεσείουσα Δημοκρατία διαφωνεί, πλην όμως δεν δικαιούται να το αμφισβητήσει.
- Το Άρθρο 137
(1)(α)(iii), προνοεί για πλημμελή εφαρμογή του νόμου επί των πραγματικών γεγονότων. Επομένως η νομική θεώρηση και επικάλυψη έπεται της διαπίστωσης των όποιων ευρημάτων του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων. Είναι δεδομένο εδώ ότι το Κακουργιοδικείο προέβη σε αριθμό ευρημάτων που έχουν ανωτέρω καταγραφεί.
- Είναι οι λεπτομέρειες των κατηγοριών που δεν έχουν γίνει δεκτές από το Κακουργιοδικείο.
- Δεν τίθετο καν ζήτημα εφαρμογής της υποπαραγράφου (iii) στην υπό κρίση περίπτωση διότι δεν είναι οι έννοιες του αλόγιστου, του απερίσκεπτου ή του επικίνδυνου της πράξης ή συμπεριφοράς που τίθενται εν αμφιβολία σ' ό,τι αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή τους από Κακουργιοδικείο. Δεν υπάρχει ζήτημα ότι ο Νόμος υπό την έννοια του Άρθρου 210, «εφαρμόστηκε πλημμελώς». Απλώς το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων δεν εντάσσει καθόλου την περίπτωση στην εξέταση της εφαρμογής του Άρθρου
- Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ως εφεσείουσας, δεν συνήδε με τη διαχρονική και σταθερή νομολογία επί του Άρθρου
- Η έφεση της Δημοκρατίας εναντίον του εφεσίβλητου Μάρκου Κυπριανού δεν καλυπτόταν από την πρόνοια του Άρθρου 137
(1)(α)(iii) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Γ. Υπό Χριστοδούλου Δ.:
- H ασκηθείσα έφεση είναι εκτός της εμβέλειας του Άρθρου 137
(1)(α)(iii) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 αλλά, δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία με το σκεπτικό των Δικαστών που οδηγήθηκαν στην ίδια κατάληξη για λόγους - κυρίως - που άπτονται της βεβαιότητας του Δικαίου.
- Αποτελεί θεμελιακή αρχή του Κοινού Δικαίου ότι μόνο για λόγους κεφαλαιώδους σημασίας επιτρέπεται απόκλιση από δικαστικό προηγούμενο, οι οποίοι στην παρούσα περίπτωση απουσιάζουν και ουδείς των διαδίκων εισηγήθηκε κάτι τέτοιο.
- Με αυτό ως δεδομένο, θα πρέπει να διευκρινιστεί πως δεν γίνεται απόκλιση από τη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 94 (απόφαση Πλήρους Ολομέλειας) σ' ότι αφορά στην ερμηνεία του όρου «νομικό σημείο», όπως θα μπορούσε ενδεχομένως κάποιος να υποθέσει λόγω της σε βάθος εξέτασης των παραμέτρων άσκησης από το Γενικό Εισαγγελέα του δικαιώματος έφεσης που του παρέχει το Άρθρο 137
(1)(α) του Κεφ.
- Και αυτό, καθότι στην παρούσα περίπτωση το μόνο που εγείρεται είναι ο προσδιορισμός του όρου «γεγονότα» και, στη συνέχεια, αν ο Νόμος - το Άρθρο 210 ΠΚ - εφαρμόστηκε πλημμελώς σ' αυτά τα γεγονότα. Όπως εξάλλου είναι και η έφεση που άσκησε ο Γενικός Εισαγγελέας δυνάμει του Άρθρου 137
(1)(α)(iii). 5. Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σοφρωνίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 151 τονίστηκε το αυτονόητο, ότι δηλαδή: «Τα γεγονότα είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο όρος 'γεγονότα' (facts) αντιδιαστέλλεται, στο πλαίσιο του Άρθρου 137
(1)(α) προς τον όρο 'μαρτυρία' (evidence), υποδηλώνει δε παραδεκτά γεγονότα ή γεγονότα τα οποία διαπιστώνει το Δικαστήριο ως υπαρκτά».
- Το ερώτημα που εγείρεται στο πλαίσιο της παρούσας - όπως εξάλλου και σε κάθε ποινική υπόθεση - είναι τι θα μπορούσε να αποτελέσει εύρημα του Κακουργιοδικείου.
- Η απάντηση, δεν θα μπορούσε να είναι άλλη παρά: γεγονότα είναι τα όποια ευρήματα είναι σχετικά με τις λεπτομέρειες του ποινικού αδικήματος που καταλογίστηκε στον εφεσίβλητο.
- Συναφώς του καταλογίστηκε ότι «. ενώ ως Υπουργός Εξωτερικών διαχειριζόταν τα θέματα των 98 εμπορευματοκιβωτίων που είχαν κατασχεθεί από το M/V MONCHEGORSK και είχαν εναποτεθεί στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί της Επαρχίας Λάρνακας από το Μάρτη του 2009 και γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τον κίνδυνο έκρηξης τους ένεκα της υπαίθριας τοποθέτησης και έκθεσης τους σε απαγορευτικές συνθήκες, παρέλειψε να λάβει μέτρα προς αποτροπή της έκρηξης τους με αποτέλεσμα στις 11.7.11 την έκρηξη αυτών και το θάνατο του.».
- Ποια ήταν επί του προκειμένου τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου; Ήταν ότι, ως Υπουργός Εξωτερικών (α) δεν είχε τον έλεγχο του φορτίου, (β) δεν διαχειριζόταν τα θέματα των 98 εμπορευματοκιβωτίων και (γ) δεν είχε εποπτεία σε υπηρεσία που παρέλαβε το φορτίο προς φύλαξη.
- Αυτά, ήταν τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου και το μόνο ερώτημα που εγείρεται υπ' αυτά τα δεδομένα είναι κατά πόσο ο Νόμος - το Άρθρο 210 ΠΚ - εφαρμόστηκε πλημμελώς επί αυτών των ευρημάτων. Η απάντηση είναι αρνητική αφού τα προαναφερθέντα ευρήματα, ως πραγματικά γεγονότα, εκθεμελιώνουν το βάθρο της κατηγορίας και η έφεση δεν είναι τίποτε άλλο παρά συγκαλυμμένη επιδίωξη της αμφισβήτησης και του παραμερισμού της αξιολόγησης της μαρτυρίας που, βεβαίως, βρίσκεται εκτός της εμβέλειας του άρθρου.
- Αυτό εξάλλου προέκυπτε, εμμέσως πλην σαφώς, και από τη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του εφεσείοντα. Η έφεση απορρίφθηκε. Ποινική Έφεση 155/2013 - Κώστας Παπακώστας ν. Δημοκρατίας. Ο εφεσείων ως Υπουργός άμυνας κατά τον ουσιώδη χρόνο, (κατηγορούμενος 2) είχε κριθεί ένοχος, ως το κατηγορητήριο για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας κατά παράβαση του Άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 στις κατηγορίες 14-26 και επίσης κρίθηκε ένοχος για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα στις κατηγορίες 118-
- Αμφισβήτησε την ορθότητα της καταδίκης του με 13 συνολικά λόγους έφεσης. Η έφεση στηρίχθηκε στους κάτωθι λόγους: Λόγος έφεσης Αρ.1: Δίκαιη δίκη - Έχει παραβιαστεί το Άρθρο 30.3 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που είχε ως αποτέλεσμα, να παραβιαστεί το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη, καθιστώντας την, άδικη και καταπιεστική. Αποφασίστηκε ότι: Α. Υπό: Παμπαλλή Δ. συμφωνούντων και των Ερωτοκρίτου Δ., Πασχαλίδη Δ., Παναγή Δ., Παρπαρίνου Δ., Μιχαηλίδου Δ., Χριστοδούλου Δ., Λιάτσου Δ., Σταματίου Δ. και Γιασεμή Δ:
- Με την τεθείσα αιτιολογία, ο εφεσείων ισχυρίστηκε ότι, υπήρξε εκτεταμένη δυσμενής αρθρογραφία, τόσο του έντυπου όσο και του ηλεκτρονικού τύπου, που τον καθιστούσε, εκ προοιμίου, υπαίτιο του θανάτου των αποβιωσάντων. Υπήρξαν, όπως προβλήθηκε επιπλέον, δηλώσεις προσώπων που κατείχαν υψηλά κρατικά αξιώματα έτσι ώστε να καταστεί κοινή πεποίθηση η ενοχή του εφεσείοντα. Υπήρξε διορισμός ερευνητικής επιτροπής με την οποία παρουσιάζεται, ως υπαίτιος, και συνεχίστηκε ο προπηλακισμός και η δημιουργία προκατάληψης τόσο κατά την έναρξη της διαδικασίας όσο και κατά τη διάρκεια της.
- Το θέμα αυτό είχε απασχολήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο, ανέφερε ότι, παρόλο που δεν τέθηκε πρωτοδίκως από το συνήγορο θέμα δίκαιης δίκης, και, επανατονίστηκε η ασφαλιστική δικλείδα, που παρέχει το δικαϊκό μας σύστημα εκδίκασης των υποθέσεων και οδηγεί σε μη επηρεασμό των κριτών της υπόθεσης από τη δημοσιότητα, ασχολήθηκε με το θέμα και ιδιαιτέρως με το πόρισμα της μονομελούς ερευνητικής επιτροπής που συστάθηκε για να εξετάσει το θέμα της έκρηξης στο Μαρί.
- Επίσης, σ' άλλο σημείο το Δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν υπήρξαν εκδηλώσεις εχθρικής διάθεσης ή άλλης ανάρμοστης συμπεριφοράς ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Προέκυπτε ότι το παράπονο του εφεσείοντα επί του προκειμένου δεν είχε έρεισμα. Βεβαίως, θα πρέπει να τονιστεί ότι, ο προπηλακισμός και η δημιουργία προκατάληψης εναντίον ενός κατηγορουμένου, επηρεάζει το συνταγματικό του δικαίωμα για ανεπηρέαστη δίκη, καθότι αρμόδιο για την εξέταση της ποινικής του ευθύνης είναι μόνο το Δικαστήριο.
- Στην προκείμενη περίπτωση δεν εντοπιζόταν οποιοδήποτε σφάλμα. Δέκατος λόγος έφεσης: Υποβόσκουσα καχυποψία πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αποφασίστηκε ότι:
- Το Κακουργιοδικείο προβληματίστηκε, για το ρόλο του Σ/χη Γ. Γεωργιάδη σ' όλη αυτή την υπόθεση και ιδιαιτέρως στον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να αντικριστεί η μαρτυρία του. Δοθέντος ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν αρχικώς κατηγορούμενος και στη συνέχεια μάρτυρας κατηγορίας, αλλά, περισσότερο εκ του γεγονότος ότι, σ' όλες τις φάσεις, από τον έλεγχο του φορτίου πριν την παραλαβή του από το Υπουργείο Άμυνας, την τοποθέτηση του στη Ναυτική Βάση, την εμπλοκή του στην εξέταση του εμπορευματοκιβωτίου που είχε εκραγεί, στη σύσκεψη της 5ης Ιουλίου 2011 και την επιτόπια εξέταση της 6ης Ιουλίου 2011, χαρακτηρίστηκε από το Κακουργιοδικείο, ο ρόλος του, ως suis generis και η μαρτυρία του αρχικώς ως «μολυσμένη».
- Στη συνέχεια, όμως, το Κακουργιοδικείο καθοδηγούμενο ορθώς από τη νομική αρχή που επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία, ως προς την αντιμετώπιση της μαρτυρίας του συνεργού ή προσώπου που έχει συμφέρον σε μια υπόθεση, αναζήτησε ενισχυτική μαρτυρία. Αυτή εντοπίστηκε σε άλλη μαρτυρία και σε έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο.
- Το Κακουργιοδικείο δεν είχε αποδεχθεί τη μαρτυρία, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος του εφεσείοντα, κρίνοντας την όχι μεμονωμένα, αλλά στο πλαίσιο της όλης υπόθεσης.
- Περαιτέρω, ο εφεσείων είχε παραπονεθεί ότι η κατηγορούσα αρχή παρέλειψε να συμπεριλάβει στο υλικό που παραδόθηκε στην υπεράσπιση το πόρισμα της ερευνητικής επιτροπής Πολυβίου και συγκεκριμενοποίησε το παράπονο ο εφεσείων, στο γεγονός ότι υπήρχε μαρτυρία του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας ενώπιον της επιτροπής ότι ο Σ/χης Γ. Γεωργιάδης, ο Αρχηγός ΓΕΕΦ και οι άλλοι στρατιωτικοί, τον διαβεβαίωναν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος έκρηξης της πυρίτιδας καθότι αυτή καίγεται και δεν εκρήγνυται.
- Ορθώς το Κακουργιοδικείο επισήμανε στην απόφαση του ότι, ναι μεν το πόρισμα της ερευνητικής επιτροπής Πολυβίου δεν είχε δοθεί στην υπεράσπιση, πλην όμως το περιεχόμενο του ήταν γνωστό καθότι υπεβλήθησαν ερωτήσεις τόσο από την κατηγορούσα αρχή όσο και από την υπεράσπιση προς διάφορους μάρτυρες αναφορικά με τα λεχθέντα στην εν λόγω επιτροπή. Λόγοι έφεσης 2, 3, 4, 5 και 6: Ευθύνη για το φορτίο - Τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου ότι, το φορτίο παρελήφθη από το Υπουργείο Άμυνας και τέθηκε υπό τη φύλαξη του, με την προσωπική εμπλοκή του εφεσείοντα, ήταν λανθασμένο. Αποφασίστηκε ότι:
- Το εύρημα αυτό του Κακουργιοδικείου, ως απολύτως συναφές, με τη βεβαίωση που υπέγραψε ο Σ/χης Γ. Γεωργιάδης προς τον υπάλληλο του Τελωνείου στις 13 Φεβρουαρίου 2009, όταν παρελήφθησαν τα εμπορευματοκιβώτια με το συγκεκριμένο φορτίο τους, από το λιμάνι Λεμεσού. Το σχετικό έντυπο κατατέθηκε υπογραμμένο από τον πιο πάνω αξιωματικό με τη σχετική Βεβαίωση στην οποία αναφερόταν ότι παρελήφθη από τον Υπουργό Άμυνας για φύλαξη. Προς τούτο το Κακουργιοδικείο κάνει αναφορά σε συγκεκριμένο παραδεκτό γεγονός. Toύτου δοθέντος, το σχετικό εύρημα του Κακουργιοδικείου επί του προκειμένου, είναι ορθό.
- Στην ιδία γραμμή προβλήθηκε και η θέση ότι το συγκεκριμένο φορτίο, με την πυρίτιδα και τα εκρηκτικά, είχε ενταχθεί στο υλικό της Εθνικής Φρουράς. Η πλευρά του εφεσείοντα εισηγήθηκε ότι το εύρημα του Κακουργιοδικείου ότι δεν είχαν τηρηθεί οι πάγιες οδηγίες φύλαξης πυρομαχικών, καταδεικνύει το βάσιμο της θέσης του.
- Η όλη μαρτυρία που είχε προσαχθεί, και έγινε αποδεκτή από το Κακουργιοδικείο, οδηγούσε σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι η εναπόθεση του φορτίου στη Ναυτική Βάση, έγινε αρχικώς, για προσωρινό χρονικό διάστημα και είχαν δοθεί οδηγίες στον αξιωματικό Ποχάνη, να καταρτίσει σχέδιο προστασίας του φορτίου από εξωγενείς παράγοντες.
- Ήταν, προς αυτή την κατεύθυνση και η μαρτυρία που τέθηκε, και έγινε αποδεκτή ότι ο τρόπος στοιβάγματος των 98 εμπορευματοκιβωτίων, που όπως αποδεκτό είχαν τοποθετηθεί το ένα δίπλα στο άλλο με τις πόρτες προς την εσωτερική πλευρά, ώστε να αποκλειστεί η δυνατότητα επέμβασης στο φορτίο από τρίτα πρόσωπα.
- Ήταν παράλληλα η μαρτυρία, που έγινε αποδεκτή από το Κακουργιοδικείο, ότι κανένα μέλος της Ναυτικής Βάσης περιλαμβανομένου του διοικητή της Βάσης ή ακόμη και του Διοικητή του Ναυτικού, στον οποίο υπαγόταν η Βάση, δεν είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης ή τη δυνατότητα ελέγχου οποιουδήποτε μέρους του φορτίου.
- Οι μόνοι που είχαν διατάξει επέμβαση στο περιεχόμενο του φορτίου, με στόχο τη διαπίστωση του περιεχομένου του, ήταν ο ΠτΔ, ο ΥΠΑΜ με στόχο τη διερεύνηση του περιεχομένου τους και ο ΥΠΕΞ για τη λήψη δειγμάτων με σκοπό τη χημική ανάλυση της πυρίτιδας.
- Αποτελεί εύρημα του Κακουργιοδικείου ότι ο συγκεκριμένος τρόπος εναπόθεσης του φορτίου, ήταν αποτέλεσμα της απόφασης του τότε Αρχηγού ΓΕΕΦ Στρατηγού Μπισμπίκα και υλοποιήθηκε από το Σ/χη Γ. Γεωργιάδη.
- Υπήρξε, όμως, καταλυτική μαρτυρία από όλους τους εμπλεκόμενους αξιωματικούς. Είναι, χωρίς αντίθετη μαρτυρία, η κατάληξη του Κακουργιοδικείου ότι ουδείς εκ των αξιωματικών ή οπλιτών της Ναυτικής Βάσης είχαν με οποιονδήποτε τρόπο πρόσβαση στο συγκεκριμένο φορτίο. Υπήρξε, ταυτοχρόνως, αναντίλεκτη μαρτυρία, ότι, τον Ιούλιο του 2009, ο εφεσείων ζήτησε να εξεταστεί από το ΓΕΕΦ το ενδεχόμενο χρησιμοποίησης του φορτίου ή μέρους αυτού για τις ανάγκες της Εθνικής Φρουράς. Από τις 30 Ιουλίου 2009, η Εθνική Φρουρά κατέστησε σαφές ότι δεν ενδιαφερόταν για το συγκεκριμένο υλικό και ούτε της ήταν χρήσιμο.
- Η εμπλοκή του Σ/χη Γ. Γεωργιάδη στην όλη πορεία της υπόθεσης αυτής χαρακτηρίστηκε από το Κακουργιοδικείο ως suis generis. Ρόλος, ο οποίος, δεν είχε άμεση σχέση, παρά μόνο στο αρχικό στάδιο, με την ιδιότητα του ως διευθυντή της ΔΥΠ.
- Με τον ίδιο τρόπο αντικρίστηκε και ο 6ος λόγος έφεσης ο οποίος, στηρίχθηκε, σε εισήγηση για συγκεκριμένες παραβάσεις παγίων διαταγών ως προς τη φύλαξη πυρίτιδας και εκρηκτικών από τους τότε Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς Στρατηγό Μπισμπίκα και άλλους αξιωματικούς, επαγόμενη σε νομική ευθύνη. Η παραβίαση τέτοιων παγίων οδηγιών από αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς, από μόνη της, δεν απαλλάσσει τον εφεσείοντα από ενδεχομένως δική του ευθύνη. Λόγος έφεσης ως προς το λόγο πρόκλησης θανάτου λόγω παράλειψης συντήρησης από Εθνική Φρουρά: Αποφασίστηκε ότι:
- Ο συνήγορος του εφεσείοντα, εισηγήθηκε μεταξύ άλλων ότι η ευθύνη τοποθέτησης και συντήρησης του συγκεκριμένου φορτίου δεν ήταν στις αρμοδιότητες του εφεσείοντα, και το εύρημα του Δικαστηρίου για υποχρέωση του εφεσείοντα να μεριμνήσει για την εφαρμογή των παγίων οδηγιών της Εθνικής Φρουράς για τέτοια φύλαξη, ήταν λανθασμένο. Σύμφωνα με τη θέση του, ο εφεσείων, ως Υπουργός Άμυνας είχε μόνο την πολιτική ευθύνη. Η δε ευθύνη τήρησης των παγίων οδηγιών ανήκε στους στρατιωτικούς.
- Το Κακουργιοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ο εφεσείων, είχε το νόμιμο καθήκον ενεργείας ένεκα του ότι το Υπουργείο Άμυνας και ο ίδιος προσωπικά είχε τον έλεγχο του φορτίου. Θεώρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο εφεσείων είχε την εξουσία να ελέγξει τον τρόπο αποθήκευσης και να επέμβει μετά που του γνωστοποιήθηκε το ζήτημα των κινδύνων από την παρατεταμένη φύλαξη στο ύπαιθρο της στοιβάδας των εμπορευματοκιβωτίων, ιδιαιτέρως, όταν από την πρώτη στιγμή, ήτοι από την επιθεώρηση που έγινε από το Γ. Γεωργιάδη και τον κατάλογο των αντικειμένων που κατασχέθηκαν και του γνωστοποιήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2009, γνώριζε για το περιεχόμενο τους.
- Αυτή η θέση του Κακουργιοδικείου, περί ειδικής σχέσης του εφεσείοντα με το φορτίο, έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, ήταν ορθή. Υπήρξε σωρεία μαρτυρίας, η οποία έγινε αποδεκτή από το Κακουργιοδικείο, και δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικώς από την υπεράσπιση ότι ο εφεσείων είχε άμεση εμπλοκή στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης, είτε για τη διάθεση του φορτίου είτε για την καταστροφή του από το Μάιο του
- Η προσπάθεια συνεχίστηκε τον Ιούλιο του 2009 όταν, το φορτίο αυτό δεν ήταν χρήσιμο για την Εθνική Φρουρά. Ήταν καθοριστική η μαρτυρία που αποδέχτηκε το Κακουργιοδικείο ότι κανένας στρατιωτικός δεν είχε πρόσβαση στο φορτίο.
- Όλες οι προσπάθειες που ακολούθησαν την περίοδο από το Μάιο του 2009 μέχρι τις αρχές του 2011, από το Υπουργείο που ο εφεσείων προΐστατο, προς το Υπουργείο Εξωτερικών, είχαν ως επίκεντρο την επικινδυνότητα διατήρησης του φορτίου στη ΝΒΕΦ και ορθώς το Κακουργιοδικείο κατέληξε ότι ήταν υπό τη φύλαξη του εφεσείοντα.
- Ακόμη και οι αντιδράσεις του εφεσείοντα προς τον ΥΠΕΞ, στη σύσκεψη 7 Φεβρουαρίου 2011, προς αυτή την κατεύθυνση κατέτειναν.
- Το σημαντικότερο, όμως, στοιχείο που, είναι το γεγονός ότι με τη διαπιστωθείσα έκρηξη, σε ένα από τα εμπορευματοκιβώτια, που έγινε στις 4 Ιουλίου 2011, συγκλήθηκε, από τον εφεσείοντα ευρεία σύσκεψη όλων των εμπλεκομένων στρατιωτικών και επιτελών του ΥΠΑΜ, υπό την ηγεσία του ιδίου για την αντιμετώπιση του θέματος.
- Στη συγκεκριμένη μέρα δεν πάρθηκε απόφαση για την απομάκρυνση του προβληματικού εμπορευματοκιβωτίου, αντίθετα διατάχθηκε η πραγματοποίηση επιτόπιου εξετάσεως και ανελήφθη η υποχρέωση γνωστοποίησης των αποτελεσμάτων στον εφεσείοντα, για να πράξει αναλόγως.
- Το Κακουργιοδικείο επισημαίνει την αδράνεια που παρουσιάστηκε και τη συνεπαγόμενη αδιαφορία ως προς την τύχη του φορτίου, παρόλο που, ο εφεσείων, είχε ενημερωθεί από τον Ταξίαρχο Θεοφάνους στις 6 Ιουλίου 2011 όχι μόνο για την προκληθείσα έκρηξη, αλλά και των εισηγήσεων της Επιτροπής, που μεταξύ άλλων περιλάμβανε και τη μετακίνηση του εμπορευματοκιβωτίου.
- Συναφώς, η διαπιστωθείσα παραβίαση των παγίων οδηγιών φύλαξης δεν απαλλάσσει τον εφεσείοντα από την ευθύνη που είχε, όπως διαπίστωσε το Κακουργιοδικείο, να δώσει οδηγίες για τη μετακίνηση του εμπορευματοκιβωτίου, στο οποίο, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στις πρωινές ώρες της 11ης Ιουλίου
- Η πυρκαγιά που ξέσπασε παρέμεινε ανεξέλεγκτη, οδήγησε στη δημιουργία μεγάλης θερμοκρασίας, με αποτέλεσμα την επέκταση της στα υπόλοιπα εμπορευματοκιβώτια και την επακολουθήσασα έκρηξη. Λόγοι έφεσης αρ. 8 και 9: Ανάληψη ευθύνης χειρισμού στις 5 Ιουλίου 2011 - Υφισταμένων των παγίων οδηγιών για φύλαξη εκρηκτικών, το συμπέρασμα του Κακουργιοδικείου ότι o εφεσείων ανέλαβε το χειρισμό του θέματος του φορτίου στις 5 Ιουλίου 2011, ήταν εσφαλμένο. Αποφασίστηκε ότι:
- Η μόνο εμπλοκή του εφεσείοντα ήταν, σύμφωνα με το συνήγορο του η άμεση σύγκληση σύσκεψης μόλις περιήλθε σε γνώση του η ύπαρξη διογκωμένου εμπορευματοκιβωτίου, η σύσταση επιτροπής εμπειρογνωμόνων η οποία θα κατέληγε σε εισηγήσεις τις οποίες ο ίδιος θα προωθούσε προς τον ΠτΔ, με στόχο, την εντολή καταστροφής του συγκεκριμένου φορτίου. Τα διαμειφθέντα στη σύσκεψη περιλαμβάνονται σε πρακτικό του Αντ/χη Γεωργίου, το οποίο, κατέληξε, δεν λήφθηκε υπόψη από το Κακουργιοδικείο.
- Το συγκεκριμένο πρακτικό το Κακουργιοδικείο θεώρησε ύποπτο, ως εκ του ότι συντάχθηκε μετά την έκρηξη της 11ης Ιουλίου, και την καταστροφή που ακολούθησε. Όμως δεν ήταν, ο μόνος λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ότι έδωσε τέτοια εντολή δεν έγινε πιστευτός, αλλά υπήρχε σωρεία μαρτυρίας ως προς το τι είχε, επ' ακριβώς, διαμειφθεί και δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος επέμβασης σ' αυτή την κατάληξη του Κακουργιοδικείου.
- Το Κακουργιοδικείο έδωσε επαρκείς λόγους γιατί προτίμησε τη μαρτυρία του ταξίαρχου Θεοφάνους ως προς τα διαμειφθέντα και την ενημέρωση που έτυχε ο εφεσείων στις 6 Ιουλίου
- Ενδέκατος Λόγος έφεσης - Πλάνη περί τα πράγματα και το Νόμο. Αποφασίστηκε ότι:
- Το παράπονο του εφεσείοντα εδραζόταν μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι η κατηγορούσα αρχή δεν προσδιόρισε ποια μέτρα έπρεπε να είχε λάβει ο εφεσείων. Η δε μη συμπερίληψη του Άρθρου 225 στο κατηγορητήριο, συνέχισε, οδήγησε σε παραβίαση των δικαιωμάτων του για δίκαιη δίκη αφού, χωρίς να γνωρίζει δεν ήταν σε θέση να προβάλει επαρκώς την υπεράσπιση του.
- Το Κακουργιοδικείο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, ο εφεσείων «είχε πρωτογενή και άμεση ευθύνη να μεριμνήσει για την ασφάλεια του φορτίου».
- Με δεδομένο ότι το φορτίο ήταν επικίνδυνο, το Κακουργιοδικείο προχώρησε στην εξέταση των προνοιών του Άρθρου 225 του Ποινικού Κώδικα το οποίο, όντως, δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.
- Δεν διαπιστωνόταν οποιοσδήποτε κίνδυνος για τον κατηγορούμενο 2 γιατί η υπεράσπιση του κάλυψε στην πραγματικότητα την περίπτωση στην οποία αναφέρεται το Άρθρο
- Η εν λόγω προσέγγιση ήταν ορθή. Με κανένα τρόπο δεν είχε επηρεαστεί η υπεράσπιση του, καθότι ο ίδιος προώθησε από την αρχή, ως το τέλος της παρούσας διαδικασίας, την απουσία, εκ μέρους του, οποιουδήποτε ελέγχου αναφορικά με το φορτίο. Δωδέκατος Λόγος έφεσης: Λανθασμένη υπαγωγή στο Νόμο - Λανθασμένα εφαρμόστηκαν οι αρχές που διέπουν την ποινική ευθύνη του εφεσείοντα, τόσο αναφορικά με το αδίκημα του Άρθρου 205 όσο και για το αδίκημα του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, στην απουσία, αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πράξεως ή παραλείψεως και αποτελέσματος. Αποφασίστηκε ότι:
- Τελούσε υπό εξέταση στην προκειμένη με βάση το Άρθρο 205 του Ποινικού κώδικα εάν είχε σημειωθεί παράνομη παράλειψη που συνιστά «υπαίτια αμέλεια παράλειψης εκτέλεσης καθήκοντος».
- Το Κακουργιοδικείο ασχολήθηκε σε έκταση με την υποχρέωση των προσώπων που είναι υπεύθυνα για επικίνδυνα πράγματα, όπως καθορίστηκε στο Άρθρο 225 του Ποινικού Κώδικα.
- Στις περιπτώσεις εφαρμογής αυτού του άρθρου για να στοιχειοθετηθεί αμέλεια και συνεπώς ευθύνη θα πρέπει ο έχων καθήκον να λάβει κάθε εύλογη ενέργεια προς αποτροπή του επαπειλούμενου κακού. Ο βαθμός αμελείας εξετάζεται με το αντικειμενικό κριτήριο τι θα έπραττε ο μέσος λογικός άνθρωπος υπό τας περιστάσεις για να αποτρέψει το κακό ή κατά πόσο η απλή παράλειψη να διενεργηθεί το ευλόγως αναμενόμενο, συνιστά σοβαρή απόκλιση από το καθήκον επιμέλειας.
- Το αδίκημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας του Άρθρου 205 εξετάστηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση R v. Adomako [1994] 3 All E.R. 79(HL), στην οποία έκανε αναφορά το Κακουργιοδικείο.
- Εξετάζεται συναφώς κατά πόσο ο εφεσείων είχε καθήκον έναντι των προσώπων που έχασαν τη ζωή τους. Η έννοια του καθήκοντος μέσα στο πλαίσιο του συγκεκριμένου άρθρου πρέπει, όπως σημείωσε το Κακουργιοδικείο να εξεταστεί με ευρύτητα και όχι ιδιαιτέρως με την ύπαρξη συγκεκριμένου θεσμοθετημένου καθήκοντος ή υποχρέωσης που να προκύπτει από νόμο ή κανονισμό αλλά σε συνάρτηση με τη δυνατότητα πρόβλεψης ότι αν δεν ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, τότε υπάρχει ορατός κίνδυνος σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου. Αναφύεται κατά συνέπεια το θέμα του προβλέψιμου κάποιου συμβάντος, σε σχέση με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, και το καθήκον που είχαν να προβλέψουν το ενδεχόμενο συμβάν. Για να στοιχειοθετηθεί η αμέλεια του Άρθρου 205 θα πρέπει αυτή να είναι βαριά, χρησιμοποιείται επί τούτου ο νομικός όρος «υπαίτια αμέλεια» ο οποίος προσομοιάζει με αλόγιστη και απερίσκεπτη συμπεριφορά.
- Προς τούτο, το Κακουργιοδικείο έστρεψε την προσοχή του και στην υπόθεση Μαυρομμάτης και ουσιαστικώς θέτει αντιπαραβάλλοντας την ποινική ευθύνη που προκύπτει με βάση τα Άρθρα 210 και 205 ότι ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας και για το Άρθρο 210 είναι πάντα ψηλός. Ψηλότερος, από το επίπεδο της αστικής αμέλειας, ενώ για το Άρθρο 205 απαιτείται «υπαίτιος αμέλεια» που ουσιαστικώς ισοδυναμεί προς το στοιχείο της «αλόγιστης πράξης».
- Το Κακουργιοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εφεσείων είχε συγκεκριμένη ευθύνη και εξουσίες για το φορτίο. Κατά πρώτον έχοντας αυτόν τον έλεγχο εν τη εννοία του Άρθρου 225 τελούσε σε σχέση εγγύτητας με τα πρόσωπα που ήταν ευλόγως προβλεπτό να υποστούν βλάβη από το συγκεκριμένο κίνδυνο.
- Το Κακουργιοδικείο εξηγεί γιατί κατέληξε σ' αυτό το συμπέρασμα, ότι ο εφεσείων είχε γνώση του περιεχομένου του φορτίου από τις 16 Φεβρουαρίου 2009, όταν τοποθετήθηκε σε χώρο της Εθνικής Φρουράς επί της οποίας είχε την εποπτεία. Είχε την εξουσία να ελέγξει τον τρόπο αποθήκευσης και να παρέμβει όταν του γνωστοποιήθηκε η ύπαρξη κινδύνου. Είχε πλήρη γνώση της επικινδυνότητας του φορτίου από τις επιστολές που έστελλε το Υπουργείο, του οποίου προΐστατο, από τον Μάιο του 2009, τον Ιούλιο του 2009 μέχρι και τον Φεβρουάριο του
- Στις 7 Φεβρουαρίου 2011 πληροφορείται από τον Αντι/χη Γ. Γεωργιάδη ότι υπάρχει κίνδυνος έκρηξης από την άφεση των εμπορευματοκιβωτίων στη συγκεκριμένη θέση στο ύπαιθρο, και δεν λαμβάνει κανένα μέτρο.
- Ιδιαιτέρως, ενώ είχε υπόψη του τα πιο πάνω, δεν έλαβε κανένα μέτρο παρόλο που ενημερώθηκε για τη διόγκωση ενός εμπορευματοκιβωτίου στις 4 Ιουλίου
- Στο σημείο εκείνο ανέλαβε την ευθύνη χειρισμού του θέματος και την ευθύνη λήψης απόφασης για τον περαιτέρω χειρισμό του με την ενδεχόμενη απομάκρυνση του εμπορευματοκιβωτίου με την πλήρη γνώση της έκρηξης που του έγινε στις 6 Ιουλίου
- Το Κακουργιοδικείο επισημαίνει την ύπαρξη ειδικής σχέσης με το φορτίο εδραζόμενο στο γεγονός ότι ο εφεσείων ως Υπουργός δεν ήταν εργοδοτούμενος από την κυβέρνηση. O διορισμός του αντιθέτως προϋπόθετε την ανάληψη και εκτέλεση καθηκόντων περιλαμβανομένης της γενικής εποπτείας της Εθνικής Φρουράς. Σ' αυτό το πλαίσιο εξετάστηκε το καθήκον ενεργείας το οποίο είχε.
- Είχε καθήκον ενεργείας, επισημαίνει το Κακουργιοδικείο, και ως εργοδότης εν τη ευρεία εννοία όχι μόνο για το προσωπικό της Εθνικής Φρουράς αλλά και του προσωπικού υπό την εργοδότηση της Δημοκρατίας όπως ήταν τα μέλη της Πυροσβεστικής οι οποίοι θα προσέτρεχαν για να αντιμετωπίσουν ένα κίνδυνο το οποίο ο εφεσείων γνώριζε. Ο κίνδυνος αυτός ήταν άμεσος και προβλεπτός και είχε ευθύνη να τον αποτρέψει.
- Ανέλαβε προσωπικά ευθύνη από τη στιγμή που έλαβε γνώση του κινδύνου έκρηξης και ως Υπουργός Άμυνας, έχων την εποπτεία της Εθνικής Φρουράς, όφειλε να τον αποτρέψει.
- Η ευθύνη που ανέλαβε για χειρισμό του κινδύνου με τη σύγκληση σύσκεψης για συζήτηση του προβλήματος και τη λήψη απόφασης επί των εισηγήσεων που θα υποβάλλοντο, υποδηλοί, όπως ορθώς επισημαίνει το Κακουργιοδικείο, ανάληψη ευθύνης που τεκμηριώνει τη θεμελίωση του καθήκοντος ενέργειας.
- Με γνώμονα τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή είχε, όπως ορθώς διαπιστώνει το Κακουργιοδικείο, θεμελιώσει καθήκον ενεργείας, από πλευράς του εφεσίβλητου.
- Το άλλο θέμα που θα απασχολούσε ήταν κατά πόσο με βάση τη μαρτυρία που είχε κατατεθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου, θα μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα κατά πόσο ο εφεσείων είχε παραλείψει να λάβει μέτρα τα οποία θα απέτρεπαν την έκρηξη. Αποδόθηκαν με σαφήνεια μέσα από τη μαρτυρία, οι συγκεκριμένες παραλείψεις του εφεσείοντα μετά το συμβάν της 4ης Ιουλίου
- Αποδίδεται παράλειψη να δώσει οδηγίες για μετακίνηση του συγκεκριμένου εμπορευματοκιβωτίου και για κατάβρεξη των εμπορευματοκιβωτίων, όπως ήταν οι εισηγήσεις της ομάδας, τις οποίες ο ίδιος, τελικώς, ενώ διέταξε να του δοθούν εντός της ίδιας ημέρας, ήτοι την 5η Ιουλίου 2011 μέχρι την 11η Ιουλίου 2011, δεν τις αναζήτησε.
- Με βάση τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου ο εφεσείων έχοντας αντίληψη του κινδύνου, όπως αναλύθηκε πιο πάνω, έχοντας τον έλεγχο του φορτίου καθώς και την αρμοδιότητα να δώσει οδηγίες ή διαταγές για το χειρισμό του, παρέλειψε να λάβει μέτρα για άρση του κινδύνου. Και τούτο, όπως επισημαίνεται, δεν περιοριζόταν στην καταστροφή του φορτίου που θα απαιτούσε την απόφαση του ΠτΔ ή του Υπουργικού Συμβουλίου.
- Ενώ υιοθέτησε την πολιτική απόφαση για διατήρηση του φορτίου στην Κύπρο, τούτο αφέθηκε για απροσδιόριστο χρόνο τοποθετημένο κατά παράβαση των παγίων διαταγών ή των στοιχειωδών μέτρων ασφαλείας.
- Ιδιαιτέρως μετά τη γνωστοποίηση του άμεσου κινδύνου έκρηξης, δεν ενήργησε ως όφειλε για άρση του κινδύνου.
- Συνακόλουθα, το συμπέρασμα του Κακουργιοδικείου ότι ο εφεσείων παρέβη το καθήκον επιμέλειας που είχε, για να άρει τον κίνδυνο έκρηξης, είναι ορθό.
- Το τρίτο θέμα ήταν η αιτιώδης συνάφεια που υπήρχε μεταξύ της προκληθείσας έκρηξης στις 11 Ιουλίου 2011 με το πρόβλημα που παρουσιάστηκε στις 4 Ιουλίου
- Έχει γίνει αποδεκτό ως ορθό, το συμπέρασμα του Κακουργιοδικείου ότι η προκληθείσα πυρκαγιά τις πρωϊνές ώρες της 11ης Ιουλίου 2011 ξεκίνησε από το ίδιο διογκωμένο εμπορευματοκιβώτιο στο οποίο προκλήθηκε έκρηξη στις 4 Ιουλίου
- Η απομάκρυνση του συγκεκριμένου εμπορευματοκιβωτίου θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς να διαφοροποιηθεί ποσώς η πάγια αντίληψη περί διατήρησης του φορτίου στην Κύπρο. Για να στοιχειοθετηθεί ποινική ευθύνη, συναρτώμενη με την αιτιώδη συνάφεια, αρκεί να στοιχειοθετηθεί η προβλεπτή ή γενική φύση του κινδύνου και όχι οι ακριβείς συνέπειες συμπεριφοράς ενός κατηγορούμενου.
- Η αντίληψη κινδύνου για πυρκαγιά η οποία θα επεκτεινόταν και στα άλλα εμπορευματοκιβώτια, ήταν ευλόγως προβλεπτή και ο εφεσείων είχε την αντίληψη αυτή από τις συζητήσεις και τα λεχθέντα στη σύσκεψη στις 5 Ιουλίου
- Πόσο μάλλον μετά που πληροφορήθηκε περί του συγκεκριμένου θέματος από τον Ταξίαρχο Θεοφάνους στις 6 Ιουλίου
- Ένα άλλο θέμα στο οποίο παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντα για να εισηγηθεί την απουσία τεκμηρίωσης του αδικήματος της ανθρωποκτονίας ήταν το γεγονός ότι μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς η έλευση των ανδρών της πυροσβεστικής και η συνεννόηση που υπήρξε επιτόπου μεταξύ του Διοικητή του Ναυτικού Ιωαννίδη και του Λοχία της Πυροσβεστικής Παπαδόπουλου, που ανέλαβαν την ευθύνη χειρισμού, παρεμβαίνει και διακόπτει την αλυσίδα ευθύνης του εφεσείοντα.
- Η εισήγηση αυτή δεν ήταν ορθή. Το θέμα εδώ και η κατηγορία την οποία αντιμετώπισε ο εφεσείων, ήταν ότι παρέλειψε να λάβει μέτρα προς αποτροπή της έκρηξης.
- Η έκρηξη προήλθε από το λανθασμένο τρόπο με τον οποίο είχε τοποθετηθεί το φορτίο, ιδιαιτέρως ο τρόπος στοιβάγματός του, η άφεσή του σε υπαίθριο χώρο για σχεδόν τρία χρόνια, περίοδο η οποία προκάλεσε την αλλοίωση του σταθεροποιητή της πυρίτιδας και ιδιαιτέρως την παράλειψη του εφεσείοντα να διατάξει τη μετακίνηση του συγκεκριμένου διογκωθέντος εμπορευματοκιβωτίου, στο οποίο είχε προκληθεί έκρηξη στις 4 Ιουλίου
- Ήταν ορθή η κατάληξη του Κακουργιοδικείου ότι, ο κίνδυνος θανάτου ήταν, μετά τα γεγονότα της 4ης με 6ης Ιουλίου 2011, αδιαμφισβήτητα ορατός.
- Επίσης ορθή ήταν η κατάληξη ότι ενώ είχε τον έλεγχο και την ευθύνη ενός επικίνδυνου φορτίου με σαφείς προειδοποιήσεις περί της κορύφωσης του κινδύνου και ενώ ο ίδιος είχε ζητήσει την παράδοση της έκθεσης της Επιτροπής ημερ. 6 Ιουλίου 2011, η οποία ποτέ δεν έφθασε, ο ίδιος, όπως αναφέρει το Κακουργιοδικείο, έκλεισε τα μάτια στον κίνδυνο ελπίζοντας ότι δεν θα πραγματωνόταν.
- Βαρύνουσα σημασία στην απόφαση του Κακουργιοδικείου είχε η πλήρης απραξία που υπέδειξε ο εφεσείων αφήνοντας το συγκεκριμένο φορτίο στην τύχη του. Δέκατος τρίτος Λόγος έφεσης: Παράβαση της αρχής της ισότητας - Η απουσία από το Κατηγορητήριο στρατιωτικών, όπως τον τότε Αρχηγό ΓΕΕΦ, και άλλων. Αποφασίστηκε ότι:
- Παραθέτοντας συγκεκριμένα γεγονότα, το Κακουργιοδικείο είχε επισημάνει ότι όσα λέχθηκαν για το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έγινε με σκοπό την απόδοση ποινικών ευθυνών σε πρόσωπα που δεν είναι κατηγορούμενοι.
- Συνεπώς δεν υπήρχαν περιθώρια επέμβασης με αποτέλεσμα και αυτός ο λόγος έφεσης να απορριφθεί. Β. Υπό: Νικολάτου, Π., συμφωνούντος και του Ναθαναήλ, Δ.:
- Το πρώτο ζήτημα που θα απασχολούσε ήταν το εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι ο εφεσείων είχε, ως Υπουργός Άμυνας, τη φύλαξη του συγκεκριμένου φορτίου, δηλαδή των εμπορευματοκιβωτίων που περιείχαν την πυρίτιδα η οποία τελικά εξερράγη και προκάλεσε τον όλεθρο και το θάνατο 13 ατόμων στις 11.7.
- Από τις παραγράφους της πρωτόδικης απόφασης, στις οποίες παραπέμπει το πρωτόδικο δικαστήριο για να υποστηρίξει το εύρημα ότι, σύμφωνα με την ενώπιον του μαρτυρία, ήταν προφανές ότι τη φύλαξη του φορτίου χειριζόταν το Υπουργείο Άμυνας και μάλιστα με προσωπική εμπλοκή του Υπουργού, δεν φαίνεται να συνάγεται οποιοδήποτε τέτοιο συμπέρασμα. Κατά συνέπεια το προαναφερόμενο εύρημα του Κακουργιοδικείου δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από μαρτυρία.
- Στους περί Εθνικής Φρουράς Νόμους του 2011-2014 (Ν 19(Ι)/2011, όπως τροποποιήθηκε), στο Άρθρο 8 αναγράφονται οι εξουσίες του Υπουργού Άμυνας και στα Άρθρα 10 και 11 αναγράφονται οι εξουσίες και αρμοδιότητες του Αρχηγού της Ε.Φ.. Σύμφωνα με το Άρθρο 8
(1)ο Υπουργός Άμυνας έχει τη γενική εποπτεία της Ε.Φ. και εκδίδει προς αυτήν οδηγίες αναφορικά με την εκτέλεση αρμοδιοτήτων που είναι αναγκαίες για την άμυνα και το γενικό συμφέρον της Δημοκρατίας και εγκρίνει την οργανωτική δομή της Δύναμης. 4. Στο Άρθρο 8
(3)αναγράφεται ότι ο Υπουργός ασκεί τις αρμοδιότητες του συνήθως μέσω του Αρχηγού και του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου του. 5. Στο Άρθρο 11
(1)του Νόμου αναγράφεται ότι ο Αρχηγός έχει τη διοίκηση, διεύθυνση και επίβλεψη της Δύναμης και είναι υπόλογος στον Υπουργό για την οργάνωση, εκπαίδευση, ετοιμότητα, πειθαρχία, τάξη και ασφάλεια στη Δύναμη και την εκτέλεση των οποιονδήποτε οδηγιών και κατευθύνσεων του δίνονται από τον Υπουργό, «καθώς και για κάθε υλικό που διατίθεται στη Δύναμη».
- Στην πρωτόδικη απόφαση αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι ήταν κοινώς παραδεκτό ότι το Υπουργείο Άμυνας παρέλαβε το φορτίο για φύλαξη, και ότι το θέμα του φορτίου το χειριζόταν το Υπουργείο Άμυνας.
- Όμως από τα όσα αναγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση, δεν φαίνεται να είναι το Υπουργείο Άμυνας που παρέλαβε το φορτίο για φύλαξη, ούτε και φαίνεται να υπήρχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή του Υπουργού στο θέμα, αλλά φαίνεται ότι τη φύλαξη του φορτίου ανέλαβε η Ε.Φ. χωρίς όμως το φορτίο να ενσωματώνεται οργανωτικά στην Ε.Φ.
- Από τα Άρθρα 8 και 11 του Ν 19(Ι)/2011 δεν φαίνεται ότι είναι ο Υπουργός Άμυνας που έχει την ευθύνη για τη φύλαξη υλικού στην Εθνική Φρουρά, αλλά ούτε και τη διοίκηση, διεύθυνση και επίβλεψη της Δύναμης.
- Επομένως οι λόγοι έφεσης 2 και 3, τουλάχιστον, ευσταθούσαν. Βάσιμος εκρίθη και ο συμπληρωματικός λόγος έφεσης 13, αναφορικά με το πρωτόδικο εύρημα ότι οι στρατιωτικοί είχαν τη φύλαξη του φορτίου, αλλά ότι για τη φύλαξη ευθύνεται ο εφεσείων Υπουργός Άμυνας.
- Εντοπιζόταν αριθμός λαθών του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπαγωγή των γεγονότων της υπόθεσης στις σχετικές νομικές αρχές και για τη θεμελίωση του αδικήματος του Άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, για το οποίο, τελικά, καταδικάστηκε ο εφεσείων.
- Το Άρθρο 225 του Ποινικού Κώδικα δεν περιλαμβανόταν στο κατηγορητήριο και δεν θα έπρεπε να είχε απασχολήσει το πρωτόδικο δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει το Άρθρο 225 δημιουργεί ευθύνη για τον έχοντα τη φύλαξη και τον έλεγχο επικίνδυνου αντικειμένου ενώ στην προκείμενη περίπτωση δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ότι ο εφεσείων είχε τη φύλαξη και τον έλεγχο του επικίνδυνου φορτίου.
- Η γενική εποπτεία της Ε.Φ., την οποία όντως είχε ο εφεσείων, ως Υπουργός Άμυνας, σύμφωνα με το προαναφερόμενο Άρθρο 8, δεν μπορεί, να καταλήγει, ουσιαστικά σε, εκ προστήσεως, ποινική ευθύνη, του Υπουργού για τις πράξεις ή παραλείψεις των υφισταμένων του, όπως συνάγεται, ότι θεώρησε το Κακουργιοδικείο πως ισχύει.
- Ήταν λανθασμένη και η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εφαρμόσει τις αρχές της υπόθεσης Smith v. Ministry of Defence και στο ποινικό δίκαιο.
- Το ίδιο λάθος, δηλαδή εφαρμογή των αρχών του αστικού δικαίου και στο ποινικό δίκαιο εντοπίζεται και στην πρωτόδικη αναφορά στο αδίκημα της δημόσιας οχληρίας, και οι οποίες εφαρμόστηκαν και στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε ο εφεσείων δυνάμει των Άρθρων 205 και 210 του Ποινικού Κώδικα.
- Το πρωτόδικο δικαστήριο φαίνεται να εκλαμβάνει τη μη, «αποτελεσματική», τήρηση των οδηγιών του εφεσείοντα, ως παράλειψη εκτέλεσης του καθήκοντος του.
- Το πρωτόδικο δικαστήριο διέπραξε δύο λάθη. Πρώτον ως προς τον ισχυρισμό του εφεσείοντα ότι έδωσε τέτοιες οδηγίες τον οποίο απέρριψε, εμμέσως και χωρίς αιτιολογία, και δεύτερον ως προς το κριτήριο της αμέλειας του εφεσείοντα το οποίο δεν έθεσε όπως θα έπρεπε, δηλαδή κατά πόσον αυτός έπραξε ως, εύλογα, όφειλε, αλλά το έθεσε στη βάση του επιπέδου της αυστηρής ευθύνης (strict liability), δηλαδή ως προς το κατά πόσον ο εφεσείων ήταν όντως «αποτελεσματικός» στην αποσόβηση του κινδύνου.
- Ως προς το ζήτημα της εκούσιας ανάληψης ευθύνης (assumption of liability), στην οποία το πρωτόδικο δικαστήριο επίσης βασίστηκε για να βρει τον εφεσείοντα ένοχο, προέκυπτε ότι ο εφεσείων έδειξε πολλές φορές ότι ανησυχούσε για τους κινδύνους από την παρατεταμένη παραμονή των στοιβαγμένων εμπορευματοκιβωτίων στο ύπαιθρο αλλά και για την ανάφλεξη του ενός εμπορευματοκιβωτίου στις 4.7.
- Συγκάλεσε και συσκέψεις για το θέμα αυτό.
- Όμως η νομική του ευθύνη θα πρέπει να κριθεί στη βάση συγκεκριμένης πρόνοιας του ποινικού δικαίου, η οποία δημιουργεί ποινικό αδίκημα, το οποίο θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε, σύμφωνα με την αρχή nullum crimen nulla poena sine lege.
- Στην πραγματικότητα, το πρωτόδικο δικαστήριο, εσφαλμένα, θεώρησε τον Υπουργό Άμυνας ως «εργοδότη» των στρατιωτικών αλλά και των πυροσβεστών θυμάτων και του απέδωσε, εκ προστήσεως, ποινική ευθύνη για τις πράξεις άλλων και, μάλιστα, κρίνοντάς τον με κριτήριο αυστηρής ευθύνης (strict liability) και με γνώμονα όχι το τι έπραξε ή τι παρέλειψε να πράξει αλλά το τι εφαρμόστηκε, από τις οδηγίες του, στην πραγματικότητα.
- Τον καταδίκασε, ουσιαστικά, όχι για τις παραλείψεις του, αλλά επειδή, παρά τον κίνδυνο, «δεν ελήφθη ποτέ κανένα μέτρο», δηλαδή εκ του αποτελέσματος.
- Το ερώτημα που τίθετο προς απάντηση ήταν το κατά πόσον η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν τόσο μεμπτή, υπό το σύνολο των περιστάσεων, ώστε να συνιστά ποινική πράξη ή παράλειψη (R. v. Adomako [1995] 1 A.C. 171).
- Όσον αφορά το αδίκημα του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, για να υπάρξει καταδίκη θα πρέπει να αποδειχθεί αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη η οποία επιφέρει τον θάνατο. Η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος ικανοποιείται αν αποδειχθεί η απερισκεψία ή η αλόγιστη ή η επικίνδυνη πράξη (Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233).
- Υπό τις περιστάσεις, δεν αποδείχθηκε η ενοχή του εφεσείοντα, ούτε δυνάμει του Άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, ούτε ακόμα και δυνάμει του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα.
- Η έφεση του Γενικού Εισαγγελέα στην Ποινική Έφεση 159/13 θα απορριπτόταν δε, ως άνευ αντικειμένου Η έφεση κατά της καταδίκης απορρίφθηκε. Έφεση κατά της ποινής. Ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος για παράβαση του Άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 14-26) καθώς επίσης και για παραβίαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 118-130), του επεβλήθηκε όμως ποινή για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας (Άρθρο 205), ενώ για τα αδικήματα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης (Άρθρο 210) δεν του επεβλήθη οποιαδήποτε ποινή. Για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας του επεβλήθησαν ποινές άμεσης συντρέχουσας φυλάκισης πέντε ετών σε κάθε κατηγορία. Παράλληλα με την έφεση του εφεσείοντα εναντίον της ποινής καταχωρήθηκε και έφεση από τον Γενικό Εισαγγελέα, η Έφεση με αρ. 159/2013, στα πλαίσια της οποίας ο τελευταίος διατύπωσε τη θέση ότι οι επιβληθείσες στον εφεσείοντα ποινές ήταν ανεπαρκείς. Με την έφεση υποστηρίχθηκε η κάτωθι κυρίως επιχειρηματολογία: α) Η ποινή ήταν υπερβολική αλλά και λανθασμένη λόγω σφάλματος αρχής (wrong in principle). β) Ο εφεσείων είναι πρόσωπο με αξιόλογη συνεισφορά του στα κοινά και στο μακρύ ιστορικό της προσωπικότητάς του. γ) Αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, ως αποτέλεσμα των οποίων, αφού εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας από τα πολύ αρχικά στάδια της παρούσας υπόθεσης, έκτοτε εξακολουθεί να νοσηλεύεται. δ) Η επιβληθείσα πενταετής ποινή φυλάκισης αποτελεί απάνθρωπη μεταχείριση. Αποφασίστηκε ότι: Υπό: Παμπαλλή Δ. συμφωνούντων και των Ερωτοκρίτου Δ., Πασχαλίδη Δ., Παναγή Δ., Παρπαρίνου Δ., Μιχαηλίδου Δ., Χριστοδούλου Δ., Λιάτσου Δ., Σταματίου Δ. και Γιασεμή Δ.:
- Την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα με αρ. 159/2013 πραγματεύεται ο Δικαστής Ερωτοκρίτου σε ξεχωριστή απόφασή του με την οποία εκφράστηκε συμφωνία.
- Δεν είναι απαραίτητο να επαναληφθεί η σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο εκρίθη ένοχος ο εφεσείων, ιδιαιτέρως έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή είναι η δια βίου φυλάκιση.
- Από αυτό και μόνο αντικατοπτρίζεται η σοβαρότητα την οποία η πολιτεία ήθελε να προσδώσει στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας του συγκεκριμένου άρθρου.
- Ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής είναι έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Περιθώριο επέμβασης του Εφετείου σε επιβληθείσα ποινή υπάρχει όταν η ποινή είναι έκδηλα υπερβολική ή αποτελεί προϊόν σφάλματος αρχής.
- Ρόλος του Εφετείου δεν είναι να εκφράσει τη δική του υποκειμενική άποψη για την ποινή, αλλά μόνο να διαπιστώσει τυχόν έκδηλη υπερβολή.
- Όπως δε έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, έκδηλη υπερβολή μπορεί να τεκμηριωθεί όταν διαπιστώνεται πασιφανής έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ της σοβαρότητας του αδικήματος και της ποινής που επιβάλλεται και/ή όταν διαπιστώνεται ουσιώδης απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθέτησε η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
- Η υπερβολή, όπως υποδεικνύεται από τη νομολογία, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα όπως ο όρος «έκδηλη» υποδηλώνει.
- Με βάση τις πιο πάνω αρχές, η ποινή που επεβλήθη στον εφεσείοντα, κρινόμενη υπό το φως των προσωπικών του περιστάσεων, αλλά και των συνθηκών κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, ουδόλως συνιστούσε εκδήλως υπερβολική ποινή, έτσι ώστε να παρεχόταν περιθώριο επέμβασης.
- Αναφορικά με τη θέση του εφεσείοντα ότι η ποινή είναι προϊόν σφάλματος αρχής, κάτι τέτοιο ουδόλως τεκμηριώθηκε από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Εφετείου. Η έφεση κατά της ποινής απορρίφθηκε. Ποινικές Εφέσεις 154/2013 Ανδρέας Νικολάου ν. Δημοκρατίας, 156/2013 Χαράλαμπος Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, 145/2013 Ανδρέας Λοϊζίδης ν. Δημοκρατίας. Λόγος έφεσης: Οι εφεσείοντες δεν είχαν, κάτω υπό τας περιστάσεις της εξεταζόμενης υπόθεσης, καθήκον ενεργείας, όπως λανθασμένα, το Κακουργιοδικείο θεώρησε ότι είχαν. Αποφασίστηκε ότι: Α. Υπό Παμπαλλή, Δ., συμφωνούντων και των Πασχαλίδη Δ. και Μιχαηλίδου Δ.. Β. Ως προς τον εφεσείοντα Ανδρέα Νικολάου στην έφεση 154/2013, με την απόφαση υπό Παμπαλλή, Δ., συμφώνησαν επίσης και οι Πασχαλίδης, Δ., Παρπαρίνος, Δ., Μιχαηλίδου Δ., και Γιασεμής Δ.. Γ. Ως προς τον εφεσείοντα Χαράλαμπο Χαραλάμπους στην έφεση 156/2013, με την απόφαση υπό Παμπαλλή, Δ., συμφώνησαν επίσης και οι Ερωτοκρίτου, Δ., Πασχαλίδης, Δ., Παναγή, Δ., Παρπαρίνος, Δ., Μιχαηλίδου, Δ., Χριστοδούλου, Δ., Λιάτσος, Δ., Σταματίου, Δ., και Γιασεμής, Δ.. Δ. Ως προς τον εφεσείοντα Ανδρέα Λοϊζίδη στην έφεση 145/2013 με την απόφαση υπό Παμπαλλή Δ. συμφώνησαν επίσης οι Πασχαλίδης, Δ., Παρπαρίνος, Δ., Μιχαηλίδου, Δ., Χριστοδούλου, Δ. και Γιασεμής, Δ..
- Τα γεγονότα που περιβάλλουν τις πιο πάνω τρεις εφέσεις, εκτίθενται στην αρχή της απόφασης και υιοθετήθηκαν.
- Το δε πραγματικό πλαίσιο μέσα από το οποίο εξετάστηκε η ποινική ευθύνη των εφεσειόντων, ήτοι Α. Νικολάου, εφεσείων στην ποινική έφεση 154/2013 (4ος κατηγορούμενος), Χ. Χαραλάμπους, εφεσείων στην ποινική έφεση 156/2013 (5ος κατηγορούμενος) και Α. Λοϊζίδης, εφεσείων στην ποινική έφεση 145/2013 (6ος κατηγορούμενος), ήταν ενιαίο και η κατάληξη του Κακουργιοδικείου, επίσης έχει κοινή βάση, έτσι και οι τρεις εφέσεις εξετάστηκαν συγκεντρωτικά αλλά, και εξειδικευμένα, σε θέματα που ηγέρθησαν και δεν είναι κοινά.
- Το Κακουργιοδικείο αποφάσισε ότι οι κατηγορούμενοι 4, 5 και 6 παρέβησαν το καθήκον επιμέλειας που είχαν, ιδιαιτέρως, μετά που είχαν γνώση για την ύπαρξη ενός τεραστίου κινδύνου και γνώριζαν ότι σε περίπτωση πυρκαγιάς οι άνδρες της Πυροσβεστικής και ειδικά τα μέλη της ΕΜΑΚ θα καλούντο για να ανταποκριθούν. Αποφάσισε ότι οι κατηγορούμενοι 4, 5 και 6 είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν όλους τους υφιστάμενους πυροσβέστες και ειδικά τα μέλη της ΕΜΑΚ για τον κίνδυνο που θα είχαν να αντιμετωπίσουν αν καλούντο σε περίπτωση πυρκαγιάς στα εμπορευματοκιβώτια, αναφερόμενοι ειδικώς στην ανάγκη τήρησης κανόνων ασφαλείας μπροστά στα διλήμματα που θα είχαν να αντιμετωπίσουν.
- Ο 4ος κατηγορούμενος, όπως αποφάσισε το Κακουργιοδικείο, δεν έδωσε τις απαραίτητες οδηγίες, ότι, όταν υπάρχει επεισόδιο στο οποίο ενυπάρχουν εκρηκτικές ύλες, οι άνδρες της Πυροσβεστικής πρέπει να τηρούν αποστάσεις ασφαλείας και να μην ασχολούνται με την κατάσβεση και τούτο γιατί, το πρώτο μέλημα είναι η ασφάλεια των πυροσβεστών.
- Αναφορικά με τον 5ον και 6ον κατηγορούμενο το Κακουργιοδικείο κατέληξε ότι, αυτοί δεν είχαν μόνο γνώση της επικινδυνότητας του φορτίου, ένεκα της επιθεώρησης, που έλαβαν μέρος, αλλά, και της σαφούς ενημέρωσης και γνώσης της υφιστάμενης κατάστασης όπως αυτή εξελισσόταν στις 11 Ιουλίου
- Γνώριζαν ότι ο τεράστιος όγκος πυρίτιδας, που είχαν τις προηγούμενες μέρες επιθεωρήσει, καιγόταν και ότι γίνονταν και εκρήξεις.
- Γνώριζαν ότι στη σκηνή βρίσκονταν οι στρατιωτικοί και οι πυροσβέστες και ειδικότερα ότι ο λοχίας Παπαδόπουλος θα προσπαθούσε να ενεργήσει κατάβρεξη των εμπορευματοκιβωτίων και δεν έδωσαν οδηγίες για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας.
- Αν το έπρατταν τούτο, που ήταν ευχερές να γίνει έχοντας υπόψη ότι ήταν η μόνη, υπό τις περιστάσεις επιλογή, δεν θα επερχόταν το μοιραίο. Υπήρχε αντίληψη κινδύνου έκρηξης και εν γένει κινδύνου θανάτου και από τους τρεις κατηγορούμενους.
- Αυτή η παράλειψη προειδοποίησης των πυροσβεστών ήταν η αιτία να θεωρηθούν οι κατηγορούμενοι 4, 5 και 6 ένοχοι αμέλειας όχι εν τη εννοία του άρθρου 205, αλλά ένοχοι αμέλειας εν τη εννοία του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα.
- To Άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα έτυχε ερμηνείας στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233, όπου μεταξύ άλλων ελέχθη ότι «για να κριθεί τώρα κάποιος ένοχος πρέπει η πρόκληση θανάτου να οφειλόταν σε αλόγιστη (rash), απερίσκεπτη (reckless) ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά. Το άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και αφήνεται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το νομοθέτημα με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης». 10. Προκύπτει από το περιεχόμενο και το λόγο της απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 ότι, όταν ένας είναι ενήμερος μιας κατάστασης πραγμάτων, η οποία, αν αφεθεί να συνεχιστεί, εγκυμονεί κινδύνους για την ασφάλεια τρίτων, και αδιαφορήσει προς τούτο, καταδεικνύεται η αλόγιστη συμπεριφορά.
- Περαιτέρω, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ύπαρξη γνώσης συνεπάγεται και ευθύνη υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να παραγνωρίζονται εμφανείς ή ορατοί κίνδυνοι, ιδιαιτέρως, όταν ένα πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει αποτρεπτικά ή να λάβει μέτρα για εξουδετέρωση του κινδύνου.
- Η ερμηνεία και η κρίση των εννοιών «αλόγιστο» ή «απερίσκεπτο» μιας συμπεριφοράς αντικρίζονται με βάση την κοινή λογική.
- Ταυτοχρόνως, συμπεραίνεται ότι η νομική ευθύνη σε σχέση με το αδίκημα του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, δεν ενυπάρχει μόνο στο πρόσωπο που βρίσκεται κοντά στο συμβάν που προκαλεί θάνατο, αλλά και στα πρόσωπα που δύνανται να θεωρηθούν ως συνεργοί, ιδιαιτέρως λόγω θέσης, αρμοδιότητας ή καθήκοντος.
- Έχοντας ως νομική αρχή ότι η ευθύνη κατάληξης ως προς τα πρωτογενή ευρήματα αξιοπιστίας ανήκουν στο πρωτόδικο Δικαστήριο και λαμβάνοντας υπόψη ότι τα συγκεκριμένα ευρήματα συνάδουν με την ενώπιον του προσαχθείσα μαρτυρία, το παράπονο των εφεσειόντων ως προς το θέμα της γνώσης κινδύνου έκρηξης, από τους 5ον και 6ον κατηγορούμενους δεν ευσταθεί.
- Κατά την επιστροφή του 5ου κατηγορούμενου στη Λευκωσία, και συγκεκριμένα την επόμενη ημέρα, 7 Ιουλίου 2011, ο τελευταίος ενημέρωσε τον Διοικητή της Πυροσβεστικής, 4ον κατηγορούμενο, για το τι είχε παρατηρηθεί κατά την αυτοψία και αποφασίστηκε στη σύσκεψη που ακολούθησε ως προς τα αναγκαία μέτρα που έπρεπε να ληφθούν και τα οποία θα προωθούντο προς το 2ον κατηγορούμενο.
- Υπήρξε εισήγηση από τον συνήγορο του 4ου κατηγορούμενου ότι, το εύρημα του Κακουργιοδικείου, περί πλήρους γνώσεως του πελάτη του για έκρηξη, δεν είναι ορθό, λαμβανομένου υπόψη ότι ο 5ος κατηγορούμενος είχε αναφέρει στο Κακουργιοδικείο ότι δεν μίλησε στη σύσκεψη με τον 4ον κατηγορούμενο για έκρηξη, παρά μόνο για πυρίτιδα, που όπως τον είχε διαβεβαιώσει ο Γεωργιάδης καίγεται και δεν εκρήγνυται.
- Το Κακουργιοδικείο έδωσε επί τούτου ικανοποιητική εξήγηση γιατί κατέληξε στο συγκεκριμένο εύρημα και δεν υπήρχε λόγος επέμβασης. Οι πειστικοί λόγοι που οδήγησαν το Κακουργιοδικείο σ' αυτό το εύρημα, έχουν άμεση σχέση με τη μαρτυρία που έδωσε ο Σ/χης Γεωργιάδης, σε συνδυασμό και με την ανάλυση που έγινε στο υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Αναφορά σε έκταση στο θέμα έγινε στην έφεση 155/
- Ήταν εύρημα του Κακουργιοδικείου ότι, μέχρι την ημέρα αναχώρησης του 4ου κατηγορούμενου από την Κύπρο, που έγινε στις 8 Ιουλίου 2011, δεν είχαν ενημερωθεί τα μέλη του πυροσβεστικού σώματος ή τα μέλη της ΕΜΑΚ, για το θέμα του φορτίου που βρισκόταν στη ΝΒΕΦ. Παράλληλα, δεν δόθηκαν οδηγίες για εκπόνηση σχεδίου δράσης, σε περίπτωση επανάληψης πυρκαγιάς στο συγκεκριμένο χώρο, ούτε ο ίδιος ο 4ος κατηγορούμενος ετοίμασε σχέδιο δράσης επί του προκειμένου.
- Το Κακουργιοδικείο δέχτηκε ότι υπάρχει η ευθύνη διαχείρισης μιας πυρκαγιάς ή ενός επεισοδίου από τον αξιωματικό επιτόπου, πλην, όμως, η συνεννόηση και η ενημέρωση ανώτερου αξιωματικού για τα επιτόπου ευρήματα ήταν και σύνηθες και επιβαλλόμενο, ιδιαιτέρως σε μια, όπως χαρακτηρίστηκε, η παρούσα μοναδική, υπόθεση.
- Αποτέλεσε εύρημα του Κακουργιοδικείου ότι ποτέ δεν ξαναπαρουσιάστηκε περίπτωση αντιμετώπισης περιστατικού εκρήξεως πυρκαγιάς σε πυρομαχικά και δει σε τόση μεγάλη έκταση και δεν χωρούσε λόγος επέμβασης.
- Αναφορικά με το παράπονο που εκδηλώθηκε ότι η όποια επέμβαση στο ρόλο του εν ενεργεία αξιωματικού, θα ήταν αντίθετη με το Άρθρο 51
(3)του περί Αστυνομίας Νόμου, ήταν επίσης αβάσιμη.
- Το Κακουργιοδικείο θεώρησε και ορθώς, ότι ο επιτόπου αξιωματικός διαχειρίζεται την ενώπιον του κρίση αναλόγως των δυνατοτήτων που προσφέρονται με τα μέσα που έχει στην κατοχή του, ασχολείται δηλαδή με το διαχειριστικό μέρος.
- Δεν μπορεί, όμως, να αποκλειστεί η παροχή βοήθειας με πληροφόρηση από ανώτερο κλιμάκιο ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης του περιστατικού, όταν ιδιαιτέρως το ανώτερο αυτό κλιμάκιο ή αξιωματικός είχαν γνώση του περιεχομένου, όπως στην προκείμενη περίπτωση, των εμπορευματοκιβωτίων και της πιθανότητας έκρηξης, λαμβανομένης, ιδιαιτέρως, υπόψη της γνώσης που οι 5ος και 6ος κατηγορούμενος είχαν, λίγες μέρες πριν από την 11 Ιουλίου
- Λόγος έφεσης: Δεν υπήρχε σχέση εγγύτητας και ούτε καθήκον των κατηγορουμένων προς τους πυροσβέστες. Ήταν εσφαλμένη η κατάληξη του Κακουργιοδικείου ως προς την έννοια του «εργοδότη με το καθήκον επιμέλειας έναντι των εργαζομένων». Αποφασίστηκε ότι:
- Το Κακουργιοδικείο έκαμε αναφορά στην υπόθεση White a.ο. v. Chief Constable of South Yorkshire Police a.ο. [1998] 3 W.L.R. 1509 (HL) όόπου αποφασίστηκε ότι το καθήκον επιμέλειας, που είχε ο Αρχηγός της Αστυνομίας έναντι των μελών της Δύναμης, ήταν ανάλογο με το καθήκον εργοδότη, με έμφαση στο καθήκον να μεριμνά για την ασφάλεια των αστυνομικών και να λαμβάνει τα ευλόγως αναγκαία μέτρα για την ασφάλεια τους.
- Δεν ήταν ορθή η εισήγηση των συνηγόρων ότι η αντιστοιχία με την υπό εξέταση υπόθεση ήταν εσφαλμένη. Υπήρχε, και βάσιμα αποδόθηκε καθήκον επιμέλειας στους 4, 5 και 6 κατηγορούμενους, εχόντων όχι μόνο καθήκον έναντι των πυροσβεστών εργοδοτουμένων αλλά και όσων λογικά αναμένετο να ευρίσκονταν στη ναυτική βάση και όσων άλλων ευρίσκονταν σε σχέση εγγύτητας.
- Το καθήκον που είχε ο 4ος κατηγορούμενος λόγω εγγύτητας προς τους πυροσβέστες εδράζεται στο γεγονός ότι, από τη στιγμή που του είχε γνωστοποιηθεί στις 5 Ιουλίου 2011, η ύπαρξη του διογκωθέντος εμπορευματοκιβωτίου με πυρίτιδα, ενός εκ των 98 εμπορευματοκιβωτίων που ήταν τοποθετημένα στη ΝΒΕΦ, και κατέστη πλήρως ενήμερος στις 7 Ιουλίου 2011 ότι υπήρξε έκρηξη, όφειλε να προβεί σε έκδοση οδηγιών, ως προς τα μέτρα ασφαλείας, ήτοι την τήρηση αποστάσεως ασφαλείας και αποφυγή προσπάθειας κατάσβεσης. Κάτι που έπραξε, όπως επισημαίνει το Κακουργιοδικείο, μετά την έκρηξη και συγκεκριμένα στις 17 Ιουλίου
- Η αποτυχία του να πράξει αυτό συνιστούσε σφάλμα δυνάμενο αφ' εαυτού να στοιχειοθετήσει επικίνδυνη πράξη. Εφαρμόζονται εδώ κατ' αναλογία τα όσα λέχθηκαν στην R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App. R. 502 που υιοθετήθηκε στη Σάββα ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115, 124, αναφορικά με την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης.
- Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία.
- Ο 5ος κατηγορούμενος, ανέλαβε ως Αναπληρωτής Διευθυντής της Πυροσβεστικής, τη διοίκηση του σώματος, από την αναχώρηση του Διευθυντή για το εξωτερικό στις 8 Ιουλίου
- Δεν εξέδωσε καμιά οδηγία αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης πιθανού επεισοδίου πυρκαγιάς με εκρηκτικά. Ούτε έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία σχεδίου δράσης.
- Ούτε ο 6ος κατηγορούμενος ενήργησε με οποιοδήποτε τρόπο για να ενημερώσει τους άνδρες της ΕΜΑΚ, ενώ όπως δέχτηκε το Κακουργιοδικείο, είχε αναφέρει σ' άλλο αξιωματικό της ΕΜΑΚ, μετά την αυτοψία στη ΝΒΕΦ, ότι, αν εκραγούν (τα εμπορευματοκιβώτια) «θα μας βρουν στη Λάρνακα». Συναφώς η αντίληψη κινδύνου έχει, όπως ορθώς αποφασίστηκε, πρωτοδίκως αποδειχτεί.
- Υπήρξε πλήρης απραξία, και ακολουθούν τα γεγονότα της 11ης Ιουλίου,
- Ο 5ος και 6ος κατηγορούμενος πληροφορήθηκαν και έσπευσαν στη σκηνή. Η ποινική ευθύνη ενυπάρχει όταν υφίσταται καθήκον ενεργείας.
- Το θέμα της εύλογης προβλεψιμότητας αναφύεται ως το επόμενο ζήτημα επί του οποίου εδράζεται το καθήκον επιμέλειας. Τούτο κρίνεται κατά τρόπο αντικειμενικό, και κατά πόσο ήταν δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να αναληφθεί ενέργεια αποτροπής του κινδύνου θανάτου. Το ζήτημα της εγγύτητας επίσης χρήζει εξέτασης.
- Η πιθανότητα να κληθούν οι άνδρες της ΕΜΑΚ για να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενο νέο επεισόδιο στη ΝΒΕΦ ήταν βέβαιο, καθότι η βάση βρισκόταν στη ζώνη δράσης του συγκεκριμένου σταθμού.
- Παράλληλα ήταν έκδηλα προβλεπτό ότι σε περίπτωση νέου επεισοδίου πυρκαγιάς θα επηρεάζονταν και οι στρατιώτες της Βάσης. Επομένως ορθώς το Κακουργιοδικείο κατέληξε στο εύρημα ότι οι 4ος, 5ος και 6ος κατηγορούμενοι είχαν καθήκον να εκδώσουν οδηγίες για αντιμετώπιση αναλόγου επεισοδίου, πράγμα που παρέλειψαν να κάνουν.
- Ήταν λογικό και εύλογο να το πράξουν; Αυτό το ερώτημα απαντήθηκε από το Κακουργιοδικείο σε συνδυασμό με την παράλειψη των 5ου και 6ου κατηγορουμένων να δώσουν οδηγίες στο λοχία Παπαδόπουλο να απομακρυνθεί με τους υπόλοιπους πυροσβέστες από τη σκηνή σε απόσταση ασφαλείας.
- Ήταν ορθή προσέγγιση του Κακουργιοδικείου ότι ούτε οι πρόνοιες του σχεδίου ERGO αλλά ούτε το Άρθρο 51
(3)του περί Αστυνομίας Νόμου, αποκλείουν την επέμβαση ανώτερου αξιωματικού, όταν γνωρίζει, όπως στην προκείμενη περίπτωση την επικινδυνότητα του συγκεκριμένου φορτίου, με πυρίτιδα, την προηγηθείσα, λίγες ημέρες προηγουμένως, έκρηξη που οφείλετο στην παρατεταμένη άφεση του τεράστιου φορτίου πυρίτιδας στο ύπαιθρο και την αλλοίωση, αποσταθεροποίηση και αποσύνθεση της πυρίτιδας που προκάλεσε τη δημιουργία αερίων και αυτανάφλεξη.
- Επίσης γνώριζαν την μοναδικότητα της περίπτωσης αφού ποτέ προηγουμένως η πυροσβεστική δεν κλήθηκε να αντιμετωπίσει τέτοιο περιστατικό.
- Ειδικώς επί τούτου υπήρξε εισήγηση ότι ελλείπει το στοιχείο της ευθύνης του 6ου κατηγορούμενου ενόψει του γεγονότος ότι ο Λοχίας Παπαδόπουλος ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες του ERGO και αποδείχθηκε, ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας ήταν λανθασμένη.
- Εδώ ενυπάρχει η αναγκαιότητα προβολής του δικαίου και του ευλόγου καθήκοντος που είχαν επωμισθεί οι κατηγορούμενοι 5 και 6 επί του προκειμένου, σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες συνθήκες της περίπτωσης. Η Πυροσβεστική αποτελεί ένα σημαντικό μέρος των δυνάμεων ασφαλείας του κράτους. Ως οργανωμένο σύνολο ενεργεί με επικρατούσα πειθαρχία.
- Κλήθηκε ο λοχίας Παπαδόπουλος ως ο κατ' εξοχήν πειθαρχημένος και έμπειρος πυροσβέστης να ηγηθεί μιας αποστολής πυρόσβεσης. Δεν ήταν δίκαιο και εύλογο να προειδοποιηθεί για την επικινδυνότητα του τεράστιου φορτίου πυρίτιδας με την προϊστορία της έκρηξης κατ' αρχήν, με βάση μια γενική οδηγία, περί απομάκρυνσης; Εδώ έγκειται και η ευθύνη του 4ου κατηγορούμενου.
- Οι 5ος και 6ος κατηγορούμενοι δεν ήταν δίκαιο και εύλογο να εκδώσουν, ο μεν 5ος ως Αναπληρωτής Διευθυντής μια ανάλογη οδηγία μεταξύ 8-11 Ιουλίου, ή ο δε 6ος κατηγορούμενος ως Διοικητής της ΕΜΑΚ;
- Στη συνέχεια συνειδητοποιούν ότι το κλιμάκιο με δυο βυτιοφόρα και άλλο βυτιοφόρο του στρατού βρίσκονται στη Βάση και τα εμπορευματοκιβώτια καίγονται, γίνονται εκρήξεις, ήταν δίκαιο και εύλογο να δώσουν προφορικές οδηγίες στον Λοχία Παπαδόπουλο να απομακρυνθεί ο ίδιος, τα πληρώματα και όλοι οι άλλοι από τη σκηνή, σε απόσταση ασφαλείας. Ο 6ος κατηγορούμενος δεν αντέδρασε, ο δε 5ος άκουσε τον Λοχία Παπαδόπουλο να λέει ότι θα επιχειρήσει κατάσβεση. Ούτε τότε αντέδρασε και να αποτρέψει αυτή την ενέργεια του Λοχία Παπαδόπουλου να προχωρήσει στην προσπάθεια κατάσβεσης.
- Τα συμπεράσματα αυτά του Κακουργιοδικείου είναι ορθά και δεν υπήρχε περιθώριο διαφοροποίησης. Η παράλειψη του 5ου και 6ου κατηγορούμενου επί του προκειμένου είναι έκδηλη.
- Η άφεση του φορτίου χωρίς οποιοδήποτε έλεγχο και συντήρηση για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ήταν η βάση ευθύνης του 2ου κατηγορούμενου. Η έκρηξη στις 4 Ιουλίου 2011 δεν ήταν παρά μόνο η τελευταία προειδοποίηση που αγνοήθηκε παντελώς από όλους.
- Ορθώς το Κακουργιοδικείο, δεν το θεώρησε, ως σχετική εισήγηση της έφεσης, ως άλλο συμβάν, την εκδηλωθείσα πυρκαγιά της 11ης Ιουλίου 2011, αφού, εν πάση περιπτώσει, υπήρχε μαρτυρία ότι η πυρκαγιά εκδηλώθηκε αρχικώς στο διογκωθέν εμπορευματοκιβώτιο και στη συνέχεια επεκτάθηκε στα υπόλοιπα. Τα δυο επιστημονικώς συνδέονται. Η αλλοίωση της πυρίτιδας, η αποσύνθεση της, η αυτανάφλεξη. Λόγος έφεσης: Ποινικό Δίκαιο - Αιτιώδης συνάφεια - Παρεμβαίνοντα γεγονότα. Η μεσολάβηση των ενεργειών των Ιωαννίδη ως Διοικητή του Ναυτικού και Λοχία Παπαδόπουλου, θα έπρεπε να κριθούν ως παρεμβαίνοντα γεγονότα ώστε πλέον η αιτία θανάτου να μην ήτο δίκαιο να αποδοθεί στον 6ον κατηγορούμενο. Αποφασίστηκε ότι:
- Ορθώς αποφασίστηκε πρωτοδίκως, ότι οι ενέργειες των κατηγορουμένων θα έπρεπε να αποτελούν ενεργό και ουσιαστική αιτία θανάτου, ανεξαρτήτως εάν είναι η μόνη αιτία θανάτου.
- Παράλληλα, ορθώς κρίθηκε ότι οι Ιωαννίδης και λοχίας Παπαδόπουλος ενήργησαν και αξιολόγησαν την κατάσταση υπό το φως της αγωνίας και των διλημμάτων της προστασίας του σημαντικού φορτίου που εναποτέθηκε στη ΝΒΕΦ δίπλα από το βασικό ηλεκτροπαραγωγό σταθμό της Κύπρου.
- Το ερώτημα που έθεσε το Κακουργιοδικείο και απάντησε θετικά, ότι, ανεξαρτήτως των ενεργειών των θυμάτων, οι παραλείψεις των κατηγορουμένων έμειναν ενεργές και ουσιαστικές αιτίες θανάτου, είναι ορθό.
- Αν ο 4ος κατηγορούμενος μετά που έλαβε γνώση του κινδύνου θανάτου που εγκυμονούσε το συγκεκριμένο φορτίο εξέδιδε τις κατάλληλες οδηγίες για απομάκρυνση αντί πυρόσβεση, οι πυροσβέστες θα απέφευγαν να προσεγγίσουν και θα διατασσόταν η εκκένωση του στρατοπέδου, θα διακόπτετο η πορεία προς το μοιραίο.
- Το ίδιο θα συνέβαινε αν οι 5ος και 6ος κατηγορούμενοι όντως γνώστες της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων, και έχοντες ενεργή επικοινωνία με το λοχία Παπαδόπουλο, κατά την προσπάθεια πυρόσβεσης, έδιδαν οδηγίες απομάκρυνσης, ο θάνατος θα αποφεύγετο. Η πιο πάνω απόφαση αποτελεί απόφαση πλειοψηφίας μόνο σε ότι αφορά τον εφεσείοντα στην έφεση 156/
- Εφέσεις κατά της ποινής. Με τις εφέσεις υποστηρίχθηκε ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν εσφαλμένες καθότι ήταν έκδηλα υπερβολικές ή προϊόν εφαρμογής εσφαλμένης αρχής. Αποφασίστηκε ότι:
- Σε σχέση με τον εφεσείοντα Νικολάου και ενόψει της αθώωσής του από την πλειοψηφία, το θέμα καθίστατο ακαδημαϊκό, και δε θα απασχολούσε.
- Έχει ήδη γίνει αναφορά στο πλαίσιο συζήτησης της ποινικής έφεσης 155/2013 αναφορικά με τις αρχές οι οποίες διέπουν, επί του προκειμένου, τον τρόπο άσκησης της εφετειακής εξουσίας για διαφοροποίηση των επιβληθεισών ποινών.
- Υιοθετήθηκε επίσης το σκεπτικό της απόφασης του Δικαστή Ερωτοκρίτου στο πλαίσιο των ποινικών εφέσεων 157/2013, 158/2013 και 159/
- Δεν διαπιστωνόταν να υπάρχει οποιοδήποτε σφάλμα αρχής και ούτε υπήρχε οποιοδήποτε περιθώριο παρέμβασής στη βάση ότι οι ποινές ήταν έκδηλα υπερβολικές.
- Αντιθέτως, το Κακουργιοδικείο, στάθμισε κάθε σχετικό με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντα και πρόσδωσε σ' αυτό τη δέουσα βαρύτητα.
- Ο εφεσείων Λοϊζίδης προσθέτως εισηγείται ότι, εσφαλμένα το Κακουργιοδικείο δεν άσκησε τη διακριτική του εξουσία υπέρ της αναστολής της ποινής.
- Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών παραγόντων, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Οι εφέσεις 156/2013 και 145/2013 απορρίφθησαν. Ποινικές Εφέσεις 154/2013 και 160/
- Ο εφεσείων Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας κατά τον ουσιώδη χρόνο, καταδικάστηκε σε 13 κατηγορίες, τις κατηγορίες 144-156, για πρόκληση θανάτου των 13 θυμάτων, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 2 ετών. Με την έφεση του αμφισβητεί την ορθότητα τόσο της καταδίκης, όσο και της ποινής. Με την έφεση 160/2013 ο Γενικός Εισαγγελέας αμφισβήτησε την επάρκεια της επιβληθείσας ποινής. Η έφεση 154/2013 στηρίχθηκε στους κάτωθι κυρίως λόγους: α) Ήταν νομικά εσφαλμένη η απόφαση του Κακουργιοδικείου να κρίνει τον εφεσείοντα ένοχο του αδικήματος του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Η καταδίκη του εφεσείοντα δεν στηρίχθηκε στην προσαχθείσα μαρτυρία. β) Ήταν εσφαλμένο το πρωτόδικο συμπέρασμα περί ύπαρξης καθήκοντος ενέργειας εκ μέρους του εφεσείοντα. γ) Ήταν αυθαίρετη και εσφαλμένη η αξιολόγηση της μαρτυρίας. δ) Έγινε εσφαλμένη εξομοίωση της ευθύνης των κατηγορουμένων 4, 5 και 6, σε αντίθεση με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου και τις νομικές αρχές που ισχύουν. ε) Ήταν εσφαλμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράλειψης που αποδιδόταν στον εφεσείοντα και του θανάτου των 13 θυμάτων. Υπήρξε διακοπή της αιτιώδους συνάφειας λόγω παρείσφρησης άλλου ουσιώδους συμβάντος (novus actus interveniens). στ) Ήταν εσφαλμένο συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο 4ος κατηγορούμενος-εφεσείων είχε αντίληψη κινδύνου θανάτου στις 6.7.2011 ή και στις 7.7.
- ζ) Ήταν εσφαλμένη ενέργεια του πρωτόδικου δικαστηρίου να τροποποιήσει μονομερώς το κατηγορητήριο, δυνάμει του Άρθρου 85
(1)της Ποινικής Δικονομίας, χωρίς να δώσει προηγούμενο δικαίωμα ακρόασης στον εφεσείοντα. η) Υπήρξε εσφαλμένη επιβολή ποινής καθότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν διαφοροποίησε το βαθμό ποινικής ευθύνης και τον ρόλο του εφεσείοντα, από τους άλλους συγκατηγορούμενους του. Αυτό κατέληξε σε αδικαιολόγητη ανισότητα. Αποφασίστηκε ότι: Υπό Νικολάτου Π., συμφωνούντων και των Ερωτοκρίτου Δ., Ναθαναήλ Δ., Παναγή Δ., Χριστοδούλου Δ., Λιάτσου Δ., και Σταματίου Δ.:
- Τα σχετικά γεγονότα, σε λεπτομέρεια, φαίνονται στην απόφαση του Παμπαλλή, Δ. και τα οποία υιοθετούνται εκτός όπου έρχονται σε αντίθεση με την παρούσα απόφαση.
- Εν πρώτοις θα έπρεπε να επισημανθεί ότι ο εφεσείων-4ος κατηγορούμενος, στις 7.7.2011 πήρε άδεια από την εργασία του ως Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και στις 8.7.2011 μετέβη στο εξωτερικό, επανερχόμενος στην Κύπρο μετά τα τραγικά γεγονότα της 11.7.
- Όμως, το Κακουργιοδικείο θεώρησε ότι αυτός είχε καθήκον ενέργειας, ότι παρέβη το καθήκον του μη δίνοντας τις απαραίτητες οδηγίες στους υφισταμένους του, μέχρι τις 7.7.2011 και ότι παρόλα τα όσα συνέβησαν από 8.7.2011 μέχρι 11.7.2011 υπήρχε η απαραίτητη αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ των παραλείψεων του εφεσείοντα και της πρόκλησης θανάτου στα 13 θύματα.
- Ο εφεσείων είχε ενημερωθεί για την επιτόπια εξέταση που έγινε στις 6.7.
- Δεν είχε επισκεφθεί ο ίδιος, επί τόπου, τα εμπορευματοκιβώτια και δεν έλαβε μέρος στη σύσκεψη που ακολούθησε στις 6.7.2011, έτυχε όμως ενημέρωσης από τον κατηγορούμενο
- Όπως παρατηρεί το Κακουργιοδικείο ο εφεσείων-κατηγορούμενος 4 δέχθηκε ότι γνώριζε πως επρόκειτο για εμπορευματοκιβώτια με πυρίτιδα, τοποθετημένα σε στοιβάδα. Γνώριζε, ακόμα, ότι στο ένα εμπορευματοκιβώτιο υπήρξε ανάφλεξη και πυρκαγιά, στις 4.7.2011, ότι προκλήθηκαν αέρια και πίεση, ότι το εμπορευματοκιβώτιο διογκώθηκε, ότι δημιουργήθηκε σχισμή, άνοιξαν οι πόρτες με εκτόνωση αερίων και ότι το εμπορευματοκιβώτιο μετακινήθηκε από τη θέση του.
- Γνώριζε επίσης ότι έξω από το εμπορευματοκιβώτιο υπήρχε καμένη πυρίτιδα και καμένο ξύλο. Με αυτά τα στοιχεία υπόψιν, το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι ο εφεσείων, ως Αρχηγός της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κύπρου, είχε όλα τα δεδομένα ενώπιον του για να αντιληφθεί ότι υπήρχε κίνδυνος ζωής, εφόσον επρόκειτο για τεράστιο όγκο πυρίτιδων εντός ενός στρατοπέδου και μάλιστα εντός της Ναυτικής Βάσης της χώρας.
- Εφόσον ο εφεσείων είχε τέτοιαν αντίληψη, ο κίνδυνος ήταν έκδηλος, κανένας δεν μπορούσε να γνωρίζει πότε θα ελάμβανε χώραν ένα νέο επεισόδιο, άρα είχε αντίληψη της αμεσότητας ενός πραγματικού κινδύνου ζωής.
- Παρά ταύτα, ο 4ος κατηγορούμενος-εφεσείων, ο οποίος, υπό τις περιστάσεις, είχε καθήκον να ενημερώσει τα Μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, δεν τα ενημέρωσε, δεν ετοίμασε ούτε έδωσε οδηγίες για ετοιμασία σχεδίου για τον τρόπο ενέργειας των Μελών της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας σε περίπτωση που θα καλούνταν να ανταποκριθούν σε επεισόδιο πυρκαγιάς στα εμπορευματοκιβώτια.
- Η συνήθης πρακτική που, εν πάση περιπτώσει, ίσχυε, αναφορικά με την πυροπροστασία στρατοπέδων, δεν είχε ιδιαίτερη σημασία, σύμφωνα με το Κακουργιοδικείο. Το ζήτημα κρίνεται υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, ανέφερε.
- Και υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και σύμφωνα με τη μαρτυρία των Μ.Κ. Τράγκολα και Ιατρόπουλου, για τον συγκεκριμένο κίνδυνο, δεν θα έπρεπε να αποκλείεται και η ενημέρωση του προσωπικού με ad hoc οδηγίες.
- Το γεγονός ότι, μετά την καταστροφή της 11.7.2011, ο εφεσείων έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες, το Κακουργιοδικείο φαίνεται να το καταλόγισε εις βάρος του.
- Το Κακουργιοδικείο προβαίνει σε εκτενή ανάλυση των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των Άρθρων 205 και
- Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της ανθρωποκτονίας εκ παραλείψεως του Άρθρου 205
(2)και της αλόγιστης πράξης κλπ. του Άρθρου 210 είναι ότι η πρώτη περίπτωση ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια ενώ η συμπεριφορά που καθίσταται αξιόποινη, με βάση το Άρθρο 210, δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια. Είναι, ουσιαστικά, ελαφρύτερου βαθμού από την υπαίτια αμέλεια.
- Η αμέλεια του Άρθρου 205 συνίσταται σε υπαίτια αμέλεια. Το Άρθρο 210 συντελείται με αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και βέβαια που δεν περιλαμβάνει πρόθεση πρόκλησης θανάτου. Ο Ποινικός Κώδικας επομένως αναγνωρίζει βαθμούς υπαιτιότητας, κλιμακωτά, όπως και το κοινοδίκαιο.
- Στην Αγγλία, καθοριστική, επί του θέματος, είναι η απόφαση R. v. Adomako [1994] 3 All E.R. 79, HL.
- Με βάση τα πιο πάνω προέκυπτε ότι παρά την απουσία του εφεσείοντα-κατηγορούμενου 4 από τη σκηνή των γεγονότων που οδήγησαν στην τραγωδία της 11.7.2011 το πρωτόδικο δικαστήριο δεν φαίνεται να διαφοροποιεί τη θέση και την ευθύνη του από τους κατηγορούμενους 5 και 6, οι οποίοι ήταν παρόντες.
- Καταλογίζει και στους τρεις, χωρίς διάκριση, νομική και ηθική ευθύνη να ενημερώσουν τους υφιστάμενους τους, πυροσβέστες, και ειδικά τα μέλη της ΕΜΑΚ, για τον κίνδυνο που θα είχαν να αντιμετωπίσουν, εάν εκαλούντο να παράσχουν τις υπηρεσίες τους, σε περίπτωση πυρκαγιάς στα εμπορευματοκιβώτια και να τους εφιστήσουν την προσοχή τους στην ανάγκη να τηρηθούν οι κανόνες ασφαλείας μπροστά στα φανερά διλήμματα που θα είχαν να αντιμετωπίσουν. Όφειλαν να είχαν δώσει, ως πάγια οδηγία, κατά την κρίση του, εκείνη που έδωσε ο εφεσείων μετά την καταστροφή.
- Αναφορικά με την αιτιώδη συνάφεια δεν γίνεται και πάλι οποιαδήποτε διαφοροποίηση μεταξύ του κατηγορούμενου 4-εφεσείοντα και των κατηγορούμενων 5 και
- Θα έπρεπε να είχε γίνει διαφοροποίηση της θέσης του εφεσείοντα-κατηγορούμενου 4 από τους υπόλοιπους κατηγορούμενους 5 και 6, εξαιτίας του γεγονότος ότι, ο εφεσείων, από τις 7.7.2011 δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση ή εμπλοκή στα γεγονότα που οδήγησαν στο θάνατο.
- Μέχρι τις 5.7.2011 που δέχθηκε το τηλεφώνημα του Γ.Δ. ΥΠΑΜ, κ. Μαλεκκίδη, ο κατηγορούμενος 4 δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τα εμπορευματοκιβώτια.
- Η ανάμιξη του περιορίζετο στο αίτημα Μαλεκκίδη, όπως παρευρεθεί κάποιος εκ μέρους της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας στην επιτόπια εξέταση που θα γινόταν την επόμενη μέρα στο Μαρί σε σχέση με τη διόγκωση ενός εμπορευματοκιβωτίου. Λόγω της επικείμενης προγραμματισμένης άδειας του στο εξωτερικό, ζήτησε από το Βοηθό του, κατηγορούμενο 5, να αναλάβει εκείνος την υπόθεση και να παρευρεθεί στη σύσκεψη.
- Βέβαια, την επομένη, 6.7.2011, ο εφεσείων, κατηγορούμενος 4, στα πλαίσια της τακτικής πρωϊνής σύσκεψης των ανώτερων στελεχών της Πυροσβεστικής, είχε ενημέρωση από τον κατηγορούμενο 5 ότι σε ένα εμπορευματοκιβώτιο υπήρξε ανάφλεξη, διόγκωση, αέρια και πυρκαγιά.
- Από εκείνη την ενημέρωση και μόνο, το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι ο εφεσείων θα έπρεπε, από τότε, να είχε δώσει προειδοποιητικές οδηγίες στους υφισταμένους του, τα Μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και της ΕΜΑΚ, τι θα έπρεπε να πράξουν, σε περίπτωση που γινόταν έκρηξη όπως έγινε στις 11.7.2011 και αυτοί καλούνταν να κατασβέσουν τη φωτιά.
- Και τούτο παρά την ύπαρξη πάγιων οδηγιών πυρασφάλειας των στρατοπέδων και κατ' επέκταση και της Ναυτικής Βάσης, που κάλυπταν αυτό το ενδεχόμενο.
- Δεν ήταν ορθή αυτή η προσέγγιση του Κακουργιοδικείου και δεν μπορούσε να υπάρξει κατάληξη στο συμπέρασμα που οδηγήθηκε το Κακουργιοδικείο ότι, με τα όσα γνώριζε ο εφεσείων μέχρι τις 7.7.2011, είχε αντίληψη έστω και δυνατότητας πρόκλησης θανάτου και ότι, παρά την ανάθεση της υπόθεσης στον κατηγορούμενο 5, ο οποίος ήταν Υποδιευθυντής της Πυροσβεστικής, όφειλε να είχε δώσει τις προαναφερόμενες, ad hoc οδηγίες, παρά την ύπαρξη, μάλιστα, πάγιων οδηγιών, επί του θέματος.
- Οι μάρτυρες κατηγορίας Τράγκολας και Ιατρόπουλος ανέφεραν ότι κάτι τέτοιο δεν αποκλείετο, όχι ότι ήταν απαραίτητο.
- Περαιτέρω, ο εφεσείων, θεωρήθηκε ως «εργοδότης» των πυροσβεστών αλλά και των στρατιωτικών που έχασαν τη ζωή τους, ενώ δεν βρισκόταν καν επί τόπου στις 11.7.2011 αλλά ήταν με άδεια στο εξωτερικό. Δεν ήταν ορθή ούτε αυτή η προσέγγιση του Κακουργιοδικείου ότι δημιουργήθηκε τέτοιο καθήκον το οποίο παρέβηκε. Η Ποινική Έφεση 154/13, ως προς την καταδίκη επιτράπηκε. Ο εφεσείων αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από όλες τις κατηγορίες. Ενόψει της κατάληξης παρήλκε η εξέταση των υπολοίπων θεμάτων. Υπό τις περιστάσεις, η Ποινική Έφεση 154/13 εναντίον της ποινής και η αντίστοιχη έφεση του Γενικού Εισαγγελέα στην Ποινική Έφεση 160/13 κατέστησαν άνευ αντικειμένου και απορρίφθηκαν. Ποινικές Εφέσεις 156/2013, 158/2013 και 161/
- Με την έφεση υπ' αρ. 156/13 ο εφεσείων, Αναπληρωτής Διευθυντής Πυροσβεστικής Υπηρεσίας κατά τον ουσιώδη χρόνο, προσέβαλε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης αναφορικά με την καταδίκη του, με 7 λόγους έφεσης και την ορθότητα της ποινής με 1 λόγο έφεσης. Ως προς την ποινή προέβαλε ότι αυτή, υπό τις περιστάσεις, ήταν καταφανώς και εκδήλως υπερβολική αλλά και λανθασμένη. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με την έφεση υπ' αρ. 158/13 αμφισβήτησε την ποινή των 2 ετών φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο ως έκδηλα ανεπαρκή, ενώ με την έφεση 161/2013 αμφισβήτησε να τον αθωώσει για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με βάση το Άρθρο 205 του Ποινικού Κώδικα Η έφεση 156/2013 στηρίχθηκε στους κάτωθι λόγους: α) Η δίκη δεν ήταν δίκαιη. Επηρεάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα σε δίκαιη δίκη εξαιτίας εκτεταμένης δυσμενούς αρθρογραφίας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, η οποία καθιστούσε, εκ προοιμίου, τον εφεσείοντα, υπαίτιο του θανάτου των 13 θυμάτων. β) Το εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι ο εφεσείων είχε αντίληψη άμεσου κινδύνου έκρηξης και θανάτου, ήταν εσφαλμένο διότι ο Συνταγματάρχης Γεώργιος Γεωργιάδης, όχι μόνο προς τον εφεσείοντα αλλά και σε άλλους, δεν αποδεχόταν την ύπαρξη κινδύνου έκρηξης και γενικά ήταν καθησυχαστικός ακόμα και όταν προέκυψε το ζήτημα της διόγκωσης του εμπορευματοκιβωτίου. γ) Λανθασμένο ήταν και το πρωτόδικο εύρημα, αναφορικά με την ύπαρξη καθήκοντος ενέργειας εκ μέρους του εφεσείοντος. δ) Η πρωτόδικη απόφαση ήταν λανθασμένη αναφορικά και με την επίρριψη ευθύνης εις τον εφεσείοντα για την παράλειψη του να δώσει οδηγίες για την εκκένωση του χώρου της Ναυτικής Βάσης, στις 11.7.2011, όταν πληροφορήθηκε την έναρξη της πυρκαγιάς και ενώ ο ίδιος βρισκόταν ακόμη καθοδόν προς τη Ναυτική Βάση για να αναλάβει τη διαχείριση του επεισοδίου. ε) Η απόδοση ευθύνης στον εφεσείοντα οφείλεται εις πλάνη περί το νόμο, εκ μέρους του πρωτόδικου δικαστηρίου. στ) Το πρωτόδικο συμπέρασμα ότι υπήρχε αιτιώδης συνάφεια που συνέδεε τις παραλείψεις του εφεσείοντα με την έκρηξη και τα αποτελέσματα της, ήταν εσφαλμένο ως επίσης και το πρωτόδικο εύρημα ότι την όλη ευθύνη δεν την είχαν οι στρατιωτικοί, από τις 12.10.
- ζ) Ήταν εσφαλμένη και η απαγόρευση, εκ μέρους του πρωτόδικου δικαστηρίου, της παρουσίασης της μαρτυρίας του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής Πολυβίου. Αποφασίστηκε ότι: Υπό: Νικολάτου, Π., συμφωνούντος και του Ναθαναήλ, Δ.:
- Υιοθετήθηκαν τα γεγονότα όπως εμφαίνονται στην απόφαση υπό Παμπαλλή, Δ. εκτός όπου έρχονται σε αντίθεση με την παρούσα απόφαση.
- Ο εφεσείων-κατηγορούμενος 5 κρίθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο και καταδικάστηκε για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα στις κατηγορίες 157-169 και στις κατηγορίες 170-182 και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 2 ετών.
- Το πρωί της 6ης Ιουλίου 2011 ομάδα, η οποία συστάθηκε με τη συμμετοχή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, στην οποία μετείχε ο εφεσείων και ο 6ος κατηγορούμενος που ήταν ο Βοηθός Διευθυντής Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και ο Διοικητής της ΕΜΑΚ, αντίστοιχα, μετέβησαν στη Ναυτική Βάση όπου ενημερώθηκαν για το ιστορικό και το περιεχόμενο του φορτίου και πραγματοποίησαν επιτόπια επιθεώρηση. Εκεί διαπιστώθηκε ότι η διόγκωση του ενός εμπορευματοκιβωτίου οφειλόταν σε έκρηξη εντός του.
- Στις 11.7.2011 έγιναν αντιληπτές σπίθες φωτιάς από το χώρο των εμπορευματοκιβωτίων και αμέσως μετά τη διαπίστωση της φωτιάς ενημερώθηκε η Πυροσβεστική Υπηρεσία. Δύο πυροσβεστικά οχήματα με έξι μέλη της ΕΜΑΚ έφθασαν στη Ναυτική Βάση.
- Ενημερώθηκε η ηγεσία της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, δηλαδή ο εφεσείων ως Αναπληρωτής Διευθυντής Πυροσβεστικής Υπηρεσίας (ο Διευθυντής-κατηγορούμενος 4 αναχώρησε στο εξωτερικό στις 8.7.2011 με άδεια) και ο 6ος κατηγορούμενος ως Διοικητής της ΕΜΑΚ, οι οποίοι και επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με τον Λοχία Παπαδόπουλο όταν ο τελευταίος έφθασε στη Ναυτική Βάση.
- Στις 5.48 της 11.7.2011 έγινε η μεγάλη έκρηξη στο χώρο των εμπορευματοκιβωτίων με συνέπεια το θάνατο 13 ανθρώπων, τον τραυματισμό άλλων 68 και την πρόκληση μεγάλων καταστροφών.
- Καταλογίστηκε στον εφεσείοντα (και τον κατηγορούμενο 6) ότι από τις 6.7.2011, που είχαν ενεργό συμμετοχή στο όλο θέμα, παρέλειψαν να ενημερώσουν τα μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας επίσημα και δη της ΕΜΑΚ, για τον όγκο και το περιεχόμενο του φορτίου, την επικινδυνότητα του και τον ορατό κίνδυνο έκρηξης, παρόλο που γνώριζαν ότι, σε περίπτωση κλήσης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για ανταπόκριση στη Ναυτική Βάση στο Μαρί, η ΕΜΑΚ Κοφίνου θα αναλάμβανε δράση.
- Επιπρόσθετα, όταν στις 11.7.2011 ενημερώθηκαν για τη φωτιά στο φορτίο με τις πυρίτιδες και ότι στη σκηνή μετέβαιναν μέλη της Υπηρεσίας /τους, κανείς από τους δύο (εφεσείων και κατηγορούμενος 6) δεν έδωσαν, έγκαιρα, οδηγίες για την απομάκρυνση όλων των προσώπων που βρίσκονταν κοντά στο χώρο των εμπορευματοκιβωτίων.
- Με την έφεση του ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι λανθασμένα καταδικάστηκε στις προαναφερόμενες κατηγορίες, με βάση το Άρθρο 210 και ότι η επιβληθείσα ποινή ήταν υπερβολική.
- Το Κακουργιοδικείο, μεταξύ άλλων διαπιστώνει ότι αυτοί, στις 6.7.2011, είχαν ιδίαν γνώση των περιστάσεων. Αναφορικά με την παράλειψη, το Κακουργιοδικείο ορθά αναφέρει ότι αυτή είναι ποινικά κολάσιμη όταν υπάρχει καθήκον ενέργειας.
- Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της ανθρωποκτονίας εκ παραλείψεως του Άρθρου 205
(2)και της αλόγιστης πράξης κλπ. του Άρθρου 210 είναι ότι η πρώτη περίπτωση ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια ενώ η συμπεριφορά που καθίσταται αξιόποινη, με βάση το Άρθρο 210, δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια. Είναι, ουσιαστικά, ελαφρύτερου βαθμού από την υπαίτια αμέλεια.
- Προκύπτει από τη νομολογία ότι στην Κύπρο, υπάρχει διαφοροποίηση στην υποκειμενική υπόσταση των δύο αδικημάτων. Όταν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο κίνδυνος θανάτου ήταν μια δυνατότητα τότε η περίπτωση εμπίπτει στην αλόγιστη πράξη του Άρθρου 210, όταν όμως ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο κίνδυνος αποτελούσε πραγματική δυνατότητα τότε η περίπτωση εμπίπτει στην έννοια της υπαίτιας αμέλειας του Άρθρου
- Το πρωτόδικο δικαστήριο αποδίδει στον εφεσείοντα αντίληψη κινδύνου θανάτου από τις 6.7.2011, όταν πραγματοποιήθηκε η επιτόπια έρευνα στα εμπορευματοκιβώτια. Υπό τις περιστάσεις, λέγει το Κακουργιοδικείο, δεν μπορεί παρά οι κατηγορούμενοι 5 και 6 να είχαν αντίληψη πως υπήρχε πραγματικός και άμεσος κίνδυνος ζωής.
- Δεν ήταν ορθή η πιο πάνω κρίση. Στις 6.7.2011 δεν μπορούσε να καταλογιστεί αντίληψη άμεσου κινδύνου θανάτου στον εφεσείοντα (και στον κατηγορούμενο 6). Υπήρχε ένας, εν δυνάμει, κίνδυνος αλλά δεν ήταν άμεσος κίνδυνος θανάτου.
- Ούτε και ήταν ορθό ότι αναμένετο ότι ο εφεσείων όφειλε να είχε δώσει οδηγίες και σχέδιο δράσης στους πυροσβέστες στις 6.7.2011 ή αργότερα για να καλύψει την περίπτωση που καλούντο για κατάσβεση πυρκαγιάς, σε μεταγενέστερη ημερομηνία, όταν η πυρκαγιά θα συνοδεύετο και από εκρήξεις πυρίτιδας.
- Τέτοιο ενδεχόμενο καλύπτετο από τις πάγιες οδηγίες πυρασφάλειας που ίσχυαν στη Ναυτική Βάση (Πάγια Διαταγή 6-12/2007 (τεκμήριο 59) και την Αστυνομική Διάταξη Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αύξων αρ. 1, τεκμήριο 143.7).
- Ο άμεσος κίνδυνος θανάτου δημιουργήθηκε και ήταν αντιληπτός για όσους βρίσκονταν εκεί, τις πρωϊνές ώρες της 11.7.2011, δηλαδή από τη στιγμή που άρχισαν οι εκρήξεις, γύρω στις 4 το πρωί. Ο εφεσείων ως Αναπληρωτής Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, που ασκούσε χρέη Διευθυντή λόγω της απουσίας στο εξωτερικό, με άδεια, του Διευθυντή, κατηγορούμενου 4, κλήθηκε να παρουσιαστεί στη σκηνή του επεισοδίου, πλην όμως τη στιγμή της φονικής έκρηξης αυτός δεν είχε φθάσει στη Ναυτική Βάση αλλά ακόμη βρισκόταν καθοδόν, στην περιοχή Ζυγίου.
- Η ερμηνεία του Άρθρου 51
(3)του περί Αστυνομίας Νόμου, η οποία δόθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν είναι ορθή. Η προαναφερόμενη πρόνοια προνοεί ότι, σε περίπτωση επεισοδίου κατάσβεσης πυρκαγιάς, την ευθύνη έχει το επί τόπου, αρχαιότερο μέλος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.
- Το επί τόπου αρχαιότερο μέλος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, στις 11.7.2011 όταν επεσυνέβη η φονική έκρηξη, ήταν ο αποβιώσας Λοχίας Πυροσβεστικής Παπαδόπουλος, ο οποίος μάλιστα είχε διατάξει τα δύο οχήματα της Πυροσβεστικής να προσεγγίσουν τα φλεγόμενα εμπορευματοκιβώτια και να επιχειρήσουν κατάσβεση της πυρκαγιάς.
- Υπό τις περιστάσεις δεν μπορούσε να επιρρίπτεται ευθύνη στον εφεσείοντα, ο οποίος δεν βρισκόταν στη σκηνή του επεισοδίου κατά τη φονική έκρηξη, όταν μάλιστα το επί τόπου αρχαιότερο μέλος που ανέλαβε να χειριστεί την κατάσταση, έδωσε οδηγίες που ήταν εσφαλμένες.
- Δεν μπορεί να αναμένεται από ένα αξιωματικό ή τον διευθυντή της Πυροσβεστικής να δίνει οδηγίες από τηλεφώνου και εκ του μακρόθεν, κατά παράβαση των προνοιών του Άρθρου 51
(3)του σχετικού νόμου. Το Άρθρο 51
(3)ίσχυε, στην προκείμενη περίπτωση, διότι οι πυροσβέστες κλήθηκαν για κατάσβεση πυρκαγιάς, έστω και αν, στη συνέχεια, έγιναν οι φονικές εκρήξεις.
- Δεν μπορούσε, να ευσταθούσε καταδίκη του εφεσείοντα η οποία βασίζεται σε παράλειψη του να πράξει κάτι που είναι αντίθετο με το Νόμο.
- Τόσο η έφεση του Γενικού Εισαγγελέα εναντίον της ποινής όσο και η έφεση του εφεσείοντα εναντίον της ποινής καθίστανται άνευ αντικειμένου. Ποινικές Εφέσεις 145/2013, 157/2013 και 163/
- Ο εφεσείων-κατηγορούμενος 6, Ανδρέας Λοϊζίδης, κρίθηκε ένοχος, από το Κακουργιοδικείο, στις κατηγορίες 183-195 και στις κατηγορίες 196-208 για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών. Ο εφεσείων αμφισβητεί την ορθότητα τόσο της καταδίκης, όσο και της ποινής του, με την έφεση του 145/13 και ο Γενικός Εισαγγελέας αμφισβήτησε την ορθότητα της ποινής, με την έφεση του 157/
- Με την έφεση δε 163/2013 αμφισβήτησε την ορθότητα της απόφασης του Κακουργιοδικείου να αθωώσει τον Ανδρέα Λοϊζίδη από το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με βάση το
- Με την έφεση του ο εφεσείων ισχυρίστηκε ότι λανθασμένα καταδικάστηκε στις 26 προαναφερόμενες κατηγορίες, με βάση το Άρθρο
- Προέβαλε ακόμη, ότι το Κακουργιοδικείο άκουσε μαρτυρία από εξωγενείς παράγοντες. Εισηγήθηκε επίσης αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή ότι ήταν υπερβολική και ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αποφάσισε την αναστολή της. Αποφασίστηκε υπό: Νικολάτου, Π., συμφωνούντος και του Ναθαναήλ, Δ.:
- Τα σχετικά γεγονότα φαίνονται στην απόφαση του Παμπαλλή, Δ., και τα οποία υιοθετήθηκαν εκτός όπου τελούσαν σε αντίθεση με την παρούσα απόφαση.
- Οι κατηγορίες εναντίον του εφεσείοντα ήταν ότι, ενώ ως Διοικητής της ΕΜΑΚ, είχε καθήκον διαφύλαξης της ασφάλειας του προσωπικού και των παρευρισκομένων στη Ναυτική Βάση και πλησίον αυτής, σε περίπτωση κλήσης της ΕΜΑΚ για ανταπόκριση στη Ναυτική Βάση και ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τον κίνδυνο έκρηξης των 98 εμπορευματοκιβωτίων, παράλειψε μεταξύ της 6ης και της 11ης Ιουλίου 2011 να ενεργήσει ώστε να είναι ενήμερα τα μέλη της ΕΜΑΚ για τον κίνδυνο έκρηξης των εμπορευματοκιβωτίων, με αποτέλεσμα την έκρηξη και το θάνατο 13 προσώπων.
- Επιπρόσθετα στον εφεσείοντα (όπως και στον 5ο κατηγορούμενο) αποδιδόταν ότι, υπό τις περιστάσεις, παρέλειψε να δώσει οδηγίες για να απομακρυνθούν όλα τα πρόσωπα από το χώρο των εμπορευματοκιβωτίων σε απόσταση ασφάλειας από αυτά, με αποτέλεσμα την έκρηξη και το θάνατο των 13 προσώπων.
- Καταλογίστηκε στον εφεσείοντα (και τον κατηγορούμενο 5) ότι από τις 6.7.2011, που είχαν ενεργό συμμετοχή στο όλο θέμα, παρέλειψαν να ενημερώσουν τα μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας επίσημα και δη της ΕΜΑΚ, για τον όγκο και το περιεχόμενο του φορτίου, την επικινδυνότητα του και τον ορατό κίνδυνο έκρηξης, παρόλο που γνώριζαν ότι, σε περίπτωση κλήσης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για ανταπόκριση στη Ναυτική Βάση στο Μαρί, η ΕΜΑΚ Κοφίνου θα αναλάμβανε δράση.
- Επιπρόσθετα, όταν στις 11.7.2011 ενημερώθηκαν για τη φωτιά στο φορτίο με τις πυρίτιδες και ότι στη σκηνή μετέβαιναν μέλη της Υπηρεσίας τους, κανείς από τους δύο (εφεσείων και κατηγορούμενος 5) δεν έδωσαν, έγκαιρα, οδηγίες για την απομάκρυνση όλων των προσώπων που βρίσκονταν κοντά στο χώρο των εμπορευματοκιβωτίων.
- Το Κακουργιοδικείο, στους κατη