← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. KENNEDY HOTELS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 156/2015, 18/1/2017

ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. KENNEDY HOTELS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 156/2015, 18/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2017:B9 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ 18 Ιανουαρίου, 2017 [ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ/στές] (Ποινική Έφεση Αρ. 156/2015) ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Εφεσείοντες, ν.

  1. KENNEDY HOTELS LTD,
  2. ΘΗΣΕΑ ΒΑΡΝΑΒΙΔΗ, Εφεσιβλήτων. Δ. Παπαδόπουλος, για τους Εφεσείοντες. Αχ. Αιμιλιανίδης, για τους Εφεσιβλήτους. ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από το Δικαστή Παμπαλλή. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Η εφεσίβλητη εταιρεία 1, είχε κατηγορηθεί ότι λειτουργούσε ξενοδοχείο άνευ αδείας, κατά παράβαση των διατάξεων του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου του 1969 (Ν. 40/69) (?ο Νόμος?). Ο εφεσίβλητος 2, πλέον δύο άλλα άτομα, είχαν κατηγορηθεί στο πλαίσιο του ίδιου κατηγορητηρίου, ότι, υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές της εφεσίβλητης, συνέδραμαν στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος, ήτοι στη λειτουργία ξενοδοχείου άνευ αδείας. Στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας αναφέρεται: ?Οι κατηγορούμενοι 1 κατά ή περί την 24.5.2012 εις την οδό Ρηγαίνης 70 στη Λευκωσία λειτουργούσαν το ξενοδοχείο υπό την ονομασία "HOLIDAY INN NICOSIA CITY CENTRE" άνευ άδειας παρά του Διοικητικού Συμβουλίου του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού.? Μετά τη συμπλήρωση της προσαγωγής της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή, υποβλήθηκε από την υπεράσπιση εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, θέση που έγινε αποδεχτή από το δικαστήριο και οδήγησε στην αθώωση και απαλλαγή τους από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Για σκοπούς πληρέστερης αντίληψης των εγειρόμενων θεμάτων, θα παραθέσουμε το εύρημα του δικαστηρίου επί της προσαχθείσας μαρτυρίας και του τελικού του συμπεράσματος ως προς την ουσία της εισήγησης για αποτυχία απόδειξης, εκ πρώτης όψεως, των κατηγοριών στη βάση του άρθρου 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. ?Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί, χωρίς σε καμία περίπτωση να προβαίνω σε αξιολόγηση αυτής, σημειώνω κατ' αρχήν ότι ουδείς μάρτυρας γνώριζε εάν έχει ουδέποτε στο παρελθόν εκδοθεί άδεια λειτουργίας για το επίδικο ξενοδοχείο. Επίσης, σύμφωνα με τη μαρτυρία, το επίδικο ξενοδοχείο, το οποίο λειτουργεί εδώ και δεκαετίες, τα τελευταία χρόνια δεν έχει άδεια λειτουργίας. Αυτό σημαίνει ότι προηγουμένως είχε; Στο φάκελο δεν υπάρχει ανάκληση της άδειας λειτουργίας, ούτε και από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί συνάγεται κάτι άλλο. Επίσης, έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια επιστολές ανανέωσης της κατάταξης, όπως και επίσης πληρωμές των τελών άδειας λειτουργίας (τα δύο αυτά συνιστούν και τα μόνα προαπαιτούμενα από το Νόμο και τους Κανονισμούς για ανανέωση της άδειας). Δεν έχει κατατεθεί οποιοδήποτε τεκμήριο ούτε και έχει δοθεί μαρτυρία αναφορικά με ανάκληση της άδειας ή αναστολή της (που ούτως ή άλλως, σημειώνω ότι, το ζήτημα αναστολής δεν καλύπτεται από τις λεπτομέρειες αδικήματος). Επίσης, από ότι φαίνεται και μόνο από την όψη του Τεκμηρίου 2, η Κατηγορούσα Αρχή έχει εγκρίνει τις τιμές χρέωσης του επίδικου υποστατικού και εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό.? ?Επομένως, η μαρτυρία που έχει προσφερθεί και τα δεδομένα τα οποία έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, χωρίς να τα αξιολογήσει, δεν είναι τέτοια τα οποία να αποδεικνύουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων καθότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εάν το επίδικο υποστατικό λειτουργεί άνευ αδείας, είτε επειδή ουδέποτε του παραχωρήθηκε άδεια, είτε επειδή η άδεια αυτή ανακλήθηκε. Διαφορετική κατάληξη, συνεπάγεται και τη μετάθεση του βάρους απόδειξης στους κατηγορούμενους συστατικού στοιχείου του αδικήματος.? Η έφεση, εδραζομένη επί πέντε λόγων έφεσης, στρέφεται εναντίον της πιο πάνω απόφασης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης αμφισβητείται η ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης ότι η άδεια λειτουργίας εκδίδεται μια φορά. Στο δεύτερο λόγο έφεσης κρίνεται ως λανθασμένο το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που συνδέεται με τον πρώτο λόγο, ότι η άδεια λειτουργίας έπρεπε ν' ανακληθεί ή ανασταλεί. Η σύνδεση της ανανέωσης της κατάταξης της Ξενοδοχειακής Μονάδας με την άδεια λειτουργίας, προκρίνεται με τον τρίτο λόγο έφεσης, ως λανθασμένη. Στο ίδιο σκεπτικό στηρίζεται και ο τέταρτος λόγος έφεσης που συσχετίζει την επιστολή ανάκλησης με την άδεια λειτουργίας. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο έφεσης θεωρείται λανθασμένη η σημασία που αποδόθηκε πρωτοδίκως στο γεγονός ότι το επίδικο ξενοδοχείο είχε καταταχθεί και υπήρξαν πληρωμές αδειών λειτουργίας. Στη βάση του κοινού τόπου που, επί του προκειμένου, εδράζεται στη νομική θεώρηση της πρωτόδικης απόφασης, ότι η άδεια λειτουργίας του ξενοδοχείου, εκδίδεται άπαξ, θα εξετάσουμε τους λόγους έφεσης σωρευτικά. Στο κατηγορητήριο προσδιορίζεται ότι οι εφεσίβλητοι κατηγορούνται ότι «λειτουργούσαν το ξενοδοχείο». Συνεπώς, το αδίκημα εδράζεται στο άρθρο 23Α
(1)(γ) του Νόμου, όπου αναφέρεται: ?23Α
(1)Πας όστις (α) ... (β) ... (γ) διατηρεί ή λειτουργεί ξενοδοχείον, ... άνευ αδείας λειτουργίας εκδοθείσης, ή .. δυνάμει του άρθρου 8.? Το άρθρο 8 του Νόμου προκαθορίζει το όργανο έκδοσης της άδειας λειτουργίας ήτοι, το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ. Η άδεια εκδίδεται συμφώνως προς τύπους και διαδικασία. Πριν, όμως, εξετάσουμε τη διαδικασία έκδοσης να επισημάνουμε ότι απαιτείται η κατάταξη του ξενοδοχείου στη βάση της παραγράφου 7 του Νόμου. Το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι η ανυπαρξία μαρτυρίας ως προς το κατά πόσο, είχε, ή όχι, εκδοθεί άδεια για το ξενοδοχείο των εφεσιβλήτων, όταν άρχισε να λειτουργεί το 1979, ήταν στοιχείο που εκβαράρθρωσε την κατηγορία. Το σημαντικό, όμως, θέμα που πρέπει να μας απασχολήσει είναι η ουσία της κατηγορίας. Υπήρχε ή όχι άδεια λειτουργίας, την επίδικη περίοδο του 2012, ανεξαρτήτως του αν αυτή εκδόθηκε άπαξ ή έπρεπε να εκδίδεται καινούρια ανά διετία; Την άδεια λειτουργίας την εκδίδει το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ. Οι υπάλληλοι του εν λόγω οργανισμού που εμφανίστηκαν στο δικαστήριο, ανέφεραν με σαφήνεια, και σημειώνεται πρωτοδίκως, ότι δεν υπήρχε άδεια λειτουργίας τα τελευταία 6-8 χρόνια. Ο Μ.Κ.3 προσδιόρισε τη διαδικασία που ακολουθείτο, και τούτο συνάδει τόσο με τον Καν. 4, των περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων (Γενικών Κανονισμών) Κ.Δ.Π. 192/85, όσο και με την επιστολή Τεκ. 11. Υπήρξε ανανέωση της κατατάξεως του ξενοδοχείου των εφεσιβλήτων, πληρώθηκαν τα δικαιώματα, πλην, όμως, υπήρχαν όροι και προϋποθέσεις για την έκδοση της αναγκαίας άδειας λειτουργίας. Κάτι το οποίο, η τήρηση των όρων, δεν έγινε από πλευράς εφεσιβλήτων γι' αυτό και ο μάρτυρας κατέληξε ότι δεν υπήρχε σε ισχύ άδεια λειτουργίας. Η ανυπαρξία άδειας είχε αναφερθεί και από τους Μ.Κ. 1 και 2, επίσης υπαλλήλους του ΚΟΤ. Όπως σημειώνεται και στη νομολογία που επικαλείται το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως πρέπει ν' αποφασιστεί αν στοιχειοθετείται, εκ πρώτης όψεως το αδίκημα, έτσι ώστε να κληθούν οι εφεσίβλητοι να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Η θεώρηση του πράγματος είναι προκαταρκτική. Στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, όπως την παραθέσαμε πιο πάνω, χωρίς βεβαίως αξιολόγηση, είμαστε της γνώμης ότι ικανοποιεί αυτό το νομοθετικό εμπόδιο, που τίθεται από το άρθρο 74
(1)του Κεφ. 155. Πάντοτε αντικειμενικώς κρινόμενη η μαρτυρία, υποδηλεί λειτουργία του συγκεκριμένου ξενοδοχείου, και τούτο χωρίς άδεια, που να είχε εκδοθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ. Τούτα, βέβαια, στην προκαταρκτική θεώρηση, όπως σημειώσαμε. Συνακόλουθα, θεωρούμε ότι η πρωτόδικη απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί και παραμερίζεται. Ενόψει της επιτυχίας της έφεσης η υπόθεση παραπέμπεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με σκοπό τη συμπλήρωση της από τον εκδικάσαντα Δικαστή. Τα έξοδα της έφεσης, ύψους €1.000, επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων. Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας θ' ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της δίκης. Κ. ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ. Δ. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ. Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ. /ΔΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.