ΟΡΕΣΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 4/7/2017
ΟΡΕΣΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 4/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2017:B241 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015) 4 Ιουλίου, 2017 [ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π., ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ/ΣΤΕΣ] (Ποινική Εφεση 12/2015) ΟΡΕΣΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Εφεση 13/2015) ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΙΤΤΗΣ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Εφεση 14/2015) ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΖΑΝΝΕΤΤΟΥ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Εφεση 15/2015) ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΟΥΡΟΥΛΛΑΣ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Εφεση 16/2015) POLLESON HOLDINGS LTD, Εφεσείουσα, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Εφεση 17/2015) ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΣΟΥΡΗΣ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. _ _ _ _ _ _ Μ. Πικής, για τον Εφεσείοντα στην Ποινική Εφεση 12/
- Γ. Παπαϊωάννου, για τον Εφεσείοντα στην Ποινική Εφεση 13/
- Η. Στεφάνου, για τους Εφεσείοντες στις Ποινικές Εφέσεις 14/2015, 15/2015 και 16/
- Γ. Θωμά, για τον Εφεσείοντα στην Ποινική Εφεση 17/
- Ε. Παπαγαπίου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη. _ _ _ _ _ _ ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π: Η απόφαση του Δικαστηρίου επί όλων των εφέσεων είναι ομόφωνη. Στις ποινικές εφέσεις 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015 και 16/2015 η απόφαση θα δοθεί από τον Λιάτσο, Δ. και στην ποινική έφεση 17/2015 η απόφαση θα δοθεί από τον Παρπαρίνο, Δ. _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ.: Οι Εφεσείοντες αντιμετώπισαν ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας (ως κατηγορούμενοι 3, 1, 7, 5, 6 και 2, αντίστοιχα), ένα ευρύ φάσμα κατηγοριών, σοβαρής μορφής, οι οποίες είχαν ως σημείο αναφοράς την ανάπτυξη ακινήτου και την ανέγερση του έργου Aero Center (το έργο), στη Δρομολαξιά, σε συνάρτηση με, κατ΄ ισχυρισμό, καταδολίευση του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (Ταμείο Συντάξεων). Ηταν ο πυρήνας των θέσεων της Κατηγορούσας Αρχής πως, ως αποτέλεσμα συνομωσίας, το έργο παρουσιάστηκε στη Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου Συντάξεων υπερτιμημένο, προς το σκοπό καταδολίευσης του Ταμείου και εξασφάλισης επιπλέον χρηματικού ποσού, από εκείνο που προνοούσε η σχετική προς τούτο συμφωνία ημερομηνίας 25.2.2011, τεκμήριο 4-4Α, η οποία υπεγράφη μεταξύ της εταιρείας Wadnic Trading Ltd και του Ταμείου Συντάξεων. Γύρω από αυτό τον πυρήνα των θέσεων, προέκυψε μια σειρά από έκνομες συμπεριφορές, οι οποίες και αποτέλεσαν το υπόβαθρο στήριξης των κατηγοριών που αντιμετώπισαν οι Εφεσείοντες, ως εμπλεκόμενοι σε συμπεριφορά που καταμαρτυρεί διαφθορά. Στην πορεία της απόφασής μας και σε αναφορά με την εξέταση ξεχωριστά της κάθε έφεσης, θα παρατεθούν και οι κατηγορίες που αφορούν τον κάθε ένα από τους Εφεσείοντες. Στα πλαίσια της πρωτόδικης διαδικασίας, κατέθεσαν συνολικά 73 μάρτυρες, 35 μάρτυρες κατηγορίας και 38 προς υπεράσπιση, συμπεριλαμβανομένων των κατηγορουμένων και εξαιρουμένου του πρώην συγκατηγορούμενου
- Κατατέθηκαν επίσης εκατοντάδες έγγραφα και άλλα τεκμήρια. Αδιαμφισβήτητα η πολυπλοκότητα των γεγονότων και ο μεγάλος αριθμός κατηγοριών, σε συνάρτηση με την όλη νομική διάσταση που τις κάλυπτε, κατέστησε το έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου ιδιαίτερα επίπονο. Το Κακουργιοδικείο - έχοντας στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες και αξιολογώντας τα όσα κατέθεσαν υπό το φως των αρχών που καλύπτουν την εκτίμηση της αξιοπιστίας τους - κατέληξε στην αποδοχή της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη μαρτυρία του ΜΚ5 Νίκου Λίλλη, την οποία αξιολόγησε ως μαρτυρία συνεργού. Τονίζοντας, συναφώς, τη μέγιστη αναγκαιότητα προσεκτικής αποτίμησης της μαρτυρίας αυτής, προχώρησε στην αναζήτηση στοιχείων ενίσχυσής της. Κατέληξε ότι απουσίαζαν οι νομολογιακές προϋποθέσεις για κατάταξη οποιασδήποτε μαρτυρίας υπήρχε ενώπιόν του ως ενισχυτικής. Παρά ταύτα, και έχοντας συνέχεια κατά νουν πως μάρτυρες όπως ο υπό αναφορά θεωρούνται ως κατά τεκμήριο σπιλωμένοι, κατέληξε το Κακουργιοδικείο πως μπορούσε να βασιστεί στη μαρτυρία Λίλλη χωρίς ενίσχυση και με απόλυτη ασφάλεια. Η μαρτυρία του υπό συζήτηση μάρτυρα αποτέλεσε, ουσιαστικά, και το θεμέλιο καταδίκης. Υπό το πρίσμα της πιο πάνω προσέγγισης και ως αποτέλεσμα της αποδοχής των βασικών στοιχείων της μαρτυρίας που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες οι κατηγορίες, πλην τριών, που βάρυναν τον κατηγορούμενο 1 - Εφεσείοντα στην ποινική έφεση 13/2015, Ευστάθιο Κιττή, όλες οι κατηγορίες πλην μίας, που βάρυναν τον κατηγορούμενο 2 - Εφεσείοντα στην ποινική έφεση 17/2015, Χαράλαμπο Τσουρή και όλες οι κατηγορίες πλην μιας που βάρυναν τον κατηγορούμενο 3 - Εφεσείοντα στην ποινική έφεση 12/2015, Ορέστη Βασιλείου. Οι κατηγορούμενοι, 5 - Εφεσείων στην ποινική έφεση 15/2015, 6 - Εφεσείουσα στην ποινική έφεση 16/2015 και 7 - Εφεσείων στην ποινική έφεση 14/2015 κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε μία κατηγορία έκαστος. Οι πρώην συγκατηγορούμενοι 4 και 8 αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν, ως αποτέλεσμα της πρωτόδικης κρίσης ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις εναντίον τους κατηγορίες. Την καταδίκη ακολούθησε η επιβολή ποινών άμεσης φυλάκισης - εξαιρουμένης βεβαίως της ποινής που επιβλήθηκε στην Εφεσείουσα εταιρεία, η οποία ήταν χρηματική, ύψους €300.000 - στις οποίες με λεπτομέρεια θα αναφερθούμε κατά την εξέταση της κάθε έφεσης ξεχωριστά και στην έκταση που οι λόγοι έφεσης κατά της ποινής καλύπτουν. Προτού υπεισέλθουμε στην επιμέρους εξέταση της κάθε έφεσης, υπό το φως των ιδιαίτερων λόγων έφεσης που την καλύπτουν, είναι επιβεβλημένο να ενδιατρίψουμε στις ακόλουθες εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Εφεσειόντων, που σχετίζονται με το σύνολο των εφέσεων και οι οποίες αφορούν κοινούς λόγους έφεσης και καλύπτουν κρίσιμα ζητήματα:
- Το ζήτημα της κατ΄ ισχυρισμόν μη επαρκούς και δέουσας αιτιολόγησης της πρωτόδικης απόφασης και της παράλειψης ανάλυσης των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων.
- Το ζήτημα του, κατ΄ ισχυρισμόν, μεμπτού ανακριτικού έργου το οποίο συναρτάται κατά κύριο λόγο με τις πολυάριθμες τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ ανακριτών και Λίλλη κατά τον κρίσιμο χρόνο των ανακρίσεων.
- Το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ5 Λίλλη, το οποίο συνδέεται άμεσα με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι δεν εντοπίστηκε ενισχυτική μαρτυρία και με την κατάληξη του Κακουργιοδικείου ως προς το άμεμπτο και αψεγάδιαστο του μάρτυρα παρά τις αντιφάσεις και κενά που, κατ΄ ισχυρισμό, καλύπτουν την όλη μαρτυρία του. Η ανάλυση των πιο πάνω εισηγήσεων:
- Η αιτιολόγηση της καταδικαστικής απόφασης (λόγοι έφεσης 8, 9 (έφεση αρ. 12/15), 1 (έφεση αρ. 13/15), 1 (έφεση αρ. 14/15), 1, 4 (έφεση αρ. 15/15 και 16/15) και μέρος των λόγων έφεσης 1, 2, 3, 4 (έφεση αρ. 17/15). Τέθηκε από τους ευπαίδευτους συνήγορους των Εφεσειόντων, ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, κατά παράβαση του ΄Αρθρου 30.2 του Συντάγματος, ήτοι στερείται των συστατικών στοιχείων αιτιολογημένης απόφασης, ως αυτά καθορίστηκαν από πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ηταν η σχετική προσέγγιση των συνηγόρων, ότι το Κακουργιοδικείο απέστη της υποχρέωσής του να απαντήσει σε ουσιώδη επιχειρήματα της υπεράσπισης, δραστικά για τη θεώρηση των επίδικων θεμάτων, παραβιάζοντας έτσι το δικαίωμα δίκαιης δίκης των Εφεσειόντων. Εισηγούνται, μεταξύ άλλων, ότι το Κακουργιοδικείο προχώρησε στην καταδίκη των Εφεσειόντων παραλείποντας να εκθέσει τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο αυτά είχαν αποδειχθεί. Εισηγούνται επίσης, ότι το Κακουργιοδικείο δεν προέβηκε σε συγκεκριμένες διαπιστώσεις ως προς το χρόνο που επεσυνέβησαν κάποιες από τις πράξεις που αποδίδονται στους Εφεσείοντες, παραλείποντας περαιτέρω να συναρτήσει τα ευρήματά του με τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών. Κατ΄ ακολουθία, προωθείται περαιτέρω η θέση ότι η καταδίκη των Εφεσειόντων ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένης, πλημμελούς και αποσπασματικής αξιολόγησης της μαρτυρίας και ότι καίρια επιχειρήματα της υπεράσπισης, επί ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας, δεν απαντήθηκαν με αποτέλεσμα η απόφαση να καθίσταται αναιτιολόγητη. Με τις υπό εξέταση προσεγγίσεις συναρτάται και η εισήγηση ότι η κοινή εκδίκαση όλων των υποθέσεων από το Κακουργιοδικείο, οδήγησε, λανθασμένα, σε συνολική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ιδίως του ΜΚ5, και όχι ξεχωριστή και ανάλογη με τις ανάγκες της κάθε υπόθεσης. Με την επιφύλαξη να ασχοληθούμε, στο αμέσως επόμενο στάδιο, με το ζήτημα της κατ΄ ισχυρισμό εσφαλμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το ΜΚ5, σημειώνουμε τα ακόλουθα ως προς τους λόγους έφεσης που καλύπτουν το ζήτημα της αιτιολογημένης απόφασης: Η δίκαιη δίκη έχει στον πυρήνα της την αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων. Παρέκκλιση από τις επιταγές του ΄Αρθρου 30.2 του Συντάγματος, πλήττει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, καθιστώντας την απόφαση άκυρη. Τα συστατικά στοιχεία αιτιολογημένης απόφασης τέθηκαν σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ορθή αιτιολόγηση θα πρέπει αναπόδραστα να εμπεριέχει προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, σύνοψη της ουσιώδους μαρτυρίας, καθαρή καταγραφή ευρημάτων και σύνδεση της απόφασης με τα επίδικα θέματα, νομικά και πραγματικά. Η καταγραφή των ευρημάτων προκύπτει βεβαίως ως αποτέλεσμα ορθής ανάλυσης της προσαχθείσας μαρτυρίας, χωρίς να αποτελεί υποχρέωση του δικαστηρίου να επαναλάβει το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν του. Είναι επίσης νομολογιακά καθορισμένο ότι είναι αχρείαστη η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της μαρτυρίας καθώς επίσης και η απάντηση σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται και το οποίο βάσιμα κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
- Το ζήτημα της κατ΄ ισχυρισμόν μεμπτότητας του ανακριτικού έργου. (Λόγοι έφεσης 10 (έφεση αρ. 13/15), 6 (έφεση αρ. 14/15) και 8 (εφέσεις αρ. 15/15 και 16/15). Αναφορικά με το ανακριτικό έργο της Αστυνομίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εφεσειόντων εισηγήθηκαν ότι αυτό ήταν σε πολλά σημεία μεμπτό με αποτέλεσμα η ανακριτική διαδικασία να καταστεί μολυσμένη, να επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των Εφεσειόντων και να καταστήσει τη δίκη τους μη δίκαιη. Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Εφεσίβλητης εισηγήθηκε ότι το ανακριτικό έργο διεξήχθη κατά τρόπο υποδειγματικό, όπως συμπέρανε και το πρωτόδικο δικαστήριο στην απόφαση του, και επομένως ότι δεν τίθεται θέμα μόλυνσης της διαδικασίας και δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων των Εφεσειόντων. Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται λόγος για το ανακριτικό έργο, μεταξύ άλλων, στις σελ. 47-61 και 187-
- Το πρωτόδικο δικαστήριο εξετάζει, στις προαναφερόμενες σελ. 47 κ. επ., τις συνθήκες υπό τις οποίες ο ΜΚ5, Νίκος Λίλλης, προέβηκε στις διάφορες ανακριτικές του καταθέσεις, τεκμήρια 60 και 61, και έγγραφα Η-Η
- Το Κακουργιοδικείο, αφού παρατηρεί ότι η εκδοχή του ΜΚ5, όπως αρχικά εκφράστηκε στις πρώτες δύο καταθέσεις, ήταν πολύ διαφορετική από την εκδοχή του στις επόμενες ανακριτικές του καταθέσεις (έγγραφα Η-Η3), προχώρησε στη διατύπωση της θέσης ότι δεν εντόπισε ο,τιδήποτε που να παραπέμπει σε διάθεση ψεύδους ή σε ένδειξη δόλιων κινήτρων από μέρους του Νίκου Λίλλη. Το γεγονός ότι ο Νίκος Λίλλης, αναφερόμενος στις ενέργειες του κατά την 23.9.2013 και στο γεγονός ότι εκείνη την ημερομηνία επισκέφθηκε το Αρχηγείο Αστυνομίας δύο φορές και όχι μόνον μια, όπως είχε αρχικά αφήσει να νοηθεί, και μάλιστα ότι μεταξύ των δύο επισκέψεων μίλησε τηλεφωνικώς αρκετές φορές και με τους ανακριτές του, πριν προχωρήσει στην προσκόμιση του δακτυλογραφημένου κειμένου-εγγράφου Η (σελ. 52 και 53 της απόφασης), το πρωτόδικο δικαστήριο δεν το θεώρησε ως υποστηρίζον την εκδοχή της υπεράσπισης ότι η υπόθεση ήταν «στημένη» και ότι ο Λίλλης ήταν συνεργός σε δόλια ανακριτικά σχέδια για διασυρμό και διαπόμπευση των Εφεσειόντων. Ούτε και η αναφορά του ΜΚ24, Ανακριτή Λευτέρη Κυριάκου, σε μόνο μια επίσκεψη του Λίλλη στο Αρχηγείο της Αστυνομίας στις 23.9.2013 και όχι σε δύο επισκέψεις, όπως στην πραγματικότητα έγινε, δημιουργούσαν οποιανδήποτε αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία της ανακριτικής διαδικασίας, κατά το πρωτόδικο δικαστήριο. Αναφορικά με την αντίφαση ως προς το ποιος συνόδευσε τον Νίκο Λίλλη σε καφετερία της Λευκωσίας το Δεκέμβριο του 2011, κατά πόσο δηλαδή ήταν ο Κώστας Καϊάφας, όπως αρχικά είχε πει ο Λίλλης ή ο Βάσος Κυριάκου, ΜΚ26, όπως στη συνέχεια διευκρίνισε, επιβεβαιωμένος στο σημείο αυτό από το ΜΚ26, το πρωτόδικο δικαστήριο και πάλι απέρριψε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί συμπαιγνίας μεταξύ του Νίκου Λίλλη και των Ανακριτών και περί ύπαρξης «έκνομων συνδιαλλαγών μεταξύ τους» (σελ. 60 της απόφασης). Διερωτήθηκε το Κακουργιοδικείο γιατί αυτά δεν τα ανέφερε ο Νίκος Λίλλης στην κατάθεση του (έγγραφο Η2) την 1.9.2013 αλλά τα ανέφερε στην κατάθεση του (έγγραφο Η3) στις 20.11.
- Θεώρησε ότι αυτά τα γεγονότα δεν δημιουργούσαν οποιανδήποτε υπόνοια για το ανακριτικό έργο, εφόσον ο Νίκος Λίλλης θα μπορούσε να είχε ισχυριστεί ότι πήγε και ασυνόδευτος στην υπό αναφορά καφετερία στην οποία, κατά τον ισχυρισμό του, παρέδωσε ποσό ύψους €100.000 στον κατηγορούμενο 1, Ευστάθιο Κιττή. Για την ανακριτική διεργασία και τους ισχυρισμούς για ύπαρξη ύποπτων συνδιαλλαγών και κινήτρων από μέρους της Αστυνομίας και της Νομικής Υπηρεσίας, το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρεται και στις σελ. 187 κ. επ. της απόφασης του. Κατά το πρωτόδικο δικαστήριο το γεγονός ότι ο Νίκος Λίλλης στις αρχικές δύο καταθέσεις, τεκμήρια 60 και 61, δεν παραδέχθηκε οτιδήποτε αλλά, μετά από συνεννόηση με τον τότε δικηγόρο του, δεσμεύθηκε ότι, με το τέλος της κράτησης του και αφού αφηνόταν ελεύθερος, θα ετοίμαζε γραπτή δήλωση την οποία θα παρέδιδε στην Αστυνομία, δεν δημιουργούσε οποιαδήποτε υπόνοια για παράνομη συνδιαλλαγή. Τίποτε το κατακριτέο δεν προέκυπτε «από τα ανακριτικά τούτα συμβάντα» (σελ. 189), όπως παρατήρησε το Κακουργιοδικείο. Ούτε το γεγονός ότι στις 10.9.2013 ο Λίλλης αφέθηκε τελικά ελεύθερος, μετά από τη σύλληψη και κράτηση του από τις 26.8.2013, ούτε η αυθημερόν (στις 10.9.2013) καταχώριση της Ποινικής Υπόθεσης 10771/13 εναντίον του Λίλλη και της εταιρείας του, αλλά ούτε και η αναστολή της Ποινικής Υπόθεσης 10771/13, αφού ο Λίλλης κατέθεσε ενόρκως ως ΜΚ5 εναντίον των Εφεσειόντων, στην υπό εξέταση διαδικασία δημιουργούσαν κενά στο ανακριτικό έργο. Αυτά τα γεγονότα, καθώς και η «αποδεκτή ανακριτική πρακτική», ο Νίκος Λίλλης να μην κατηγορηθεί γι΄ αυτή την υπόθεση αλλά να δώσει μαρτυρία ως μάρτυρας κατηγορίας, «ποσώς καταδείχνουν» οτιδήποτε το μεμπτό αναφορικά με τις καταθέσεις και τη μαρτυρία του Νίκου Λίλλη, σε πλαίσιο παράνομης, απαράδεκτης και ανήθικης συνεννόησης με τους Αστυνομικούς ανακριτές και τον Γενικό ή Βοηθό Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με απώτερο σκοπό το διασυρμό και την κακόβουλη δίωξη αθώων φυσικών και νομικών προσώπων, όπως εισηγήθηκε η Υπεράσπιση (σελ. 191-193 της απόφασης). Οι κατ΄ ισχυρισμόν ύποπτες συνθήκες καταγραφής της κατάθεσης του Νίκου Λίλλη ως το έγγραφο Η και τα περί ύπαρξης συνδιαλλαγών και άλλων συναφών σε σχέση με αυτή, απορρίφθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο ως αβάσιμα. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το παράτυπο ή το ηθικώς ανάρμοστο στην απόφαση της Κατηγορούσας Αρχής να παράσχει ασυλία δίωξης και να καλέσει ως μάρτυρα κατηγορίας το συνεργό Νίκο Λίλλη και τούτο, ανεξαρτήτως του γεγονότος πως ο Νίκος Λίλλης είχε παραδεχτεί, κατά τη μαρτυρία του, τη διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται άμεσα με εκφάνσεις των επίδικων αδικημάτων (σελ. 195 της απόφασης). Το πρωτόδικο δικαστήριο, στις σελ. 197-201 της απόφασης του, προβαίνει σε σχόλια αναφορικά με το ανακριτικό και διωκτικό έργο, το οποίο χαρακτηρίζει ως δίκαιο, άμεμπτο και απολύτως ικανοποιητικό. Παρατηρεί, συναφώς, ότι οφείλει κανείς να είναι πιο διαλλακτικός και προοδευτικός ως προς το πώς είναι που αποτιμά και διαχειρίζεται τα περί ύπαρξης συμφωνιών, συνδιαλλαγών ή ανταλλαγμάτων μεταξύ ανακρινομένων και ανακριτών (ή και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας), ιδιαίτερα όταν η ανάκριση λαμβάνει χώραν επί συναινετικού επιπέδου και δεν προσβάλλει με οποιονδήποτε τρόπο την ελεύθερη βούληση του ανακρινόμενου, όπως εδώ του Νίκου Λίλλη, ΜΚ5 (σελ. 197 της απόφασης). Η «ωφελιμιστική» προσέγγιση που ακολούθησαν οι ανακριτές αλλά και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, στην παρούσα περίπτωση, ήταν απολύτως παραδεκτή κατά το δίκαιο, εντασσόμενη στο γενικότερο πλαίσιο του πολέμου κατά της διαφθοράς και της διαπλοκής, αδικήματα που εκ προοιμίου και εκ της φύσεως τους παρουσιάζουν, όχι μόνο πολυπλοκότητα αλλά και υψηλό δείκτη δυσκολίας στην εξιχνίαση τους (σελ. 197 της απόφασης). Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν διαπίστωσε την παροχή οποιουδήποτε αθέμιτου ανταλλάγματος προς τον Νίκο Λίλλη για να πει την αλήθεια. Η μαρτυρία του Λίλλη ήταν άθραυστη και ειλικρινής απορρέουσα από την αποφασιστικότητα του να πει όλη την αλήθεια στους ανακριτές και στο δικαστήριο (σελ. 200 της απόφασης). Αναφορικά με την ανακριτική διαδικασία και τη δίκαιη δίκη έχουμε παραπεμφθεί σε Ινδική Νομολογία, η οποία βασίζεται και στο άρθρο 21 του Ινδικού Συντάγματος αλλά και σε γενικές αρχές του Κοινού Δικαίου αναφορικά με τις επιταγές του Κράτους Δικαίου. Υπάρχει γενικά υποχρέωση στις Ανακριτικές Αρχές να διεξάγουν την ανακριτική διαδικασία κατά τρόπο δίκαιο και ηθικά ορθόν (Δέστε: State of Bihar v. P.P. Sharma, AIR 1991, SC 1260). Η ανάκριση θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο δίκαιο, διαφανή και ορθό, απαλλαγμένο από ενστάσιμα στοιχεία, όπως η προκατάληψη, αλλότριο κίνητρο κλπ. Ο ανακριτής θα πρέπει να ενεργεί κατά τρόπον που να αποκλείει την πιθανότητα κατασκευής μαρτυρίας και η αμερόληπτη συμπεριφορά του θα πρέπει να αποκλείει και οποιανδήποτε υποψία ως προς τη γνησιότητα της ανάκρισης. Η ανακριτική διαδικασία πρέπει να είναι έντιμη, δίκαιη, αμερόληπτη και να διεξάγεται σύμφωνα με το Νόμο. Ο σκοπός της ανάκρισης θα πρέπει να είναι η παρουσίαση της αλήθειας ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου (Δέστε: Vinay Tyagi v. Irshad Ali @ Deepak
- Ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), ανέφερε πως ό,τι επίμεμπτο και αν φαίνεται να εκπηγάζει από κάποιες τοποθετήσεις στις οποίες προέβη στην ένορκη τούτη δήλωση, τούτες θα πρέπει να ιδωθούν μέσα από το φακό της εμπιστοσύνης που έδειξε σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς τον τότε δικηγόρο του, Χρίστο Πουτζιουρή (που τη συνέταξε) και ο οποίος τον κάλεσε να την υπογράψει, κάτι που ο μάρτυς έπραξε ασυζητητί και αυθωρεί. Μήτε και από αυτή την περίσταση παράγεται οτιδήποτε που θα μπορούσε ευλόγως να οδηγήσει το μυαλό προς την αίσια κατεύθυνση που επιθυμούν οι δικηγόροι Υπεράσπισης και δη, σε εύρημα ή διαπίστωση, πως ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) «. δεν σέβεται τον όρκο». Όσο και αν κακίζουμε την προχειρότητα και επιπολαιότητα με την οποία προσέγγισε ο μάρτυς το ζήτημα της υπογραφής τής ένορκης του δήλωσης, δεν έχουμε πεισθεί από όσα είδαμε και βιώσαμε κατά την παράθεση της μαρτυρίας του (τα οποία και ζυγίσαμε πρεπόντως), πως η περίπτωση θα πρέπει να σταχυολογηθεί (στην ουσία του τι είναι που εκφράζει), ως ένδειξη ασέβειας προς την ορκοδοτική διεργασία, ή τάσης (και μάλιστα μόνιμης) για ψευδορκία. Δεχόμαστε τις εξηγήσεις που έδωσε απαντώντας σε σχετική αντεξεταστική ερώτηση του κ. Παπαϊωάννου, πως «[δ]είχνει άτομο που δεν σέβεται τον όρκο; Διαφωνώ κάθετα μαζί σας, νομίζω θα ήταν υποβοηθητικό χωρίς να είναι δικαιολογία εάν κάποιοι άνθρωποι χωρίς να φεύγω τις ευθύνες από πάνω μου μας βοηθήσουν και λλίο καλύτερα πας τούντο πράμα, την ώρα που πάεις να κάμεις μια ένορκο δήλωση, εγώ σας λέω ότι ο περισσότερος κόσμος αντιλαμβάνεται ότι εν κάτι τυπικό που γίνεται στα πλαίσια μιας υπεράσπισης 8 στους 10 αυτήν την άποψη θα έχουν. Η θέση μου για το θέμα του όρκου, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αναφέρεστε έχουν να κάνουν με μια ένορκη δήλωση μιας υπεράσπισης σε μια υπόθεση. Αν λέτε ότι ήρθα δαμέ ενόρκως και να αμφισβητήσετε την πίστη μου ή τη θέση μου, εν Αγία εβδομάδα, απατάστε οικτρά. Είμαι εγώ δαμέ μιλώ εγώ και λέω την αλήθεια». Οι συνήγοροι Υπεράσπισης προέταξαν ακόμη ότι ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) δεν ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικώς (και) με την ύπαρξη δανείων της ΑΛΚΗΣ, κάτι που συντείνει και τούτο (κατά την άποψη τους), στην αποδόμηση των θέσεων του μάρτυρα περί της προβαλλόμενης από την Κατηγορούσα Αρχή θέσης ότι η αποπληρωμή των εν λόγω δανείων αποτέλεσε κατ' ουσίαν μια άκρως σημαντική συνιστώσα των φερόμενων εκβιασμών που δέχθηκε ο μάρτυς από τους κατηγορούμενους 7 (Βενιζέλο Ζαννέτο) και 8 (Αντώνη Ιωακείμ). Ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) - και ξανά, πολύ σωστά είναι που εντοπίσθηκε και τούτο στην αγόρευση της Κατηγορούσας Αρχής - ουδέποτε αρνήθηκε την ύπαρξη των εν λόγω δανείων. Ίσα-ίσα, τούτα αποτέλεσαν έρεισμα για πολλές από τις αναφορές του κατά τη μαρτυρία σε σχέση με επιθυμία που είχε να προέβαινε σε σταδιακή τους εξόφληση. Εκείνο που ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), δήλωσε πως δεν γνώριζε και αμφισβητούσε με αξιοπρόσεκτη δυναμικότητα και σθένος ήσαν οι λεπτομέρειες των προβαλλόμενων δανειοδοτήσεων και ειδικότερα το ακριβές του αντικειμένου τους και για το ποιους ακριβώς είναι που αφορούσαν. Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από αυτό. Ποτέ επίσης - και αποκλίνουμε και από τούτη την εισήγηση των δικηγόρων των κατηγορουμένων - ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), δεν αμφισβήτησε τις προσπάθειες που γίνονταν από διάφορους φίλους και παράγοντες της ΑΛΚΗΣ προς εξεύρεση χρημάτων, με στόχο την εξόφληση των δανείων. Το ότι ο μάρτυς δεν έδωσε σχετικές λεπτομέρειες περί αυτών ή φάνηκε να γνωρίζει οτιδήποτε περί σύστασης της ούτω καλουμένης Επιτροπής Εξόφλησης Χρεών, ουδόλως θα μπορούσε να προταχθεί ως αντικειμενικό κριτήριο προς αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του, μια και στην ουσία της, η μαρτυρία του ποσώς αφίσταται από όσα είναι που υποτίθεται πως η φερόμενη αυτή επιτροπή είχε ως δεδηλωμένο αντικειμενικό σκοπό. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα - και για ό,τι τούτο θα μπορούσε να αξίζει - άγνοια περί δημιουργίας μιας τέτοιας επιτροπής (και το σημειώνουμε για να υποδείξουμε την ασυνέπεια στην προβαλλόμενη εκδοχή), εξέφρασε τόσο ο κατηγορούμενος 7 (Βενιζέλος Ζαννέτος), ο οποίος ισχυρίστηκε πως έμαθε περί της επιτροπής, εκ των υστέρων, όσο και ο κατηγορούμενος 8 (Αντώνης Ιωακείμ), που ήξερε μόνο, όπως είπε, για κάποιες σχετικές προσπάθειες που συνέβαιναν επί ατομικού επιπέδου από διάφορους φίλους και παράγοντες της ΑΛΚΗΣ, όχι όμως θεσμοθετημένα υπό τη μορφή μιας Επιτροπής Εξόφλησης Χρεών ως αυτόνομης οντότητας. Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων υπογράμμισαν περιπλέον πως η όλη συμπεριφορά του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) αναφορικώς με τη συνομολόγηση και ευρύτερη διαχείριση των ποδοσφαιρικών συμβολαίων των παικτών της ΑΛΚΗΣ, ήταν παράνομη ή παράτυπη σε βαθμό επηρεαστικό της αξιοπιστίας του μάρτυρα και της τάσης του να παρανομεί (σε αντίθεση με το τι διατράνωνε περί αντιθέτου κατά τη μαρτυρία του). Ούτε και από τούτο εξάγεται κάτι το αξιοπρόσεκτο μια και ο μάρτυς εναργώς είναι που δήλωσε (δίχως να αμφισβητηθεί πάνω σε αυτό κατά την αντεξέταση του), πως όσα έπραττε συνήδαν πλήρως με την ευρύτερα ακολουθούμενη συναφή πρακτική των ποδοσφαιρικών σωματείων κατά τους κρίσιμους εκείνους χρόνους. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και να συζητούσε κανείς πως η γενικώς ακολουθητέα πρακτική δεν θα έπρεπε να προταχθεί ως δικαιολογητική των ενεργειών του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5), τίποτε απολύτως δεν συνάγεται από τη σύμπλευση του μάρτυρα με τα όσα τότε τεκταίνονταν ως συνήθης διεργασία επί του ζητήματος από τους υπόλοιπους ή τους περισσότερους ποδοσφαιρικούς παράγοντες του τόπου. Μια άλλη έκφανση της μαρτυρίας του μάρτυρα που έτυχε σθεναρής αμφισβήτησης κατά τη δίκη, ήταν και εκείνη που αφορούσε στην πληρωμή συνολικού ποσού €300.000, ως δωροδοκίας. Κάποιες πτυχές του θέματος έχουμε ήδη υποδείξει πιο πάνω, υπό άλλο φακό. Για ό,τι ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή, τονίζουμε την αναφορά του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) περί των διεργασιών στις οποίες προέβη για να εξασφαλίσει τα χρήματα της υποτιθέμενης δωροδοκίας σε μετρητά. Ο μάρτυς είπε πως, εάν πράγματι διακατεχόταν από τα αποδιδόμενα σε αυτόν δολερά κίνητρα εναντίον του κατηγορούμενου 1 (Ευστάθιου Κιττή) (όπως και των υπολοίπων), θα μπορούσε πολύ εύκολα όταν ανακρινόταν ή ακόμη και όταν σχεδίαζε (κατά μια γενικότερη εκδοχή των κατηγορουμένων), μαζί με τους ανακριτές τον ευρύτερο ιστό δολοπλοκίας εναντίον των κατηγορουμένων, να έλεγε πως δύο αναλήψεις μετρητών ύψους €150.000 η κάθε μια, που φαίνονται σε καταστάσεις λογαριασμού της Wadnic Trading Ltd για τους μήνες Απρίλιο-Μάιο 2012 (και δεν υπήρξε αμφισβήτηση της θέσης αυτής κατά την αντεξέταση του μάρτυρα), αφορούσαν ακριβώς στην ανάληψη των μετρητών που δόθηκαν στον κατηγορούμενο 1 (Ευστάθιο Κιττή), δίχως να χρειάζεται ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) να καταφεύγει σε ευφάνταστα σενάρια όπως εκείνα που (κατ' ισχυρισμόν) παρέθεσε στους ανακριτές και ενώπιον μας ο εν λόγω μάρτυς. Θέση όμως του τελευταίου ήταν πως οι αναλήψεις αυτές δεν είχαν καμιά απολύτως σχέση με τα επίδικα θέματα. Την αναφερόμενη τοποθέτηση του μάρτυρα (όπως προέκυψε κατά την αντεξέταση του από τον κ. Πική), κρίνουμε χρήσιμο να την παραθέσουμε εδώ αυτούσια διότι θεωρούμε πως αναδεικνύει την παρρησία με την οποία ο μάρτυς κατέθεσε επί του ζητήματος, χωρίς ποσώς να υπονοούμε πως άλλα μέρη της μαρτυρίας του που δεν αποτυπώνουμε εδώ αυτολεξεί, υστερούν καθ' οιονδήποτε τρόπο ανάλογης πειστικότητας ή αξιοπιστίας: «Προφορικά, οφείλω να το πω είμαστε στο Δικαστήριο και πρέπει να λέμε την αλήθεια είπαμε για να είμαι απόλυτα σωστός η ημερομηνία της τελευταίας μου κατάθεσης, στις 20.11.2013 κύριε Πική, στην τελευταία μου κατάθεση, είχα αναφέρει στον κύριο Μαυρομάτη ότι, γιατί με ρώτησε, ότι τις συγκεκριμένες επιταγές, τις άλλαξε ο Μάριος ο Πολυβίου σε μετρητά και μου τις έφερε σε €. Μάλιστα με ρώτησε εκείνος, του ανέφερα μάλιστα ότι εγώ ενημέρωσα και είχα πει στο Μάριο τότε που γίνονται οι έρευνες να πει ότι ήταν σε στερλίνες. Εκείνοι μου είπαν ότι τότε το πίστεψαν, γιατί θεώρησαν ότι τούτα τα χρήματα έδωσα τα σε κάποιο άλλο που τους κατηγορούμενους για να τα πάρει στην Αγγλία και εγώ του είπα, αυτά ήταν τα χρήματα που πήγαν στον Ορέστη και τους είπα όλη την αλήθεια την οποία λέω και τώρα. Εάν προσέξετε τα statement των λογαριασμών μου της Wandic και της Αλκής, θα δείτε σε εκείνο το διάστημα κύριε Πική, στον 5ο του 2012 και τον 4ο του 2012, ανάληψη μετρητών και 150.000 και ξανά 150.000 τα οποία θα μπορούσα κάλλιστα να επικαλεστώ για να πω τη μισή αλήθεια, όχι ήρθα εδώ για να πω όλη την αλήθεια και λέω όλη την αλήθεια. Αυτά ήταν τα γεγονότα και οφείλω να τα πω έστω και εάν παραδέχομαι μέσα σ' αυτό το κομμάτι που επαναλαμβάνω θα μπορούσα να παίξω πελλόν τζιαι να το παρακάμψω και αυτό το κομμάτι, με τον τρόπο που σου είπα». Λόγος πολύς έγινε από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων και για το άτομο που ακολούθησε τελικώς τον Νίκο Λίλλη (ΜΚ5) - κατά την εκδοχή του τελευταίου πάντοτε - στη Λευκωσία για να χρηματίσει τον κατηγορούμενο 1 (Ευστάθιο Κιττή) σε καφετερία της πόλης το Δεκέμβριο
- Οι συνήγοροι με αναφορά σε τοποθέτηση του μάρτυρα στη γραπτή του κατάθεση - Έγγραφο Η, πως τον είχε συνοδεύσει τη μέρα εκείνη στην εν λόγω καφετερία ο Κώστας Καϊάφας (αντί ο Βάσος Κυριάκου [ΜΚ26], όπως επακόλουθα διευκρίνισε ο Νίκος Λίλλης [ΜΚ5] στην ανακριτική του κατάθεση - Έγγραφο Η3), έψεξαν ως ψευδή και αντιφατική την αρχική αναφορά του πως είχε συνοδευθεί από τον Κώστα Καϊάφα. Ο μάρτυς δικαιολόγησε την ανακολουθία λέγοντας πως με τον Κώστα Καϊάφα συχνά είναι που μετέβαινε σε διάφορους τόπους διότι οι δυο τους είναι στενοί φίλοι και συνεργάτες και πως ο μάρτυς νόμιζε ότι πράγματι ήταν μαζί που είχαν μεταβεί στη Λευκωσία τη μέρα εκείνη, δοσμένου πάντοτε πως είχε περάσει και αρκετός καιρός από το συμβάν με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να πει ακριβώς ποιος είναι που πήγε μαζί του. Ο μάρτυς συνέχισε για να πει στη γραπτή κατάθεση - Έγγραφο Η2, πως δεν είχε θεωρήσει τη λεπτομέρεια αυτή ως ουσιώδη επειδή το άτομο που τον είχε συνοδεύσει στην υπό αναφορά καφετερία στη Λευκωσία, έτσι και αλλιώς δεν είχε κατέβει από το αυτοκίνητο για να παραστεί στη συνάντηση με τον κατηγορούμενο 1 (Ευστάθιο Κιττή). Δίχως να λέμε πως ήταν εκ των πραγμάτων άστοχη η προσπάθεια των συνηγόρων Υπεράσπισης να στηριχθούν στην προκύψασα αλλαγή εκδοχής του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) επί του σημείου που αναπτύσσουμε, υποδεικνύουμε πως ως εκ του γεγονότος τούτου και μόνο, δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν τα συμπεράσματα που προτάθηκαν από την Υπεράσπιση και δη, πως ο μάρτυς εψεύσθη ασύστολα ή πως η αναπροσαρμοζόμενη επί του θέματος μαρτυρία του δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι μολύνει και την ποιότητα του συνόλου της μαρτυρίας που έδωσε ενώπιον μας. Οι εξηγήσεις του μάρτυρα ήσαν ειλικρινείς και πειστικές. Είπε για τους λόγους που τον είχαν οδηγήσει στη συνειρμική διαμόρφωση της αρχικής του εντύπωσης και ακολούθως διασαφήνισε αιτιολογημένα και καθαρά, τα αίτια που τον έσπρωξαν στο να διαφοροποιήσει τη θέση του. Το ότι ο μάρτυς είχε αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση - Έγγραφο Η2, πως δεν θεώρησε ως ουσιώδες το ζήτημα τού ποιος πήγε μαζί του κατά την εν λόγω συνάντηση, δεν σημαίνει ότι προκαλεί και οποιοδήποτε κώλυμα στην ικανότητα του να ανακαλέσει στη μνήμη, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, τα όσα είναι που πραγματικώς διαδραματίστηκαν κατά την άποψη του τη μέρα εκείνη του Δεκεμβρίου 2011 και πως η αρχικώς λανθασμένη ανάκληση μνήμης στην οποία προέβη, μολύνει αδηρίτως με υστεροβουλία εκείνη που ακολούθησε. Το θέμα απέκτησε ουσιώδη ανακριτική σημασία στην εξέλιξη των πραγμάτων. Τίποτε το κακό δεν απορρέει από αυτές τις περιστάσεις που περιέγραψε ο μάρτυς, μολονότι ορθώς είναι που έτυχαν, από αντικειμενικής απόψεως, πραγμάτευσης από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων κατά τις αγορεύσεις. Μηδέ και οι ανακριτικοί χειρισμοί επί του ζητήματος θα μπορούσαν σοβαρά να πληγούν μια και αυτοί είναι που τελικώς συνέτειναν στο να αναδειχθεί και καταγραφεί το ζήτημα διά της υποβολής σωστών και ανακριτικών ερωτήσεων. Υπάρχει όμως σε σχέση με την πτυχή αυτή και μια άλλη διάσταση στα πράγματα την οποία πρέπει να παραθέσουμε ανεξαρτήτως της αξιολογικής μας κρίσης περί της αξιοπιστίας του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) επί του ζητήματος με το οποίο καταπιανόμαστε τώρα και τούτη δεν είναι άλλη από τη άποψη των δικηγόρων των κατηγορουμένων περί συμπαιγνίας του μάρτυρα με τους ανακριτές και ύπαρξης έκνομων συνδιαλλαγών μεταξύ τους. Διερωτάται λοιπόν κανείς για ποιο λόγο είναι που ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), δεν αναφέρθηκε στον Βάσο Κυριάκου (ΜΚ26) ευθύς εξαρχής στη γραπτή του κατάθεση - Έγγραφο Η και αντ' αυτού επέλεξε να ονοματίσει ως συνοδό του στη Λευκωσία τον στενό του φίλο Κώστα Καϊάφα. Αναρωτιέται επίσης γιατί είναι που ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), δεν είπε για τον Βάσο Κυριάκου (ΜΚ26) στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης - Έγγραφο Η2 την 1.10.13, αλλά προέβη σε τέτοια αναφορά στις 20.11.13, στην ανακριτική του κατάθεση - Έγγραφο Η3 (με την Αστυνομία να προχωρεί σε λήψη γραπτής κατάθεσης από τον τελευταίο την ίδια μέρα και ώρα, ως το Έγγραφο ΛΓ). Απορεί, συν τοις άλλοις, ο αντικειμενικός παρατηρητής γιατί (αφού περί στημένων ανακρίσεων ο λόγος), οι ανακριτές σε συνεργασία με τον Νίκο Λίλλη (ΜΚ5) να προχωρήσουν και επιλέξουν την κοπιώδη και πλήρη εγγενών κινδύνων επιλογή της προσθήκης στο σκηνοθετημένο αυτό σκηνικό, ψευδομαρτύρων, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα ανάδειξης ουσιωδών ασυνεπειών, αντιφάσεων και άλλων ανακολουθιών κατά τη δίκη μεταξύ των μαρτύρων αυτών και δεν διάλεξαν την πολύ ασφαλέστερη κατά τα πράγματα επιλογή να τοποθετήσουν τον Νίκο Λίλλη (ΜΚ5), ασυνόδευτο στην υπό αναφορά καφετερία, όπως εξάλλου έπραξαν και στην περίπτωση παράδοσης του ποσού ύψους €100.000 προς τον κατηγορούμενο 1 (Ευστάθιο Κιττή), από τον ίδιο μάρτυρα σε καφετερία στη Λάρνακα τον Μάιο
- Κάθε άλλος σχολιασμός επί του σημείου τούτου θεωρούμε, με κάθε ταπεινότητα, πως περιττεύει για απολύτως κατανοητούς λόγους. Δεν νιώθουμε πως επιβάλλεται να επεκταθούμε περισσότερο στα μέρη εκείνα της μαρτυρίας του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) που προκάλεσαν περαιτέρω σχόλια από μέρους των δικηγόρων Υπεράσπισης, επειδή θεωρούμε πως (έχοντας τα ξεψαχνίσει), κανένα από τούτα, έστω και αν γινόταν αποδεκτό στο απόγειο του, θα μπορούσε να οδηγήσει (από μόνο του ή μαζί με άλλα), σε διαφορετική κατάληξη μιαίνοντας έτσι την αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού.» Η νομολογία επί του θέματος της δυνατότητας επέμβασης του Εφετείου στην αξιολόγηση των μαρτύρων από πρωτόδικο δικαστήριο είναι ευθυγραμμισμένη. Λέχθηκαν, σχετικά, τα ακόλουθα στην πρόσφατη απόφαση Παπανδρέας Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση Αρ. 45/2014, ημερ. 5.10.2016, ECLI:CY:AD:2016:B470: «Με δεδομένο ότι τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου βασίζονται κυρίως πάνω στην αξιολόγηση της προφορικής μαρτυρίας που παρουσιάζεται, μπορεί να αποτυπωθεί ως απόσταγμα της όλης σχετικής νομολογίας, ότι το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας και συνακόλουθα της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ανήκει στο πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει, στα πλαίσια της ενώπιόν του ζωντανής διαδικασίας την όλη συμπεριφορά των μαρτύρων. Η εξουσία του Εφετείου για επέμβαση στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, θα πρέπει πάντοτε να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ακριβώς ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο δικαστήριο της άμεσης επαφής με τους μάρτυρες. Ως εκ τούτου, το Εφετείο επεμβαίνει μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου συγκρούονται με την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματά του. Σε σχέση με ζητήματα αντιφάσεων στη μαρτυρία, επέμβαση του Εφετείου χωρεί στην περίπτωση και μόνο όπου αυτές είναι τέτοιας μορφής που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Ως τέτοιες μπορούν να καθορισθούν οι αντιφάσεις οι οποίες, υπό το φως της φύσης της υπόθεσης και του ζητήματος που καλύπτουν, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή φανερώνουν διάθεση καταφυγής στο ψεύδος.» Η αξιολόγηση μαρτυρίας συνεργού λαμβάνει χώραν, κατά πάγια νομολογία, με ύψιστη προσοχή και επιφυλακτικότητα. Μολονότι δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας δικαίου ή πρακτικής, από τον δικαστικό λόγο της απόφασης Zacharia v. The Republic
- Σε μεταγενέστερο στάδιο ο Λίλλης κατέβαλε στον Εφεσείοντα, ως δωροδοκία και πάλι, ποσό ύψους €200.000, το οποίο ο Εφεσείων ζήτησε, στα πλαίσια των παράνομων συνεννοήσεων και διαβουλεύσεων που είχαν, περί τις αρχές του 2012 και όταν συζητείτο μεταξύ Wadnic και Ταμείου Συντάξεων η προοπτική υπογραφής τροποποιητικής συμφωνίας, τεκμήριο
- Το ποσό αυτό καταβλήθηκε σε μετρητά και εξασφαλίστηκε από εξαργύρωση επιταγών της Wadnic από ανταλλακτήριο στη Λάρνακα. Στις αρχές του καλοκαιριού του 2013, όταν άρχισαν να δημοσιοποιούνται κάποια γεγονότα σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση, ο Λίλλης, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Εφεσείοντα Γρηγόρη Σουρουλλά, ο οποίος του ανέφερε ότι ο Εφεσείων (Ορέστης Βασιλείου) ετοίμασε κάποιο έγγραφο προς υπογραφή από τον Λίλλη, ώστε να είναι όλοι καλυμμένοι για τα χρήματα που ο Λίλλης του είχε δώσει. Κάτω από αυτές τις συνεννοήσεις ο Λίλλης υπέγραψε, εκ μέρους της Wadnic, σε σταθμό βενζίνης, που διατηρούσε ο Σουρουλλάς, στη Λάρνακα, δύο ψεύτικα και εικονικά έγγραφα, τα τεκμήρια 65 και
- Την εικονική και πλαστή συμφωνία τεκμήριο 66 υπέγραψε και ο Σουρουλλάς, εκ μέρους της Polleson. Ο Εφεσείων προσβάλλει την εις βάρος του καταδικαστική απόφαση, αλλά και την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, με μια σειρά από λόγους έφεσης: Με τον πρώτο λόγο έφεσης, πλήττεται ως παράνομη, εσφαλμένη και αντισυνταγματική η καταδίκη σε αναφορά με το αδίκημα της εκβίασης, που αφορά στην 25η κατηγορία. Προβάλλεται στην αιτιολογία ότι, με βάση τη μαρτυρία του Λίλλη, την οποία το δικαστήριο έκρινε ως αξιόπιστη, η απειλή έλαβε χώραν πριν από τη θέσπιση του άρθρου 290Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 13.4.
- Συνεπώς, δεν υφίστατο αδίκημα και αξιόποινη πράξη κατά τον ουσιώδη χρόνο. Προβάλλεται, ακόμη, ζήτημα που συμπλέκεται και καλύπτει ουσιαστικά και τον δεύτερο λόγο έφεσης, ότι η εκβίαση και η δωροδοκία δεν συνιστούν έννοιες ταυτόσημες και δεν μπορεί η ίδια πράξη να συνιστά ταυτόχρονα και δωροδοκία και εκβίαση. Προστίθεται δε ότι, από τα ευρήματα του δικαστηρίου προκύπτει ξεκάθαρα ότι η πληρωμή αφορούσε το αδίκημα της δωροδοκίας και όχι της εκβίασης. Με τον τρίτο λόγο έφεσης τίθεται ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο καταδίκασε τον Εφεσείοντα για τα αδικήματα της δωροληψίας από οικείους δημόσιους αξιωματούχους, κατηγορίες 23 και 24 του κατηγορητηρίου, χωρίς να στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των υπό αναφορά αδικημάτων. Επεξηγείται στην αιτιολογία ότι ο όρος δημόσιος αξιωματούχος, όπως απαντάται στον Ν. 23(ΙΙΙ)/2000, δεν καλύπτει την περίπτωση του Εφεσείοντα, αφού τα χρηματικά ποσά της δωροληψίας δεν σχετίζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με την άσκηση ή αποχή από την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Εφεσείοντα ως δημόσιου αξιωματούχου. Πιο συγκεκριμένα, ότι η συντεχνιακή ιδιότητα του Εφεσείοντα δεν περιλαμβάνεται στην έννοια του δημόσιου αξιωματούχου ως αυτή καθορίζεται από τον πιο πάνω νόμο και ότι, η όποια παράνομη συμπεριφορά του Εφεσείοντα, δεν σχετιζόταν με την υψηλόβαθμη θέση που κατείχε στην ΑΤΗΚ και την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, ως προϊσταμένου της υπηρεσίας Cytavision. Ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος έφεσης, εδράζονται σε κοινό υπόβαθρο. Αφορούν τις κατηγορίες της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατηγορίες 27 και 28 επί του κατηγορητηρίου, των €250.000 και €200.000 αντίστοιχα, και προβάλλεται η θέση ότι, εφόσον κριθούν εσφαλμένες οι καταδίκες επί των κατηγοριών 23, 24, 25 και 26 για τους λόγους που αναφέρονται στον τρίτο λόγο έφεσης, αναπόφευκτα καθίστανται και εσφαλμένες οι καταδίκες στις υπό αναφορά κατηγορίες 27 και
- Με τον έκτο λόγο έφεσης και με υπόβαθρο τα όσα προβάλλονται στους προηγούμενους, προσβάλλεται η καταδίκη ως παραβιάζουσα την αρχή του αποδεικτικού βάρους και του τεκμηρίου της αθωότητας. Ο έβδομος λόγος έφεσης αφορά το στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Τίθεται ότι εσφαλμένα κλήθηκε σε απολογία ο Εφεσείων, αφού δεν στοιχειοθετήθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, η δε μαρτυρία ήταν τόσο παράλογη, αντιφατική και στερούμενη πειστικότητας που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί σε αυτή για να καταδικάσει. Με τον όγδοο λόγο έφεσης προωθείται η εισήγηση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αδικαιολόγητη, κατά παράβαση του ΄Αρθρου 30.2 του Συντάγματος. Ο ένατος λόγος έφεσης είναι ιδιαίτερα εκτεταμένος. Διαπερνά όλο το εύρος της πρωτόδικης απόφασης, προκειμένου να εισηγηθεί ότι η καταδίκη του Εφεσείοντα ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένης, πλημμελούς και αποσπασματικής αξιολόγησης της μαρτυρίας. Προβάλλεται επίσης, σε σημείο που αλληλοκαλύπτεται από τον όγδοο λόγο έφεσης, ότι καίρια επιχειρήματα της υπεράσπισης επί ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας δεν απαντήθηκαν από το Κακουργιοδικείο, με αποτέλεσμα η απόφαση να καθίσταται αναιτιολόγητη. Η αιτιολογία του υπό αναφορά λόγου έφεσης περιστρέφεται γύρω από τις θέσεις ότι ήταν εσφαλμένη η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Λίλλη, αλλά και συγκεκριμένων μαρτύρων κατηγορίας, όπως εσφαλμένη ήταν και η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εφεσείοντα και των μαρτύρων υπεράσπισης. Προεκτείνοντας, τίθεται ότι ο τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας ήταν αποσπασματικός και δεν εξετάστηκε σφαιρικά το μαρτυρικό υλικό προτού οδηγηθεί το Κακουργιοδικείο σε συμπεράσματα αξιοπιστίας ενός εκάστου μάρτυρα. Ειδική, εκτεταμένη, αναφορά γίνεται στην περίπτωση του ΜΚ5, Λίλλη, ο οποίος, κατά τον Εφεσείοντα, θα έπρεπε να είχε κριθεί ως αναξιόπιστος, ως αποτέλεσμα των αντιφατικών του δηλώσεων και καταθέσεων και όχι να αξιολογηθεί ως άμεμπτη η μαρτυρία του και ως ασφαλές θεμέλιο για καταδίκη, παρά την απουσία ενίσχυσης της από άλλη, ανεξάρτητη, μαρτυρία. Με τον δέκατο λόγο έφεσης τίθεται ότι το Κακουργιοδικείο, εσφαλμένα και αντισυνταγματικά, αποδέχθηκε την κατάθεση ενός ηλεκτρονικού μηνύματος, τεκμήριο 109, χωρίς τη συγκατάθεση των μερών στην επικοινωνία, καθώς επίσης και ενός βιβλιαρίου προσωπικών σημειώσεων του Εφεσείοντα. Ο ενδέκατος και τελευταίος λόγος έφεσης επί της καταδίκης, έχει ως βάση στήριξης τους προηγούμενους λόγους έφεσης. Κινείται γύρω από τη θέση ότι υπό το πρίσμα του περιεχομένου τους, η καταδίκη του Εφεσείοντα είναι ακροσφαλής και υπάρχει υποβόσκουσα αμφιβολία για την ορθότητά της. Οι λόγοι έφεσης κατά της ποινής, διαχωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Στους δύο πρώτους, που αφορούν την έκδοση διατάγματος δήμευσης της περιουσίας του Εφεσείοντα - όπου προβάλλεται ότι η δήμευση είναι παράνομη και αντισυνταγματική, αφού είναι γενικής μορφής και αφορά ολόκληρη την περιουσία του Εφεσείοντα - και στον τρίτο λόγο έφεσης, μέσω του οποίου τίθεται ότι οι επιβληθείσες ποινές και δη των 9 χρόνων άμεσης φυλάκισης, για τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων των κατηγοριών 27 και 28, είναι έκδηλα υπερβολικές. Κατά το στάδιο της ακρόασης ενώπιόν μας, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα απέσυρε τους δύο πρώτους λόγους έφεσης επί της ποινής και, συνεπώς, παραμένει προς κρίση ο τρίτος και μόνο λόγος. ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ Όπως ήδη λέχθηκε, οι δύο πρώτοι λόγοι έφεσης συμπλέκονται και κινούνται γύρω από τον χρόνο διενέργειας της απειλής που καλύπτει η κατηγορία 25 και την συμβατότητα καταδίκης, τόσο σε σχέση με το αδίκημα της εκβίασης, όσο και σε αναφορά με αυτό της δωροληψίας. Το αδίκημα της εκβίασης, εδράζεται στο άρθρο 290Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 13.4.2011 με το νόμο 56(Ι)/
- Ο πρώτος λόγος έφεσης, σύνοψη του οποίου παραθέσαμε σε προηγούμενο στάδιο, δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Παρά το ότι το Κακουργιοδικείο αναφέρεται σε ενέργειες του Εφεσείοντα που έγιναν μεταξύ Δεκεμβρίου 2010 και Ιανουαρίου 2011 (πριν την έναρξη της ισχύος του άρθρου 290Α), εντούτοις, είναι προφανές ότι καταδίκασε τον Εφεσείοντα για τις ενέργειες του, μεταξύ 13.4.2011 και 2.3.2012, ως δηλαδή διαλάμβαναν οι λεπτομέρειες της κατηγορίας και καθ΄ ον χρόνο το άρθρο 290Α ήταν σε ισχύ. Το αδίκημα της εκβίασης ήταν συνεχές στην προκείμενη περίπτωση και ο εκβιασμός του Εφεσείοντα προς τον ΜΚ5, αν και άρχισε πριν τις 13.4.2011, συνεχίστηκε μέχρι τις 2.3.2012, όταν συντελέστηκε το αδίκημα, με τον χρηματισμό του Εφεσείοντα από τον ΜΚ
- Είναι νομολογημένο ότι ο εκβιασμός συνεχίζεται μέχρι η απαίτηση να σταματήσει και η απειλή να αποσυρθεί (Regina v. Colin Hester and Andrew John Mckray, 2007, 3 WCA, Crim 2127). Στην προκείμενη περίπτωση, η απαίτηση συνεχίστηκε και υλοποιήθηκε μεταξύ 13.4.2011 και 2.3.2012, επομένως δεν παραβιάστηκε η αρχή Nullum crimen Nulla poena sine lege. Όσον αφορά την καταδίκη του Εφεσείοντα και για εκβίαση και για δωροληψία, στη βάση των ίδιων γεγονότων, αυτό είναι επιτρεπτό όταν η εκβίαση συρρέει, στην πραγματικότητα, με τη δωροληψία, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Συμφωνούμε με την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου για την Εφεσίβλητη, ότι τα αδικήματα της εκβίασης και της δωροληψίας δεν αναιρούν το ένα το άλλο. Η εκβίαση θεμελιώθηκε με την απειλή και τον εξαναγκασμό του ΜΚ5 να παραδώσει χρηματικά ποσά στον Εφεσείοντα, ύψους €450.000.- και η δωροληψία συντελέστηκε όταν ο Εφεσείων, με την απαιτούμενη πρόθεση και μετά από απαίτησή του έλαβε το συνολικό ποσό των €450.000.- από τον ΜΚ5, για παράνομο αντάλλαγμα-σκοπό. Κατ΄ ακολουθία και ο υπό κρίση λόγος έφεσης απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τον τρίτο λόγο έφεσης, αποδίδεται ότι το καίριο σφάλμα του Κακουργιοδικείου έγκειται στο γεγονός πως τα χρηματικά ποσά της δωροληψίας δεν σχετίζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με την άσκηση ή αποχή από την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Εφεσείοντα ως δημόσιου λειτουργού. Τίθεται, πιο συγκεκριμένα, ότι η όποια δωροληψία σχετίζεται με τη συντεχνιακή ιδιότητα του Εφεσείοντα και επ΄ ουδενί τρόπω με την άσκηση των αρμοδιοτήτων του ως υπαλλήλου της ΑΤΗΚ και δη ως προϊστάμενου της υπηρεσίας CYTAVISION. Οι κατηγορίες 23 και 24 που καλύπτουν τον υπό κρίση λόγο έφεσης, αφορούν σε δωροληψία κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικού) Νόμου του 2000, Ν. 23(ΙΙΙ)/2000 (η Σύμβαση). Ως προς τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, παρατίθεται ότι ο Εφεσείοντας, ενώ κατείχε υψηλόβαθμη θέση στην ΑΤΗΚ και ήταν γενικός γραμματέας της συντεχνίας των υπαλλήλων του Οργανισμού, έλαβε, κατ΄ απαίτησή του και προς όφελός του, τα χρηματικά ποσά, ως αντάλλαγμα για να μην υποκινήσει την συντεχνία των υπαλλήλων της οποίας ήταν γραμματέας να εναντιωθεί στην επένδυση του Ταμείου Συντάξεων στο επίδικο έργο. Για τους σκοπούς της Σύμβασης ο όρος «δημόσιος αξιωματούχος» «νοείται με αναφορά στον ορισμό της λέξης «αξιωματούχος», «δημόσιος λειτουργός, «δήμαρχος», «υπουργός» ή «δικαστής» ο οποίος δίδεται στο εθνικό δίκαιο του Κράτους στο οποίο το εν λόγω πρόσωπο ασκεί την αρμοδιότητα αυτή και όπως εφαρμόζεται στο ποινικό του δίκαιο.». Κατ΄ ακολουθία, στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154, ερμηνεύεται ως ακολούθως ο όρος «δημόσιος λειτουργός»: "δημόσιος λειτουργός" σημαίνει πρόσωπο που κατέχει οποιοδήποτε από τα πιο κάτω αξιώματα ή που ασκεί τα καθήκοντα που αρμόζουν σε τέτοιο αξίωμα, είτε ως αναπληρωτής ή διαφορετικά, δηλαδή- (α) οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα καθώς και οποιαδήποτε δημόσια θέση, εφόσον την εξουσία να διορίζει ή να παύει στη θέση αυτή έχει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή το Υπουργικό Συμβούλιο ή δημόσια επιτροπή ή συμβούλιο ή (β) οποιαδήποτε θέση, στην οποία κάποιο πρόσωπο διορίζεται ή υποδείχνεται με νόμο ή κατόπι εκλογής ή (γ) οποιαδήποτε δημόσια θέση, εφόσον την εξουσία να διορίζει ή να παύει στη θέση αυτή έχουν πρόσωπο ή πρόσωπα που κατέχουν δημόσιο αξίωμα ή θέση από αυτά που περιλαμβάνονται σε καθεμιά από τις δυο προηγούμενες παραγράφους του ορισμού αυτού ή (δ) οποιαδήποτε θέση διαιτητού ή επιδιαιτητού σε διαιτησία που ασκείται με διαταγή ή με έγκριση Δικαστηρίου ή κατά την εφαρμογή οποιουδήποτε νόμου ο όρος που αναφέρθηκε πιο πάνω περιλαμβάνει περαιτέρω- (i) τα μέλη ερευνητικής επιτροπής, που διορίζονται κατά την εφαρμογή οποιουδήποτε νόμου (ii) όλα τα πρόσωπα που απασχολούνται στην εκτέλεση ενταλμάτων και δικογράφων (iii) όλα τα πρόσωπα που ανήκουν στη στρατιωτική ή την αστυνομική δύναμη της Δημοκρατίας (iv) όλα τα πρόσωπα που υπηρετούν σε κάποιο Κυβερνητικό Τμήμα (v) τους θρησκευτικούς λειτουργούς οποιουδήποτε θρησκευτικού δόγματος, καθόσον αφορά τα καθήκοντα τους που αναφέρονται σε γνωστοποιήσεις μελλοντικών γάμων ή την ιερολογία γάμων, ή τον καταρτισμό ή την τήρηση ληξιαρχικών βιβλίων ή πιστοποιητικών γάμου, γέννησης, βάπτισης, θανάτου, ή ταφής όχι όμως καθόσον αφορά τα υπόλοιπα καθήκοντα τους (vi) πρόσωπα στην υπηρεσία δημοτικής αρχής (vii) τον εκάστοτε κοινοτάρχη και τα μέλη της χωριτικής επιτροπής οποιασδήποτε κοινότητας.» Προέκυψε ως αδιαμφισβήτητο γεγονός μέσα από την όλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ότι ο Εφεσείοντας είχε δικαίωμα εκλογής ως γενικός γραμματέας της Συντεχνίας εκ της θέσεώς του και μόνο, ήτοι ως εργοδοτούμενος στην ΑΤΗΚ. Συνεπώς, υπήρχε άρρηκτη διασύνδεση των δύο ιδιοτήτων του, ως υψηλόβαθμου δηλαδή στελέχους της ΑΤΗΚ και ως, κατόπιν εκλογής, γενικού γραμματέα της μεγαλύτερης συντεχνίας των εργαζομένων στον οργανισμό. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου, ο Εφεσείοντας διέπραξε τα υπό αναφορά αδικήματα «ενώ κατείχε υψηλόβαθμη θέση στην ΑΤΗΚ και ήταν Γενικός Γραμματέας της Συντεχνίας των υπαλλήλων της ΑΤΗΚ, ΕΠΟΕΤ-ΟΗΟ-ΣΕΚ ... ως αντάλλαγμα για να μην υποκινήσει την υπό αναφορά Συντεχνία να εναντιωθεί στην επένδυση του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων της ΑΤΗΚ στο έργο Aero Center.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η δωροληψία συνδεόταν άμεσα με το όλο πλέγμα των αρμοδιοτήτων του Εφεσείοντα ως «δημόσιου αξιωματούχου», εν τη εννοία του νόμου. Καθότι η ιδιότητά του ως δημόσιου λειτουργού - που εμπίπτει στο νοηματικό εύρος του όρου «δημόσιος αξιωματούχος» για τους σκοπούς της Σύμβασης - τεκμηριώνεται λόγω της θέσης που κατείχε, κατόπιν διορισμού του δυνάμει νόμου. Οι λόγοι έφεσης 4 και 5, αφορούν, όπως λέχθηκε, τις κατηγορίες 27 και 28, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και έχουν ως υπόβαθρο τη θέση ότι τυχόν κρίση ως εσφαλμένων των καταδικών επί των κατηγοριών 23, 24, 25 και 26, αναπόφευκτα θα οδηγούσε και στην απόρριψη των εν λόγω κατηγοριών 27 και
- Συνεπώς, η απόρριψη των θέσεων του Εφεσείοντα που καλύπτουν τους λόγους έφεσης οι οποίοι αφορούσαν τα γενεσιουργά αδικήματα, αναπόδραστα οδηγεί και στην απόρριψη των υπό εξέταση λόγων έφεσης 4 και
- Τα όσα καλύπτουν τον έκτο λόγο έφεσης, όπως εντοπίζεται και από την αιτιολογία που τον συνοδεύει, εδράζονται στα όσα έχουν ήδη αποφασισθεί στους λόγους έφεσης που προηγήθηκαν. Η απόρριψή τους, αναπόδραστα, οδηγεί και στην κατάληξη ότι δεν υφίσταται καμία παραβίαση της αρχής του αποδεικτικού βάρους και του τεκμηρίου της αθωότητας. Εκ του περισσού καταγράφουμε ότι το Κακουργιοδικείο (σελίδα 165 της πρωτόδικης απόφασης, αλλά και στο καταληκτικό μέρος σελίδες 244 και 245), έχοντας πλήρη επίγνωση των όσων διέπουν την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία των επιδίκων εγκλημάτων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ανάλογα προσέγγισε την ενώπιόν του μαρτυρία υπό το φως των κατηγοριών που αντιμετώπιζε ο Εφεσείοντας. Ο έβδομος λόγος έφεσης περιστρέφεται γύρω από τη θέση ότι, εσφαλμένα, το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Εφεσείοντα και, συνακόλουθα, τον κάλεσε σε απολογία. Αιτιολογώντας σχετικά, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα έθεσε ότι το Κακουργιοδικείο εσφαλμένα θεώρησε ότι όλες οι σχετικές εισηγήσεις της Υπεράσπισης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αφορούσαν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προεκτείνοντας, εισηγήθηκε ότι, σε ό,τι αφορούσε τις εναντίον του Εφεσείοντα κατηγορίες 25 (εκβίασης), 26 (απειλής), αλλά και 23 και 24 (δωροληψίας), είτε δεν είχαν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως τα συστατικά στοιχεία που τις καλύπτουν, είτε δεν είχε αποδειχθεί η ημερομηνία διάπραξης κάποιων από αυτές, με αποτέλεσμα να προηγήθηκαν της θέσπισης σχετικού νόμου προς ποινικοποίησή τους. Η κατάληξη μας ως προς τους λόγους έφεσης που αφορούν το ζήτημα της εκβίασης και το συνεχές του υπό αναφορά αδικήματος, αλλά και σε ό,τι αφορά την έννοια του δημόσιου λειτουργού, έχει καταλυτικές συνέπειες και εις τον υπό εξέταση λόγο έφεσης. Πέραν τούτων, τα όσα κάλυπταν τα συστατικά στοιχεία των υπό αναφορά αδικημάτων, προέκυψαν ουσιαστικά μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ5, την οποία ορθά το Κακουργιοδικείο αξιολόγησε στο τελικό στάδιο της διαδικασίας, αποφεύγοντας να το πράξει στο πρώϊμο, εκ πρώτης όψεως, στάδιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, ήταν αρκετή, στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η αναφορά και μόνο του Κακουργιοδικείου στο ότι οι εισηγήσεις της πλευράς της Υπεράσπισης περί απόρριψης των κατηγοριών δεν είχαν περιθώρια επιτυχίας και ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Εφεσείοντα, στον απαραίτητο βαθμό που δικαιολογούσε την κλήση του σε απολογία. Τέλος, με τον δέκατο λόγο έφεσης, προβάλλεται, όπως ήδη καταγράψαμε, ότι λανθασμένα και αντισυνταγματικά έγινε αποδεκτή η κατάθεση ενός ηλεκτρονικού μηνύματος, τεκμήριο 109 και ενός βιβλιαρίου προσωπικών σημειώσεων του Εφεσείοντα. Τα υπό αναφορά στοιχεία έγιναν δεκτά προς κατάθεση από το Κακουργιοδικείο, κατά το στάδιο της επανεξέτασης του ΜΚ
- Όπως εντοπίζεται από τα πρακτικά (σελίδες 767-775), η ανάγκη για παρουσίασή τους ως τεκμήρια, προέκυψε ως αποτέλεσμα σχετικής αντεξέτασης του εν λόγω μάρτυρα από την πλευρά των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Εφεσειόντων. Το Κακουργιοδικείο, με σχετική ενδιάμεση απόφασή του (σελίδες 774-775 των πρακτικών), ορθά έκανε δεκτή την παρουσίαση των εν λόγω στοιχείων, δεδομένου ότι αφορούσαν ζήτημα που τέθηκε κατά την αντεξέταση και το οποίο άπτετο της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Επιπρόσθετα, με την ενδιάμεση απόφασή του άφησε ανοικτό, προς απόφανση στο τελικό στάδιο της διαδικασίας, το ζήτημα της πιθανότητας παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης. Δεν εντοπίζουμε ο,τιδήποτε το μεμπτό στην όλη προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Εντέλει, γεγονός ιδιαίτερα καθοριστικό, το Κακουργιοδικείο δεν απέδωσε, στα πλαίσια της τελικής του κρίσης, οιανδήποτε βαρύτητα στα υπό αναφορά έγγραφα, τα οποία δεν συνέδραμαν με οποιοδήποτε τρόπο στην κατάληξη για καταδίκη του Εφεσείοντα. Συνεπώς, θεωρητική και μόνο σημασία ενέχει υπό τις όλες συνθήκες το ζήτημα που καλύπτει ο υπό κρίση λόγος έφεσης. Με βάση τα πιο πάνω η έφεση κατά της καταδίκης απορρίπτεται. ΕΦΕΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Ο λόγος έφεσης που αφορά την ποινή, καλύπτει, τελικά, μόνο την επιβληθείσα ποινή των εννέα χρόνων φυλάκισης για τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων (κατηγορίες 27 και 28). Προβάλλεται ότι η ποινή αυτή δεν είναι μόνο έκδηλα υπερβολική αλλά και εξοντωτική. Εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα ότι αποκλίνει σαφώς από το μέτρο που οριοθετεί η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δημιουργώντας έντονο αίσθημα αδικίας στον Εφεσείοντα. Θέτει, επίσης, ότι το Κακουργιοδικείο δεν έλαβε δεόντως υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής τις καταστροφικές συνέπειες της καταδίκης στην επαγγελματική και προσωπική ζωή του Εφεσείοντα, τις προσωπικές του συνθήκες, ιδιαίτερα κάποια προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, αλλά και το γεγονός ότι είχε εκδοθεί εναντίον του διάταγμα δήμευσης της περιουσίας του, που συνιστά ουσιαστικά χρηματική ποινή. Τέλος, τίθεται ότι δεν αξιολογήθηκε δεόντως η σημασία της αξιόποινης συμπεριφοράς του ΜΚ5 ως μετριαστικού παράγοντα και ότι δεν δικαιολογείται η επιβολή διαφορετικής ποινής σε σχέση με άλλα αδικήματα (της εκβίασης, κατηγορίες 25 και 26) για τα οποία ο νόμος προβλέπει την ίδια ανώτατη ποινή, αλλά ούτε και δικαιολογείται η διαφοροποίηση μεταξύ της ποινής που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα και της επιεικέστερης που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα Στάθη Κιττή, δεδομένης της θέσης που κατείχε ο τελευταίος και του στοιχείου της κατάχρησης εμπιστοσύνης που αναφύεται. Το Κακουργιοδικείο στην πορεία καθορισμού της πρέπουσας ποινής δεν παρέλειψε να σημειώσει την σοβαρότητα των εγκλημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Εφεσείοντες. Συνεκτίμησε, περαιτέρω, τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα όσο και το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων που τέθηκαν ενώπιόν του. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια αποτίμησε υπέρ των Εφεσειόντων και το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να μην κατηγορήσει το Νίκο Λίλλη για το σύνολο των ποινικών αδικημάτων που αυτός παραδέχθηκε ότι τέλεσε. Ελαβε επίσης υπόψη τα εκδοθέντα διατάγματα δήμευσης της περιουσίας. Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας
- Ηταν, στη βάση της, η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους, μεταξύ Οκτωβρίου 2009 και Απριλίου 2012, ο Εφεσείοντας, με την απαιτούμενη πρόθεση και κατά τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, συνωμότησε με τον Λίλλη όπως καταδολιεύσουν το Ταμείο Συντάξεων, παρουσιάζοντας υπερτιμημένο το έργο Aero Center προς τη Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου και ότι ο Εφεσείων, υπό την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και δημοσίου λειτουργού, και με την απαιτούμενη πρόθεση, έλαβε ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΤΗΚ από τον Λίλλη, με τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό, εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, ως αντάλλαγμα επίδειξης θετικής στάσης, προς ολοκλήρωση της επίδικης συμφωνίας μεταξύ Wadnic και Ταμείου Συντάξεων. Το Κακουργιοδικείο, ως απόρροια της αξιολόγησης της προσφερθείσας από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρίας, ιδίως αυτής του ΜΚ5 Λίλλη, κατέληξε στα πιο κάτω ευρήματα: Πριν από την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 25.2.2011, τεκμήριο 4, είχε ξεκινήσει φιλικότατη σχέση μεταξύ Λίλλη και Εφεσείοντα. Στην εξέλιξη της γνωριμίας τους, φίλος του Λίλλη, ο οποίος τους είχε φέρει αρχικά σε επαφή, πληροφόρησε τον Εφεσείοντα πως ο Λίλλης είχε εκδηλώσει και εταιρικό ενδιαφέρον για συνεργασία με την ΑΤΗΚ και ότι η εταιρεία του είχε προτείνει το επίδικο ακίνητο προς το Ταμείο Συντάξεων για σκοπούς επένδυσης. Ο Εφεσείων, ενημέρωσε τον Λίλλη ότι πράγματι το Ταμείο Συντάξεων προέβαινε σε τέτοιου είδους επενδύσεις. Περί των εξελίξεων και των συνεχών συζητήσεων με το Ταμείο, ο Λίλλης ενημέρωνε τον Εφεσείοντα. Γύρω στις αρχές Δεκεμβρίου 2009, σε μία από τις συζητήσεις τους, ο Εφεσείοντας ανέφερε στον Λίλλη ότι ήταν πρόθυμος να βοηθήσει και ο ίδιος και πως γνώριζε για το ενδιαφέρον υψηλά ισταμένων ατόμων περί του συγκεκριμένου, επίδικου, έργου. Γνώριζε επίσης ότι «. μέσα από αυτό το έργο θα εξοφληθούν δάνεια και υποχρεώσεις ανθρώπων που πρέπει να εξοφληθούν, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις, πάντα έτσι γίνεται, εν να χρειαστώ τζιαι εγώ κάποια λεφτά». Ο Λίλλης ρώτησε τον Εφεσείοντα ποιο ήταν το ποσό για το οποίο μιλούσε και ο τελευταίος του είπε ότι «σε πρώτη φάση», το ποσό ήταν γύρω στις €100.
- Στην πορεία της συζήτησης κατέστησε σαφές στο Λίλλη πως « .. οι πρώτες 100.000 και οι δεύτερες 100.000 ήταν υπόψη μου για το πρώτο δίμηνο». Ο Λίλλης ρώτησε τον Εφεσείοντα ως προς το τελικό ύψος του ποσού που θα έπρεπε να πληρώσει και ο τελευταίος απάντησε «. όταν εν να πιάσεις και την προκαταβολή, άλλη καμιά εκατοστή». Τον Δεκέμβριο 2009 ο Λίλλης κατέβαλε προς τον Εφεσείοντα ποσό €100.000 σε μετρητά. Η πρώτη αυτή δωροδοκία έλαβε χώραν στο γραφείο του Λίλλη στη Λάρνακα. Περί τον Νοέμβριο 2011 ο Εφεσείων ζήτησε από τον Λίλλη ακόμα €100.000, στη βάση των διαμειφθέντων μεταξύ τους. Παρά την απαίτηση του Εφεσείοντα να του καταβληθούν επίσης σε μετρητά, ο Λίλλης τον ενημέρωσε ότι υπήρχαν δυσκολίες, λόγω προβλημάτων που άρχισαν να δημιουργούν οι τράπεζες και περιορισμών που είχαν επιβληθεί από την Κεντρική Τράπεζα σε ό,τι αφορούσε στις χρηματικές αναλήψεις. Ως εκ τούτου, στις 25.11.2011, ο Λίλλης εξέδωσε επιταγή της Wadnic για το ποσό των €100.000 με δικαιούχο τον ίδιο, την οποία στη συνέχεια έδωσε στον Εφεσείοντα και ο τελευταίος την κατέθεσε σε λογαριασμό πελατών. Ένα μήνα περίπου αργότερα, ο Εφεσείων πληροφόρησε τον Λίλλη ότι η διαδικασία της δεύτερης αυτής πληρωμής ήταν λανθασμένη και πως η συναλλαγή αυτή θα μπορούσε να εντοπιστεί και να μην υπάρχει δικαιολογία για ποιο λόγο είναι που κατατέθηκαν τα λεφτά στο λογαριασμό πελατών του Εφεσείοντα. Ως εκ τούτου, ενεργώντας ο Εφεσείων με στόχο την όσο το δυνατό καλύτερη συγκάλυψη και απόκρυψη αυτής της συναλλαγής, σε συνεννόηση με τον Λίλλη, επέστρεψε προς τον τελευταίο ποσό €90.000 με κατάθεση σε λογαριασμό της Wadnic, κρατώντας το υπόλοιπο ποσό των €10.000 ως εγγύηση, δήθεν, που σχετιζόταν με κάποια υποτιθέμενη πράξη που αφορούσε σε προφορική συμφωνία πελάτη του. Ο Λίλλης, ανέλαβε να επιστρέψει προς τον Εφεσείοντα το ποσό των €90.000 σε μετρητά την ίδια ή την επόμενη μέρα. Προς τον σκοπό αυτό, εξέδωσε επ΄ ονόματι του (του Λίλλη) επιταγή από τον τραπεζικό λογαριασμό του σωματείου Αλκή, του οποίου ο Λίλλης ήταν πρόεδρος, και ακολούθως την εξαργύρωσε από συνεργατικό ίδρυμα σε μετρητά. Το απόγευμα της ίδιας μέρας παρέδωσε το ποσό αυτό στον Εφεσείοντα, τον οποίο συνάντησε σε καφετέρια στη Λευκωσία. Ας σημειωθεί ότι, πάντα ως εύρημα του Κακουργιοδικείου, το καλοκαίρι του 2013 και ως αποτέλεσμα δημοσίων πλέον παρεμβάσεων του Υπουργού Εσωτερικών Σωκράτη Χάσικου για το θέμα της Δρομολαξιάς, ο Λίλλης μαζί με τον Εφεσείοντα προχώρησαν σε συνομολόγηση ψεύτικης συμφωνίας μεταξύ εταιρείας συμφερόντων του Εφεσείοντα, της Leagros Investment Ltd και της Wadnic, τεκμήριο 64, με βάση την οποία η πρώτη παραχωρούσε προς τη δεύτερη, δήθεν έναντι ανταλλάγματος ύψους €100.000, δικαίωμα αγοράς τεμαχίου γης στο χωριό Σοφτάδες της επαρχίας Λάρνακας. Η εικονική αυτή συμφωνία έγινε προκειμένου να καλυφθεί το ποσό των €100.000 της δεύτερης δωροδοκίας που είχε αρχικά κατατεθεί στο λογαριασμό πελατών του Εφεσείοντα. Όταν, μεταγενέστερα, έλαβε χώραν η τροποποιητική συμφωνία, τεκμήριο 12, της αρχικής συμφωνίας, τεκμήριο 4, ο Εφεσείων ζήτησε από τον Λίλλη, για τους ίδιους λόγους όπως και προηγουμένως, επιπρόσθετο ποσό €100.
- Οντως, τον Μάϊο του 2012, σε καφετέρια της Λάρνακας, ο Λίλλης κατέβαλε το ποσό αυτό στον Εφεσείοντα. Ο Εφεσείων προσβάλλει την εις βάρος του καταδικαστική απόφαση, αλλά και την επιβληθείσα ποινή άμεσης φυλάκισης των οκτώ ετών στην 18η κατηγορία, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με εκτεταμένους λόγους έφεσης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβαλλόταν ότι εσφαλμένα το Κακουργιοδικείο απέρριψε, υποβληθέν, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αίτημα για χωριστή εκδίκαση της υπόθεσης των συγκατηγορουμένων. Θα πρέπει να λεχθεί εξ υπαρχής ότι, κατά τη συζήτηση της ενώπιόν μας έφεσης, διεφάνη ότι δεν αμφισβητήθηκε τελικά η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης για συνεκδίκαση, αλλά προβλήθηκε ο ισχυρισμός, γενικά, ότι η συνεκδίκαση είχε ως αποτέλεσμα την εισαγωγή εκτεταμένης μαρτυρίας και κατέστησε την όλη υπόθεση ιδιαίτερα πολύπλοκη, σε βαθμό που το Κακουργιοδικείο περιέπλεξε τα γεγονότα και οδηγήθηκε σε λανθασμένη προσέγγισή τους. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ουσία του πρώτου λόγου έφεσης, εντάσσεται στα πλαίσια εξέτασης των υπόλοιπων λόγων έφεσης. Αλλωστε, ενώπιον του Εφετείου ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα απέσυρε τόσο αυτόν όσο και τον δεύτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο τέθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα επιλήφθηκε, προσέγγισε και αξιολόγησε, σε ενιαίο πλαίσιο, τη μαρτυρία του βασικού μάρτυρα κατηγορίας Λίλλη και όχι ξεχωριστά για κάθε υπόθεση και για κάθε κατηγορούμενο. Ο τρίτος λόγος έφεσης αφορά στην ενοχή του Εφεσείοντα στην πρώτη κατηγορία. Προβάλλεται ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία ουδόλως είχε καταδείξει οποιαδήποτε συμφωνημένη συμπεριφορά μεταξύ Εφεσείοντα και Λίλλη, ούτε και σύμπτωση στο μυαλό τους για υλοποίηση του κατ΄ ισχυρισμό στο κατηγορητήριο παράνομου σκοπού. Μέσω του τέταρτου λόγου έφεσης πλήττεται, ως εσφαλμένη, η πρωτόδικη κατάληξη περί ενοχής του Εφεσείοντα στις κατηγορίες 4 -
- Προβάλλεται η εισήγηση ότι η διαπίστωση περί συνδρομής του συστατικού στοιχείου του «δημόσιου λειτουργού» σε σχέση με τις πιο πάνω κατηγορίες στερείται της δέουσας αιτιολογίας και ότι είναι, εν πάση περιπτώσει, λανθασμένη. Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η καταδίκη του Εφεσείοντα σε αναφορά με τις κατηγορίες 10, 11 και
- Η αιτιολογία του κινείται γύρω από τη θέση ότι ο Εφεσείων θα έπρεπε να είχε αθωωθεί από το σύνολο των πιο πάνω κατηγοριών λόγω της απουσίας του συστατικού στοιχείου του «δημόσιου αξιωματούχου». Ο έκτος λόγος έφεσης πλήττει ως εσφαλμένη την κατάληξη περί ενοχής του Εφεσείοντα στις κατηγορίες 13, 14 και
- Προβάλλεται, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στον τρίτο λόγο έφεσης, ότι θα έπρεπε να είχε αθωωθεί λόγω απουσίας του συστατικού στοιχείου του όρου «αντιπροσώπου της Δημοκρατίας». Με τον έβδομο λόγο έφεσης πλήττεται, ως εσφαλμένη, η κρίση του Κακουργιοδικείου περί ενοχής του Εφεσείοντα στις κατηγορίες 16 και
- Τίθεται ως αιτιολογία ότι, όπως και να αποτιμηθεί η μαρτυρία Λίλλη, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της πλαστογραφίας, και κατ΄ επέκταση, το αντίστοιχο της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Ο όγδοος λόγος έφεσης αφορά στην κρίση περί ενοχής σε σχέση με την 18η κατηγορία, η οποία αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Στηρίζεται στην, κατ΄ ακολουθία της λογικής, θέση ότι τυχόν αποδοχή των λόγων έφεσης 4, 5 και 6 που αφορούν την ακύρωση της καταδίκης στα αδικήματα δεκασμού, θα έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα και την ακύρωση της καταδίκης στην υπό εξέταση κατηγορία. Μέσω του ένατου λόγου έφεσης πλήττεται, ως εσφαλμένη, η κατάληξη του Κακουργιοδικείου περί της αξιοπιστίας του ΜΚ5 Λίλλη, με αναφορά σε επίμαχα μέρη της μαρτυρίας του και αντιπαραβολή βασικών του θέσεων με αυτές άλλων μαρτύρων. Ο υπό αναφορά λόγος έφεσης, συμπλέκεται με τον δωδέκατο λόγο έφεσης, ο οποίος κινείται γύρω από τη θέση ότι εσφαλμένα το Κακουργιοδικείο κατέληξε ότι θα μπορούσε να βασιστεί και να καταδικάσει, στηριζόμενο στη μαρτυρία Λίλλη χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Κατά παρόμοιο τρόπο πλήττεται, μέσω του δέκατου λόγου έφεσης, ως λανθασμένη, η κατάληξη του Κακουργιοδικείου γύρω από το ζήτημα της αξιοπιστίας των επικεφαλής του ανακριτικού έργου ΜΚ24 και ΜΚ
- Ο λόγος αυτός έφεσης συμπλέκεται με το ζήτημα του άμεμπτου και δίκαιου τρόπου διεξαγωγής του ανακριτικού και διωκτικού έργου. Ο ενδέκατος λόγος έφεσης, επίσης κινείται γύρω από τα ευρήματα περί αξιοπιστίας της μαρτυρίας δύο βασικών μαρτύρων κατηγορίας, των ΜΚ21 και ΜΚ26 αντίστοιχα, οι οποίοι επιβεβαίωσαν σημαντικά στοιχεία της μαρτυρίας του ΜΚ5 Λίλλη. Προβάλλεται ότι οι υπό αναφορά μάρτυρες υπέπεσαν σε αντιφάσεις και ότι το Κακουργιοδικείο θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα προσεκτικό αφού κατέταξε τους εν λόγω μάρτυρες στην κατηγορία «μαρτύρων με δικό τους σκοπό να εξυπηρετήσουν». Με τον τελευταίο λόγο έφεσης επί της καταδίκης, δέκατο τρίτο λόγο, πλήττεται, ως εσφαλμένη, η κατάληξη του Κακουργιοδικείου περί της αναξιοπιστίας του Εφεσείοντα και του μοναδικού μάρτυρα υπεράσπισης. Προβάλλεται ότι η κρίση του δικαστηρίου ήταν αποσπασματική και αποτέλεσμα μικροσκοπ