← Κύπρος

ΟΡΕΣΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 4/7/2017

ΟΡΕΣΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 4/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2017:B241 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015) 4 Ιουλίου, 2017 [ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π., ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ/ΣΤΕΣ] (Ποινική Εφεση 12/2015) ΟΡΕΣΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Εφεση 13/2015) ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΙΤΤΗΣ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Εφεση 14/2015) ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΖΑΝΝΕΤΤΟΥ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Εφεση 15/2015) ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΟΥΡΟΥΛΛΑΣ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Εφεση 16/2015) POLLESON HOLDINGS LTD, Εφεσείουσα, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Εφεση 17/2015) ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΣΟΥΡΗΣ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητης. _ _ _ _ _ _ Μ. Πικής, για τον Εφεσείοντα στην Ποινική Εφεση 12/

  1. Γ. Παπαϊωάννου, για τον Εφεσείοντα στην Ποινική Εφεση 13/
  2. Η. Στεφάνου, για τους Εφεσείοντες στις Ποινικές Εφέσεις 14/2015, 15/2015 και 16/
  3. Γ. Θωμά, για τον Εφεσείοντα στην Ποινική Εφεση 17/
  4. Ε. Παπαγαπίου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη. _ _ _ _ _ _ ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π: Η απόφαση του Δικαστηρίου επί όλων των εφέσεων είναι ομόφωνη. Στις ποινικές εφέσεις 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015 και 16/2015 η απόφαση θα δοθεί από τον Λιάτσο, Δ. και στην ποινική έφεση 17/2015 η απόφαση θα δοθεί από τον Παρπαρίνο, Δ. ­­­_ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ.: Οι Εφεσείοντες αντιμετώπισαν ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας (ως κατηγορούμενοι 3, 1, 7, 5, 6 και 2, αντίστοιχα), ένα ευρύ φάσμα κατηγοριών, σοβαρής μορφής, οι οποίες είχαν ως σημείο αναφοράς την ανάπτυξη ακινήτου και την ανέγερση του έργου Aero Center (το έργο), στη Δρομολαξιά, σε συνάρτηση με, κατ΄ ισχυρισμό, καταδολίευση του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (Ταμείο Συντάξεων). Ηταν ο πυρήνας των θέσεων της Κατηγορούσας Αρχής πως, ως αποτέλεσμα συνομωσίας, το έργο παρουσιάστηκε στη Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου Συντάξεων υπερτιμημένο, προς το σκοπό καταδολίευσης του Ταμείου και εξασφάλισης επιπλέον χρηματικού ποσού, από εκείνο που προνοούσε η σχετική προς τούτο συμφωνία ημερομηνίας 25.2.2011, τεκμήριο 4-4Α, η οποία υπεγράφη μεταξύ της εταιρείας Wadnic Trading Ltd και του Ταμείου Συντάξεων. Γύρω από αυτό τον πυρήνα των θέσεων, προέκυψε μια σειρά από έκνομες συμπεριφορές, οι οποίες και αποτέλεσαν το υπόβαθρο στήριξης των κατηγοριών που αντιμετώπισαν οι Εφεσείοντες, ως εμπλεκόμενοι σε συμπεριφορά που καταμαρτυρεί διαφθορά. Στην πορεία της απόφασής μας και σε αναφορά με την εξέταση ξεχωριστά της κάθε έφεσης, θα παρατεθούν και οι κατηγορίες που αφορούν τον κάθε ένα από τους Εφεσείοντες. Στα πλαίσια της πρωτόδικης διαδικασίας, κατέθεσαν συνολικά 73 μάρτυρες, 35 μάρτυρες κατηγορίας και 38 προς υπεράσπιση, συμπεριλαμβανομένων των κατηγορουμένων και εξαιρουμένου του πρώην συγκατηγορούμενου
  5. Κατατέθηκαν επίσης εκατοντάδες έγγραφα και άλλα τεκμήρια. Αδιαμφισβήτητα η πολυπλοκότητα των γεγονότων και ο μεγάλος αριθμός κατηγοριών, σε συνάρτηση με την όλη νομική διάσταση που τις κάλυπτε, κατέστησε το έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου ιδιαίτερα επίπονο. Το Κακουργιοδικείο - έχοντας στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες και αξιολογώντας τα όσα κατέθεσαν υπό το φως των αρχών που καλύπτουν την εκτίμηση της αξιοπιστίας τους - κατέληξε στην αποδοχή της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη μαρτυρία του ΜΚ5 Νίκου Λίλλη, την οποία αξιολόγησε ως μαρτυρία συνεργού. Τονίζοντας, συναφώς, τη μέγιστη αναγκαιότητα προσεκτικής αποτίμησης της μαρτυρίας αυτής, προχώρησε στην αναζήτηση στοιχείων ενίσχυσής της. Κατέληξε ότι απουσίαζαν οι νομολογιακές προϋποθέσεις για κατάταξη οποιασδήποτε μαρτυρίας υπήρχε ενώπιόν του ως ενισχυτικής. Παρά ταύτα, και έχοντας συνέχεια κατά νουν πως μάρτυρες όπως ο υπό αναφορά θεωρούνται ως κατά τεκμήριο σπιλωμένοι, κατέληξε το Κακουργιοδικείο πως μπορούσε να βασιστεί στη μαρτυρία Λίλλη χωρίς ενίσχυση και με απόλυτη ασφάλεια. Η μαρτυρία του υπό συζήτηση μάρτυρα αποτέλεσε, ουσιαστικά, και το θεμέλιο καταδίκης. Υπό το πρίσμα της πιο πάνω προσέγγισης και ως αποτέλεσμα της αποδοχής των βασικών στοιχείων της μαρτυρίας που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες οι κατηγορίες, πλην τριών, που βάρυναν τον κατηγορούμενο 1 - Εφεσείοντα στην ποινική έφεση 13/2015, Ευστάθιο Κιττή, όλες οι κατηγορίες πλην μίας, που βάρυναν τον κατηγορούμενο 2 - Εφεσείοντα στην ποινική έφεση 17/2015, Χαράλαμπο Τσουρή και όλες οι κατηγορίες πλην μιας που βάρυναν τον κατηγορούμενο 3 - Εφεσείοντα στην ποινική έφεση 12/2015, Ορέστη Βασιλείου. Οι κατηγορούμενοι, 5 - Εφεσείων στην ποινική έφεση 15/2015, 6 - Εφεσείουσα στην ποινική έφεση 16/2015 και 7 - Εφεσείων στην ποινική έφεση 14/2015 κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε μία κατηγορία έκαστος. Οι πρώην συγκατηγορούμενοι 4 και 8 αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν, ως αποτέλεσμα της πρωτόδικης κρίσης ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις εναντίον τους κατηγορίες. Την καταδίκη ακολούθησε η επιβολή ποινών άμεσης φυλάκισης - εξαιρουμένης βεβαίως της ποινής που επιβλήθηκε στην Εφεσείουσα εταιρεία, η οποία ήταν χρηματική, ύψους €300.000 - στις οποίες με λεπτομέρεια θα αναφερθούμε κατά την εξέταση της κάθε έφεσης ξεχωριστά και στην έκταση που οι λόγοι έφεσης κατά της ποινής καλύπτουν. Προτού υπεισέλθουμε στην επιμέρους εξέταση της κάθε έφεσης, υπό το φως των ιδιαίτερων λόγων έφεσης που την καλύπτουν, είναι επιβεβλημένο να ενδιατρίψουμε στις ακόλουθες εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Εφεσειόντων, που σχετίζονται με το σύνολο των εφέσεων και οι οποίες αφορούν κοινούς λόγους έφεσης και καλύπτουν κρίσιμα ζητήματα:
  6. Το ζήτημα της κατ΄ ισχυρισμόν μη επαρκούς και δέουσας αιτιολόγησης της πρωτόδικης απόφασης και της παράλειψης ανάλυσης των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων.
  7. Το ζήτημα του, κατ΄ ισχυρισμόν, μεμπτού ανακριτικού έργου το οποίο συναρτάται κατά κύριο λόγο με τις πολυάριθμες τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ ανακριτών και Λίλλη κατά τον κρίσιμο χρόνο των ανακρίσεων.
  8. Το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ5 Λίλλη, το οποίο συνδέεται άμεσα με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι δεν εντοπίστηκε ενισχυτική μαρτυρία και με την κατάληξη του Κακουργιοδικείου ως προς το άμεμπτο και αψεγάδιαστο του μάρτυρα παρά τις αντιφάσεις και κενά που, κατ΄ ισχυρισμό, καλύπτουν την όλη μαρτυρία του. Η ανάλυση των πιο πάνω εισηγήσεων:
  9. Η αιτιολόγηση της καταδικαστικής απόφασης (λόγοι έφεσης 8, 9 (έφεση αρ. 12/15), 1 (έφεση αρ. 13/15), 1 (έφεση αρ. 14/15), 1, 4 (έφεση αρ. 15/15 και 16/15) και μέρος των λόγων έφεσης 1, 2, 3, 4 (έφεση αρ. 17/15). Τέθηκε από τους ευπαίδευτους συνήγορους των Εφεσειόντων, ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, κατά παράβαση του ΄Αρθρου 30.2 του Συντάγματος, ήτοι στερείται των συστατικών στοιχείων αιτιολογημένης απόφασης, ως αυτά καθορίστηκαν από πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ηταν η σχετική προσέγγιση των συνηγόρων, ότι το Κακουργιοδικείο απέστη της υποχρέωσής του να απαντήσει σε ουσιώδη επιχειρήματα της υπεράσπισης, δραστικά για τη θεώρηση των επίδικων θεμάτων, παραβιάζοντας έτσι το δικαίωμα δίκαιης δίκης των Εφεσειόντων. Εισηγούνται, μεταξύ άλλων, ότι το Κακουργιοδικείο προχώρησε στην καταδίκη των Εφεσειόντων παραλείποντας να εκθέσει τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο αυτά είχαν αποδειχθεί. Εισηγούνται επίσης, ότι το Κακουργιοδικείο δεν προέβηκε σε συγκεκριμένες διαπιστώσεις ως προς το χρόνο που επεσυνέβησαν κάποιες από τις πράξεις που αποδίδονται στους Εφεσείοντες, παραλείποντας περαιτέρω να συναρτήσει τα ευρήματά του με τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών. Κατ΄ ακολουθία, προωθείται περαιτέρω η θέση ότι η καταδίκη των Εφεσειόντων ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένης, πλημμελούς και αποσπασματικής αξιολόγησης της μαρτυρίας και ότι καίρια επιχειρήματα της υπεράσπισης, επί ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας, δεν απαντήθηκαν με αποτέλεσμα η απόφαση να καθίσταται αναιτιολόγητη. Με τις υπό εξέταση προσεγγίσεις συναρτάται και η εισήγηση ότι η κοινή εκδίκαση όλων των υποθέσεων από το Κακουργιοδικείο, οδήγησε, λανθασμένα, σε συνολική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ιδίως του ΜΚ5, και όχι ξεχωριστή και ανάλογη με τις ανάγκες της κάθε υπόθεσης. Με την επιφύλαξη να ασχοληθούμε, στο αμέσως επόμενο στάδιο, με το ζήτημα της κατ΄ ισχυρισμό εσφαλμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το ΜΚ5, σημειώνουμε τα ακόλουθα ως προς τους λόγους έφεσης που καλύπτουν το ζήτημα της αιτιολογημένης απόφασης: Η δίκαιη δίκη έχει στον πυρήνα της την αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων. Παρέκκλιση από τις επιταγές του ΄Αρθρου 30.2 του Συντάγματος, πλήττει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, καθιστώντας την απόφαση άκυρη. Τα συστατικά στοιχεία αιτιολογημένης απόφασης τέθηκαν σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ορθή αιτιολόγηση θα πρέπει αναπόδραστα να εμπεριέχει προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, σύνοψη της ουσιώδους μαρτυρίας, καθαρή καταγραφή ευρημάτων και σύνδεση της απόφασης με τα επίδικα θέματα, νομικά και πραγματικά. Η καταγραφή των ευρημάτων προκύπτει βεβαίως ως αποτέλεσμα ορθής ανάλυσης της προσαχθείσας μαρτυρίας, χωρίς να αποτελεί υποχρέωση του δικαστηρίου να επαναλάβει το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν του. Είναι επίσης νομολογιακά καθορισμένο ότι είναι αχρείαστη η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της μαρτυρίας καθώς επίσης και η απάντηση σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται και το οποίο βάσιμα κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας

(2008)2 ΑΑΔ 486, 534-535). Στην Φούτας ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση 180/2014, ημερ. 3.10.2014, ECLI:CY:AD:2014:B741, λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Στην L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, Πολιτική Εφεση 59/2010, ημερ. 20.6.2014, ECLI:CY:AD:2014:A410 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η δικαστική ανεξαρτησία και το αυτόνομο της δικαστικής κρίσης αφήνουν ευρύ πεδίο επιλογής του τρόπου συγγραφής μιας απόφασης. Η αναδίπλωση, όμως, της δικαστικής σκέψης με λογική αλληλουχία και ορθολογιστική προσέγγιση είναι επιβεβλημένη, ούτως ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος απώλειας του απαιτούμενου ειρμού στη σκέψη του Δικαστηρίου και να αναδύεται με διαύγεια ο δικαστικός λόγος. Ενώ, λοιπόν, η δομή μιας δικαστικής απόφασης εναπόκειται στον ίδιο το Δικαστή, θα πρέπει η τελική αυτή δικαστική κρίση να διαπνέεται από μια λογική συνοχή έκθεσης μαρτυρίας, ανάλυσης και αξιολόγησης και υπαγωγής των ευρημάτων στο ισχύον νομικό καθεστώς (Ανδρέα Κωστάκη Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 646, Δημήτρης Ευσταθίου και Alpha Bank Ltd, Πολιτική Εφεση Αρ. 241/2008, ημερ. 19.7.2012)». Ο τρόπος συγγραφής δικαστικής απόφασης επαφίεται στην κρίση του δικαστή. Ο τρόπος έκφρασης δεν είναι τυποποιημένος και δεδομένου ότι υπάρχουν σε αυτήν τα βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία της αιτιολογημένης απόφασης και δεν διαστρεβλώνεται η εικόνα μέσα από αποσπασματική παράθεση της μαρτυρίας δεν υπάρχει ο,τιδήποτε το επιλήψιμο (Ομηρος Σάββα Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98). Η παράλειψη εκδικάσαντος δικαστηρίου να αναφερθεί σε ουσιαστική μαρτυρία στην απόφασή του δεν είναι αρκετός λόγος για να ακυρωθεί καταδίκη εφεσείοντα (Σωτήρης Γεωργίου Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41). Όπως έχει τονισθεί επανειλημμένα μέσα από τη νομολογία, είναι η αιτιολόγηση της απόφασης που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εγκυρότητας της δικαστικής διεργασίας. Αιτιολόγηση η οποία εδράζεται στην ανάλυση της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Η έκταση δε της ανάλυσης ποικίλλει ανάλογα με το περιεχόμενο της μαρτυρίας και σε αναφορά με τα ουσιαστικά στοιχεία της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης. Κατά κανόνα μια αιτιολογημένη απόφαση πρέπει να περιέχει αφ΄ ενός ανάλυση της μαρτυρίας υπό το φως των επίδικων θεμάτων και διατύπωση συγκεκριμένων ευρημάτων και, αφ΄ ετέρου, σαφή δικαστική απόφαση (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους κα
(1999)2 ΑΑΔ 320). Σε τελική ανάλυση, όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στη Χρίστος Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας, ποινικές εφέσεις 178/2012 και 229/2012, ημερ. 9.7.2014, «μια απόφαση πρέπει να αντικρίζεται σφαιρικά και μακροσκοπικά και όχι αποσπασματικά και υπό το φακό του μικροσκοπίου για να εντοπισθούν αδιόρατες στο γυμνό μάτι νομικές κηλίδες».» Εξετάσαμε με προσοχή τα προβληθέντα ενώπιόν μας επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εφεσειόντων και τα οποία περιστρέφονται γύρω από το υπό εξέταση ζήτημα, έχοντας πάντα κατά νουν τη νομική διάσταση του ζητήματος, τη φύση των κατηγοριών και τα γεγονότα που καλύπτουν την υπό κρίση υπόθεση. Εντοπίζουμε ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση ενυπάρχουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία μιας αιτιολογημένης απόφασης. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα συνακόλουθα ευρήματα του Κακουργιοδικείου αφορούν στα ουσιώδη και αμφισβητούμενα γεγονότα και δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε κενό, ικανό να οδηγήσει σε διαπίστωση παραβίασης της συνταγματικής επιταγής του ΄Αρθρου 30.2 του Συντάγματος ή που να επιδρά στην εγκυρότητα της εφεσιβαλλόμενης απόφασης. Το Κακουργιοδικείο, έχοντας αναμφίβολα δύσκολο έργο να επιτελέσει, δεδομένου του όγκου της μαρτυρίας, του μεγάλου αριθμού κατηγοριών, της πολυπλοκότητας και του ιδιόμορφου των θεμάτων που κάλυπταν την όλη υπόθεση, αξιολόγησε με επάρκεια το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και απάντησε σε όλα τα επίδικα θέματα που ηγέρθηκαν, καθώς επίσης και στις ουσιαστικές εκδοχές των συνηγόρων υπεράσπισης. Η παράλειψη καταγραφής των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων και ιδιαίτερα κάποιων από αυτά, όπως της εκβίασης ή της απειλής, δεν αφαιρεί από το αναγκαίο υπόβαθρο της αιτιολογίας της υπό κρίση δικαστικής απόφασης. Αναμφίβολα, αναλυτική παράθεση των συστατικών στοιχείων θα καθιστούσε πιο κατανοητή την απόφαση και θα συνέτεινε στην ευκολότερη παρακολούθηση της δικαστικής κατάληξης ως προς την τελική διάγνωση της ποινικής ευθύνης. Εν τέλει, όμως, σημαντικό, καθοριστικό και απαρέγκλιτα ουσιώδες στοιχείο, ήταν η νομικά ορθή αξιολόγηση της μαρτυρίας και η υπαγωγή των ευρημάτων στο ισχύον νομικό καθεστώς και όχι αυτή καθ΄ αυτή η καταγραφή των συστατικών στοιχείων των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν οι Εφεσείοντες. Ταυτόσημα, η συνεκδίκαση όλων των υποθέσεων ήταν επιβεβλημένη, δεδομένων των κοινών θεμάτων και της ενιαίας βάσης γεγονότων που τις κάλυπταν. Τελικά, η συνολική - ενιαία αξιολόγηση της μαρτυρίας, σφαιρικά και σε αντιπαραβολή με τις θέσεις υπεράσπισης και το όλο μαρτυρικό υλικό, ήταν όχι μόνο επιθυμητή, αλλά και η μόνη ορθή επιλογή.
  1. Το ζήτημα της κατ΄ ισχυρισμόν μεμπτότητας του ανακριτικού έργου. (Λόγοι έφεσης 10 (έφεση αρ. 13/15), 6 (έφεση αρ. 14/15) και 8 (εφέσεις αρ. 15/15 και 16/15). Αναφορικά με το ανακριτικό έργο της Αστυνομίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εφεσειόντων εισηγήθηκαν ότι αυτό ήταν σε πολλά σημεία μεμπτό με αποτέλεσμα η ανακριτική διαδικασία να καταστεί μολυσμένη, να επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των Εφεσειόντων και να καταστήσει τη δίκη τους μη δίκαιη. Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Εφεσίβλητης εισηγήθηκε ότι το ανακριτικό έργο διεξήχθη κατά τρόπο υποδειγματικό, όπως συμπέρανε και το πρωτόδικο δικαστήριο στην απόφαση του, και επομένως ότι δεν τίθεται θέμα μόλυνσης της διαδικασίας και δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων των Εφεσειόντων. Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται λόγος για το ανακριτικό έργο, μεταξύ άλλων, στις σελ. 47-61 και 187-
  2. Το πρωτόδικο δικαστήριο εξετάζει, στις προαναφερόμενες σελ. 47 κ. επ., τις συνθήκες υπό τις οποίες ο ΜΚ5, Νίκος Λίλλης, προέβηκε στις διάφορες ανακριτικές του καταθέσεις, τεκμήρια 60 και 61, και έγγραφα Η-Η
  3. Το Κακουργιοδικείο, αφού παρατηρεί ότι η εκδοχή του ΜΚ5, όπως αρχικά εκφράστηκε στις πρώτες δύο καταθέσεις, ήταν πολύ διαφορετική από την εκδοχή του στις επόμενες ανακριτικές του καταθέσεις (έγγραφα Η-Η3), προχώρησε στη διατύπωση της θέσης ότι δεν εντόπισε ο,τιδήποτε που να παραπέμπει σε διάθεση ψεύδους ή σε ένδειξη δόλιων κινήτρων από μέρους του Νίκου Λίλλη. Το γεγονός ότι ο Νίκος Λίλλης, αναφερόμενος στις ενέργειες του κατά την 23.9.2013 και στο γεγονός ότι εκείνη την ημερομηνία επισκέφθηκε το Αρχηγείο Αστυνομίας δύο φορές και όχι μόνον μια, όπως είχε αρχικά αφήσει να νοηθεί, και μάλιστα ότι μεταξύ των δύο επισκέψεων μίλησε τηλεφωνικώς αρκετές φορές και με τους ανακριτές του, πριν προχωρήσει στην προσκόμιση του δακτυλογραφημένου κειμένου-εγγράφου Η (σελ. 52 και 53 της απόφασης), το πρωτόδικο δικαστήριο δεν το θεώρησε ως υποστηρίζον την εκδοχή της υπεράσπισης ότι η υπόθεση ήταν «στημένη» και ότι ο Λίλλης ήταν συνεργός σε δόλια ανακριτικά σχέδια για διασυρμό και διαπόμπευση των Εφεσειόντων. Ούτε και η αναφορά του ΜΚ24, Ανακριτή Λευτέρη Κυριάκου, σε μόνο μια επίσκεψη του Λίλλη στο Αρχηγείο της Αστυνομίας στις 23.9.2013 και όχι σε δύο επισκέψεις, όπως στην πραγματικότητα έγινε, δημιουργούσαν οποιανδήποτε αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία της ανακριτικής διαδικασίας, κατά το πρωτόδικο δικαστήριο. Αναφορικά με την αντίφαση ως προς το ποιος συνόδευσε τον Νίκο Λίλλη σε καφετερία της Λευκωσίας το Δεκέμβριο του 2011, κατά πόσο δηλαδή ήταν ο Κώστας Καϊάφας, όπως αρχικά είχε πει ο Λίλλης ή ο Βάσος Κυριάκου, ΜΚ26, όπως στη συνέχεια διευκρίνισε, επιβεβαιωμένος στο σημείο αυτό από το ΜΚ26, το πρωτόδικο δικαστήριο και πάλι απέρριψε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί συμπαιγνίας μεταξύ του Νίκου Λίλλη και των Ανακριτών και περί ύπαρξης «έκνομων συνδιαλλαγών μεταξύ τους» (σελ. 60 της απόφασης). Διερωτήθηκε το Κακουργιοδικείο γιατί αυτά δεν τα ανέφερε ο Νίκος Λίλλης στην κατάθεση του (έγγραφο Η2) την 1.9.2013 αλλά τα ανέφερε στην κατάθεση του (έγγραφο Η3) στις 20.11.
  4. Θεώρησε ότι αυτά τα γεγονότα δεν δημιουργούσαν οποιανδήποτε υπόνοια για το ανακριτικό έργο, εφόσον ο Νίκος Λίλλης θα μπορούσε να είχε ισχυριστεί ότι πήγε και ασυνόδευτος στην υπό αναφορά καφετερία στην οποία, κατά τον ισχυρισμό του, παρέδωσε ποσό ύψους €100.000 στον κατηγορούμενο 1, Ευστάθιο Κιττή. Για την ανακριτική διεργασία και τους ισχυρισμούς για ύπαρξη ύποπτων συνδιαλλαγών και κινήτρων από μέρους της Αστυνομίας και της Νομικής Υπηρεσίας, το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρεται και στις σελ. 187 κ. επ. της απόφασης του. Κατά το πρωτόδικο δικαστήριο το γεγονός ότι ο Νίκος Λίλλης στις αρχικές δύο καταθέσεις, τεκμήρια 60 και 61, δεν παραδέχθηκε οτιδήποτε αλλά, μετά από συνεννόηση με τον τότε δικηγόρο του, δεσμεύθηκε ότι, με το τέλος της κράτησης του και αφού αφηνόταν ελεύθερος, θα ετοίμαζε γραπτή δήλωση την οποία θα παρέδιδε στην Αστυνομία, δεν δημιουργούσε οποιαδήποτε υπόνοια για παράνομη συνδιαλλαγή. Τίποτε το κατακριτέο δεν προέκυπτε «από τα ανακριτικά τούτα συμβάντα» (σελ. 189), όπως παρατήρησε το Κακουργιοδικείο. Ούτε το γεγονός ότι στις 10.9.2013 ο Λίλλης αφέθηκε τελικά ελεύθερος, μετά από τη σύλληψη και κράτηση του από τις 26.8.2013, ούτε η αυθημερόν (στις 10.9.2013) καταχώριση της Ποινικής Υπόθεσης 10771/13 εναντίον του Λίλλη και της εταιρείας του, αλλά ούτε και η αναστολή της Ποινικής Υπόθεσης 10771/13, αφού ο Λίλλης κατέθεσε ενόρκως ως ΜΚ5 εναντίον των Εφεσειόντων, στην υπό εξέταση διαδικασία δημιουργούσαν κενά στο ανακριτικό έργο. Αυτά τα γεγονότα, καθώς και η «αποδεκτή ανακριτική πρακτική», ο Νίκος Λίλλης να μην κατηγορηθεί γι΄ αυτή την υπόθεση αλλά να δώσει μαρτυρία ως μάρτυρας κατηγορίας, «ποσώς καταδείχνουν» οτιδήποτε το μεμπτό αναφορικά με τις καταθέσεις και τη μαρτυρία του Νίκου Λίλλη, σε πλαίσιο παράνομης, απαράδεκτης και ανήθικης συνεννόησης με τους Αστυνομικούς ανακριτές και τον Γενικό ή Βοηθό Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με απώτερο σκοπό το διασυρμό και την κακόβουλη δίωξη αθώων φυσικών και νομικών προσώπων, όπως εισηγήθηκε η Υπεράσπιση (σελ. 191-193 της απόφασης). Οι κατ΄ ισχυρισμόν ύποπτες συνθήκες καταγραφής της κατάθεσης του Νίκου Λίλλη ως το έγγραφο Η και τα περί ύπαρξης συνδιαλλαγών και άλλων συναφών σε σχέση με αυτή, απορρίφθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο ως αβάσιμα. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το παράτυπο ή το ηθικώς ανάρμοστο στην απόφαση της Κατηγορούσας Αρχής να παράσχει ασυλία δίωξης και να καλέσει ως μάρτυρα κατηγορίας το συνεργό Νίκο Λίλλη και τούτο, ανεξαρτήτως του γεγονότος πως ο Νίκος Λίλλης είχε παραδεχτεί, κατά τη μαρτυρία του, τη διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται άμεσα με εκφάνσεις των επίδικων αδικημάτων (σελ. 195 της απόφασης). Το πρωτόδικο δικαστήριο, στις σελ. 197-201 της απόφασης του, προβαίνει σε σχόλια αναφορικά με το ανακριτικό και διωκτικό έργο, το οποίο χαρακτηρίζει ως δίκαιο, άμεμπτο και απολύτως ικανοποιητικό. Παρατηρεί, συναφώς, ότι οφείλει κανείς να είναι πιο διαλλακτικός και προοδευτικός ως προς το πώς είναι που αποτιμά και διαχειρίζεται τα περί ύπαρξης συμφωνιών, συνδιαλλαγών ή ανταλλαγμάτων μεταξύ ανακρινομένων και ανακριτών (ή και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας), ιδιαίτερα όταν η ανάκριση λαμβάνει χώραν επί συναινετικού επιπέδου και δεν προσβάλλει με οποιονδήποτε τρόπο την ελεύθερη βούληση του ανακρινόμενου, όπως εδώ του Νίκου Λίλλη, ΜΚ5 (σελ. 197 της απόφασης). Η «ωφελιμιστική» προσέγγιση που ακολούθησαν οι ανακριτές αλλά και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, στην παρούσα περίπτωση, ήταν απολύτως παραδεκτή κατά το δίκαιο, εντασσόμενη στο γενικότερο πλαίσιο του πολέμου κατά της διαφθοράς και της διαπλοκής, αδικήματα που εκ προοιμίου και εκ της φύσεως τους παρουσιάζουν, όχι μόνο πολυπλοκότητα αλλά και υψηλό δείκτη δυσκολίας στην εξιχνίαση τους (σελ. 197 της απόφασης). Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν διαπίστωσε την παροχή οποιουδήποτε αθέμιτου ανταλλάγματος προς τον Νίκο Λίλλη για να πει την αλήθεια. Η μαρτυρία του Λίλλη ήταν άθραυστη και ειλικρινής απορρέουσα από την αποφασιστικότητα του να πει όλη την αλήθεια στους ανακριτές και στο δικαστήριο (σελ. 200 της απόφασης). Αναφορικά με την ανακριτική διαδικασία και τη δίκαιη δίκη έχουμε παραπεμφθεί σε Ινδική Νομολογία, η οποία βασίζεται και στο άρθρο 21 του Ινδικού Συντάγματος αλλά και σε γενικές αρχές του Κοινού Δικαίου αναφορικά με τις επιταγές του Κράτους Δικαίου. Υπάρχει γενικά υποχρέωση στις Ανακριτικές Αρχές να διεξάγουν την ανακριτική διαδικασία κατά τρόπο δίκαιο και ηθικά ορθόν (Δέστε: State of Bihar v. P.P. Sharma, AIR 1991, SC 1260). Η ανάκριση θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο δίκαιο, διαφανή και ορθό, απαλλαγμένο από ενστάσιμα στοιχεία, όπως η προκατάληψη, αλλότριο κίνητρο κλπ. Ο ανακριτής θα πρέπει να ενεργεί κατά τρόπον που να αποκλείει την πιθανότητα κατασκευής μαρτυρίας και η αμερόληπτη συμπεριφορά του θα πρέπει να αποκλείει και οποιανδήποτε υποψία ως προς τη γνησιότητα της ανάκρισης. Η ανακριτική διαδικασία πρέπει να είναι έντιμη, δίκαιη, αμερόληπτη και να διεξάγεται σύμφωνα με το Νόμο. Ο σκοπός της ανάκρισης θα πρέπει να είναι η παρουσίαση της αλήθειας ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου (Δέστε: Vinay Tyagi v. Irshad Ali @ Deepak
(2013)
(5)SCC 762). Σε περίπτωση ελαττωματικής ανακριτικής διαδικασίας το δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογεί τη μαρτυρία με καχυποψία και να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην ανεύρεση της αλήθειας. Η επιταγή για δίκαιη ανάκριση πηγάζει από την εφαρμογή των κανόνων του Κράτους Δικαίου (Δέστε: Manu Sharma v. State (NCT of Delhi)
(2010)6 SCC 1). Στην προκείμενη περίπτωση, είναι προφανές ότι υπήρξαν συνδιαλλαγές μεταξύ του ΜΚ5, Νίκου Λίλλη, και των Ανακριτικών Αρχών, στο στάδιο που ο Λίλλης έδινε τις αρχικές καταθέσεις του (τεκμήρια 60 και 61) αλλά και τις μετέπειτα, ενοχοποιητικές για τους Εφεσείοντες, καταθέσεις του (τεκμήρια Η-Η3). Είναι παραδεκτόν ότι, τουλάχιστον στις 23.9.2013, ημερομηνία κατά την οποίαν ο Λίλλης παρέδωσε το σημαντικό έγγραφο Η στην Αστυνομία, είχε επανειλημμένες τηλεφωνικές συνομιλίες με τους ανακριτές. Για το συγκεκριμένο σκοπό επισκέφθηκε το Αρχηγείο της Αστυνομίας δύο φορές και είναι μετά από τις συνομιλίες με τους ανακριτές που, στη δεύτερη του επίσκεψη, παρέδωσε το τεκμήριο Η. Είναι επίσης γεγονός ότι ο ανακριτής Λευτέρης Κυριάκου, ΜΚ24, δεν ανέφερε στη μαρτυρία του στο δικαστήριο για τις δύο επισκέψεις του Λίλλη στο Αρχηγείο της Αστυνομίας την ημέρα εκείνη. Είναι ακόμα σαφές ότι ο Λίλλης συνεννοήθηκε με τις Αστυνομικές και Ανακριτικές Αρχές ότι αν αφηνόταν ελεύθερος, μετά την αρχική του σύλληψη και κράτηση, θα προέβαινε σε κατάθεση στην Αστυνομία και θα έλεγε «την αλήθεια», την οποίαν είχε αποκρύψει στις πρώτες δύο καταθέσεις, τεκμήρια 60 και 61. Τελικά, αφέθηκε ελεύθερος και προέβηκε σε ενοχοποιητική κατάθεση για τους Εφεσείοντες. Ταυτόχρονα καταχωρήθηκε και ποινική υπόθεση εναντίον του, η οποία όμως ανεστάλη όταν ο Λίλλης έδωσε ενοχοποιητική μαρτυρία για τους νυν Εφεσείοντες ενώπιον του δικαστηρίου. Παράλληλα ο Λίλλης, συνεργός στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, έτυχε ασυλίας στην υπόθεση αυτή, με τη μη δίωξη του και την κλήση του ως ΜΚ5, ως κύριου δηλαδή και ουσιαστικού μάρτυρα κατηγορίας εναντίον των Εφεσειόντων. Όπως τονίστηκε και στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, η αμετάβλητη συνισταμένη των ανακριτικών αρχών, κατά τη διαλεύκανση του εγκλήματος, πρέπει να είναι η αναζήτηση της αλήθειας. Στην προκείμενη περίπτωση, παρά τις προαναφερόμενες συνδιαλλαγές και διευθετήσεις μεταξύ ανακριτικών αρχών και ΜΚ5, δεν διαπιστώσαμε ότι οι ανακριτικές αρχές παρέβησαν το καθήκον τους για αναζήτηση της αλήθειας, ή ότι η ανακριτική διαδικασία ήταν ελαττωματική. Προσθέτουμε επίσης ότι μέσα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου ως προς το περιεχόμενο των επανειλημμένων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μεταξύ ανακριτών και Λίλλη, δεν διαφάνηκε ο,τιδήποτε το μεμπτό. Σκοπός δεν ήταν η κατασκευή μαρτυρίας, αλλά η αναζήτηση της αλήθειας μέσω της σφαιρικής παράθεσης και διευκρίνισης του όλου πλέγματος των σημαντικών για την υπόθεση γεγονότων. Θεωρούμε ότι, ο,τιδήποτε έπραξαν οι ανακριτικές αρχές είχε ως σκοπό την ανεύρεση της αλήθειας και την, κατά τρόπο δίκαιο, προσαγωγή των ενόχων ενώπιον της δικαιοσύνης. Επομένως τα σχετικά ευρήματα και κατάληξη του Κακουργιοδικείου ήταν ορθά. 3. Το ζήτημα της όλης αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ5, Λίλλη (λόγοι έφεσης 9 (έφεση αρ. 12/15), 9, 12 (έφεση αρ. 13/15), 2, 4 και 5 (έφεση αρ. 14/15) και 4, 5 και 6 (έφεση αρ. 15/15 και 16/15). Όπως έχει ήδη λεχθεί στα αρχικά στάδια της απόφασης, η μαρτυρία του Λίλλη αποτέλεσε, ουσιαστικά, και το θεμέλιο της καταδίκης. Αξιολογήθηκε από το Κακουργιοδικείο ως μαρτυρία συνεργού και κρίθηκε στέρεη και ικανή να οδηγήσει σε καταδίκη των Εφεσειόντων, στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Υπό το φως των δεδομένων αυτών, προβάλλει ως απόλυτα φυσιολογική η προσπάθεια της πλευράς των Εφεσειόντων να πλήξει, ως μεμπτή, την αξιολόγηση της υπό αναφορά μαρτυρίας εκ μέρους του πρωτόδικου δικαστηρίου. Η όλη προσέγγιση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Εφεσειόντων καλύπτει ένα ιδιαίτερα εκτεταμένο φάσμα ισχυρισμών, οι οποίοι έχουν ως κεντρικό άξονα την όλη συμμετοχή του Λίλλη στο σύνολο των εκνόμων ενεργειών που αφορούν οι κατηγορίες, τη συμπεριφορά του στα διάφορα στάδια της εξελικτικής πορείας διερεύνησης της υπόθεσης και την επίκληση αθέμιτης συνδιαλλαγής μεταξύ του ιδίου και των αστυνομικών και εισαγγελικών αρχών. Πιο συγκεκριμένα, εισηγούνται οι συνήγοροι υπεράσπισης ότι: Τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου για την αξιοπιστία του Λίλλη - όπως αυτά αποτυπώνονται στις σελίδες 47-61 της πρωτόδικης απόφασης, η παράθεση των οποίων κρίνεται επιβεβλημένη και θα ακολουθήσει - είναι αποτέλεσμα εσφαλμένης, πλημμελούς και αποσπασματικής θεώρησης της μαρτυρίας και συνιστούν αυθαίρετη προσέγγιση, η οποία δεν υποστηρίζεται από αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας. Προστίθεται ότι το δικαστήριο παραγνώρισε και/ή δεν αξιολόγησε δεόντως ουσιαστικές πτυχές της μαρτυρίας του Λίλλη, όπως παραγνώρισε και καίριες αντιφάσεις και παραδοξότητες στην όλη εκδοχή του. Αποδίδεται ακόμη στο Κακουργιοδικείο ότι αξιολόγησε τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, πρωτίστως του Λίλλη, χρησιμοποιώντας διαφορετικό μέτρο κρίσης και δύο μέτρα και δύο σταθμά σε σχέση με την αξιολόγηση των αντίστοιχων ισχυρισμών των μαρτύρων υπεράσπισης. Ετσι, υπό το πρίσμα αυτό, ενώ προέβηκε σε λεπτομερή εντρύφηση και αναψηλάφηση της μαρτυρίας που πρόσφερε η υπεράσπιση προκειμένου να την κρίνει ως αναξιόπιστη, δεν έπραξε το ίδιο και σε αναφορά με τη μαρτυρία του Λίλλη, παραλείποντας να αιτιολογήσει τις αντιφάσεις και ανακολουθίες που την κάλυπταν. Ηταν η γενικότερη προσέγγιση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Εφεσειόντων, ότι οι ουσιαστικές αναφορές του Λίλλη συνιστούσαν μια ψευδή και κατασκευασμένη ιστορία και ισχυρισμούς οι οποίοι δεν εύρισκαν έρεισμα σε προηγούμενες καταθέσεις του, αλλά ούτε και στήριξη από αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, ήταν η τελική προσέγγιση των συνηγόρων για τους Εφεσείοντες ότι δεν μπορούσε παρά να υπάρχει τουλάχιστον υποβόσκουσα αμφιβολία για την κατάληξη του Κακουργιοδικείου ως προς την αποδοχή ως αξιόπιστης της μαρτυρίας του συνεργού Λίλλη και, τελικά, ως προς την ορθότητα της καταδίκης. Παραθέτουμε, στο στάδιο αυτό, την εκτενή ανάλυση του Κακουργιοδικείου της μαρτυρίας του Λίλλη, όπως αποτυπώνεται στις σελίδες 47-61 της πρωτόδικης απόφασης: «Επιστρέφουμε στον Νίκο Λίλλη (ΜΚ5). Ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), απαντούσε με υποδειγματική σταθερότητα και λεπτομέρεια επί κάθε πτυχής που ερωτάτο και με τρόπο που καθαρώς είναι που έδειχνε πως έλεγε την αλήθεια. Παρέμεινε - και κυριολεκτούμε - εδραίος κατά τη μακρά, πιεστική και εξαντλητική του αντεξέταση. Υπήρξε αφοπλιστικά γνήσιος, γλαφυρός και παραστατικός στις περιγραφές του. Ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου δήλωνε πως δεν θυμόταν επακριβώς (ή και καθόλου), λεπτομέρειες επί των οποίων αντεξεταζόταν, έδινε ικανοποιητικές και πειστικές εξηγήσεις για την αδυναμία του αυτή. Μίλησε για γεγονότα και παρέθεσε λεπτομέρειες που μόνο κάποιος που τα βίωσε πρωτογενώς θα μπορούσε να τα εξιστορήσει με τέτοια ακρίβεια και σε τέτοια έκταση αποκλείοντας με αυτό τον τρόπο κάθε πιθανότητα τα γεγονότα τούτα να αποτελούσαν γέννημα φαντασίας ή, όπως πολλές φορές και με κάθε ευκαιρία υποβαλλόταν στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση, παράγωγο σύμπραξης και ανεπίτρεπτης συναλλαγής με τους ανακριτές της υπόθεσης και την Κατηγορούσα Αρχή. Η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από αμεσότητα και ταχύνοια σκέψη. Αρκετά συχνά - και ορθώς το εντόπισε και η κ. Παπαγαπίου στην αγόρευση της - είναι που οι δικηγόροι Υπεράσπισης παρέλειπαν να τον αντεξετάζουν επί σημείων που αργότερα αποτέλεσαν εφαλτήριο για παράθεση μαρτυρίας από πλευράς κατηγορουμένων και μαρτύρων Υπεράσπισης, ή αντίστοιχων εισηγήσεων των συνηγόρων κατά τις αγορεύσεις. Στις περιπτώσεις αυτές (και σε κάποιες από τούτες προβαίνουμε σε εκτενή αναφορά είτε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είτε κατά την παράθεση των ευρημάτων πιο κάτω), θεωρήσαμε όλους τους συναφείς ισχυρισμούς των ευπαίδευτων δικηγόρων ως εικασίες και πιθανολογήσεις, στερούμενες κατ' επέκτασιν ουσιαστικής μαρτυρικής αξίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδης v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 137/10, ημ. 23.10.12). Με την ευκαιρία, υπογραμμίζουμε - και τούτο ισχύει οριζοντίως για όλες τις περιπτώσεις που αφορούν στην ενώπιον μας μαρτυρία - πως κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, προσεγγίσαμε την κάθε τέτοια περίπτωση παράλειψης αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς), ως ενδεικτική έλλειψης συνέπειας στην προώθηση των αντίστοιχων θέσεων του αντεξετάζοντος αλλά και ως αποδυναμωτική τούτων, προβαίνοντας ωστόσο σε αξιολόγηση της κάθε τέτοιας περίπτωσης και σταθμίζοντας τα πράγματα με προσοχή αναλόγως της σοβαρότητας της συζητούμενης παράλειψης, στο πλαίσιο του συνόλου της προκύπτουσας εικόνας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 538, 544-545, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298, R v Hart
(1932)23 Cr App R 202, 207). Οι δικηγόροι Υπεράσπισης προσπάθησαν - και τούτο ήταν απολύτως επιτρεπτό και αναμενόμενο υπό τις συνθήκες - να πλήξουν την αξιοπιστία του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5), προβαίνοντας σε αναφορές επί διαφόρων φαινομενικά δυσμενών γεγονότων σε σχέση με το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του, με παραπομπή είτε σε εκκρεμούσες είτε σε αποπερατωθείσες δικαστικές διαδικασίες (διά καταχώρισης αναστολής ποινικής δίωξης ή άλλως πως), ή ακόμη και σε πράξεις ή παραλείψεις του, εν σχέσει με αξιόποινες και αξιόμεμπτες φορολογικές και άλλες επιχειρηματικές παρασπονδίες του. Ωστόσο, ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) - και τούτο πρέπει οπωσδήποτε να αναδειχθεί - παραδέχθηκε δίχως περιστροφές (σχεδόν αποστομωτικά), την αξιόποινη εμπλοκή του στα αδικήματα που του αποδίδονται στο κατηγορητήριο καθώς και άλλες πτυχές του προσωπικού και επιχειρηματικού του γίγνεσθαι οι οποίες θα μπορούσαν, όπως δέχθηκε και ο μάρτυς, να ήσαν πολύ καλύτερα διαπλασμένες. Δεν παραλείψαμε να τα εντάξουμε όλα αυτά - και που παρεμπιπτόντως, προκύπτουν ως αναντίλεκτα από τη μαρτυρία ή ως ρητώς παραδεδεγμένα από τον εν λόγω μάρτυρα - εντός του συνόλου των αξιολογικών γνωμόνων που αφορούν στον παρουσιαζόμενο κακό του χαρακτήρα, κατά ανάλογη προσαρμογή του σκεπτικού στη Liatsos v The Police
(1968)2 CLR 15, 21-23. Τίποτε δεν προέκυψε από τη συναφή επιχειρηματολογία των δικηγόρων των κατηγορουμένων, ικανό να πλήξει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η ύπαρξη περιστάσεων τις οποίες υπέδειξαν οι εν λόγω δικηγόροι ως σχετιζόμενες με τον προβαλλόμενο κακό χαρακτήρα του μάρτυρα, δεν αποτελεί μεταβλητή που θα μπορούσε εδώ να προκαθορίσει τελεσιδίκως και εκ προοιμίου την αξιοπιστία του (αλλά και οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα), ως ζήτημα γενικότερης αρχής. Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό μόνο εάν ίσχυε αποδεικτικός κανόνας αποκλεισμού μαρτυρίας μαρτύρων οι οποίοι (για διάφορους λόγους), θα μπορούσαν πράγματι να θεωρηθούν ως κακού χαρακτήρα, κατά τα προβλεπόμενα στο ποινικό δίκαιο και συναφή νομολογία. Δεν υπάρχει όμως τέτοιος ανελαστικός κανόνας. Το ζήτημα του καλού ή κακού χαρακτήρα μάρτυρα δεν μετριέται συγκριτικώς (με σταθερό σημείο αναφοράς την αξιοπιστία άλλων προσώπων ή μαρτύρων), αλλά εξατομικευμένα στη βάση των περιστάσεων της κάθε περίπτωσης, με την έκβαση της διεργασίας να ζυγιάζεται και να εφαρμόζεται αναλόγως με τη σχετικότητα που υπέχει το ευρύτερο θέμα του καλού ή κακού χαρακτήρα στα εκάστοτε επίδικα θέματα. Οι δικηγόροι Υπεράσπισης αναφέρθηκαν στο ότι ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), κατά την πρώτη ανακριτική του κατάθεση προς την Αστυνομία στις 26.8.13 (βλ. Τεκμήριο 60), αλλά και ακολούθως, κατά τη δεύτερη ανακριτική του κατάθεση στις 2.9.13 (βλ. Τεκμήριο 61), δεν είπε για όλα εκείνα τα γεγονότα και στοιχεία που προέταξε στις επακόλουθες καταθέσεις του (μεταξύ 23.9.13 και 20.11.13), ως τα Έγγραφα Η-Η3, κάτι που πλήττει, ως υπέβαλαν, την ευρύτερη αξιοπιστία του μάρτυρα και θεμελιώνει ακόμη περισσότερο τη θέση πως οι γραπτές του αυτές καταθέσεις απέρρευσαν λόγω αθέμιτης συνδιαλλαγής με ανακριτές και κατηγόρους. Ο μάρτυς, όμως, εξήγησε με επάρκεια και πειστικότητα τους λόγους για τους οποίους προέβη στους χειρισμούς αυτούς, λέγοντας πως είχε αρχικώς λάβει δικηγορική συμβουλή να μην αναφέρει οτιδήποτε προς την Αστυνομία και ότι εν πάση περιπτώσει, διακατεχόταν ευθύς εξαρχής από έλλειψη εμπιστοσύνης προς την ακολουθούμενη τότε ανακριτική διαδικασία ένεκα κάποιων δημοσιευμάτων και φημών που κυκλοφορούσαν (υπό μορφή διαρροών προς τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης [«ΜΜΕ»]) σε σχέση με την υπόθεση, όπως τούτη εκτυλισσόταν κατ' εκείνο το χρονικό σημείο αλλά και επειδή ένιωθε πως υπήρχε «. έντονη πολιτική χροιά σε όλο αυτό που γινόταν, ένιωθα ότι υπήρχε και συγκεκριμένος υπουργός που έκανε δηλώσεις για το θέμα συνεχόμενες, ένιωθα ότι αυτή η υπόθεση μύριζε κάτι .». Όταν όμως ο μάρτυς αφέθηκε ελεύθερος και συγκρότησε με νηφαλιότητα τις σκέψεις του, αποφάσισε να πει αυτά που γνώριζε, έχοντας πλέον διασφαλίσει, όχι μόνο τα δικαιώματα του αλλά και την ακρίβεια (κατά το δυνατόν), όσων είναι που θα ανέφερε προς τους ανακριτές, προσβλέποντας και σε υποβοήθηση του έργου των τελευταίων. Τίποτε το ανεξήγητο ή το ύποπτο διαφαίνεται από το χειρισμό αυτό του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5), δεδομένου ότι, στη λογική τάξη των πραγμάτων, δεν έπραξε κάτι που να αμβλύνει ή να ακυρώνει την αποφασιστικότητα του να πει την αλήθεια για αυτά που γνώριζε. Σε σχέση με τις δύο πρώτες ανακριτικές του καταθέσεις - Τεκμήρια 60 και 61, έγινε επίσης εισήγηση από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων (και ιδιαίτερα από τον κ. Παπαϊωάννου), πως ο μάρτυς «. μόνο βαρύγδουπα ψέματα είπε .» και τούτο επειδή στην Απάντηση 2 της γραπτής κατάθεσης - Τεκμήριο 60 (ημερομηνίας 26.8.13), δήλωσε ότι ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και οποιαδήποτε εταιρεία τής οποίας είχε προσωπικώς τον πλήρη έλεγχο, προέβη σε οιανδήποτε παράνομη δραστηριότητα. Αυτή τη θέση την επανέλαβε ο μάρτυς (διά υιοθέτησης της αναφοράς του στην Απάντηση 2 τής γραπτής κατάθεσης - Τεκμήριο 60, στις 2.9.13 στη γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 61). Στο βαθμό που οι προτασσόμενες αυτές αναφορές από τους κατηγορούμενους σκοπούν στο να καταδείξουν ύπαρξη αλλότριων ελατηρίων από μέρους του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) αλλά και αντιφάσεις ή ανακολουθίες του στη γενικότερη στάση που επέδειξε έναντι του ανακριτικού έργου, τίποτε από όσα ακούσαμε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους τους, μας ικανοποίησε περί του ευσταθούς των υπερασπιστικών παραπόνων. Ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), παρέθεσε λεπτομερείς εξηγήσεις για τη συμπεριφορά που επέδειξε κατά τις δύο πρώτες ανακριτικές του καταθέσεις (με κάποιες μάλιστα εκφάνσεις της συμπεριφοράς αυτής να διατυπώνονται ρητώς και στην Απάντηση 2 της γραπτής κατάθεσης - Τεκμήριο 60), χωρίς να ανακύπτει οτιδήποτε το αξιόμεμπτο ή το ανακόλουθο στην όλη εκδοχή που επέλεξε ακολούθως να ξεδιπλώσει κατά τις επόμενες ανακριτικές του καταθέσεις - Έγγραφα Η-Η3 και κατά προέκταση στη δίκη. Βεβαίως, η συζητούμενη εδώ συμπεριφορά του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5), επιβάλλεται όπως αποτιμηθεί στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας - και έτσι είναι που πράξαμε - στη βάση των αρχών που αναγνωρίζει η νομολογία (ως τούτη αναλύεται, μεταξύ άλλων, στην Πουτζιουρής και Άλλος v Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 309), υπό την έννοια ότι τα κριτήρια αξιολόγησης των όποιων αντιφάσεων και ανακολουθιών, σχετίζονται άμεσα με τους λόγους που οδήγησαν στην προβολή τους από τον μάρτυρα καθώς και με την ετοιμότητα του να καταλήγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίων συμφερόντων (βλ. Τεβλετιάν και Άλλου v Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 512, Σάκκος v Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 510). Δεν ήταν ωστόσο αυτή η διάθεση ή τα χαρακτηριστικά που επέδειξε ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) κατά την ανάκριση και τη μαρτυρία του στην ακροαματική διαδικασία, σε ό,τι είναι που σχετίζεται στο τι τώρα πραγματευόμαστε. Επιχειρήθηκε από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων να υποστηριχθεί, επιπροσθέτως, πως επειδή ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμενοποιημένη και εξειδικευμένη αναφορά λεπτομερειών επί ζητημάτων που άπτονται της ουσίας καίριων (εκ πρώτης όψεως), ισχυρισμών του εναντίον κάποιων εκ των κατηγορουμένων, τούτο θα πρέπει να αποβεί μοιραίο για την αξιοπιστία του, ή έστω, να αποτιμηθεί εντός των ευρύτερων παραμέτρων της κακής εικόνας που προέβαλε τόσο κατά την ανάκριση όσο και κατά την ένορκη του μαρτυρία (σύμφωνα πάντοτε με τους δικηγόρους), με άμεσο συνεπόμενο και το αδήριτο απόρριψης του συνόλου της μαρτυρίας και εκδοχής του. Κάποιες από τις τοποθετήσεις των δικηγόρων επί της συζητούμενης πτυχής, αφορούσαν στο ότι ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) δεν ανέφερε (φερ' ειπείν) στις γραπτές του καταθέσεις προς την Αστυνομία (Έγγραφα Η-Η3), πως μερικές από τις επίδικες επιταγές που είχαν εκδοθεί από την Wadnic Trading Ltd προς την Polleson Holdings Ltd, ήσαν μεταχρονολογημένες. Δήλωσε όμως ο μάρτυς κατά τη μαρτυρία του, πολύ πειστικά θα πρέπει να πούμε, πως δεν θεώρησε αναγκαίο να αναφερθεί στην πτυχή αυτή ενόψει της σαφούς του τοποθέτησης πως οι επιταγές τούτες είχαν εκδοθεί με τον τρόπο που σαφώς είχε περιγράψει και αποκαλύψει. Άλλες θέσεις που προτάχθηκαν από τους δικηγόρους, σχετίζονταν με το ότι ο μάρτυς είχε πει κατά τη μαρτυρία του πως το ύψος της δωροδοκίας που είχε απαιτήσει από τον ίδιο ο κατηγορούμενος 3 (Ορέστης Βασιλείου), ανερχόταν αρχικώς στο ποσό των €300.000 και όχι στο ποσό των €250.000, όπως επεξήγησε κατά την προφορική του μαρτυρία με παραπομπή στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης προς την Αστυνομία - Έγγραφο Η. Επαρκώς όμως είναι που εξήγησε ο μάρτυς πως τούτη η φερόμενη ανακολουθία ή αντίφαση, εκπορεύθηκε από το γεγονός ότι θεώρησε καλό να δηλώσει στη γραπτή του κατάθεση - Έγγραφο Η, το τελικό ποσό της δωροδοκίας που συμφώνησε με τον υπό αναφορά κατηγορούμενο και όχι το αρχικό ποσό των €300.000, που αποτέλεσε (στην εξέλιξη των πραγμάτων) και το αίτιο για τις σχετικές διαβουλεύσεις που διεξήχθησαν μεταξύ τους ώστε να καταλήξουν σε χαμηλότερο ποσό. Δήλωσε περαιτέρω ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) στη μαρτυρία του, πως δεν το θεώρησε σημαντικό κατά τη διατύπωση των γραπτών του καταθέσεων προς την Αστυνομία να επικεντρωθεί σε τέτοια μεγάλη λεπτομέρεια και έκταση επί κάθε σημείου στο οποίο αναφερόταν εκεί, διότι (αν έπραττε έτσι), θα «. έπρεπε να γράφω για έναν ενάμιση μήνα και να χρειαστεί βιβλίο .». Δεν διαφωνούμε ως ζήτημα αρχής με τη θέση αυτή και αδράχνουμε την ευκαιρία για να πούμε πως καιρός είναι να συζητηθεί από τις αρμόδιες αρχές η πιθανότητα να εφαρμοστεί επιτέλους και στη χώρα μας σύστημα οπτικογράφησης των ανακριτικών καταθέσεων από τις αρμόδιες αρχές κάτι που (ανάμεσα στα πολλά άλλα πλεονεκτήματα), θα αποτρέψει και την πρόταξη παρόμοιων ισχυρισμών. Πραγματευθήκαμε όλων ανεξαιρέτως των παραδειγμάτων επί της αναλυόμενης πτυχής σε κάποια από τα οποία εντρύφησαν μάλιστα και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι Υπεράσπισης, χωρίς όμως να εντοπίσουμε κάτι που να παραπέμπει σε διάθεση ψεύδους ή σε ενδείξεις δόλιων κινήτρων από μέρους του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5), ως ζήτημα πραγματικού γεγονότος. Πάντως, ως ζήτημα ευρύτερης νομικής αρχής, το γεγονός πως ένας μάρτυς παραλείπει κατά τη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία να αποτυπώσει όλα όσα είναι που γνωρίζει ή που εκ των υστέρων κρίνονται ως κρίσιμα, δεν οδηγεί ανελαστικώς σε απόρριψη της μαρτυρίας του, η οποία επιβάλλεται όπως προσεγγιστεί στο σύνολο της, με ιδιαίτερη, όπως πάντα, προσοχή και δικαστική εγρήγορση (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου v Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 14, 19). Τούτη την αρχή (απόρροια κοινής λογικής), την είχαμε ασφαλώς υπόψη και στην κάθε περίπτωση αξιολόγησης άλλων μαρτύρων (και κατηγορουμένων), καταλήγοντας πως, σε κάποιες από αυτές, η παράλειψη αναφοράς γεγονότων που θα ανέμενε κανείς πως θα έπρεπε να είχαν αναφερθεί προς τους ανακριτές ή την Αστυνομία, ήταν ενδεικτική αναξιοπιστίας του αναφερόμενου μάρτυρα ή κατηγορούμενου. Έγινε πολύς λόγος από μέρους των κατηγορουμένων για τη φερόμενη παράλειψη του μάρτυρα να αναφερθεί (κατά τη μαρτυρία του), στο γεγονός ότι είχε επισκεφθεί το Αρχηγείο Αστυνομίας δύο φορές στις 23.9.13 και όχι μια φορά (όπως άφησε να νοηθεί ο ίδιος ενώ κατέθετε) και δη, όταν την ίδια εκείνη μέρα είχε παραδώσει προς τους ανακριτές το δακτυλογραφημένο κείμενο που αποτέλεσε στη συνέχεια, μέρος της γραπτής του κατάθεσης προς την Αστυνομία - Έγγραφο Η. Αφορμή για τη θέση αυτή αποτέλεσε σχετική αναφορά του Χριστόφορου Μαυρομμάτη (ΜΚ28), κατά τη μαρτυρία του. Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων πρότειναν πως η απόκρυψη του γεγονότος αυτού από τον Νίκο Λίλλη (ΜΚ5), αποτελεί (και τούτη) δείγμα, όχι μόνο της απαράδεκτης συμφωνίας που πέτυχε με τους ανακριτές αλλά και ενίσχυση του γεγονότος πως πρόκειται τελικώς περί ενός αναξιόπιστου μάρτυρα. Θεωρούμε πως οι θέσεις αυτές των ευπαίδευτων συνηγόρων δεν ευσταθούν και ότι συνειδητά είναι που επιλέχθη να αναδειχθεί το συζητούμενο ως μέγιστης σημασίας τη στιγμή που σαφώς είναι που (αποτιμώμενο τούτο στο πλαίσιο της συνολικής εικόνας των πραγμάτων), αναφύεται ως επουσιώδες. Ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), αναφερόμενος στις ενέργειες του κατά την 23.9.13, δήλωσε στη μαρτυρία του όλα όσα μπορούσε να θυμηθεί. Είχε πει, μεταξύ πάρα πολλών άλλων, πως επισκέφθηκε τον δικηγόρο του τη μέρα εκείνη (23.9.13) και ότι μίλησε τηλεφωνικώς αρκετές φορές και με τους ανακριτές πριν προχωρήσει στην προσκόμιση του δακτυλογραφημένου κειμένου - Έγγραφο Η. Ό,τι είναι που θα μπορούσε ο μάρτυς απαράδεκτα και άνομα (σύμφωνα με τις θέσεις των κατηγορουμένων), να συμφωνήσει και συζητήσει με τους ανακριτές στην ολιγόλεπτη παρουσία του στο Αρχηγείο Αστυνομίας πριν από την παράδοση του δακτυλογραφημένου κειμένου, ευκόλως θα μπορούσε να συμφωνηθεί και στο πλαίσιο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων που είχε μαζί τους προγενέστερα και όχι κατ' ανάγκην την ίδια μέρα. Μήτε και αναδεικνύεται οτιδήποτε το αρνητικό σε σχέση με την αξιοπιστία του μάρτυρα (αλλά και του ανακριτικού έργου ευρύτερα), από το γεγονός ότι ο ανακριτής Λευτέρης Κυριάκου (ΜΚ24), αναφέρθηκε στη μαρτυρία του περί μιας παρουσίας του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) στο Αρχηγείο Αστυνομίας στις 23.9.13 (και όχι σε δύο). Αυτό, διότι ο ανακριτής τούτος καθαρώς είναι που δήλωσε πως μια φορά είναι που είχε δει τον Νίκο Λίλλη (ΜΚ5) στο Αρχηγείο Αστυνομίας (και όχι δύο), κάτι που κατά κοινή λογική δεν αποκλείει την παρουσία του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) στο Αρχηγείο Αστυνομίας σε χρόνο που δεν μπορούσε να τον δει ο Λευτέρης Κυριάκου (ΜΚ24). Ζυγιάζοντας πολύ προσεκτικά τα αντίστοιχα μέρη της μαρτυρίας του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) - κάτι που πράξαμε και με όλο το φάσμα της μαρτυρίας του κατά τον ίδιο τρόπο που ενεργήσαμε και με όλους τους υπόλοιπους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας - βρήκαμε τις εξηγήσεις που έδωσε ως απολύτως φυσιολογικές και εύλογες. Έγινε, περιπλέον, αρκετός λόγος από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων στο ότι ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), επικοινωνούσε τακτικώς με τους ανακριτές τόσο πριν όσο και μετά τη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία - Έγγραφο Η. Το θίξαμε τούτο και λίγο πριν. Η γραμμή αυτή αποσκοπούσε, όπως αντιληφθήκαμε, στο να δείξει ότι ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) παρουσίασε στη γραπτή του κατάθεση - Έγγραφο Η (αλλά και στις άλλες που επακολούθησαν), μια καθ΄ υπαγόρευσιν στημένη εκδοχή που θα βοηθούσε στα δόλια ανακριτικά σχέδια για διασυρμό και διαπόμπευση των κατηγορουμένων (ή έστω κάποιων εξ αυτών), αλλά και στο να ψέξει τις απαράδεκτες ανακριτικές μεθόδους που ακολουθήθηκαν. Διαφωνούμε και με αυτά. Οι ανακριτές και ειδικότερα ο Λευτέρης Κυριάκου (ΜΚ24), επιδίωξαν να διατηρήσουν επαφή με τον Νίκο Λίλλη (ΜΚ5), καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους - ειδικότερα δε, μεταξύ 10.9.13 και 23.9.13, αλλά και υστερότερα - προκειμένου να υποβοηθηθεί θεμιτώς και ανθρωπίνως ο τελευταίος στο να τους εμπιστευτεί πλήρως και εθελούσια και ενσυνείδητα να προχωρήσει σε αναφορά της αλήθειας για όσα είναι που γνώριζε. Ήξεραν καλώς οι ανακριτές από το στάδιο εκείνο των ανακρίσεων πως η μαρτυρία του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) θα ήταν καταλυτικής σημασίας για τα πράγματα και ότι θα τους άνοιγε δρόμους για περαιτέρω διερεύνηση. Αυτή όμως η ανακριτική προσδοκία καθόλου δεν επισκίασε τη διενέργεια όσων άλλων ανακριτικών χειρισμών είναι που κρίθηκαν επιβεβλημένοι να γίνουν έτσι ώστε να διαφυλαχθεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό το αναμενόμενο ισοζύγιο μεταξύ των προσπαθειών εξασφάλισης μαρτυρίας από τον μάρτρυρα και της ταυτόχρονης συνέχισης των ερευνών, ούτως ώστε να δημιουργηθεί ή να ενισχυθεί το κατάλληλο βάθρο για όσα είναι που θα ακολουθούσαν. Το ζήτημα στην κάθε περίπτωση δεν ήταν επομένως η έκταση των τηλεφωνικών επικοινωνιών μεταξύ Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) και ανακριτών, ή ακόμη και το περιεχόμενο των συνδιαλέξεων αυτών (που δεν αφορούσαν πάντοτε στα της υπόθεσης), αλλά στο κατά πόσο οι επικοινωνίες τούτες οδήγησαν σε ένα ελλιπές, προκατειλημμένο, παράνομο και ανήθικο ανακριτικό έργο, το οποίο μάλιστα επηρέασε στο τέλος ουσιώδη συνταγματικά αλλά και άλλα νομικά δικαιώματα των κατηγορουμένων. Εντούτοις, τίποτε το επιλήψιμο καταδείχθηκε πως προέκυψε από τις τηλεφωνικές αυτές επικοινωνίες σε βάρος των κατηγορουμένων ή από την ευρύτερη ανακριτική συμπεριφορά που περιέβαλε τις επικοινωνίες αυτές. Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων προσπάθησαν (ευλόγως), να πλήξουν την αξιοπιστία του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) και με αναφορά στο περιεχόμενο γραπτής ένορκης δήλωσης στην οποία είχε προβεί στις 25.7.13, κατά τη μονομερή αίτηση 104/13, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ως το Τεκμήριο
  1. Ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), ανέφερε πως ό,τι επίμεμπτο και αν φαίνεται να εκπηγάζει από κάποιες τοποθετήσεις στις οποίες προέβη στην ένορκη τούτη δήλωση, τούτες θα πρέπει να ιδωθούν μέσα από το φακό της εμπιστοσύνης που έδειξε σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς τον τότε δικηγόρο του, Χρίστο Πουτζιουρή (που τη συνέταξε) και ο οποίος τον κάλεσε να την υπογράψει, κάτι που ο μάρτυς έπραξε ασυζητητί και αυθωρεί. Μήτε και από αυτή την περίσταση παράγεται οτιδήποτε που θα μπορούσε ευλόγως να οδηγήσει το μυαλό προς την αίσια κατεύθυνση που επιθυμούν οι δικηγόροι Υπεράσπισης και δη, σε εύρημα ή διαπίστωση, πως ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) «. δεν σέβεται τον όρκο». Όσο και αν κακίζουμε την προχειρότητα και επιπολαιότητα με την οποία προσέγγισε ο μάρτυς το ζήτημα της υπογραφής τής ένορκης του δήλωσης, δεν έχουμε πεισθεί από όσα είδαμε και βιώσαμε κατά την παράθεση της μαρτυρίας του (τα οποία και ζυγίσαμε πρεπόντως), πως η περίπτωση θα πρέπει να σταχυολογηθεί (στην ουσία του τι είναι που εκφράζει), ως ένδειξη ασέβειας προς την ορκοδοτική διεργασία, ή τάσης (και μάλιστα μόνιμης) για ψευδορκία. Δεχόμαστε τις εξηγήσεις που έδωσε απαντώντας σε σχετική αντεξεταστική ερώτηση του κ. Παπαϊωάννου, πως «[δ]είχνει άτομο που δεν σέβεται τον όρκο; Διαφωνώ κάθετα μαζί σας, νομίζω θα ήταν υποβοηθητικό χωρίς να είναι δικαιολογία εάν κάποιοι άνθρωποι χωρίς να φεύγω τις ευθύνες από πάνω μου μας βοηθήσουν και λλίο καλύτερα πας τούντο πράμα, την ώρα που πάεις να κάμεις μια ένορκο δήλωση, εγώ σας λέω ότι ο περισσότερος κόσμος αντιλαμβάνεται ότι εν κάτι τυπικό που γίνεται στα πλαίσια μιας υπεράσπισης 8 στους 10 αυτήν την άποψη θα έχουν. Η θέση μου για το θέμα του όρκου, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αναφέρεστε έχουν να κάνουν με μια ένορκη δήλωση μιας υπεράσπισης σε μια υπόθεση. Αν λέτε ότι ήρθα δαμέ ενόρκως και να αμφισβητήσετε την πίστη μου ή τη θέση μου, εν Αγία εβδομάδα, απατάστε οικτρά. Είμαι εγώ δαμέ μιλώ εγώ και λέω την αλήθεια». Οι συνήγοροι Υπεράσπισης προέταξαν ακόμη ότι ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) δεν ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικώς (και) με την ύπαρξη δανείων της ΑΛΚΗΣ, κάτι που συντείνει και τούτο (κατά την άποψη τους), στην αποδόμηση των θέσεων του μάρτυρα περί της προβαλλόμενης από την Κατηγορούσα Αρχή θέσης ότι η αποπληρωμή των εν λόγω δανείων αποτέλεσε κατ' ουσίαν μια άκρως σημαντική συνιστώσα των φερόμενων εκβιασμών που δέχθηκε ο μάρτυς από τους κατηγορούμενους 7 (Βενιζέλο Ζαννέτο) και 8 (Αντώνη Ιωακείμ). Ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) - και ξανά, πολύ σωστά είναι που εντοπίσθηκε και τούτο στην αγόρευση της Κατηγορούσας Αρχής - ουδέποτε αρνήθηκε την ύπαρξη των εν λόγω δανείων. Ίσα-ίσα, τούτα αποτέλεσαν έρεισμα για πολλές από τις αναφορές του κατά τη μαρτυρία σε σχέση με επιθυμία που είχε να προέβαινε σε σταδιακή τους εξόφληση. Εκείνο που ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), δήλωσε πως δεν γνώριζε και αμφισβητούσε με αξιοπρόσεκτη δυναμικότητα και σθένος ήσαν οι λεπτομέρειες των προβαλλόμενων δανειοδοτήσεων και ειδικότερα το ακριβές του αντικειμένου τους και για το ποιους ακριβώς είναι που αφορούσαν. Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από αυτό. Ποτέ επίσης - και αποκλίνουμε και από τούτη την εισήγηση των δικηγόρων των κατηγορουμένων - ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), δεν αμφισβήτησε τις προσπάθειες που γίνονταν από διάφορους φίλους και παράγοντες της ΑΛΚΗΣ προς εξεύρεση χρημάτων, με στόχο την εξόφληση των δανείων. Το ότι ο μάρτυς δεν έδωσε σχετικές λεπτομέρειες περί αυτών ή φάνηκε να γνωρίζει οτιδήποτε περί σύστασης της ούτω καλουμένης Επιτροπής Εξόφλησης Χρεών, ουδόλως θα μπορούσε να προταχθεί ως αντικειμενικό κριτήριο προς αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του, μια και στην ουσία της, η μαρτυρία του ποσώς αφίσταται από όσα είναι που υποτίθεται πως η φερόμενη αυτή επιτροπή είχε ως δεδηλωμένο αντικειμενικό σκοπό. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα - και για ό,τι τούτο θα μπορούσε να αξίζει - άγνοια περί δημιουργίας μιας τέτοιας επιτροπής (και το σημειώνουμε για να υποδείξουμε την ασυνέπεια στην προβαλλόμενη εκδοχή), εξέφρασε τόσο ο κατηγορούμενος 7 (Βενιζέλος Ζαννέτος), ο οποίος ισχυρίστηκε πως έμαθε περί της επιτροπής, εκ των υστέρων, όσο και ο κατηγορούμενος 8 (Αντώνης Ιωακείμ), που ήξερε μόνο, όπως είπε, για κάποιες σχετικές προσπάθειες που συνέβαιναν επί ατομικού επιπέδου από διάφορους φίλους και παράγοντες της ΑΛΚΗΣ, όχι όμως θεσμοθετημένα υπό τη μορφή μιας Επιτροπής Εξόφλησης Χρεών ως αυτόνομης οντότητας. Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων υπογράμμισαν περιπλέον πως η όλη συμπεριφορά του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) αναφορικώς με τη συνομολόγηση και ευρύτερη διαχείριση των ποδοσφαιρικών συμβολαίων των παικτών της ΑΛΚΗΣ, ήταν παράνομη ή παράτυπη σε βαθμό επηρεαστικό της αξιοπιστίας του μάρτυρα και της τάσης του να παρανομεί (σε αντίθεση με το τι διατράνωνε περί αντιθέτου κατά τη μαρτυρία του). Ούτε και από τούτο εξάγεται κάτι το αξιοπρόσεκτο μια και ο μάρτυς εναργώς είναι που δήλωσε (δίχως να αμφισβητηθεί πάνω σε αυτό κατά την αντεξέταση του), πως όσα έπραττε συνήδαν πλήρως με την ευρύτερα ακολουθούμενη συναφή πρακτική των ποδοσφαιρικών σωματείων κατά τους κρίσιμους εκείνους χρόνους. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και να συζητούσε κανείς πως η γενικώς ακολουθητέα πρακτική δεν θα έπρεπε να προταχθεί ως δικαιολογητική των ενεργειών του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5), τίποτε απολύτως δεν συνάγεται από τη σύμπλευση του μάρτυρα με τα όσα τότε τεκταίνονταν ως συνήθης διεργασία επί του ζητήματος από τους υπόλοιπους ή τους περισσότερους ποδοσφαιρικούς παράγοντες του τόπου. Μια άλλη έκφανση της μαρτυρίας του μάρτυρα που έτυχε σθεναρής αμφισβήτησης κατά τη δίκη, ήταν και εκείνη που αφορούσε στην πληρωμή συνολικού ποσού €300.000, ως δωροδοκίας. Κάποιες πτυχές του θέματος έχουμε ήδη υποδείξει πιο πάνω, υπό άλλο φακό. Για ό,τι ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή, τονίζουμε την αναφορά του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) περί των διεργασιών στις οποίες προέβη για να εξασφαλίσει τα χρήματα της υποτιθέμενης δωροδοκίας σε μετρητά. Ο μάρτυς είπε πως, εάν πράγματι διακατεχόταν από τα αποδιδόμενα σε αυτόν δολερά κίνητρα εναντίον του κατηγορούμενου 1 (Ευστάθιου Κιττή) (όπως και των υπολοίπων), θα μπορούσε πολύ εύκολα όταν ανακρινόταν ή ακόμη και όταν σχεδίαζε (κατά μια γενικότερη εκδοχή των κατηγορουμένων), μαζί με τους ανακριτές τον ευρύτερο ιστό δολοπλοκίας εναντίον των κατηγορουμένων, να έλεγε πως δύο αναλήψεις μετρητών ύψους €150.000 η κάθε μια, που φαίνονται σε καταστάσεις λογαριασμού της Wadnic Trading Ltd για τους μήνες Απρίλιο-Μάιο 2012 (και δεν υπήρξε αμφισβήτηση της θέσης αυτής κατά την αντεξέταση του μάρτυρα), αφορούσαν ακριβώς στην ανάληψη των μετρητών που δόθηκαν στον κατηγορούμενο 1 (Ευστάθιο Κιττή), δίχως να χρειάζεται ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) να καταφεύγει σε ευφάνταστα σενάρια όπως εκείνα που (κατ' ισχυρισμόν) παρέθεσε στους ανακριτές και ενώπιον μας ο εν λόγω μάρτυς. Θέση όμως του τελευταίου ήταν πως οι αναλήψεις αυτές δεν είχαν καμιά απολύτως σχέση με τα επίδικα θέματα. Την αναφερόμενη τοποθέτηση του μάρτυρα (όπως προέκυψε κατά την αντεξέταση του από τον κ. Πική), κρίνουμε χρήσιμο να την παραθέσουμε εδώ αυτούσια διότι θεωρούμε πως αναδεικνύει την παρρησία με την οποία ο μάρτυς κατέθεσε επί του ζητήματος, χωρίς ποσώς να υπονοούμε πως άλλα μέρη της μαρτυρίας του που δεν αποτυπώνουμε εδώ αυτολεξεί, υστερούν καθ' οιονδήποτε τρόπο ανάλογης πειστικότητας ή αξιοπιστίας: «Προφορικά, οφείλω να το πω είμαστε στο Δικαστήριο και πρέπει να λέμε την αλήθεια είπαμε για να είμαι απόλυτα σωστός η ημερομηνία της τελευταίας μου κατάθεσης, στις 20.11.2013 κύριε Πική, στην τελευταία μου κατάθεση, είχα αναφέρει στον κύριο Μαυρομάτη ότι, γιατί με ρώτησε, ότι τις συγκεκριμένες επιταγές, τις άλλαξε ο Μάριος ο Πολυβίου σε μετρητά και μου τις έφερε σε €. Μάλιστα με ρώτησε εκείνος, του ανέφερα μάλιστα ότι εγώ ενημέρωσα και είχα πει στο Μάριο τότε που γίνονται οι έρευνες να πει ότι ήταν σε στερλίνες. Εκείνοι μου είπαν ότι τότε το πίστεψαν, γιατί θεώρησαν ότι τούτα τα χρήματα έδωσα τα σε κάποιο άλλο που τους κατηγορούμενους για να τα πάρει στην Αγγλία και εγώ του είπα, αυτά ήταν τα χρήματα που πήγαν στον Ορέστη και τους είπα όλη την αλήθεια την οποία λέω και τώρα. Εάν προσέξετε τα statement των λογαριασμών μου της Wandic και της Αλκής, θα δείτε σε εκείνο το διάστημα κύριε Πική, στον 5ο του 2012 και τον 4ο του 2012, ανάληψη μετρητών και 150.000 και ξανά 150.000 τα οποία θα μπορούσα κάλλιστα να επικαλεστώ για να πω τη μισή αλήθεια, όχι ήρθα εδώ για να πω όλη την αλήθεια και λέω όλη την αλήθεια. Αυτά ήταν τα γεγονότα και οφείλω να τα πω έστω και εάν παραδέχομαι μέσα σ' αυτό το κομμάτι που επαναλαμβάνω θα μπορούσα να παίξω πελλόν τζιαι να το παρακάμψω και αυτό το κομμάτι, με τον τρόπο που σου είπα». Λόγος πολύς έγινε από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων και για το άτομο που ακολούθησε τελικώς τον Νίκο Λίλλη (ΜΚ5) - κατά την εκδοχή του τελευταίου πάντοτε - στη Λευκωσία για να χρηματίσει τον κατηγορούμενο 1 (Ευστάθιο Κιττή) σε καφετερία της πόλης το Δεκέμβριο
  2. Οι συνήγοροι με αναφορά σε τοποθέτηση του μάρτυρα στη γραπτή του κατάθεση - Έγγραφο Η, πως τον είχε συνοδεύσει τη μέρα εκείνη στην εν λόγω καφετερία ο Κώστας Καϊάφας (αντί ο Βάσος Κυριάκου [ΜΚ26], όπως επακόλουθα διευκρίνισε ο Νίκος Λίλλης [ΜΚ5] στην ανακριτική του κατάθεση - Έγγραφο Η3), έψεξαν ως ψευδή και αντιφατική την αρχική αναφορά του πως είχε συνοδευθεί από τον Κώστα Καϊάφα. Ο μάρτυς δικαιολόγησε την ανακολουθία λέγοντας πως με τον Κώστα Καϊάφα συχνά είναι που μετέβαινε σε διάφορους τόπους διότι οι δυο τους είναι στενοί φίλοι και συνεργάτες και πως ο μάρτυς νόμιζε ότι πράγματι ήταν μαζί που είχαν μεταβεί στη Λευκωσία τη μέρα εκείνη, δοσμένου πάντοτε πως είχε περάσει και αρκετός καιρός από το συμβάν με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να πει ακριβώς ποιος είναι που πήγε μαζί του. Ο μάρτυς συνέχισε για να πει στη γραπτή κατάθεση - Έγγραφο Η2, πως δεν είχε θεωρήσει τη λεπτομέρεια αυτή ως ουσιώδη επειδή το άτομο που τον είχε συνοδεύσει στην υπό αναφορά καφετερία στη Λευκωσία, έτσι και αλλιώς δεν είχε κατέβει από το αυτοκίνητο για να παραστεί στη συνάντηση με τον κατηγορούμενο 1 (Ευστάθιο Κιττή). Δίχως να λέμε πως ήταν εκ των πραγμάτων άστοχη η προσπάθεια των συνηγόρων Υπεράσπισης να στηριχθούν στην προκύψασα αλλαγή εκδοχής του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) επί του σημείου που αναπτύσσουμε, υποδεικνύουμε πως ως εκ του γεγονότος τούτου και μόνο, δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν τα συμπεράσματα που προτάθηκαν από την Υπεράσπιση και δη, πως ο μάρτυς εψεύσθη ασύστολα ή πως η αναπροσαρμοζόμενη επί του θέματος μαρτυρία του δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι μολύνει και την ποιότητα του συνόλου της μαρτυρίας που έδωσε ενώπιον μας. Οι εξηγήσεις του μάρτυρα ήσαν ειλικρινείς και πειστικές. Είπε για τους λόγους που τον είχαν οδηγήσει στη συνειρμική διαμόρφωση της αρχικής του εντύπωσης και ακολούθως διασαφήνισε αιτιολογημένα και καθαρά, τα αίτια που τον έσπρωξαν στο να διαφοροποιήσει τη θέση του. Το ότι ο μάρτυς είχε αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση - Έγγραφο Η2, πως δεν θεώρησε ως ουσιώδες το ζήτημα τού ποιος πήγε μαζί του κατά την εν λόγω συνάντηση, δεν σημαίνει ότι προκαλεί και οποιοδήποτε κώλυμα στην ικανότητα του να ανακαλέσει στη μνήμη, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, τα όσα είναι που πραγματικώς διαδραματίστηκαν κατά την άποψη του τη μέρα εκείνη του Δεκεμβρίου 2011 και πως η αρχικώς λανθασμένη ανάκληση μνήμης στην οποία προέβη, μολύνει αδηρίτως με υστεροβουλία εκείνη που ακολούθησε. Το θέμα απέκτησε ουσιώδη ανακριτική σημασία στην εξέλιξη των πραγμάτων. Τίποτε το κακό δεν απορρέει από αυτές τις περιστάσεις που περιέγραψε ο μάρτυς, μολονότι ορθώς είναι που έτυχαν, από αντικειμενικής απόψεως, πραγμάτευσης από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων κατά τις αγορεύσεις. Μηδέ και οι ανακριτικοί χειρισμοί επί του ζητήματος θα μπορούσαν σοβαρά να πληγούν μια και αυτοί είναι που τελικώς συνέτειναν στο να αναδειχθεί και καταγραφεί το ζήτημα διά της υποβολής σωστών και ανακριτικών ερωτήσεων. Υπάρχει όμως σε σχέση με την πτυχή αυτή και μια άλλη διάσταση στα πράγματα την οποία πρέπει να παραθέσουμε ανεξαρτήτως της αξιολογικής μας κρίσης περί της αξιοπιστίας του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) επί του ζητήματος με το οποίο καταπιανόμαστε τώρα και τούτη δεν είναι άλλη από τη άποψη των δικηγόρων των κατηγορουμένων περί συμπαιγνίας του μάρτυρα με τους ανακριτές και ύπαρξης έκνομων συνδιαλλαγών μεταξύ τους. Διερωτάται λοιπόν κανείς για ποιο λόγο είναι που ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), δεν αναφέρθηκε στον Βάσο Κυριάκου (ΜΚ26) ευθύς εξαρχής στη γραπτή του κατάθεση - Έγγραφο Η και αντ' αυτού επέλεξε να ονοματίσει ως συνοδό του στη Λευκωσία τον στενό του φίλο Κώστα Καϊάφα. Αναρωτιέται επίσης γιατί είναι που ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), δεν είπε για τον Βάσο Κυριάκου (ΜΚ26) στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης - Έγγραφο Η2 την 1.10.13, αλλά προέβη σε τέτοια αναφορά στις 20.11.13, στην ανακριτική του κατάθεση - Έγγραφο Η3 (με την Αστυνομία να προχωρεί σε λήψη γραπτής κατάθεσης από τον τελευταίο την ίδια μέρα και ώρα, ως το Έγγραφο ΛΓ). Απορεί, συν τοις άλλοις, ο αντικειμενικός παρατηρητής γιατί (αφού περί στημένων ανακρίσεων ο λόγος), οι ανακριτές σε συνεργασία με τον Νίκο Λίλλη (ΜΚ5) να προχωρήσουν και επιλέξουν την κοπιώδη και πλήρη εγγενών κινδύνων επιλογή της προσθήκης στο σκηνοθετημένο αυτό σκηνικό, ψευδομαρτύρων, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα ανάδειξης ουσιωδών ασυνεπειών, αντιφάσεων και άλλων ανακολουθιών κατά τη δίκη μεταξύ των μαρτύρων αυτών και δεν διάλεξαν την πολύ ασφαλέστερη κατά τα πράγματα επιλογή να τοποθετήσουν τον Νίκο Λίλλη (ΜΚ5), ασυνόδευτο στην υπό αναφορά καφετερία, όπως εξάλλου έπραξαν και στην περίπτωση παράδοσης του ποσού ύψους €100.000 προς τον κατηγορούμενο 1 (Ευστάθιο Κιττή), από τον ίδιο μάρτυρα σε καφετερία στη Λάρνακα τον Μάιο
  3. Κάθε άλλος σχολιασμός επί του σημείου τούτου θεωρούμε, με κάθε ταπεινότητα, πως περιττεύει για απολύτως κατανοητούς λόγους. Δεν νιώθουμε πως επιβάλλεται να επεκταθούμε περισσότερο στα μέρη εκείνα της μαρτυρίας του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) που προκάλεσαν περαιτέρω σχόλια από μέρους των δικηγόρων Υπεράσπισης, επειδή θεωρούμε πως (έχοντας τα ξεψαχνίσει), κανένα από τούτα, έστω και αν γινόταν αποδεκτό στο απόγειο του, θα μπορούσε να οδηγήσει (από μόνο του ή μαζί με άλλα), σε διαφορετική κατάληξη μιαίνοντας έτσι την αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού.» Η νομολογία επί του θέματος της δυνατότητας επέμβασης του Εφετείου στην αξιολόγηση των μαρτύρων από πρωτόδικο δικαστήριο είναι ευθυγραμμισμένη. Λέχθηκαν, σχετικά, τα ακόλουθα στην πρόσφατη απόφαση Παπανδρέας Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση Αρ. 45/2014, ημερ. 5.10.2016, ECLI:CY:AD:2016:B470: «Με δεδομένο ότι τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου βασίζονται κυρίως πάνω στην αξιολόγηση της προφορικής μαρτυρίας που παρουσιάζεται, μπορεί να αποτυπωθεί ως απόσταγμα της όλης σχετικής νομολογίας, ότι το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας και συνακόλουθα της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ανήκει στο πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει, στα πλαίσια της ενώπιόν του ζωντανής διαδικασίας την όλη συμπεριφορά των μαρτύρων. Η εξουσία του Εφετείου για επέμβαση στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, θα πρέπει πάντοτε να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ακριβώς ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο δικαστήριο της άμεσης επαφής με τους μάρτυρες. Ως εκ τούτου, το Εφετείο επεμβαίνει μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου συγκρούονται με την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματά του. Σε σχέση με ζητήματα αντιφάσεων στη μαρτυρία, επέμβαση του Εφετείου χωρεί στην περίπτωση και μόνο όπου αυτές είναι τέτοιας μορφής που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Ως τέτοιες μπορούν να καθορισθούν οι αντιφάσεις οι οποίες, υπό το φως της φύσης της υπόθεσης και του ζητήματος που καλύπτουν, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή φανερώνουν διάθεση καταφυγής στο ψεύδος.» Η αξιολόγηση μαρτυρίας συνεργού λαμβάνει χώραν, κατά πάγια νομολογία, με ύψιστη προσοχή και επιφυλακτικότητα. Μολονότι δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας δικαίου ή πρακτικής, από τον δικαστικό λόγο της απόφασης Zacharia v. The Republic
(1962)CLR 52, συνάγονται τα ακόλουθα: Το δικαστήριο, κατά πρώτον, αξιολογώντας την αξιοπιστία συνεργού, οφείλει να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσο είναι ή όχι διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση για σκοπούς καταδίκης. Υπό τα δεδομένα αυτά, έχει νομική υποχρέωση να αυτοϋπενθυμίζεται ότι ένας συνεργός είναι σπιλωμένος μάρτυρας, δεδομένου ότι η όποια ουσιαστική μαρτυρία του είναι δυνατό να επηρεάζεται από τη δική του εμπλοκή στα γεγονότα που καθορίζουν την εγκληματική συμπεριφορά. Εάν, υπό το φως τέτοιας αυτοπροειδοποίησης το δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να δεχθεί τη μαρτυρία του εν λόγω συνεργού και αισθάνεται ότι μπορεί με σιγουριά να βασισθεί σε αυτή, χωρίς ενίσχυση, και να προχωρήσει σε έκδοση καταδικαστικής απόφασης, είναι ελεύθερο να το πράξει νόμιμα. Αν το δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν θα ήταν διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία συνεργού, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας, τότε προχωρεί στην αναζήτηση ενίσχυσης από ανεξάρτητη μαρτυρία, τέτοιας μορφής που όχι μόνο να υποστυλώνει την εκδοχή του συνεργού σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος αλλά και να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο με το αδίκημα αυτό. Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 657-659, το ζήτημα της αντιμετώπισης μαρτυρίας συνεργού αντικρίσθηκε ως εξής: «Η θεώρηση από το δικαστήριο μάρτυρα ως συνεργού και οι αρχές που διέπουν την αντιμετώπισή του ως τέτοιου και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του πηγάζουν από τη νομολογία, αγγλική, κατ' αρχήν, και κυπριακή, στη συνέχεια. Συνοψίζονται ως ακολούθως:- (α) Εφόσον το δικαστήριο είναι διατεθειμένο, κατ' αρχήν, να αποδώσει πίστη στη μαρτυρία του, τότε πρέπει να προειδοποιήσει τον εαυτό του ότι είναι επικίνδυνο να βασιστεί στη μαρτυρία του, στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. (β) Ενισχυτική είναι η μαρτυρία, που τείνει να καταδείξει ότι διαπράχθηκε το έγκλημα, στο οποίο αναφέρεται ο συνεργός, και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο κατηγορούμενος. (γ) Το δικαστήριο, αφού προσεγγίσει τη μαρτυρία του συνεργού με τον τρόπο που έχουμε διαγράψει, μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του, έστω και αν διαπιστώσει ότι απουσιάζει ενισχυτική μαρτυρία. Η κυπριακή όσο και η αγγλική νομολογία, από την οποία αντλήθηκε καθοδήγηση, υποστηρίζει ότι τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, μόνο εφόσον ο συνεργός φαίνεται αξιόπιστος. Στην απόφαση του Privy Council - Attorney-General of Hong Kong v. Wong Muk-ping [1987] 2 All E.R. 488 - ως επισημάναμε στην Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, 266, αποφασίστηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας συνεργού διενεργείται ενιαία. Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Μάρτυρας, εμφανώς αναξιόπιστος, δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης, εφόσον ελλείπει το αντικείμενο της ενίσχυσης, το, κατ' αρχήν, παραδεκτό της εκδοχής του. Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας είναι η άρση των εγγενών αμφιβολιών για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνεργού, λόγω της συμμετοχής ή σύμπραξής του στο έγκλημα. Είναι προς άρση αυτών των αμφιβολιών, που αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία για την ανάμειξη του κατηγορουμένου στο έγκλημα. Παραμένει, όμως, το δικάζον δικαστήριο κριτής του αξιόπιστου, της σημασίας και της βαρύτητας, που αποδίδεται στη μαρτυρία συνεργού και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Η απουσία της δεν αναιρεί το δικαίωμα του δικάζοντος δικαστηρίου να αποδεχτεί ως βάσιμη τη μαρτυρία συνεργού. Τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία και ποια μορφή μπορεί να πάρει, εξηγείται στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω). Ενισχυτική είναι η μαρτυρία, η οποία έχει, ως αναφέρεται:- (σελ. 265) «... προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει και να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο υπόδικος, αλλά επίσης ότι εκείνος που το διέπραξε ήταν ο κατηγορούμενος. Όπως υποδεικνύεται στην πρόσφατη δικαστική απόφαση Turner v. Blunden* δεν απαιτείται όπως η ενισχυτική μαρτυρία αποδεικνύει αφ' εαυτής τα αμφισβητούμενα γεγονότα ή τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ό,τι απαιτείται είναι η μαρτυρία να έχει ανεξάρτητη προέλευση από το συνένοχο (accomplice) και να τείνει να καταδείξει σε μια ή περισσότερες ουσιώδεις λεπτομέρειες ότι διαπράχθηκε το κρινόμενο έγκλημα και ότι ο εγκληματίας είναι ο κατηγορούμενος* .» Παρόλο που το Κακουργιοδικείο εκδήλωσε την ετοιμότητά του να βασιστεί στη μαρτυρία του Ηρακλέους και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας, δε διαπίστωσε κατά πόσο υπήρχε ή όχι ενισχυτική μαρτυρία. Ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει όπως πρώτα εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το δικάζον δικαστήριο χωρήσει σε τελική κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του συνεργού. Τονίζουμε τον όρο "ορθολογιστική", για να υπογραμμίσουμε ότι δεν ισχύει άκαμπτος κανόνας δικαίου ή πρακτικής για τον ακριβή τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεργού, αφού, βέβαια, δοθεί η πρέπουσα προειδοποίηση.» Το Κακουργιοδικείο κατέληξε, στοιχείο άλλωστε που συνιστά και κοινό έδαφος, ότι ο Λίλλης θα έπρεπε να αντικρισθεί ως μάρτυρας - συνεργός. Υπό το πρίσμα αυτό προσέγγισε τη μαρτυρία του με άκρα επιφυλακτικότητα, προκειμένου να κρίνει κατά πόσο μπορούσε να αποτελέσει ασφαλή βάση για καταδίκη, έχοντας κατά νουν τη νομική διάσταση του θέματος όπως έχει αναπτυχθεί σε σειρά από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Zacharia (ανωτέρω), Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκης
(1993)2 ΑΑΔ 231, 247-249, Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(1999)2 ΑΑΔ 24, 33-41, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας (ανωτέρω), σελ. 653-660 και Petrosyan v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 90, 96-97). Μετά από συνεχείς αυτοπροειδοποιήσεις έκρινε αξιόπιστο τον υπό αναφορά μάρτυρα, αποφασίζοντας ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, καταλήγοντας στις σελίδες 167-168 της απόφασής του: «Το ερώτημα επομένως που προκύπτει είναι εάν, δεδομένης της απουσίας ενισχυτικής μαρτυρίας, είμαστε διατεθειμένοι να βασιστούμε στη μαρτυρία του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5), έτσι ώστε να καταλήξουμε στα ευρήματα μας (βλ. Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 657-658, Ιωάννου v Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 14, 19-20). Είχαμε συνέχεια στο μυαλό και υπενθυμίζαμε εαυτόν, πως μάρτυρες όπως ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5), θεωρούνται ως κατά τεκμήριο σπιλωμένοι (βλ. V Gattie και M Krishnamachariar, Wills? Principles of Circumstantial Evidence, Butterworth & Co, 7η Έκδ., 1937, σελ. 29), με τη μαρτυρία τους να υπόκειται σε επηρεασμό από τη σχέση τους με το έγκλημα, με αποτέλεσμα να είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να βασιστεί επί αυτής και να καταδικάσει δίχως ενισχυτική μαρτυρία. Αυτοϋπενθυμιστήκαμε συν τω χρόνω και αυτοκαθοδηγηθήκαμε πως η προσέγγιση της αξιοπιστίας των συνεργών-μαρτύρων πρέπει να γίνεται με την αναγκαία και ύψιστη υπό τις περιστάσεις επιφύλαξη, περίσκεψη και προσοχή. Έτσι είναι που λειτουργήσαμε. Αφού εξετάσαμε το περιεχόμενο της μαρτυρίας των υπό συζήτηση μαρτύρων και πάνω από όλα εκείνη του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) - χωρίς ασφαλώς υποβιβασμό της σημασίας των υπολοίπων - και έχοντας αδιαλείπτως στο μυαλό τις συζητούμενες αρχές και αυτοπροειδοποιήσεις, αξιολογώντας ατομικώς και συνολικώς τη μαρτυρία του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5), σε αντιπαραβολή εκείνης των άλλων αξιόπιστων μαρτύρων και του υπόλοιπου μαρτυρικού υλικού και λαμβάνοντας υπόψη την πολύ καλή εντύπωση που μας δημιούργησε κατά τη μαρτυρία του - και προπαντός τη δύναμη και εμβέλεια της μαρτυρίας του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5), καταλήξαμε πως μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή χωρίς ενίσχυση, με απόλυτη ασφάλεια. Αποδεχόμαστε πλήρως τη μαρτυρία και εκδοχή του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5).» Δεν παρέχεται έδαφος επέμβασής μας στον τρόπο αξιολόγησης του βασικού ΜΚ5 από το Κακουργιοδικείο. Τα όσα με πολλή ικανότητα έθεσαν ενώπιόν μας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εφεσειόντων, στερούνται, με όλο το σεβασμό, υπόβαθρου στήριξης. Εχουμε ήδη καταγράψει την κρίση μας ως προς το ζήτημα του άμεμπτου του ανακριτικού έργου, στοιχείο που εμπλέκεται και στους λόγους έφεσης που εξετάζονται στο παρόν στάδιο. Πέραν των όσων εκθέσαμε, δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε ότι το Κακουργιοδικείο ασχολήθηκε εκτεταμένα με το θέμα της κατ΄ ισχυρισμόν αθέμιτης συνδιαλλαγής μεταξύ εισαγγελικών ή αστυνομικών αρχών και του ΜΚ5. Οι διαπιστώσεις του μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους. Όπως και στην απόφαση Ρόπας (ανωτέρω) σελ. 652, επιβεβαιώνεται «Ο,τι είναι μεμπτό και απαράδεκτο είναι η παροχή ενθάρρυνσης προς το μάρτυρα, με υποσχέσεις ή ανταλλάγματα που του δίνονται, να πει ο,τιδήποτε άλλο από την αλήθεια ή να παραποιήσει τη μαρτυρία του για την εξυπηρέτηση οποιουδήποτε αλλότριου σκοπού.» Στην υπό κρίση περίπτωση, τέτοια συμπεριφορά δεν εντοπίζεται. Πέραν των πιο πάνω, το Κακουργιοδικείο, όπως εντοπίζεται στο εκτεταμένο απόσπασμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ5 που παραθέσαμε προηγουμένως, έκρινε τον Λίλλη ως αξιόπιστο, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και σταθμίζοντας τις όποιες αντιφάσεις ή κενά τέθηκαν ενώπιόν του. Ακολούθως, διεξοδικά και με πολλή επιμέλεια, ασχολήθηκε με τις ουσιαστικές εκδοχές των Εφεσειόντων όπως αυτές αναπτύχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, πάντα υπό το φως των επιδίκων θεμάτων, διατυπώνοντας με σαφήνεια τα ευρήματά του και εξετάζοντας σφαιρικά τη μαρτυρία του ΜΚ5 και σε αντιστοιχία τόσο με τις θέσεις της υπεράσπισης, όσο και με το υπόλοιπο μέρος της ενώπιόν του μαρτυρίας. Η αναντίλεκτη ύπαρξη στοιχείων τα οποία αφορούσαν τη διακίνηση χρηματικών ποσών στη βάση των όσων ανέφερε ο ΜΚ5 αλλά και η διασύνδεση της Wadnic Trading Ltd, συμφερόντων του Λίλλη, με εταιρείες συμφερόντων κάποιων από τους κατηγορουμένους (Polleson Holdings Ltd και Leagros Investment Ltd), σε συνάρτηση με την απόρριψη των σχετικών θέσεων της υπεράσπισης, επιβεβαίωναν ουσιώδεις ισχυρισμούς του ΜΚ5 και συνηγορούσαν υπέρ της κρίσης του Κακουργιοδικείου ως προς την αξιοπιστία του. Περαιτέρω, το Κακουργιοδικείο αξιολογώντας τη μαρτυρία Λίλλη και εκδηλώνοντας την ετοιμότητά του να βασισθεί σε αυτή στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας, ασχολήθηκε επισταμένα, με τη σημασία του περιεχομένου της κάθε κατάθεσης του στην αστυνομία, χωρίς να υποτιμήσει σε καμία περίπτωση τα κενά που υπήρχαν σε αυτές και την εξελικτική συμπλήρωσή τους. Όπως συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας και επιβεβαιώνεται στη Ρόπας (ανωτέρω) σελ. 650-652, τελικός κριτής της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα είναι το δικαστήριο. Τυχόν προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και προεκτάσεις τους, συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Στη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172, 197, επαναλαμβάνεται ότι η αρμοδιότητα του πρωτόδικου δικαστηρίου ως του κατ΄ εξοχήν κριτή της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν μπορεί να συμβιβασθεί με οποιαδήποτε αρχή η οποία περιορίζει, εκ προοιμίου, την ευχέρεια του να αξιολογήσει κατά τρόπο που το ίδιο το δικαστήριο κρίνει επιβεβλημένο τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα που καταθέτει ενώπιόν του. Αυτό θα ήταν δυνατό μόνο εάν ίσχυε αποδεικτικός κανόνας αποκλεισμού της μαρτυρίας μαρτύρων οι οποίοι είχαν προβεί σε προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις. Στη Georghiou v. Republic
(1984)2 CLR 65, 93, εντοπίζεται η αρχή η οποία ισχύει στην αξιολόγηση μαρτυρίας μαρτύρων, οι οποίοι έχουν προβεί σε προγενέστερες αντιφατικές καταθέσεις: «The weight to be attached to the evidence of a hostile witness is a matter for the Court. There is no rule of law that it should be ignored in its entirety. Understandably, a Court of law will ordinarily be slow to attach any weight to the evidence of a hostile witness but may, if it seems proper to it do so, especially where parts of his evidence are supported by other evidence in the cause.» Το Κακουργιοδικείο προσέγγισε την αξιοπιστία του Λίλλη υπό το πρίσμα του συνόλου των καταθέσεών του και κάτω από τις συνθήκες που αυτές δόθηκαν. Δεν δικαιολογείται η επέμβασή μας στην προσέγγιση αυτή του Κακουργιοδικείου, ούτε και διαπιστώνουμε λόγους που θα επέτρεπαν ανατροπή της κρίσης περί της αξιοπιστίας του Λίλλη στη βάση των διαφορετικών καταθέσεών του στην αστυνομία. Το Κακουργιοδικείο, καθοδηγούμενο από τις αρχές που καλύπτουν το υπό εξέταση ζήτημα, έκρινε, βάσιμα, ότι ο Λίλλης εξήγησε με επάρκεια και πειστικότητα τους λόγους για τους οποίους προέβη στους όλους χειρισμούς του. Η όλη εμπλοκή του στα γεγονότα που καλύπτουν οι κατηγορίες και η δικαιολογημένη έλλειψη εμπιστοσύνης που τον διακατείχε, ως αποτέλεσμα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας κατά το χρόνο εξέλιξης των γεγονότων, ήταν στοιχεία που δικαιολογούσαν την αρχική επιφυλακτικότητά του να παραθέσει το πλήρες φάσμα των γεγονότων που κάλυπταν τις κατηγορίες. Περαιτέρω, αναμενόμενο ήταν, δεδομένου του πολύπλοκου των γεγονότων και της εκτεταμένης μαρτυρίας, να ακολουθήσει σειρά συμπληρωματικών καταθέσεων προς σφαιρική ολοκλήρωση των θέσεων και της μαρτυρίας του και αφού οι ανακριτικές αρχές είχαν πλέον κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Η κρίση μας επί των τριών πιο πάνω εισηγήσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Εφεσειόντων και η απόρριψη των συνακόλουθων λόγων έφεσης, θα επιδράσει ανάλογα και σε κάποιους άλλους από τους λόγους έφεσης που αφορούν την κάθε υπόθεση ξεχωριστά, με δεδομένη τη διασύνδεσή τους με τα όσα αφορούν το ανακριτικό έργο και την αξιοπιστία του ΜΚ5. Με τη γενική αυτή επισήμανσή μας, θα υπεισέλθουμε στην εξέταση των υπολοίπων λόγων έφεσης, της κάθε υπόθεσης ξεχωριστά. ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ 12/2015 (Ορέστης Βασιλείου) Ο Εφεσείων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, κατείχε υψηλόβαθμη θέση στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (ΑΤΗΚ), ήταν Τμηματάρχης και Προϊστάμενος της υπηρεσίας Cytavision. Περαιτέρω, ήταν Γενικός Γραμματέας μίας εκ των συντεχνιών υπαλλήλων της ΑΤΗΚ, της ΕΠΟΕΤ-ΟΗΟ-ΣΕΚ. Ενώπιον του Κακουργιοδικείου, αντιμετώπισε αρχικά επτά κατηγορίες. Συγκεκριμένα, της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 22 επί του κατηγορητηρίου, την οποία και αντιμετώπιζε από κοινού με τον πρώην συγκατηγορούμενο 4 και τους Εφεσείοντες Γρηγόρη Σουρουλλά και Polleson Holdings Ltd), της δωροληψίας από οικείους δημόσιους αξιωματούχους, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(3)και 6 του περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικού) Νόμου 23(ΙΙΙ)/2000 (κατηγορίες 23 (από κοινού με τον πρώην συγκατηγορούμενο 4) και 24) της εκβίασης, κατά παράβαση των άρθρων 290Α, 20 και 21 του Κεφ. 154 (κατηγορίες 25 (από κοινού με τον πρώην συγκατηγορούμενο 4 και τον Εφεσείοντα Γρηγόρη Σουρουλλά) και 26) και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/07 (κατηγορίες 27 (από κοινού με τον πρώην συγκατηγορούμενο 4, τον Εφεσείοντα Γρηγόρη Σουρουλλά και την Εφεσείουσα Polleson Holdings Ltd) και 28). Όπως ήδη λέχθηκε, αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από την κατηγορία 22, ήτοι της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Ηταν η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, ότι ο Εφεσείοντας έλαβε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό από τον Λίλλη κατόπιν εκβιασμού και ως αντάλλαγμα για να μην υποκινήσει την υπό αναφορά συντεχνία να εναντιωθεί στην επένδυση του Ταμείου Συντάξεων στο έργο. Το Κακουργιοδικείο, αξιολογώντας την ενώπιόν του μαρτυρία και αποδεχόμενο τους σχετικούς ισχυρισμούς των μαρτύρων κατηγορίας και, κατά βάση, του ΜΚ5 Λίλλη, κατέληξε στα ακόλουθα ευρήματα: Πριν από την υπογραφή της προαναφερθείσας συμφωνίας, τεκμήριο 4-4Α, περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2010 με αρχές Ιανουαρίου 2011, ο Εφεσείων είχε ζητήσει να δει τον Λίλλη. Η συνάντηση έλαβε χώραν στην οικία του Εφεσείοντα στη Λευκωσία, όπου ο Εφεσείων ανέφερε στον Λίλλη ότι θα έπρεπε να τον πληρώσει (δωροδοκήσει) με ποσό ύψους €300.000, διαφορετικά θα δημιουργούνταν προβλήματα από τη συντεχνία που ο Εφεσείων εκπροσωπούσε, μετά από δικές του παροτρύνσεις. Ο Εφεσείων ήταν ένας ικανός συνδικαλιστής και είχε το χάρισμα να «υποστηρίζει και να πείθει αυτούς που έπρεπε». Υπό το πρίσμα αυτό, είχε τη δυνατότητα και το περιθώριο να δημιουργήσει, εάν ήθελε, προσκόμματα στα συμφέροντα που εκπροσωπούσε ο Λίλλης. Ακολούθησαν, πάντα σύμφωνα με τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου, και άλλες επαφές μεταξύ Λίλλη και Εφεσείοντα. Υστερα από μερικές εβδομάδες και συνεχείς «διαβουλεύσεις» κατέληξαν στην καταβολή του ποσού των €250.000, το οποίο και θα καταβαλλόταν μετά που θα λάμβανε την προκαταβολή από το Ταμείο Συντάξεων ο Λίλλης. Όχι όμως σε μετρητά, λόγω αδυναμίας του Λίλλη να πληρώσει το ποσό του χρηματισμού με αυτό τον τρόπο. Μετά την υπογραφή της προαναφερθείσας συμφωνίας τεκμήριο 4-4Α και την προκαταβολή που επακολούθησε, ύψους €9.200.000, προς την εταιρεία Wadnic Trading Ltd, διευθυντής και ουσιαστικός μέτοχος της οποίας ήταν ο Λίλλης, ο τελευταίος εξέδωσε και παρέδωσε προς τον Εφεσείοντα μεταχρονολογημένη επιταγή της Wadnic, ύψους €150.000, με δικαιούχο την Εφεσείουσα Polleson Holdings Ltd. Γραμματέας και μέτοχος της Polleson ήταν η μητέρα του Εφεσείοντα, η οποία, μαζί με τη διευθύντρια και επίσης μέτοχο, πεθερά του πρώην συγκατηγορούμενου 4 και αδελφού του Εφεσείοντα Γρηγόρη Σουρουλλά, ανέλαβαν και κατείχαν τυπικά τις θέσεις αυτές, χωρίς να γνωρίζουν τις εργασίες της υπό αναφορά Εφεσείουσας εταιρείας. Ο Εφεσείοντας αυτοπροσδιορίστηκε ως αφανής ετερόρρυθμος μέτοχος (silent partner) της Polleson. Σε μεταγενέστερο στάδιο, ο Λίλλης εξέδωσε ακόμα μια επιταγή ύψους €100.000 προς όφελος επίσης της πιο πάνω εταιρείας, η οποία παραδόθηκε, κατόπιν συνεννόησης με τον Εφεσείοντα, στον Εφεσείοντα Γρηγόρη Σουρουλλά. Η επιταγή των €150.000, λόγω προβλημάτων, δεν μπορούσε να τιμηθεί και επιστράφηκε στον Λίλλη, ο οποίος την κατέστρεψε. Σε αντικατάστασή της, εκδόθηκαν και πάλι από την Wadnic, διά της υπογραφής του Λίλλη, δύο άλλες μεταχρονολογημένες επιταγές για το συνολικό ποσό των €150.000 προς όφελος και πάλι της Polleson, οι οποίες και παραδόθηκαν από τον Λίλλη στον Εφεσείοντα σε συνάντηση που είχαν περί τις αρχές Ιανουαρίου
  1. Σε μεταγενέστερο στάδιο ο Λίλλης κατέβαλε στον Εφεσείοντα, ως δωροδοκία και πάλι, ποσό ύψους €200.000, το οποίο ο Εφεσείων ζήτησε, στα πλαίσια των παράνομων συνεννοήσεων και διαβουλεύσεων που είχαν, περί τις αρχές του 2012 και όταν συζητείτο μεταξύ Wadnic και Ταμείου Συντάξεων η προοπτική υπογραφής τροποποιητικής συμφωνίας, τεκμήριο
  2. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε σε μετρητά και εξασφαλίστηκε από εξαργύρωση επιταγών της Wadnic από ανταλλακτήριο στη Λάρνακα. Στις αρχές του καλοκαιριού του 2013, όταν άρχισαν να δημοσιοποιούνται κάποια γεγονότα σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση, ο Λίλλης, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Εφεσείοντα Γρηγόρη Σουρουλλά, ο οποίος του ανέφερε ότι ο Εφεσείων (Ορέστης Βασιλείου) ετοίμασε κάποιο έγγραφο προς υπογραφή από τον Λίλλη, ώστε να είναι όλοι καλυμμένοι για τα χρήματα που ο Λίλλης του είχε δώσει. Κάτω από αυτές τις συνεννοήσεις ο Λίλλης υπέγραψε, εκ μέρους της Wadnic, σε σταθμό βενζίνης, που διατηρούσε ο Σουρουλλάς, στη Λάρνακα, δύο ψεύτικα και εικονικά έγγραφα, τα τεκμήρια 65 και
  3. Την εικονική και πλαστή συμφωνία τεκμήριο 66 υπέγραψε και ο Σουρουλλάς, εκ μέρους της Polleson. Ο Εφεσείων προσβάλλει την εις βάρος του καταδικαστική απόφαση, αλλά και την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, με μια σειρά από λόγους έφεσης: Με τον πρώτο λόγο έφεσης, πλήττεται ως παράνομη, εσφαλμένη και αντισυνταγματική η καταδίκη σε αναφορά με το αδίκημα της εκβίασης, που αφορά στην 25η κατηγορία. Προβάλλεται στην αιτιολογία ότι, με βάση τη μαρτυρία του Λίλλη, την οποία το δικαστήριο έκρινε ως αξιόπιστη, η απειλή έλαβε χώραν πριν από τη θέσπιση του άρθρου 290Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 13.4.
  4. Συνεπώς, δεν υφίστατο αδίκημα και αξιόποινη πράξη κατά τον ουσιώδη χρόνο. Προβάλλεται, ακόμη, ζήτημα που συμπλέκεται και καλύπτει ουσιαστικά και τον δεύτερο λόγο έφεσης, ότι η εκβίαση και η δωροδοκία δεν συνιστούν έννοιες ταυτόσημες και δεν μπορεί η ίδια πράξη να συνιστά ταυτόχρονα και δωροδοκία και εκβίαση. Προστίθεται δε ότι, από τα ευρήματα του δικαστηρίου προκύπτει ξεκάθαρα ότι η πληρωμή αφορούσε το αδίκημα της δωροδοκίας και όχι της εκβίασης. Με τον τρίτο λόγο έφεσης τίθεται ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο καταδίκασε τον Εφεσείοντα για τα αδικήματα της δωροληψίας από οικείους δημόσιους αξιωματούχους, κατηγορίες 23 και 24 του κατηγορητηρίου, χωρίς να στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των υπό αναφορά αδικημάτων. Επεξηγείται στην αιτιολογία ότι ο όρος δημόσιος αξιωματούχος, όπως απαντάται στον Ν. 23(ΙΙΙ)/2000, δεν καλύπτει την περίπτωση του Εφεσείοντα, αφού τα χρηματικά ποσά της δωροληψίας δεν σχετίζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με την άσκηση ή αποχή από την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Εφεσείοντα ως δημόσιου αξιωματούχου. Πιο συγκεκριμένα, ότι η συντεχνιακή ιδιότητα του Εφεσείοντα δεν περιλαμβάνεται στην έννοια του δημόσιου αξιωματούχου ως αυτή καθορίζεται από τον πιο πάνω νόμο και ότι, η όποια παράνομη συμπεριφορά του Εφεσείοντα, δεν σχετιζόταν με την υψηλόβαθμη θέση που κατείχε στην ΑΤΗΚ και την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, ως προϊσταμένου της υπηρεσίας Cytavision. Ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος έφεσης, εδράζονται σε κοινό υπόβαθρο. Αφορούν τις κατηγορίες της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατηγορίες 27 και 28 επί του κατηγορητηρίου, των €250.000 και €200.000 αντίστοιχα, και προβάλλεται η θέση ότι, εφόσον κριθούν εσφαλμένες οι καταδίκες επί των κατηγοριών 23, 24, 25 και 26 για τους λόγους που αναφέρονται στον τρίτο λόγο έφεσης, αναπόφευκτα καθίστανται και εσφαλμένες οι καταδίκες στις υπό αναφορά κατηγορίες 27 και
  5. Με τον έκτο λόγο έφεσης και με υπόβαθρο τα όσα προβάλλονται στους προηγούμενους, προσβάλλεται η καταδίκη ως παραβιάζουσα την αρχή του αποδεικτικού βάρους και του τεκμηρίου της αθωότητας. Ο έβδομος λόγος έφεσης αφορά το στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Τίθεται ότι εσφαλμένα κλήθηκε σε απολογία ο Εφεσείων, αφού δεν στοιχειοθετήθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, η δε μαρτυρία ήταν τόσο παράλογη, αντιφατική και στερούμενη πειστικότητας που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί σε αυτή για να καταδικάσει. Με τον όγδοο λόγο έφεσης προωθείται η εισήγηση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αδικαιολόγητη, κατά παράβαση του ΄Αρθρου 30.2 του Συντάγματος. Ο ένατος λόγος έφεσης είναι ιδιαίτερα εκτεταμένος. Διαπερνά όλο το εύρος της πρωτόδικης απόφασης, προκειμένου να εισηγηθεί ότι η καταδίκη του Εφεσείοντα ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένης, πλημμελούς και αποσπασματικής αξιολόγησης της μαρτυρίας. Προβάλλεται επίσης, σε σημείο που αλληλοκαλύπτεται από τον όγδοο λόγο έφεσης, ότι καίρια επιχειρήματα της υπεράσπισης επί ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας δεν απαντήθηκαν από το Κακουργιοδικείο, με αποτέλεσμα η απόφαση να καθίσταται αναιτιολόγητη. Η αιτιολογία του υπό αναφορά λόγου έφεσης περιστρέφεται γύρω από τις θέσεις ότι ήταν εσφαλμένη η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Λίλλη, αλλά και συγκεκριμένων μαρτύρων κατηγορίας, όπως εσφαλμένη ήταν και η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εφεσείοντα και των μαρτύρων υπεράσπισης. Προεκτείνοντας, τίθεται ότι ο τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας ήταν αποσπασματικός και δεν εξετάστηκε σφαιρικά το μαρτυρικό υλικό προτού οδηγηθεί το Κακουργιοδικείο σε συμπεράσματα αξιοπιστίας ενός εκάστου μάρτυρα. Ειδική, εκτεταμένη, αναφορά γίνεται στην περίπτωση του ΜΚ5, Λίλλη, ο οποίος, κατά τον Εφεσείοντα, θα έπρεπε να είχε κριθεί ως αναξιόπιστος, ως αποτέλεσμα των αντιφατικών του δηλώσεων και καταθέσεων και όχι να αξιολογηθεί ως άμεμπτη η μαρτυρία του και ως ασφαλές θεμέλιο για καταδίκη, παρά την απουσία ενίσχυσης της από άλλη, ανεξάρτητη, μαρτυρία. Με τον δέκατο λόγο έφεσης τίθεται ότι το Κακουργιοδικείο, εσφαλμένα και αντισυνταγματικά, αποδέχθηκε την κατάθεση ενός ηλεκτρονικού μηνύματος, τεκμήριο 109, χωρίς τη συγκατάθεση των μερών στην επικοινωνία, καθώς επίσης και ενός βιβλιαρίου προσωπικών σημειώσεων του Εφεσείοντα. Ο ενδέκατος και τελευταίος λόγος έφεσης επί της καταδίκης, έχει ως βάση στήριξης τους προηγούμενους λόγους έφεσης. Κινείται γύρω από τη θέση ότι υπό το πρίσμα του περιεχομένου τους, η καταδίκη του Εφεσείοντα είναι ακροσφαλής και υπάρχει υποβόσκουσα αμφιβολία για την ορθότητά της. Οι λόγοι έφεσης κατά της ποινής, διαχωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Στους δύο πρώτους, που αφορούν την έκδοση διατάγματος δήμευσης της περιουσίας του Εφεσείοντα - όπου προβάλλεται ότι η δήμευση είναι παράνομη και αντισυνταγματική, αφού είναι γενικής μορφής και αφορά ολόκληρη την περιουσία του Εφεσείοντα - και στον τρίτο λόγο έφεσης, μέσω του οποίου τίθεται ότι οι επιβληθείσες ποινές και δη των 9 χρόνων άμεσης φυλάκισης, για τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων των κατηγοριών 27 και 28, είναι έκδηλα υπερβολικές. Κατά το στάδιο της ακρόασης ενώπιόν μας, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα απέσυρε τους δύο πρώτους λόγους έφεσης επί της ποινής και, συνεπώς, παραμένει προς κρίση ο τρίτος και μόνο λόγος. ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ Όπως ήδη λέχθηκε, οι δύο πρώτοι λόγοι έφεσης συμπλέκονται και κινούνται γύρω από τον χρόνο διενέργειας της απειλής που καλύπτει η κατηγορία 25 και την συμβατότητα καταδίκης, τόσο σε σχέση με το αδίκημα της εκβίασης, όσο και σε αναφορά με αυτό της δωροληψίας. Το αδίκημα της εκβίασης, εδράζεται στο άρθρο 290Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 13.4.2011 με το νόμο 56(Ι)/
  6. Ο πρώτος λόγος έφεσης, σύνοψη του οποίου παραθέσαμε σε προηγούμενο στάδιο, δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Παρά το ότι το Κακουργιοδικείο αναφέρεται σε ενέργειες του Εφεσείοντα που έγιναν μεταξύ Δεκεμβρίου 2010 και Ιανουαρίου 2011 (πριν την έναρξη της ισχύος του άρθρου 290Α), εντούτοις, είναι προφανές ότι καταδίκασε τον Εφεσείοντα για τις ενέργειες του, μεταξύ 13.4.2011 και 2.3.2012, ως δηλαδή διαλάμβαναν οι λεπτομέρειες της κατηγορίας και καθ΄ ον χρόνο το άρθρο 290Α ήταν σε ισχύ. Το αδίκημα της εκβίασης ήταν συνεχές στην προκείμενη περίπτωση και ο εκβιασμός του Εφεσείοντα προς τον ΜΚ5, αν και άρχισε πριν τις 13.4.2011, συνεχίστηκε μέχρι τις 2.3.2012, όταν συντελέστηκε το αδίκημα, με τον χρηματισμό του Εφεσείοντα από τον ΜΚ
  7. Είναι νομολογημένο ότι ο εκβιασμός συνεχίζεται μέχρι η απαίτηση να σταματήσει και η απειλή να αποσυρθεί (Regina v. Colin Hester and Andrew John Mckray, 2007, 3 WCA, Crim 2127). Στην προκείμενη περίπτωση, η απαίτηση συνεχίστηκε και υλοποιήθηκε μεταξύ 13.4.2011 και 2.3.2012, επομένως δεν παραβιάστηκε η αρχή Nullum crimen Nulla poena sine lege. Όσον αφορά την καταδίκη του Εφεσείοντα και για εκβίαση και για δωροληψία, στη βάση των ίδιων γεγονότων, αυτό είναι επιτρεπτό όταν η εκβίαση συρρέει, στην πραγματικότητα, με τη δωροληψία, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Συμφωνούμε με την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου για την Εφεσίβλητη, ότι τα αδικήματα της εκβίασης και της δωροληψίας δεν αναιρούν το ένα το άλλο. Η εκβίαση θεμελιώθηκε με την απειλή και τον εξαναγκασμό του ΜΚ5 να παραδώσει χρηματικά ποσά στον Εφεσείοντα, ύψους €450.000.- και η δωροληψία συντελέστηκε όταν ο Εφεσείων, με την απαιτούμενη πρόθεση και μετά από απαίτησή του έλαβε το συνολικό ποσό των €450.000.- από τον ΜΚ5, για παράνομο αντάλλαγμα-σκοπό. Κατ΄ ακολουθία και ο υπό κρίση λόγος έφεσης απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τον τρίτο λόγο έφεσης, αποδίδεται ότι το καίριο σφάλμα του Κακουργιοδικείου έγκειται στο γεγονός πως τα χρηματικά ποσά της δωροληψίας δεν σχετίζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με την άσκηση ή αποχή από την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Εφεσείοντα ως δημόσιου λειτουργού. Τίθεται, πιο συγκεκριμένα, ότι η όποια δωροληψία σχετίζεται με τη συντεχνιακή ιδιότητα του Εφεσείοντα και επ΄ ουδενί τρόπω με την άσκηση των αρμοδιοτήτων του ως υπαλλήλου της ΑΤΗΚ και δη ως προϊστάμενου της υπηρεσίας CYTAVISION. Οι κατηγορίες 23 και 24 που καλύπτουν τον υπό κρίση λόγο έφεσης, αφορούν σε δωροληψία κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικού) Νόμου του 2000, Ν. 23(ΙΙΙ)/2000 (η Σύμβαση). Ως προς τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, παρατίθεται ότι ο Εφεσείοντας, ενώ κατείχε υψηλόβαθμη θέση στην ΑΤΗΚ και ήταν γενικός γραμματέας της συντεχνίας των υπαλλήλων του Οργανισμού, έλαβε, κατ΄ απαίτησή του και προς όφελός του, τα χρηματικά ποσά, ως αντάλλαγμα για να μην υποκινήσει την συντεχνία των υπαλλήλων της οποίας ήταν γραμματέας να εναντιωθεί στην επένδυση του Ταμείου Συντάξεων στο επίδικο έργο. Για τους σκοπούς της Σύμβασης ο όρος «δημόσιος αξιωματούχος» «νοείται με αναφορά στον ορισμό της λέξης «αξιωματούχος», «δημόσιος λειτουργός, «δήμαρχος», «υπουργός» ή «δικαστής» ο οποίος δίδεται στο εθνικό δίκαιο του Κράτους στο οποίο το εν λόγω πρόσωπο ασκεί την αρμοδιότητα αυτή και όπως εφαρμόζεται στο ποινικό του δίκαιο.». Κατ΄ ακολουθία, στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154, ερμηνεύεται ως ακολούθως ο όρος «δημόσιος λειτουργός»: "δημόσιος λειτουργός" σημαίνει πρόσωπο που κατέχει οποιοδήποτε από τα πιο κάτω αξιώματα ή που ασκεί τα καθήκοντα που αρμόζουν σε τέτοιο αξίωμα, είτε ως αναπληρωτής ή διαφορετικά, δηλαδή- (α) οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα καθώς και οποιαδήποτε δημόσια θέση, εφόσον την εξουσία να διορίζει ή να παύει στη θέση αυτή έχει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή το Υπουργικό Συμβούλιο ή δημόσια επιτροπή ή συμβούλιο ή (β) οποιαδήποτε θέση, στην οποία κάποιο πρόσωπο διορίζεται ή υποδείχνεται με νόμο ή κατόπι εκλογής ή (γ) οποιαδήποτε δημόσια θέση, εφόσον την εξουσία να διορίζει ή να παύει στη θέση αυτή έχουν πρόσωπο ή πρόσωπα που κατέχουν δημόσιο αξίωμα ή θέση από αυτά που περιλαμβάνονται σε καθεμιά από τις δυο προηγούμενες παραγράφους του ορισμού αυτού ή (δ) οποιαδήποτε θέση διαιτητού ή επιδιαιτητού σε διαιτησία που ασκείται με διαταγή ή με έγκριση Δικαστηρίου ή κατά την εφαρμογή οποιουδήποτε νόμου ο όρος που αναφέρθηκε πιο πάνω περιλαμβάνει περαιτέρω- (i) τα μέλη ερευνητικής επιτροπής, που διορίζονται κατά την εφαρμογή οποιουδήποτε νόμου (ii) όλα τα πρόσωπα που απασχολούνται στην εκτέλεση ενταλμάτων και δικογράφων (iii) όλα τα πρόσωπα που ανήκουν στη στρατιωτική ή την αστυνομική δύναμη της Δημοκρατίας (iv) όλα τα πρόσωπα που υπηρετούν σε κάποιο Κυβερνητικό Τμήμα (v) τους θρησκευτικούς λειτουργούς οποιουδήποτε θρησκευτικού δόγματος, καθόσον αφορά τα καθήκοντα τους που αναφέρονται σε γνωστοποιήσεις μελλοντικών γάμων ή την ιερολογία γάμων, ή τον καταρτισμό ή την τήρηση ληξιαρχικών βιβλίων ή πιστοποιητικών γάμου, γέννησης, βάπτισης, θανάτου, ή ταφής όχι όμως καθόσον αφορά τα υπόλοιπα καθήκοντα τους (vi) πρόσωπα στην υπηρεσία δημοτικής αρχής (vii) τον εκάστοτε κοινοτάρχη και τα μέλη της χωριτικής επιτροπής οποιασδήποτε κοινότητας.» Προέκυψε ως αδιαμφισβήτητο γεγονός μέσα από την όλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ότι ο Εφεσείοντας είχε δικαίωμα εκλογής ως γενικός γραμματέας της Συντεχνίας εκ της θέσεώς του και μόνο, ήτοι ως εργοδοτούμενος στην ΑΤΗΚ. Συνεπώς, υπήρχε άρρηκτη διασύνδεση των δύο ιδιοτήτων του, ως υψηλόβαθμου δηλαδή στελέχους της ΑΤΗΚ και ως, κατόπιν εκλογής, γενικού γραμματέα της μεγαλύτερης συντεχνίας των εργαζομένων στον οργανισμό. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου, ο Εφεσείοντας διέπραξε τα υπό αναφορά αδικήματα «ενώ κατείχε υψηλόβαθμη θέση στην ΑΤΗΚ και ήταν Γενικός Γραμματέας της Συντεχνίας των υπαλλήλων της ΑΤΗΚ, ΕΠΟΕΤ-ΟΗΟ-ΣΕΚ ... ως αντάλλαγμα για να μην υποκινήσει την υπό αναφορά Συντεχνία να εναντιωθεί στην επένδυση του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων της ΑΤΗΚ στο έργο Aero Center.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η δωροληψία συνδεόταν άμεσα με το όλο πλέγμα των αρμοδιοτήτων του Εφεσείοντα ως «δημόσιου αξιωματούχου», εν τη εννοία του νόμου. Καθότι η ιδιότητά του ως δημόσιου λειτουργού - που εμπίπτει στο νοηματικό εύρος του όρου «δημόσιος αξιωματούχος» για τους σκοπούς της Σύμβασης - τεκμηριώνεται λόγω της θέσης που κατείχε, κατόπιν διορισμού του δυνάμει νόμου. Οι λόγοι έφεσης 4 και 5, αφορούν, όπως λέχθηκε, τις κατηγορίες 27 και 28, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και έχουν ως υπόβαθρο τη θέση ότι τυχόν κρίση ως εσφαλμένων των καταδικών επί των κατηγοριών 23, 24, 25 και 26, αναπόφευκτα θα οδηγούσε και στην απόρριψη των εν λόγω κατηγοριών 27 και
  8. Συνεπώς, η απόρριψη των θέσεων του Εφεσείοντα που καλύπτουν τους λόγους έφεσης οι οποίοι αφορούσαν τα γενεσιουργά αδικήματα, αναπόδραστα οδηγεί και στην απόρριψη των υπό εξέταση λόγων έφεσης 4 και
  9. Τα όσα καλύπτουν τον έκτο λόγο έφεσης, όπως εντοπίζεται και από την αιτιολογία που τον συνοδεύει, εδράζονται στα όσα έχουν ήδη αποφασισθεί στους λόγους έφεσης που προηγήθηκαν. Η απόρριψή τους, αναπόδραστα, οδηγεί και στην κατάληξη ότι δεν υφίσταται καμία παραβίαση της αρχής του αποδεικτικού βάρους και του τεκμηρίου της αθωότητας. Εκ του περισσού καταγράφουμε ότι το Κακουργιοδικείο (σελίδα 165 της πρωτόδικης απόφασης, αλλά και στο καταληκτικό μέρος σελίδες 244 και 245), έχοντας πλήρη επίγνωση των όσων διέπουν την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία των επιδίκων εγκλημάτων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ανάλογα προσέγγισε την ενώπιόν του μαρτυρία υπό το φως των κατηγοριών που αντιμετώπιζε ο Εφεσείοντας. Ο έβδομος λόγος έφεσης περιστρέφεται γύρω από τη θέση ότι, εσφαλμένα, το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Εφεσείοντα και, συνακόλουθα, τον κάλεσε σε απολογία. Αιτιολογώντας σχετικά, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα έθεσε ότι το Κακουργιοδικείο εσφαλμένα θεώρησε ότι όλες οι σχετικές εισηγήσεις της Υπεράσπισης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αφορούσαν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προεκτείνοντας, εισηγήθηκε ότι, σε ό,τι αφορούσε τις εναντίον του Εφεσείοντα κατηγορίες 25 (εκβίασης), 26 (απειλής), αλλά και 23 και 24 (δωροληψίας), είτε δεν είχαν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως τα συστατικά στοιχεία που τις καλύπτουν, είτε δεν είχε αποδειχθεί η ημερομηνία διάπραξης κάποιων από αυτές, με αποτέλεσμα να προηγήθηκαν της θέσπισης σχετικού νόμου προς ποινικοποίησή τους. Η κατάληξη μας ως προς τους λόγους έφεσης που αφορούν το ζήτημα της εκβίασης και το συνεχές του υπό αναφορά αδικήματος, αλλά και σε ό,τι αφορά την έννοια του δημόσιου λειτουργού, έχει καταλυτικές συνέπειες και εις τον υπό εξέταση λόγο έφεσης. Πέραν τούτων, τα όσα κάλυπταν τα συστατικά στοιχεία των υπό αναφορά αδικημάτων, προέκυψαν ουσιαστικά μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ5, την οποία ορθά το Κακουργιοδικείο αξιολόγησε στο τελικό στάδιο της διαδικασίας, αποφεύγοντας να το πράξει στο πρώϊμο, εκ πρώτης όψεως, στάδιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, ήταν αρκετή, στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η αναφορά και μόνο του Κακουργιοδικείου στο ότι οι εισηγήσεις της πλευράς της Υπεράσπισης περί απόρριψης των κατηγοριών δεν είχαν περιθώρια επιτυχίας και ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Εφεσείοντα, στον απαραίτητο βαθμό που δικαιολογούσε την κλήση του σε απολογία. Τέλος, με τον δέκατο λόγο έφεσης, προβάλλεται, όπως ήδη καταγράψαμε, ότι λανθασμένα και αντισυνταγματικά έγινε αποδεκτή η κατάθεση ενός ηλεκτρονικού μηνύματος, τεκμήριο 109 και ενός βιβλιαρίου προσωπικών σημειώσεων του Εφεσείοντα. Τα υπό αναφορά στοιχεία έγιναν δεκτά προς κατάθεση από το Κακουργιοδικείο, κατά το στάδιο της επανεξέτασης του ΜΚ
  10. Όπως εντοπίζεται από τα πρακτικά (σελίδες 767-775), η ανάγκη για παρουσίασή τους ως τεκμήρια, προέκυψε ως αποτέλεσμα σχετικής αντεξέτασης του εν λόγω μάρτυρα από την πλευρά των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Εφεσειόντων. Το Κακουργιοδικείο, με σχετική ενδιάμεση απόφασή του (σελίδες 774-775 των πρακτικών), ορθά έκανε δεκτή την παρουσίαση των εν λόγω στοιχείων, δεδομένου ότι αφορούσαν ζήτημα που τέθηκε κατά την αντεξέταση και το οποίο άπτετο της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Επιπρόσθετα, με την ενδιάμεση απόφασή του άφησε ανοικτό, προς απόφανση στο τελικό στάδιο της διαδικασίας, το ζήτημα της πιθανότητας παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης. Δεν εντοπίζουμε ο,τιδήποτε το μεμπτό στην όλη προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Εντέλει, γεγονός ιδιαίτερα καθοριστικό, το Κακουργιοδικείο δεν απέδωσε, στα πλαίσια της τελικής του κρίσης, οιανδήποτε βαρύτητα στα υπό αναφορά έγγραφα, τα οποία δεν συνέδραμαν με οποιοδήποτε τρόπο στην κατάληξη για καταδίκη του Εφεσείοντα. Συνεπώς, θεωρητική και μόνο σημασία ενέχει υπό τις όλες συνθήκες το ζήτημα που καλύπτει ο υπό κρίση λόγος έφεσης. Με βάση τα πιο πάνω η έφεση κατά της καταδίκης απορρίπτεται. ΕΦΕΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Ο λόγος έφεσης που αφορά την ποινή, καλύπτει, τελικά, μόνο την επιβληθείσα ποινή των εννέα χρόνων φυλάκισης για τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων (κατηγορίες 27 και 28). Προβάλλεται ότι η ποινή αυτή δεν είναι μόνο έκδηλα υπερβολική αλλά και εξοντωτική. Εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα ότι αποκλίνει σαφώς από το μέτρο που οριοθετεί η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δημιουργώντας έντονο αίσθημα αδικίας στον Εφεσείοντα. Θέτει, επίσης, ότι το Κακουργιοδικείο δεν έλαβε δεόντως υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής τις καταστροφικές συνέπειες της καταδίκης στην επαγγελματική και προσωπική ζωή του Εφεσείοντα, τις προσωπικές του συνθήκες, ιδιαίτερα κάποια προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, αλλά και το γεγονός ότι είχε εκδοθεί εναντίον του διάταγμα δήμευσης της περιουσίας του, που συνιστά ουσιαστικά χρηματική ποινή. Τέλος, τίθεται ότι δεν αξιολογήθηκε δεόντως η σημασία της αξιόποινης συμπεριφοράς του ΜΚ5 ως μετριαστικού παράγοντα και ότι δεν δικαιολογείται η επιβολή διαφορετικής ποινής σε σχέση με άλλα αδικήματα (της εκβίασης, κατηγορίες 25 και 26) για τα οποία ο νόμος προβλέπει την ίδια ανώτατη ποινή, αλλά ούτε και δικαιολογείται η διαφοροποίηση μεταξύ της ποινής που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα και της επιεικέστερης που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα Στάθη Κιττή, δεδομένης της θέσης που κατείχε ο τελευταίος και του στοιχείου της κατάχρησης εμπιστοσύνης που αναφύεται. Το Κακουργιοδικείο στην πορεία καθορισμού της πρέπουσας ποινής δεν παρέλειψε να σημειώσει την σοβαρότητα των εγκλημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Εφεσείοντες. Συνεκτίμησε, περαιτέρω, τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα όσο και το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων που τέθηκαν ενώπιόν του. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια αποτίμησε υπέρ των Εφεσειόντων και το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να μην κατηγορήσει το Νίκο Λίλλη για το σύνολο των ποινικών αδικημάτων που αυτός παραδέχθηκε ότι τέλεσε. Ελαβε επίσης υπόψη τα εκδοθέντα διατάγματα δήμευσης της περιουσίας. Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου
(2009)2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014, ECLI:CY:AD:2014:B327 και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015), ECLI:CY:AD:2015:B779. Το ερώτημα αν μια ποινή είναι έκδηλα υπερβολική, σε βαθμό που να δικαιολογείται και η επέμβαση του Εφετείου, αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε αριθμό υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στη Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 232, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το κριτήριο για τη διαπίστωση υπερβολής στην ποινή είναι αντικειμενικό, όπως έχει επανειλημμένα αποφασιστεί - (βλ., μεταξύ άλλων, Philippou v. Republic
(1983)2 C.L.R. 245. Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Όπως υποδεικνύεται στη Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 525, το στοιχείο της υπερβολής στην ποινή πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα. Μπορεί δε να τεκμηριωθεί με αναφορά σε ένα από τους δύο πιο κάτω αναφερόμενους παράγοντες ή/και με συνδυασμό των δύο:- (σελ. 531) «
(1)Πασιφανή έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ της σοβαρότητας του εγκλήματος και της ποινής που επιβάλλεται, και
(2)Ουσιώδη απόκλιση της ποινής που επιβάλλεται από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, νοουμένου ότι οι δικαστικές αποφάσεις παρέχουν σταθερές ενδείξεις για την ύπαρξη τέτοιου πλαισίου.»» Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε στη συνέχεια στις υποθέσεις Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Κκούτα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 331, όπου επαναλήφθηκε ότι δυνατότητα επέμβασης του Εφετείου παρέχεται μόνο όπου το στοιχείο της υπερβολής στην ποινή βρίσκει αντικειμενικό έρεισμα μετά από το συσχετισμό της με το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, περιλαμβανομένου του ατόμου του κατηγορουμένου. Στην πρόσφατη απόφαση Ευτύχιου Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 40/2015, ημερ. 25.11.2016, ECLI:CY:AD:2016:B534, απασχόλησε το ζήτημα της ορθότητας της ποινής φυλάκισης έξι ετών που επιβλήθηκε, μετά από παραδοχή, στον Εφεσείοντα σε σχέση με κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο Εφεσείων είχε κριθεί ένοχος, όπως λέχθηκε μετά από δική του παραδοχή, για επιλήψιμες πράξεις που είχαν σχέση με οικονομικές ατασθαλίες στα έργα του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Πάφου, του οποίου ήταν γενικός διευθυντής. Αποκόμισε ίδιον προσωπικό όφελος και νομιμοποίησε παράνομα το συνολικό ποσό των €498.000. Ας σημειωθεί ότι η νομιμοποίηση των υπό αναφορά εσόδων αφορούσε σε οκτώ διαφορετικές περιπτώσεις και κάλυπτε μία περίοδο δέκα περίπου ετών. Το Εφετείο, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας τη σχετική έφεση. Παρεμβάλλουμε ότι στην Μαληκκίδης (ανωτέρω) δίδεται απάντηση και στις εισηγήσεις που έθεσε ενώπιόν μας ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα σε σχέση (α) με τις επιπτώσεις της ποινής στην επαγγελματική σταδιοδρομία καταδικασθέντος, (β) με την επιβολή μεγαλύτερης ποινής στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από την ποινή στα γενεσιουργά αδικήματα του δεκασμού και (γ) με την ανάγκη αποφυγής παράδοξων αποτελεσμάτων, ως αποτέλεσμα εντελώς δυσανάλογης ποινής μεταξύ του γενεσιουργού αδικήματος και του αδικήματος της παράνομης νομιμοποίησης εσόδων. Τα υιοθετούμε και δεν κρίνουμε ότι υπάρχει ανάγκη επανάληψης του δικαστικού λόγου, απορρίπτοντας, κατά προέκταση, τις ανάλογες τοποθετήσεις της πλευράς του Εφεσείοντα. Εχουμε εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα έχουν προβληθεί εκ μέρους του Εφεσείοντα και έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ορθά το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι η ποινή άμεσης φυλάκισης ήταν επιβεβλημένη. Αδικήματα αυτής της μορφής θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρές, αποτρεπτικές ποινές. Όμως, εντοπίζουμε ουσιώδη απόκλιση της ποινής που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα από το πλαίσιο που έχει οριοθετηθεί, μεταγενέστερα, από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πιο συγκεκριμένα από τη Μαληκκίδης (ανωτέρω), τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με την παρούσα υπόθεση. Χωρίς να παραβλέπουμε ότι στην υπό κρίση περίπτωση, σε αντίθεση με τη Μαληκκίδης, προηγήθηκε ακροαματική διαδικασία, δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε τη διαφοροποίηση ως προς την ιδιότητα των εμπλεκομένων, τη χρονική διάρκεια της έκνομης συμπεριφοράς, αλλά και ως προς την έκδοση διατάγματος δήμευσης της περιουσίας του Εφεσείοντα. Όπως ήδη λέχθηκε, η παράνομη νομιμοποίηση στην υπόθεση Μαληκκίδης ήταν εκτεταμένης μορφής, κάλυπτε μια περίοδο δέκα περίπου ετών και αφορούσε σε οκτώ διαφορετικές περιπτώσεις. Περαιτέρω, εντοπίζουμε αδικαιολόγητη αναντιστοιχία μεταξύ της ποινής που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα στα υπό κρίση αδικήματα, σε σχέση με αυτή που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα Κιττή. Η αυστηρότερη ποινή που επέβαλε το Κακουργιοδικείο στον Εφεσείοντα δεν βρίσκει έρεισμα και δεν αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του ρόλου και της ευθύνης που εκ της ιδιότητάς του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΤΗΚ και της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Συντάξεων είχε ο Εφεσείων Κιττής. Με οδηγό τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι οι ποινές φυλάκισης των εννέα ετών που έχουν επιβληθεί στον Εφεσείοντα για τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων (κατηγορίες 27 και 28) είναι έκδηλα υπερβολικές. Τις μειώνουμε σε ποινές φυλάκισης 7 ετών αντίστοιχα, οι οποίες και θα συντρέχουν. Η έφεση κατά της ποινής επιτρέπεται. ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ 13/2015 (Ευστάθιος Κιττής) Ο Εφεσείων, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν δικηγόρος και λειτουργούσε ταυτόχρονα υπό την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΤΗΚ και του Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων της ΑΤΗΚ. Την τελευταία αυτή ιδιότητά του, του Προέδρου δηλαδή της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Συντάξεων, είλκε, κατά το Κακουργιοδικείο, ως εκ του διορισμού του στη θέση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΤΗΚ. Ενώπιον του Κακουργιοδικείου, αντιμετώπισε αρχικά 19 κατηγορίες. Συγκεκριμένα, της συνομωσίας για καταδολίευση, κατά παράβαση του άρθρου 302 του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154 (κατηγορίες 1 και 2 επί του κατηγορητηρίου, την τελευταία από κοινού με τον Εφεσείοντα Χαράλαμπο Τσουρή), της απάτης, κατά παράβαση των άρθρων 300, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 3, από κοινού με τον Εφεσείοντα Τσουρή), του δεκασμού δημοσίου λειτουργού, κατά παράβαση του άρθρου 100(α) του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 4, 5 και 6), της δωροληψίας για επίδειξη εύνοιας από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 102 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 7, 8 και 9), της δωροληψίας από οικείους δημόσιους αξιωματούχους, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(3)και 6 του Ν. 23(ΙΙΙ)/2000 (κατηγορίες 10, 11 και 12), των συναλλαγών με αντιπροσώπους οι οποίες υποδηλώνουν διαφθορά, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(α), 4, 5 και 6 του περί Πρόληψης Διαφθοράς Νόμου Κεφ. 161, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 97(Ι)/2012 (κατηγορίες 13, 14 και 15), της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331(α), 333, 334, 335, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 16), της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 17), της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν. 188(Ι)/2007 (κατηγορία 18) και της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 20, από κοινού με τον Εφεσείοντα Τσουρή). Όπως ήδη λέχθηκε, αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες 2, 3 και
  1. Ηταν, στη βάση της, η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους, μεταξύ Οκτωβρίου 2009 και Απριλίου 2012, ο Εφεσείοντας, με την απαιτούμενη πρόθεση και κατά τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, συνωμότησε με τον Λίλλη όπως καταδολιεύσουν το Ταμείο Συντάξεων, παρουσιάζοντας υπερτιμημένο το έργο Aero Center προς τη Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου και ότι ο Εφεσείων, υπό την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και δημοσίου λειτουργού, και με την απαιτούμενη πρόθεση, έλαβε ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΤΗΚ από τον Λίλλη, με τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό, εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, ως αντάλλαγμα επίδειξης θετικής στάσης, προς ολοκλήρωση της επίδικης συμφωνίας μεταξύ Wadnic και Ταμείου Συντάξεων. Το Κακουργιοδικείο, ως απόρροια της αξιολόγησης της προσφερθείσας από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρίας, ιδίως αυτής του ΜΚ5 Λίλλη, κατέληξε στα πιο κάτω ευρήματα: Πριν από την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 25.2.2011, τεκμήριο 4, είχε ξεκινήσει φιλικότατη σχέση μεταξύ Λίλλη και Εφεσείοντα. Στην εξέλιξη της γνωριμίας τους, φίλος του Λίλλη, ο οποίος τους είχε φέρει αρχικά σε επαφή, πληροφόρησε τον Εφεσείοντα πως ο Λίλλης είχε εκδηλώσει και εταιρικό ενδιαφέρον για συνεργασία με την ΑΤΗΚ και ότι η εταιρεία του είχε προτείνει το επίδικο ακίνητο προς το Ταμείο Συντάξεων για σκοπούς επένδυσης. Ο Εφεσείων, ενημέρωσε τον Λίλλη ότι πράγματι το Ταμείο Συντάξεων προέβαινε σε τέτοιου είδους επενδύσεις. Περί των εξελίξεων και των συνεχών συζητήσεων με το Ταμείο, ο Λίλλης ενημέρωνε τον Εφεσείοντα. Γύρω στις αρχές Δεκεμβρίου 2009, σε μία από τις συζητήσεις τους, ο Εφεσείοντας ανέφερε στον Λίλλη ότι ήταν πρόθυμος να βοηθήσει και ο ίδιος και πως γνώριζε για το ενδιαφέρον υψηλά ισταμένων ατόμων περί του συγκεκριμένου, επίδικου, έργου. Γνώριζε επίσης ότι «. μέσα από αυτό το έργο θα εξοφληθούν δάνεια και υποχρεώσεις ανθρώπων που πρέπει να εξοφληθούν, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις, πάντα έτσι γίνεται, εν να χρειαστώ τζιαι εγώ κάποια λεφτά». Ο Λίλλης ρώτησε τον Εφεσείοντα ποιο ήταν το ποσό για το οποίο μιλούσε και ο τελευταίος του είπε ότι «σε πρώτη φάση», το ποσό ήταν γύρω στις €100.
  2. Στην πορεία της συζήτησης κατέστησε σαφές στο Λίλλη πως « .. οι πρώτες 100.000 και οι δεύτερες 100.000 ήταν υπόψη μου για το πρώτο δίμηνο». Ο Λίλλης ρώτησε τον Εφεσείοντα ως προς το τελικό ύψος του ποσού που θα έπρεπε να πληρώσει και ο τελευταίος απάντησε «. όταν εν να πιάσεις και την προκαταβολή, άλλη καμιά εκατοστή». Τον Δεκέμβριο 2009 ο Λίλλης κατέβαλε προς τον Εφεσείοντα ποσό €100.000 σε μετρητά. Η πρώτη αυτή δωροδοκία έλαβε χώραν στο γραφείο του Λίλλη στη Λάρνακα. Περί τον Νοέμβριο 2011 ο Εφεσείων ζήτησε από τον Λίλλη ακόμα €100.000, στη βάση των διαμειφθέντων μεταξύ τους. Παρά την απαίτηση του Εφεσείοντα να του καταβληθούν επίσης σε μετρητά, ο Λίλλης τον ενημέρωσε ότι υπήρχαν δυσκολίες, λόγω προβλημάτων που άρχισαν να δημιουργούν οι τράπεζες και περιορισμών που είχαν επιβληθεί από την Κεντρική Τράπεζα σε ό,τι αφορούσε στις χρηματικές αναλήψεις. Ως εκ τούτου, στις 25.11.2011, ο Λίλλης εξέδωσε επιταγή της Wadnic για το ποσό των €100.000 με δικαιούχο τον ίδιο, την οποία στη συνέχεια έδωσε στον Εφεσείοντα και ο τελευταίος την κατέθεσε σε λογαριασμό πελατών. Ένα μήνα περίπου αργότερα, ο Εφεσείων πληροφόρησε τον Λίλλη ότι η διαδικασία της δεύτερης αυτής πληρωμής ήταν λανθασμένη και πως η συναλλαγή αυτή θα μπορούσε να εντοπιστεί και να μην υπάρχει δικαιολογία για ποιο λόγο είναι που κατατέθηκαν τα λεφτά στο λογαριασμό πελατών του Εφεσείοντα. Ως εκ τούτου, ενεργώντας ο Εφεσείων με στόχο την όσο το δυνατό καλύτερη συγκάλυψη και απόκρυψη αυτής της συναλλαγής, σε συνεννόηση με τον Λίλλη, επέστρεψε προς τον τελευταίο ποσό €90.000 με κατάθεση σε λογαριασμό της Wadnic, κρατώντας το υπόλοιπο ποσό των €10.000 ως εγγύηση, δήθεν, που σχετιζόταν με κάποια υποτιθέμενη πράξη που αφορούσε σε προφορική συμφωνία πελάτη του. Ο Λίλλης, ανέλαβε να επιστρέψει προς τον Εφεσείοντα το ποσό των €90.000 σε μετρητά την ίδια ή την επόμενη μέρα. Προς τον σκοπό αυτό, εξέδωσε επ΄ ονόματι του (του Λίλλη) επιταγή από τον τραπεζικό λογαριασμό του σωματείου Αλκή, του οποίου ο Λίλλης ήταν πρόεδρος, και ακολούθως την εξαργύρωσε από συνεργατικό ίδρυμα σε μετρητά. Το απόγευμα της ίδιας μέρας παρέδωσε το ποσό αυτό στον Εφεσείοντα, τον οποίο συνάντησε σε καφετέρια στη Λευκωσία. Ας σημειωθεί ότι, πάντα ως εύρημα του Κακουργιοδικείου, το καλοκαίρι του 2013 και ως αποτέλεσμα δημοσίων πλέον παρεμβάσεων του Υπουργού Εσωτερικών Σωκράτη Χάσικου για το θέμα της Δρομολαξιάς, ο Λίλλης μαζί με τον Εφεσείοντα προχώρησαν σε συνομολόγηση ψεύτικης συμφωνίας μεταξύ εταιρείας συμφερόντων του Εφεσείοντα, της Leagros Investment Ltd και της Wadnic, τεκμήριο 64, με βάση την οποία η πρώτη παραχωρούσε προς τη δεύτερη, δήθεν έναντι ανταλλάγματος ύψους €100.000, δικαίωμα αγοράς τεμαχίου γης στο χωριό Σοφτάδες της επαρχίας Λάρνακας. Η εικονική αυτή συμφωνία έγινε προκειμένου να καλυφθεί το ποσό των €100.000 της δεύτερης δωροδοκίας που είχε αρχικά κατατεθεί στο λογαριασμό πελατών του Εφεσείοντα. Όταν, μεταγενέστερα, έλαβε χώραν η τροποποιητική συμφωνία, τεκμήριο 12, της αρχικής συμφωνίας, τεκμήριο 4, ο Εφεσείων ζήτησε από τον Λίλλη, για τους ίδιους λόγους όπως και προηγουμένως, επιπρόσθετο ποσό €100.
  3. Οντως, τον Μάϊο του 2012, σε καφετέρια της Λάρνακας, ο Λίλλης κατέβαλε το ποσό αυτό στον Εφεσείοντα. Ο Εφεσείων προσβάλλει την εις βάρος του καταδικαστική απόφαση, αλλά και την επιβληθείσα ποινή άμεσης φυλάκισης των οκτώ ετών στην 18η κατηγορία, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με εκτεταμένους λόγους έφεσης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβαλλόταν ότι εσφαλμένα το Κακουργιοδικείο απέρριψε, υποβληθέν, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αίτημα για χωριστή εκδίκαση της υπόθεσης των συγκατηγορουμένων. Θα πρέπει να λεχθεί εξ υπαρχής ότι, κατά τη συζήτηση της ενώπιόν μας έφεσης, διεφάνη ότι δεν αμφισβητήθηκε τελικά η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης για συνεκδίκαση, αλλά προβλήθηκε ο ισχυρισμός, γενικά, ότι η συνεκδίκαση είχε ως αποτέλεσμα την εισαγωγή εκτεταμένης μαρτυρίας και κατέστησε την όλη υπόθεση ιδιαίτερα πολύπλοκη, σε βαθμό που το Κακουργιοδικείο περιέπλεξε τα γεγονότα και οδηγήθηκε σε λανθασμένη προσέγγισή τους. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ουσία του πρώτου λόγου έφεσης, εντάσσεται στα πλαίσια εξέτασης των υπόλοιπων λόγων έφεσης. Αλλωστε, ενώπιον του Εφετείου ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα απέσυρε τόσο αυτόν όσο και τον δεύτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο τέθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα επιλήφθηκε, προσέγγισε και αξιολόγησε, σε ενιαίο πλαίσιο, τη μαρτυρία του βασικού μάρτυρα κατηγορίας Λίλλη και όχι ξεχωριστά για κάθε υπόθεση και για κάθε κατηγορούμενο. Ο τρίτος λόγος έφεσης αφορά στην ενοχή του Εφεσείοντα στην πρώτη κατηγορία. Προβάλλεται ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία ουδόλως είχε καταδείξει οποιαδήποτε συμφωνημένη συμπεριφορά μεταξύ Εφεσείοντα και Λίλλη, ούτε και σύμπτωση στο μυαλό τους για υλοποίηση του κατ΄ ισχυρισμό στο κατηγορητήριο παράνομου σκοπού. Μέσω του τέταρτου λόγου έφεσης πλήττεται, ως εσφαλμένη, η πρωτόδικη κατάληξη περί ενοχής του Εφεσείοντα στις κατηγορίες 4 -
  4. Προβάλλεται η εισήγηση ότι η διαπίστωση περί συνδρομής του συστατικού στοιχείου του «δημόσιου λειτουργού» σε σχέση με τις πιο πάνω κατηγορίες στερείται της δέουσας αιτιολογίας και ότι είναι, εν πάση περιπτώσει, λανθασμένη. Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η καταδίκη του Εφεσείοντα σε αναφορά με τις κατηγορίες 10, 11 και
  5. Η αιτιολογία του κινείται γύρω από τη θέση ότι ο Εφεσείων θα έπρεπε να είχε αθωωθεί από το σύνολο των πιο πάνω κατηγοριών λόγω της απουσίας του συστατικού στοιχείου του «δημόσιου αξιωματούχου». Ο έκτος λόγος έφεσης πλήττει ως εσφαλμένη την κατάληξη περί ενοχής του Εφεσείοντα στις κατηγορίες 13, 14 και
  6. Προβάλλεται, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στον τρίτο λόγο έφεσης, ότι θα έπρεπε να είχε αθωωθεί λόγω απουσίας του συστατικού στοιχείου του όρου «αντιπροσώπου της Δημοκρατίας». Με τον έβδομο λόγο έφεσης πλήττεται, ως εσφαλμένη, η κρίση του Κακουργιοδικείου περί ενοχής του Εφεσείοντα στις κατηγορίες 16 και
  7. Τίθεται ως αιτιολογία ότι, όπως και να αποτιμηθεί η μαρτυρία Λίλλη, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της πλαστογραφίας, και κατ΄ επέκταση, το αντίστοιχο της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Ο όγδοος λόγος έφεσης αφορά στην κρίση περί ενοχής σε σχέση με την 18η κατηγορία, η οποία αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Στηρίζεται στην, κατ΄ ακολουθία της λογικής, θέση ότι τυχόν αποδοχή των λόγων έφεσης 4, 5 και 6 που αφορούν την ακύρωση της καταδίκης στα αδικήματα δεκασμού, θα έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα και την ακύρωση της καταδίκης στην υπό εξέταση κατηγορία. Μέσω του ένατου λόγου έφεσης πλήττεται, ως εσφαλμένη, η κατάληξη του Κακουργιοδικείου περί της αξιοπιστίας του ΜΚ5 Λίλλη, με αναφορά σε επίμαχα μέρη της μαρτυρίας του και αντιπαραβολή βασικών του θέσεων με αυτές άλλων μαρτύρων. Ο υπό αναφορά λόγος έφεσης, συμπλέκεται με τον δωδέκατο λόγο έφεσης, ο οποίος κινείται γύρω από τη θέση ότι εσφαλμένα το Κακουργιοδικείο κατέληξε ότι θα μπορούσε να βασιστεί και να καταδικάσει, στηριζόμενο στη μαρτυρία Λίλλη χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Κατά παρόμοιο τρόπο πλήττεται, μέσω του δέκατου λόγου έφεσης, ως λανθασμένη, η κατάληξη του Κακουργιοδικείου γύρω από το ζήτημα της αξιοπιστίας των επικεφαλής του ανακριτικού έργου ΜΚ24 και ΜΚ
  8. Ο λόγος αυτός έφεσης συμπλέκεται με το ζήτημα του άμεμπτου και δίκαιου τρόπου διεξαγωγής του ανακριτικού και διωκτικού έργου. Ο ενδέκατος λόγος έφεσης, επίσης κινείται γύρω από τα ευρήματα περί αξιοπιστίας της μαρτυρίας δύο βασικών μαρτύρων κατηγορίας, των ΜΚ21 και ΜΚ26 αντίστοιχα, οι οποίοι επιβεβαίωσαν σημαντικά στοιχεία της μαρτυρίας του ΜΚ5 Λίλλη. Προβάλλεται ότι οι υπό αναφορά μάρτυρες υπέπεσαν σε αντιφάσεις και ότι το Κακουργιοδικείο θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα προσεκτικό αφού κατέταξε τους εν λόγω μάρτυρες στην κατηγορία «μαρτύρων με δικό τους σκοπό να εξυπηρετήσουν». Με τον τελευταίο λόγο έφεσης επί της καταδίκης, δέκατο τρίτο λόγο, πλήττεται, ως εσφαλμένη, η κατάληξη του Κακουργιοδικείου περί της αναξιοπιστίας του Εφεσείοντα και του μοναδικού μάρτυρα υπεράσπισης. Προβάλλεται ότι η κρίση του δικαστηρίου ήταν αποσπασματική και αποτέλεσμα μικροσκοπ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.