ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2014, 15/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2019:B88 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Ποινική Έφεση Αρ. 193/2014) 15 Μαρτίου 2019 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ/στές] ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Εφεσείων - ν. - XXX ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Εφεσίβλητου -------------------------------------------------- Ε. Θεοδότου (κα), Δημόσιος Κατήγορος, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα. Στ. Ερωτοκρίτου (κα), για τον Εφεσίβλητο. ---------------------------------------------------- ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Ναθαναήλ. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο XXX με εμπεριστατωμένη απόφαση του αθώωσε και απάλλαξε τον εφεσίβλητο από την πρώτη κατηγορία που αντιμετώπιζε και η οποία αφορούσε το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Αρ. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ταυτόχρονα τον καταδίκασε στη δεύτερη κατηγορία η οποία αφορούσε στο αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας κατά παράβαση των σχετικών περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. Η μαρτυρία η οποία είχε προσφερθεί από την κατηγορούσα αρχή αξιολογήθηκε ανάλογα από το Δικαστήριο το οποίο κατέληξε στο εύρημα ότι το δυστύχημα συνετελέσθη όταν ο εφεσίβλητος είχε εντοπίσει για πρώτη φορά τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Α.Ο. πριν ο ίδιος επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά και ενώ βρισκόταν ακόμη στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Τη στιγμή που ο εφεσίβλητος εντόπισε τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, η μοτοσυκλέτα κινείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από τη δική του και σε απόσταση περί τα 120 μέτρα από αυτόν. Η μοτοσυκλέτα κινείτο με κανονική ταχύτητα, αλλά σύμφωνα με τη δοθείσα μαρτυρία και ιδιαίτερα αυτή του Μ.Κ.4, Αστυφ. XXXX Θ. Θ., ανέπτυξε απότομα ταχύτητα, ενώ και προηγουμένως κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Ο εφεσίβλητος στην ανώμοτη δήλωση του (και δεν δόθηκε άλλη μαρτυρία εκ μέρους του), αλλά και στην κατάθεση του στην αστυνομία είχε αναφέρει ότι δεν υπολόγισε ότι θα αναπτυσσόταν ταχύτητα εκ μέρους του μοτοσικλετιστή, την ώρα δε που έστριβε άκουσε «μούγκρισμα» της μοτοσυκλέτας και ταυτόχρονα θόρυβο φρένων, μαρτυρία που κατά το Δικαστήριο συνήδε με τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, σύμφωνα με την οποία η μοτοσυκλέτα 150 περίπου μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης ανέπτυξε απότομα περαιτέρω ταχύτητα σε σημείο που ανασηκώθηκε ελαφρώς και ο εμπρόσθιος της τροχός. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι η σύγκρουση έλαβε χώραν σε χρόνο λίγων δευτερολέπτων από τη στιγμή που ο οδηγός της μοτοσυκλέτας ανέπτυξε απότομα ταχύτητα, η δε σύγκρουση ήταν βίαιη. Στο πιο πάνω πλαίσιο δεδομένων και ευρημάτων, το Δικαστήριο έκρινε στη βάση της νομολογίας ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε επιδείξει συμπεριφορά τέτοια που δεν συνήδε με αυτή του μέσου λογικού σώφρονα οδηγού. Να σημειωθεί ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας λόγω πολυτραυματισμού του δεν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία και ούτε κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας. Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τέσσερεις αστυνομικούς ως μάρτυρες κατηγορίας για να εξηγήσουν τον τρόπο με τον οποίο είχε γίνει το δυστύχημα και να αναφέρουν ότι τόσο η μοτοσυκλέτα, όσο και το φορτηγό όχημα του εφεσίβλητου ήταν σε καλή λειτουργική κατάσταση και ότι η μοτοσυκλέτα είχε σίγουρα μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτή του φορτηγού που οδηγείτο με χαμηλή ταχύτητα και γι΄ αυτό το λόγο δικαιολογείτο η βίαιη σύγκρουση που ακολούθησε σε βαθμό που είχε κοπεί ο σκελετός της. Το δυστύχημα είχε γίνει κατά τη διάρκεια της ημέρας με αίθριο καιρό και άσφαλτο στεγνή, σε δρόμο διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε πλευρά και διαχωριζόμενες με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Η ορατότητα ήταν 160 μέτρα και δεν εμποδιζόταν με οποιοδήποτε τρόπο, ο δε δρόμος ως η πορεία του εφεσίβλητου, ήταν ελαφρώς ανηφορικός. Η εφεσείουσα Δημοκρατία με την έφεση της εισηγήθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε πλημμελώς το Νόμο επί των πραγματικών γεγονότων αθωώνοντας τον εφεσίβλητο από την κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Ως αιτιολογία του μοναδικού αυτού λόγου έφεσης η εφεσείουσα κατέγραψε ότι χωρίς επαρκή αιτιολογία το Δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε τον εφεσίβλητο καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε το σχετικό αδίκημα και ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα και χωρίς επαρκή δικαιολογία δεν έλαβε υπόψη του μαρτυρία καταλήγοντας στην αθωωτική απόφαση. Αντίθετη η θέση του εφεσίβλητου, ο οποίος ήγειρε ζήτημα ως προς την εγκυρότητα του εφετηρίου και το βάσιμο της έφεσης όπως αυτή διαμορφώθηκε. Η έφεση είναι αναμφίβολα απορριπτέα. Κατ΄ αρχάς δεν εντάσσεται σε οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο είναι επιτρεπτή έφεση επί αθωωτικής απόφασης, κατά το άρθρο 137 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Κατεχωρήθη ως λόγος έφεσης ένας και μοναδικός, ότι το Δικαστήριο εφάρμοσε πλημμελώς το Νόμο επί των πραγματικών γεγονότων. Αυτή είναι η τρίτη περίπτωση της παραγράφου (α) του εδαφίου
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.