← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΟΜΕΤΙΟΥ v. ΛΕΣΧΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Ποινική Εφεση Αρ. 11/2020, 21/7/2020

ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΟΜΕΤΙΟΥ v. ΛΕΣΧΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Ποινική Εφεση Αρ. 11/2020, 21/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2020:B254 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Ποινική Εφεση Αρ. 11/2020) 21 Ιουλίου, 2020 [ΛΙΑΤΣΟΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ/ΣΤΕΣ] ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΟΜΕΤΙΟΥ, Εφεσείων, ν. ΛΕΣΧΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Εφεσίβλητης. _ _ _ _ _ _ Ε. Σατράκη (κα), για τον Εφεσείοντα. M. Μιχαήλ, για Ρ. & Χ. Σταυράκης ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη. _ _ _ _ _ _ Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Λιάτσο, Δ. ­­­_ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ.: Η Εφεσίβλητη αντιμετώπιζε πρωτοδίκως την ακόλουθη κατηγορία: «Εξάσκηση επί κέρδει επιχειρήσεως, επιτηδεύματος, εργασίας ή επαγγέλματος χωρίς την εξασφάλιση της απαιτούμενης προς τούτο άδειας από το Δημοτικό Συμβούλιο Αγίου Δομετίου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 103, 103Α, 104, 105, 106, 109, 126, 129, 134, 135 και 137 του Περί Δήμων Νόμου 111/85, όπως τροποποιήθηκε.» Μετά το πέρας της μαρτυρίας που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή - Εφεσείοντας, υποβλήθηκε εκ μέρους της Εφεσίβλητης εισήγηση ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Το Δικαστήριο, μετά από εκτεταμένη αναφορά στις αρχές που διέπουν το ζήτημα, κατέληξε «Εχοντας υπόψη μου, την ενώπιόν μου μαρτυρία, κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να κληθεί η κατηγορούμενη σε απολογία.». Με αυτό ως δεδομένο, κλήθηκε, ως μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης, ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής και γραμματέας της Εφεσίβλητης. Στο τελικό στάδιο της δίκης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε την ενώπιόν του προσαχθείσα μαρτυρία, αποφάνθηκε ότι δεν επαρκούσε προς τεκμηρίωση της ενοχής της Εφεσίβλητης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε αναφορά με το αδίκημα του άρθρου 103 του περί Δήμων Νόμου Ν. 111/85 «.. αφού δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη εξασκούσε επιχείρηση, επιτήδευμα, εργασία ή επάγγελμα με σκοπό το κέρδος για την οποία έπρεπε να είχε εξασφαλίσει εκ των προτέρων σχετική άδεια την οποία παρέλειψε να εξασφαλίσει.». Ως αποτέλεσμα, η Εφεσίβλητη αθωώθηκε και απαλλάχθηκε. Ο Εφεσείοντας αμφισβητεί την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης. Η ουσία της ενώπιόν μας έφεσης κινείται γύρω από τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε πλημμελή εφαρμογή του Νόμου, διαπιστώνοντας ότι το επίδικο αδίκημα ήταν το προβλεπόμενο από το άρθρο 103 του περί Δήμων Νόμου και όχι αυτό του άρθρου 104 του ίδιου Νόμου. Προτού αναπτύξουμε τις εκατέρωθεν εισηγήσεις, είναι χρήσιμη η παράθεση των άρθρων 103 και 104 του πιο πάνω περί Δήμων Νόμου (ο Νόμος): «ΑΔΕIΑI ΕΠIΤΗΔΕΥΜΑΤΟΣ Ή ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ Διατήρησις ωρισμένον επαγγελματικών υπoστατικώv άνευ αδείας δεν επιτρέπεται 103.-

(1)Ουδέν πρόσωπο διατηρεί εντός των δημοτικών ορίων οποιουδήποτε δήμου οποιαδήποτε οικοδομή ή χώρο ή υποστατικό, εντός των οποίων ασκείται οποιαδήποτε επιχείρηση, βιομηχανία, εμπόριο, επάγγελμα ή επιτήδευμα, εκτός εάν έχει προηγουμένως εξασφαλίσει σχετική άδεια από το συμβούλιο του δήμου αυτού, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 112.
(2)Οποιαδήποτε άδεια χορηγείται δυνάμει του εδαφίου
(1): (α) Πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου και του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται· (β) δύναται να υπόκειται σε τέτοιους όρους και προϋποθέσεις, τις οποίες δύναται να επιβάλλει το συμβούλιο στην κάθε περίπτωση: Νοείται ότι το συμβούλιο δύναται να ανακαλεί οποιαδήποτε άδεια χορηγήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εάν παύσουν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων (α) και (β) ή σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης προς οποιοδήποτε όρο ή σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου που επιβλήθηκε δυνάμει της παραγράφου (β).
(3)Οιονδηποτε πρόσωπον παραβαίvov τας διατάξεις του παρόvτoς άρθρου υπόκειται, επί τη καταδίκη του, εις χρηματικήν πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας £500.
(4)Σε διαδικασία δυνάμει του άρθρου αυτού, το δικαστήριο δύναται, τη αιτήσει του ενδιαφερομένου δήμου, να εκδίδει προσωρινό διάταγμα για την αναστολή της λειτουργίας η οποία γίνεται χωρίς άδεια: Νοείται ότι η έκδοση τοιούτου προσωρινού διατάγματος υπόκειται εις τας διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επιβολή δικαιωμάτων σε νομικά πρόσωπα για την άσκηση επιχειρήσεων κτλ.
  1. Το συμβούλιο επιβάλλει σε νομικά πρόσωπα τα οποία ασκούν οποιαδήποτε επιχείρηση, βιομηχανία, βιοτεχνία, εργασία, εμπόριο, επιτήδευμα ή επάγγελμα, εντός των δημοτικών ορίων, ετήσια δικαιώματα σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα.» Ο Τρίτος Πίνακας, με τίτλο «Επαγγελματικές ΄Αδειες (΄Αρθρα 104 και 105)» προβλέπει: «Ετήσιαι ΄Αδειαι- Ετήσιον δικαίωμα μη υπερβαίνον .......................... (στ) Νομικά πρόσωπα μη εμπίπτοντα εις οιανδήποτε των ως άνω κατηγοριών .............. €855» Παραθέτουμε επίσης το άρθρο 109 του Νόμου: «Μη καταβολή δικαιωμάτων
  2. Οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο αρνείται ή παραλείπει ή αμελεί να παράσχει στο συμβούλιο τα επιβαλλόμενα δικαιώματα εντός της καθορισμένης χρονικής περιόδου, δυνάμει των άρθρων 104 και 106, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ.» Σημειώνουμε, κατ΄ αρχάς, ότι η δομή του κατηγορητηρίου αποτέλεσε έναυσμα εισήγησης εκ μέρους της πλευράς της Εφεσίβλητης ότι η κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα η οποία επηρέαζε τα νομικά δικαιώματα της κατηγορούμενης - Εφεσίβλητης, καθότι, σύμφωνα με τη θέση της, περιλάμβανε τρία διαφορετικά αδικήματα, αυτά των άρθρων 103, 109 και 129 του περί Δήμων Νόμου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωσή του περί «ξεκάθαρης» αποτύπωσης διαφορετικών αδικημάτων, έκρινε ότι αυτό δεν επαρκεί για να τεκμηριωθεί ότι «.. η κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα ούτε ότι η κατηγορούμενη επηρεάσθηκε δυσμενώς κατά την υπεράσπισή της αφού από τις λεπτομέρειες της επίδικης κατηγορίας είναι προφανές ότι η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μόνο 1 αδίκημα, αυτό που προβλέπεται στο άρθρο 103 και δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε σύγχυση ως προς το ποια κατηγορία αντιμετωπίζει.» Κατέληξε ότι το αδίκημα που αντιμετωπίζει η Εφεσίβλητη αφορά στο άρθρο 103 του περί Δήμων Νόμου, κρίνοντας ότι αυτό επιβεβαιώνεται και από τις λεπτομέρειες του αδικήματος της επίδικης κατηγορίας. Με αυτό ως δεδομένο προχώρησε στην εξέταση της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του εν λόγω αδικήματος και διαπίστωσε, ως ήδη λέχθηκε, ότι δεν είχε προσφερθεί μαρτυρία προς απόδειξη του γεγονότος ότι η Εφεσίβλητη εξασκούσε επιχείρηση, επιτήδευμα, εργασία ή επάγγελμα με σκοπό το κέρδος. Η πρωτόδικη κατάληξη ως προς τον καθορισμό του αδικήματος που αντιμετώπιζε η Εφεσίβλητη και το νομικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται, είναι εσφαλμένη. Όπως προσδιορίζεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, αποδίδεται στην Εφεσίβλητη η εξάσκηση επιχείρησης «.. χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας από το Δημοτικό Συμβούλιο Αγίου Δομετίου, τα δικαιώματα της οποίας καθορίστηκαν στο ..... συνολικό ποσό των €939.40.». Η μαρτυρία που προσφέρθηκε προς απόδειξη της κατηγορίας, διαφώτιζε πλήρως το όλο ζήτημα και δεν άφηνε περιθώρια σύγχυσης ή δυσμενούς επηρεασμού της υπεράσπισης. Όπως εντοπίζεται στις σελίδες 2 και 3 των πρακτικών, ο ΜΚ1, λογιστικός λειτουργός στην υπηρεσία του Εφεσείοντα, κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ότι η επίδικη χρέωση αφορούσε σε «επαγγελματικό φόρο» και η σχετική «φορολογία», που επιβλήθηκε στις 15.9.14 στην κατηγορούμενη - Εφεσίβλητη, της επιδόθηκε. Είναι το τεκμήριο 1, το οποίο, στις λεπτομέρειές του, αναφέρεται σε «επαγγελματικός φόρος», συνολικού ποσού €939.
  3. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ρωτήθηκε: «Ε. Τώρα, από το 1994 και εντεύθεν πότε ήταν η πρώτη φορά που αποφάσισε ο Δήμος Αγίου Δομετίου να επιβάλει επαγγελματικό φόρο στη Λέσχη Ιπποδρομιών; Α. Από ό,τι θυμάμαι έγινε συνεδρία και αποφασίστηκε για το 2014 να επιβληθεί επαγγελματικός φόρος στη Λέσχη. .................................. Ε. Την απόφαση να τεθεί αυτός ο επαγγελματικός φόρος στη Λέσχη ποιος την πήρε; Α. Το Δημοτικό Συμβούλιο.» Παρεμβάλλουμε ότι ανάλογη ήταν και η προσέγγιση της ευπαίδευτης συνηγόρου για τον Εφεσείοντα, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 104 του Νόμου, κατά την τελική αγόρευσή της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Προσθέτουμε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 103 του Νόμου, αφορούν στην υποχρέωση εξασφάλισης άδειας σε σχέση με την καταλληλότητα οικοδομής, χώρου ή υποστατικού, εντός των οποίων ασκείται οποιαδήποτε επιχείρηση. Αυτό επιβεβαιώνεται από το σύνολο των διαλαμβανομένων στο υπό αναφορά άρθρο. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο
(2)προβλέπεται ότι οποιαδήποτε άδεια θα πρέπει να συνάδει και να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας και του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου. Όπως δε διαλαμβάνει η παράγραφος
(4), είναι δυνατή η έκδοση προσωρινού διατάγματος από το Δικαστήριο προς αναστολή της λειτουργίας των εργασιών οποιασδήποτε επιχείρησης, η οποία γίνεται χωρίς την προβλεπόμενη από το άρθρο 103
(1)εξασφάλιση σχετικής άδειας. Υπό μια εντελώς διαφορετική έννοια, το άρθρο 104 αφορά στην επιβολή δικαιωμάτων σε σχέση με την άσκηση οποιασδήποτε επιχείρησης, υπό τύπο «επαγγελματικής άδειας» όπως καθορίζει και ο Τρίτος Πίνακας. Στην υπό κρίση περίπτωση, το αδίκημα αφορούσε ακριβώς στην παράλειψη εξασφάλισης επαγγελματικής άδειας, απότοκο της παράλειψης πληρωμής του επιβληθέντος ετήσιου δικαιώματος, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 104 και όχι στην άδεια λειτουργίας υποστατικού δυνάμει του άρθρου 103. Οι Λεπτομέρειες Αδικήματος της κατηγορίας θα μπορούσαν να είχαν διαμορφωθεί καλύτερα, ωστόσο η ουσία θα παρέμενε η ίδια. Βρισκόμαστε ενώπιον περίπτωσης αξιόποινης παράλειψης καταβολής φορολογίας και, κατά προέκταση, εκτελεστής διοικητικής πράξης, υποκείμενης σε αναθεώρηση δυνάμει του ΄Αρθρου 146.1 του Συντάγματος. Η εγκυρότητά της, θα μπορούσε να προσβληθεί, τον επίδικο χρόνο, μόνο με προσφυγή στο αρμόδιο, Ανώτατο Δικαστήριο. Κάτι τέτοιο δεν έλαβε χώραν και το ανέκκλητο της φορολογίας είχε ως μόνο παρεπόμενο την είσπραξή της, αφού είχε ήδη περιέλθει σε γνώση της Εφεσίβλητης και έχει παρέλθει, ως λέχθηκε, ο χρόνος για την προσβολή της ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου (Takis P. Markides Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας
(1997)1 ΑΑΔ 1424, Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 ΑΑΔ 128, Δήμος Αγίου Αθανασίου ν. James Peter (Pazaraki)
(2004)2 ΑΑΔ 524). Η αποδοχή του ουσιαστικού υπόβαθρου της έφεσης, καθιστά αχρείαστη την εξέταση του υπόλοιπου μέρους της. Η έφεση επιτρέπεται και με δεδομένο πλέον ότι είχαν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 104 του Νόμου, η Εφεσίβλητη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση επιδικάζονται εναντίον της. Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ. Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ. Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ. ΣΦ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.