ACHKHANIAN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 170/2020, 16/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2021:B145 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Ποινική Έφεση Αρ. 170/2020) 16 Απριλίου 2021 [Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΥ, Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΔ] xxx xxx ACHKHANIAN Εφεσείοντα και ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εφεσίβλητης --------------- Η. Χρίστου με Ν. Μαντοβάνη, για Ηλίας Χρίστου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα. Μ. Μασούρα (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη. -------------- ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Χ. Μαλαχτό, Δ. ------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Ο Εφεσείων καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο για αδικήματα σε σχέση με ναρκωτικά και η ποινή του μειώθηκε από το Εφετείο στα 8 χρόνια (Achkhanian v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 262). Αποφυλακίστηκε την 23.12.2003 αφού εξέτισε 4½ χρόνια από την ποινή του. Την 9.9.2020 καταχώρισε αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εξαιτούμενος διάταγμα αποκατάστασης του, κατ΄επίκληση, μεταξύ άλλων, του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου του 1981 (Ν.70/1981) όπως τροποποιήθηκε και του Συντάγματος. Η αίτηση του απορρίφθηκε με απόφαση ημερ. 24.9.2020. Η περίπτωση του καλυπτόταν από την πρόνοια του άρθρου 5
(1)(β) του Νόμου που προνοεί ότι ποινές φυλάκισης που υπερβαίνουν τα 2 χρόνια «αποκλείουν την αποκατάστασιν δυνάμει του παρόντος Νόμου».[1] Και εφόσον η ποινή του ήταν 8 χρόνια φυλάκιση, η περίπτωση του δεν ενέπιπτε στις πρόνοιες του άρθρου 5
(3)του Νόμου, που αφορούν στη δυνατότητα αποκατάστασης με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου ποινών φυλάκισης που υπερβαίνουν τα 2 χρόνια αλλά δεν υπερβαίνουν τα 4 χρόνια.[2] Εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας καταχωρίστηκε η παρούσα ποινική έφεση, με ένα λόγο έφεσης που τιτλοφορείται «Αντισυνταγματικότητα του άρθρου 5
(3)του Νόμου 70/81». Ακολουθεί, στον ίδιο το λόγο, κείμενο στη μορφή αγόρευσης που καλύπτει επτά σελίδες. Ο Εφεσείων δεν επικαλείται ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν εσφαλμένη. Ήταν ξεκάθαρο εξ αρχής, αναφέρει, ότι δεν είχε δικαίωμα με βάση το Νόμο να αποκατασταθεί και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση του. Σκοπός της καταχώρισης της αίτησης ήταν η αναφορά στην αντισυνταγματικότητα του Ν.70/1981 «και η αποστέρηση του δικαιώματος του Εφεσείοντα σε αποκατάσταση», έτσι ώστε με την απόρριψη της αίτησης από το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξεταστεί η αντισυνταγματικότητα του Νόμου από το Εφετείο. Ούτε ζήτησε, ανάφερε, από το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 5
(3)του Ν.70/1981. Η Δημοκρατία, προς την οποία επιδόθηκε η έφεση, εγείρει ζήτημα κατά πόσο υφίσταται δικαίωμα καταχώρισης τέτοιας ποινικής έφεσης. Ο δικηγόρος του Εφεσείοντα και η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα επιχειρηματολόγησαν κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, ώστε το ζήτημα της παραδεχτότητας της έφεσης να αποφασιστεί προδικαστικά. Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα παρέπεμψε στις πρόνοιες του άρθρου 25
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960), που προνοεί ότι: «Τηρούμενων των διατάξεων του περί Πoιvικής Δικovoμίας Νόμου πλην ως άλλως προβλέπεται εις το εδάφιov τoύτo, πάσα απόφασις δικαστηρίου ασκoύvτoς πoιvικήv δικαιoδoσίαv θα υπόκειται εις έφεσιν εις το Ανώτατον Δικαστήριov. Πάσα τοιαύτη έφεσις δύναται να ασκηθή κατά της αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως ή της επιβαλλούσης πoιvήv τοιαύτης δι' οιονδήποτε λόγov.». Παρέπεμψε ακόμα στο άρθρο 131 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο αναφέρει ότι: «Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος που ισχύει εκάστοτε δεν χωρεί έφεση από απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου που ασκεί ποινική διαδικασία εκτός όπως προβλέπεται από το Νόμο αυτό.» Υποστήριξε, με αναφορά στη νομολογία (Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)C.L.R. 48), ότι το δικαίωμα έφεσης μπορεί να ασκηθεί στα πλαίσια που ορίζουν τα πιο πάνω νομοθετήματα και ότι οι πρόνοιες του άρθρου 25
(2)του Ν.14/1960 πρέπει να διαβάζονται μαζί με και υπό την αίρεση των προνοιών του Κεφ.155. Παρέπεμψε και στην Αδάμου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 263-288/2014, ημερ. 19.11.2015, όπου αναφέρθηκε ότι «Σαφώς και προκύπτει απ΄αυτό το Κεφάλαιο της Ποινικής Δικονομίας ότι δεν χωρεί έφεση από απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου που ασκεί ποινική διαδικασία εκτός όπως προβλέπεται από το Νόμο αυτό. Δηλαδή σε σχέση με αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση ή απόφαση επί της ποινής. Και το άρθρο 25 ανωτέρω είναι μέσα σε αυτές τις παραμέτρους που διαβάζεται.» Κατά τη συζήτηση της Έφεσης η Εφεσίβλητη ήγειρε περαιτέρω ζήτημα, κατά πόσο η ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου διαδικασία δεν ήταν ποινική αλλά πολιτική και επομένως τυχόν προσβολή της απόφασης που εκδόθηκε θα έπρεπε να γίνει με την καταχώρηση πολιτικής έφεσης. Ο δικηγόρος του Εφεσείοντα ανάφερε ότι η απόφαση μας θα δώσει καθοδήγηση ως προς την διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται. Ο Εφεσείοντας προβάλλει ως και δική του θέση ότι η έφεση του δεν στρέφεται ούτε ενάντια σε καταδίκη, ούτε ενάντια σε ποινή, αλλά, όπως το θέτει, προσβάλλει «απόφαση παρεπόμενη της ποινής». Επικαλούμενος, μεμονωμένα, την πρώτη πρόταση του άρθρου 25
(2)του Ν.14/1960 και τις πρόνοιες του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος[3] αναζητεί πρόσβαση στο Εφετείο. Η θέση της Δημοκρατίας ως προς τη δυνατότητα που παρέχεται για την καταχώρηση ποινικής έφεσης, όπως την έχουμε μεταφέρει πιο πάνω, είναι απόλυτα ορθή. Η απόφαση που εξέδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν ούτε καταδικαστική, ούτε και αθωωτική. Ούτε και επιβλήθηκε με αυτή οιαδήποτε ποινή. Παρεμπιπτόντως, ο ίδιος ο Εφεσείοντας δεν την επικαλείται ότι ήταν εσφαλμένη. Δεν καθίσταται επιτακτικό να αποφανθούμε κατά πόσο η πρωτόδικη διαδικασία ήταν πράγματι ποινική. Ο ίδιος ο Εφεσείων επέλεξε να τη θεωρήσει τέτοια προωθώντας ενώπιον μας την υπό κρίση ποινική έφεση. Η κρίση μας περιορίζεται στο ότι ποινική έφεση για το ζήτημα που με αυτή εγείρεται δεν είναι επιτρεπτή από το Νόμο. Συνεπώς η έφεση απορρίπτεται. Κ. Σταματίου, Δ. Χ. Μαλαχτός, Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Δ. [1] «5.-
(1)Αι ποιναί αίτινες απoκλείoυv την απoκατάστασιv δυνάμει του παρόvτoς Νόμου είναι- (α) Ποινή φυλακίσεως διά βίου (β) πoιvή φυλακίσεως υπερβαίvoυσα τα δύο έτη, πάσα δε ετέρα πoιvή αποτελεί πoιvήv υπoκειμέvηv εις εξάλειψιν δυνάμει του παρόvτoς Νόμου.» [2] «5.-
(3)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(2)πας όστις κατεδικάσθη εις φυλάκισιν υπερβαίvoυσαv τα δύο έτη αλλ' ουχί τα τέσσαρα έτη δύναται να αποκατασταθή διά διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Επαρχίας eν τη όποια διαμένει κατόπιν αιτήσεως του υπoβαλλoμέvης μετά παρέλευσιν οκτώ ετών από της ημερομηνίας της απαγγελίας της καταδίκης eν σχέσει προς την oπoίαv επεβλήθη η πoιvή.» [3] «30.1- Εις ουδένα δύναται ν' απαγορευθή η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου, εις ο δικαιούται να προσφύγη δυνάμει του Συντάγματος. Η σύστασις δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνομα απαγορεύεται.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο