← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΟΛΩΜΟΥ κ.α. v. ΠΕΤΡΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 197/2020, 198/2020, 199/2020, 200/2020, 23/6/2022

ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΟΛΩΜΟΥ κ.α. v. ΠΕΤΡΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 197/2020, 198/2020, 199/2020, 200/2020, 23/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2022:B259 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ 23 Ιουνίου, 2022 [ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ/στές] (Ποινική Έφεση Αρ. 197/2020) (σχ. με 198/2020, 199/2020, 200/2020) ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΟΛΩΜΟΥ Εφεσείων, ν. ΠΕΤΡΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ Εφεσίβλητου. __________________________________________________ (Ποινική Έφεση Αρ. 198/2020) (σχ. με 197/2020, 199/2020, 200/2020) ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΑΝΘΙΜΟΥ Εφεσείων, v. ΠΕΤΡΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ Εφεσίβλητου. (Ποινική Έφεση Αρ. 199/2020) (σχ. με 197/2020, 198/2020, 200/2020) ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΗΤΑ Εφεσείων, v. ΠΕΤΡΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ Εφεσίβλητου. __________________________________________________ (Ποινική Έφεση Αρ. 200/2020) (σχ. με 197/2020, 198/2020, 199/2020) ΦΩΤΕΙΝΗ ΑΝΔΡΕΑ Χ"ΒΑΣΙΛΗ Εφεσείουσα, v. ΠΕΤΡΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ Εφεσίβλητου. __________________________________________________ Ε. Κορακίδης, για τους Εφεσείοντες. Σ. Ζαννούπας, για τον Εφεσίβλητο. __________________________________________________________________ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Ο Παραπονούμενος, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης δύο καταστημάτων με αριθμούς 14 και 15, σε τεμάχιο εντός των δημοτικών ορίων Πέγειας, καταχώρησε ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον τεσσάρων προσώπων, τους Κατηγορούμενους 1, 2, 3 και

  1. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι ιδιοκτήτες καταστημάτων τα οποία βρίσκονται ακριβώς δίπλα από τα καταστήματα του Παραπονούμενου και με αριθμό 16 και 17, ενώ οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 είναι άτομα τα οποία ενοικίασαν από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 τα εν λόγω καταστήματα. Το Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε περιλάμβανε τέσσερις Κατηγορίες. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Κατηγορίας 1, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνταν ότι «ενώ ήταν ιδιοκτήτες και/ή κάτοχοι και/ή δικαιούχα πρόσωπα των καταστημάτων με Αριθμούς 16 και 17 . περί τις αρχές Μαρτίου του 2014 μέχρι και σήμερα παρείχαν συνδρομή και/ή παρακίνησαν τους κατηγορούμενους Αρ. 3 και 4 στην χρήση των αναφερόμενων καταστημάτων εν γνώσει τους ότι αυτά είχαν ανεγερθεί παράνομα χωρίς προηγουμένως την εξασφάλιση άδειας από την αρμόδια αρχή». Με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος της Κατηγορίας 2, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνταν ότι «ενώ ήταν ιδιοκτήτες και/ή κάτοχοι και/ή δικαιούχα πρόσωπα των καταστημάτων με Αριθμούς 16 και 17 . περί τις αρχές Μαρτίου 2014 μέχρι και σήμερα παράνομα επέτρεψαν και/ή επιτρέπουν και/ή ανέχθηκαν και/ή ανέχονται τους κατηγορούμενους Αρ. 3 και 4 στην χρήση του παράνομα ανεγερθέντος υποστατικού εμπορικής χρήσης χωρίς την εξασφάλιση άδειας από την Αρμόδια Αρχή, δηλ. τον Δήμο Πέγειας». Συμφώνως των λεπτομερειών αδικήματος της Κατηγορίας 3, οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 κατηγορούνταν ότι, «ενώ από τις αρχές Μαρτίου του 2014 μέχρι σήμερα είναι οι διαχειριστές - ενοικιαστές των καταστημάτων με Αριθμούς 16 και 17 . από τις αρχές Μαρτίου του 2014 μέχρι σήμερα παράνομα κατέχουν και χρησιμοποιούν το παράνομα ανεγερθέν υποστατικό εμπορικής χρήσης χωρίς την εξασφάλιση άδειας από την Αρμόδια Αρχή, δηλ. τον Δήμο Πέγειας». Στο Κατηγορητήριο υπήρχε ακόμα μία Κατηγορία εναντίον των Κατηγορούμενων 3 και 4 (Κατηγορία 4) για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης από την πλευρά του Κατήγορου κατέθεσε ο ίδιος ο Παραπονούμενος/Κατήγορος και άλλοι δύο μάρτυρες, ένας Τοπογράφος - Μηχανικός και υπάλληλος του Δήμου Πέγειας. Από πλευράς Υπεράσπισης, μετά την κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία, δόθηκε ένορκη μαρτυρία μόνο από τον Κατηγορούμενο
  2. Αποτέλεσε μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 μεταξύ του 2003 και 2004, χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, προέβη σε προσθήκες στα καταστήματα υπ' αρ. 16 και 17 με τη χρήση σιδήρου, γυψοσανίδας, ξύλου και άλλων υλικών, η οποία οδήγησε σε κάλυψη των κοινόχρηστων χώρων και ακάλυπτων χώρων που ευρίσκονται μπροστά από αυτά, με αποτέλεσμα την ενοποίηση τους σε ένα ενιαίο χώρο. Μετά την πιο πάνω επέκταση, κατά τις αρχές Μαρτίου του 2014 οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ενοικίασαν τα καταστήματα τους μαζί με τους ακάλυπτους χώρους στους Κατηγορούμενους 3 και
  3. Οι δε Κατηγορούμενοι 3 και 4 χρησιμοποιούσαν, από το Μάρτιο του 2014, τα καταστήματα αυτά ως κατάστημα σουβενίρ. Οι εν λόγω επεκτάσεις χρησιμοποιήθηκαν ως δικαιολογία από τον Παραπονούμενο/Εφεσίβλητο για να προβεί και ο ίδιος σε επεκτάσεις και των δικών του καταστημάτων τον Απρίλιο του 2014, χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως άδεια από την αρμόδια αρχή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού αξιολόγησε την προσαχθείσα μαρτυρία κατέληξε ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 «εκ της συμπεριφοράς τους συνέδραμαν, επέτρεψαν και ανέχθηκαν την κατοχή και χρήση των καταστημάτων 16 και 17 από τους κατηγορούμενους 3 και 4, συμπεριλαμβανομένης και της επέκτασης που έγινε σε αυτά χωρίς προηγουμένως να αιτηθούν και να εξασφαλίσουν τα εκ του Νόμου απαιτούμενα από την αρμόδια αρχή, δηλαδή το Δήμο Πέγειας, πράγμα το οποίο αποκαλύπτεται εκ της από μέρους τους ενοικίασης των καταστημάτων 16 και 17, .. συνακόλουθης κατοχής αλλά και χρήσης των εν λόγω καταστημάτων από τους κατηγορούμενους 3 και 4 .. χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή». Έκρινε, επίσης, ότι υπήρξε επηρεασμός των δικαιωμάτων του Παραπονούμενου από την κατάσταση που παρουσίαζαν τα καταστήματα 16 και 17, συνεπεία της επέκτασης τους μέσω κάλυψης και των ακάλυπτων χώρων, «επέκταση για την οποία ούτε άδεια είχε ληφθεί από την αρμόδια αρχή αλλά ούτε και πιστοποιητικό έγκρισης που να επιτρέπει την κατοχή και χρήση της εν λόγω επέκτασης η οποία ήταν προσαρτημένη στα καταστήματα 16 και 17». Το πρωτόδικο Δικαστήριο στη βάση των ευρημάτων και διαπιστώσεων του έκρινε ένοχους τους Κατηγορούμενους 1 και 2 στις Κατηγορίες 1 και 2 και τους Κατηγορούμενους 3 και 4 στην Κατηγορία 3, ενώ απάλλαξε τους Κατηγορούμενους 3 και 4 από την Κατηγορία 4 στο εκ πρώτης όψεως στάδιο. Με τις υπό κρίση Εφέσεις οι τέσσερις Κατηγορούμενοι προσέβαλαν την πρωτόδικη Απόφαση. Στο Εφετήριο των Ποινικών Εφέσεων 197/2020 και 200/2020 υπήρχαν αρχικά έξι Λόγοι Έφεσης, ενώ στο Εφετήριο των Ποινικών Εφέσεων 198/2020 και 199/2020 υπήρχαν πέντε Λόγοι Έφεσης. Κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης απεσύρθη ο ένας από αυτούς και παρέμειναν οι υπόλοιποι Λόγοι Έφεσης, οι οποίοι είναι κοινοί για όλους τους Εφεσείοντες. Με το Λόγο Έφεσης 1 και στις τέσσερις Ποινικές Εφέσεις προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα καταδίκασε τους Κατηγορουμένους για ισχυριζόμενες πράξεις που δεν περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου, εφόσον, όπως αναφέρεται στην αιτιολογία του Λόγου, ενώ από την προσαχθείσα μαρτυρία διεφάνη ότι τα καταστήματα 16 και 17 είχαν νόμιμα ανεγερθεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο τους καταδίκασε σε σχέση με υποστατικά άλλα από τα καταστήματα που αναφέρονται στο Κατηγορητήριο. Με το Λόγο Έφεσης 2 στις Ποινικές Εφέσεις 198/2020 και 199/2020, καθώς και το Λόγο Έφεσης 3 στις Ποινικές Εφέσεις 197/2020 και 200/2020, ο Εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα καταδίκασε τους Κατηγορουμένους, ενώ η μόνη μαρτυρία που υπήρχε ήταν η Συμφωνία Ενοικίασης των καταστημάτων υπ' αρ. 16 και 17, τα οποία δεν είχαν λειτουργήσει πριν την καταχώρηση του Κατηγορητηρίου στη βάση του ότι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογία του Λόγου αυτού, ο Ιδιώτης Κατήγορος με την καταχώρηση του Κατηγορητηρίου αιτήθηκε την έκδοση προσωρινού διατάγματος για να εμποδίσει τη μελλοντική λειτουργία των καταστημάτων, ισχυριζόμενος ότι τα καταστήματα μέχρι τότε δεν είχαν λειτουργήσει. Με το Λόγο Έφεσης 3 στις Ποινικές Εφέσεις 198/2020 και 199/2020 και Λόγο Έφεσης 4 στις Ποινικές Εφέσεις 197/2020 και 200/2020, ο Εφεσείων διατείνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι ο Ιδιώτης Κατήγορος νομιμοποιείτο να καταχωρήσει και προωθήσει την ποινική υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, καθ' ην στιγμή ο ίδιος (ο Κατήγορος) είχε προβεί σε παράνομη επέκταση των καταστημάτων του, καθώς και ότι λανθασμένα αποφάσισε ότι ο Ιδιώτης Κατήγορος είχε επηρεαστεί από οποιεσδήποτε ενέργειες των Κατηγορουμένων. Ο Λόγος Έφεσης 4 στις Ποινικές Εφέσεις 198/2020 και 199/2020 και Λόγος Έφεσης 5 στις Ποινικές Εφέσεις 197/2020 και 200/2020 είναι συναφείς με το Λόγο Έφεσης 3 στις Ποινικές Εφέσεις 198/2020 και 199/2020, καθώς και με το Λόγο Έφεσης 4 στις Ποινικές Εφέσεις 197/2020 και 200/
  4. Μέσω αυτών ο Εφεσείων παραπονείται ότι η προώθηση της ιδιωτικής ποινικής δίωξης από μέρους του παρανομούντα Ιδιώτη Κατήγορου, αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και έπληττε το κύρος και υπόληψη του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Μέσω του Λόγου Έφεσης 5 στις Ποινικές Εφέσεις 198/2020 και 199/2020 και του Λόγου Έφεσης 6 στις Ποινικές Εφέσεις 197/2020 και 200/2020, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν κατέληξε ότι κατά το χρόνο καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης ο Ιδιώτης Κατήγορος είχε ήδη προβεί σε παράνομη επέκταση των καταστημάτων του. Στο πλαίσιο της αιτιολογίας που υποστηρίζει τον πιο πάνω Λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων διατείνεται, μεταξύ άλλων, ότι λανθασμένα απερρίφθη η μαρτυρία του Κατηγορούμενου
  5. Λόγος Έφεσης 1 σε όλες τις Ποινικές Εφέσεις Η θέση του Εφεσείοντα αναφορικά με το Λόγο Έφεσης 1 ήταν ότι οι λεπτομέρειες αδικήματος του Κατηγορητηρίου αναφορικά με τα επίδικα αδικήματα αφορούσαν στη χρήση των καταστημάτων με αρ. 16 και 17, τα οποία είχαν νόμιμα ανεγερθεί και για τα οποία είχε εξασφαλιστεί πιστοποιητικό έγκρισης και όχι τις επεκτάσεις των ακάλυπτων χώρων για τις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο καταδίκασε τους Κατηγορουμένους. Εξέταση των λεπτομερειών της Κατηγορίας 1 αποκαλύπτει ότι αυτές αναφέρονται στην παροχή από μέρους των Κατηγορούμενων 1 και 2 συνδρομής και/ή παρακίνησης των Κατηγορούμενων 3 και 4 στη χρήση των καταστημάτων με αρ. 16 και 17, τα οποία, όπως αναφέρεται, «είχαν ανεγερθεί παράνομα χωρίς προηγουμένως την εξασφάλιση άδειας από την αρμόδια αρχή». Αποτέλεσε αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα καταστήματα με αρ. 16 και 17 είχαν νόμιμα ανεγερθεί και είχαν εξασφαλίσει πιστοποιητικό έγκρισης. Η καταδίκη των Κατηγορούμενων 1 και 2 σε ό,τι αφορά την Κατηγορία 1 αφορούσε στην επέκταση που έγινε στα καταστήματα με αρ. 16 και 17 μέσω κάλυψης και των ακάλυπτων χώρων, για την οποία επέκταση δεν είχε εξασφαλιστεί ούτε άδεια από την αρμόδια αρχή, ούτε και πιστοποιητικό έγκρισης. Προδήλως η περιγραφή του αδικήματος της Κατηγορίας 1 δεν συνήδε με τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε και επί της οποίας, στη συνέχεια, βάσισε την καταδίκη των Κατηγορούμενων 1 και
  6. Ως ήταν λοιπόν διατυπωμένη η Κατηγορία 1 ήταν ελαττωματική και η μόνη δυνατότητα που παρείχετο στο Δικαστήριο ήταν αυτή της τροποποίησης των λεπτομερειών του αδικήματος, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στα περιστατικά της υπόθεσης, νοουμένου ότι ικανοποιείτο ότι κάτι τέτοιο δεν θα προκαλούσε δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα των Κατηγορούμενων 1 και
  7. Το ζήτημα αυτό είναι φανερό ότι δεν απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο αγνοώντας τη διατύπωση των λεπτομερειών που υπήρχε στην Κατηγορία 1, προχώρησε και καταδίκασε τους Κατηγορούμενους 1 και 2 σε αδίκημα το οποίο δεν προέκυπτε από τη μαρτυρία που είχε αποδεχτεί. Το επιχείρημα της πλευράς του Εφεσείοντα δεν ισχύει σε ό,τι αφορά τις άλλες δύο Κατηγορίες, ήτοι την Κατηγορία 2 και την Κατηγορία 3, εφόσον στις λεπτομέρειες των εν λόγω Κατηγοριών γίνεται αναφορά στη χρήση «του παράνομα ανεγερθέντος υποστατικού εμπορικής χρήσης χωρίς την εξασφάλιση άδειας από την Αρμόδια Αρχή .», σε αντιδιαστολή με την Κατηγορία 1, όπου η αναφορά γίνεται στα καταστήματα με αρ. 16 και
  8. Η εν λόγω διατύπωση στις λεπτομέρειες είναι τέτοια ώστε να συνάδει με τα περιστατικά της υπόθεσης. Των πιο πάνω δοθέντων, ο Λόγος Έφεσης 1 επιτυγχάνει μερικώς και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαγούν από την Κατηγορία
  9. Λόγος Έφεσης 2 στις Ποινικές Εφέσεις 198/2020 και 199/2020 και Λόγος Έφεσης 3 στις Ποινικές Εφέσεις 197/2020 και 200/2020 Με τους πιο πάνω Λόγους ο Εφεσείων διατείνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα καταδίκασε τους Κατηγορουμένους, ενώ η μόνη μαρτυρία που υπήρχε ήταν η Συμφωνία Ενοικίασης των καταστημάτων με αρ. 16 και 17 τα οποία δεν είχαν λειτουργήσει πριν την καταχώρηση των κατηγορητηρίων. Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 ενοικίασαν από την 1/3/2014 από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 τα προαναφερόμενα καταστήματα, τα οποία και χρησιμοποιούσαν από το Μάρτιο του 2014 ως κατάστημα σουβενίρ. Δεδομένου ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για χρήση από το Μάρτιο του 2014 δεν προσβάλλεται ως εσφαλμένο, δεν υπάρχει βάση για το επιχείρημα της Υπεράσπισης. Με τον όρο χρήση δεν υπονοείται πλήρης επιχειρηματική δραστηριότητα στα καταστήματα. Οποιεσδήποτε προετοιμασίες ή προκαταρκτικές εργασίες στα καταστήματα σαφώς και εμπίπτουν στην έννοια του όρου χρήση. Περαιτέρω, η ενοικίαση των καταστημάτων από μόνη της ήταν αρκετή για να υποδηλώσει και να συμπεριλάβει τη νομική κατοχή των υπό ενοικίαση καταστημάτων υπό την έννοια του πραγματικού ελέγχου με πρόθεση χρήσης, καθώς και δικαιώματος εισόδου στα υποστατικά. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Έπαρχος Πάφου ν. Tremetousiotis Developers Ltd και Άλλου, Ποινική Έφεση Αρ. 153/2018, ημερ. 27/3/2019, στην οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσιβλήτου: «Στη βάση λοιπόν των δεδομένων που το ίδιο το Δικαστήριο έκρινε δυνάμει των ευρημάτων του, είναι φανερό ότι λανθασμένα αθώωσε και απάλλαξε τους εφεσίβλητους με μόνη τη θέση ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν κατοχή των υποστατικών. Η έννοια της κατοχής στο σχετικό άρθρο του Νόμου, (και δεν υπάρχει ορισμός της λέξης στο ερμηνευτικό άρθρο), πρέπει να ερμηνευθεί τελεολογικά και κατά τρόπο που να υποδεικνύει τη μη απώλεια της ιδιοκτησίας. Ορθά το Δικαστήριο ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης οικοδομής δεν σημαίνει χωρίς άλλο ότι είναι και κάτοχος της, αλλά αυτό μόνο από την άποψη της φυσικής κατοχής. Η ουσία του άρθρου 10

(1), είναι η απαγόρευση κατοχής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης, ανεξάρτητα από το αν χορηγήθηκε άδεια για την οικοδομή ή τμήμα αυτής. Το γεγονός ότι η οικοδομή στο βαθμό που είχε συμπληρωθεί είχε ενοίκους, δεν σημαίνει ότι η λήψη του πιστοποιητικού έγκρισης δεν βάρυνε τους εφεσίβλητους ως ιδιοκτήτες των τεμαχίων γης και ως εκείνους που είχαν ανεγείρει την οικοδομή. Η έννοια της κατοχής («possession»), σύμφωνα με τα νομικά ερμηνευτικά λεξικά, μπορεί να υποδηλώνει την πραγματική κατοχή ή μπορεί να υποδηλώνει τη νομική κατοχή, δηλαδή, τον πραγματικό έλεγχο με πρόθεση χρήσης και το δικαίωμα εισόδου, (δέστε Oxford Dictionary of Law, 5η έκδ., σελ. 371 και Osborn: A Concise Law Dictionary, 5η έκδ., σελ. 245).» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στη βάση των πιο πάνω ο Λόγος Έφεσης 2 στις Ποινικές Εφέσεις 198/2020 και 199/2020 και ο Λόγος Έφεσης 3 στις Ποινικές Εφέσεις 197/2020 και 200/2020 απορρίπτονται. Λόγοι Έφεσης 3 και 4 στις Ποινικές Εφέσεις 198/2020 και 199/2020 και Λόγοι Έφεσης 4 και 5 στις Ποινικές Εφέσεις 197/2020 και 200/2020 Μέσω των πιο πάνω Λόγων Έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα αποφασίσθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο Εφεσίβλητος νομιμοποιείτο να καταχωρήσει και προωθήσει την ποινική υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, καθ' ην στιγμή ο ίδιος (ο Κατήγορος) είχε προβεί σε παράνομη επέκταση των καταστημάτων του, καθώς και ότι λανθασμένα αποφάσισε ότι ο Εφεσίβλητος είχε επηρεαστεί από οποιεσδήποτε ενέργειες των Κατηγορουμένων. Σε ό,τι αφορά το τελευταίο, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού επεσήμανε ότι η Υπεράσπιση δεν είχε αμφισβητήσει την αναφορά του Εφεσιβλήτου περί αρνητικού επηρεασμού των καταστημάτων του συνεπεία των επεκτάσεων που είχαν γίνει χωρίς άδεια, και, αξιολογώντας το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, προχώρησε στη διατύπωση των ανάλογων ευρημάτων. Σύμφωνα με αυτά, «συνεπεία της επέκτασης και κατοχής των καταστημάτων 16 και 17, υπήρξε αρνητικός επηρεασμός των καταστημάτων 14 και 15 του παραπονούμενου», Εφεσίβλητου, «συνεπεία μη πρόσβασης και πρόσοψης των εν λόγω καταστημάτων στο δρόμο, πράγμα που επηρέασε την απόδοση της εμπορικής τους εκμετάλλευσης.» Χωρίς να προσβάλλεται η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο με τους Λόγους Έφεσης στην παρούσα υπόθεση και, ειδικότερα, η μαρτυρία που προσέφερε ο Εφεσίβλητος, δεν είναι δυνατόν να εγείρεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι υπήρχε δυσμενής επηρεασμός του Εφεσιβλήτου. Με δεδομένο ότι υπήρχε εύρημα περί επηρεασμού των νόμιμων συμφερόντων του Εφεσιβλήτου, ήτοι των καταστημάτων του, συνεπεία των επεκτάσεων που είχαν γίνει χωρίς άδεια, το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι και αυτός είχε προβεί σε επεκτάσεις και των δικών του καταστημάτων με αρ. 14 και 15, χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή, δεν συνιστούσε κώλυμα για αυτόν να εγείρει και να προωθήσει την ποινική υπόθεση εναντίων των Εφεσειόντων. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία μας, προϋπόθεση για την άσκηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης αποτελεί ο επηρεασμός των δικαιωμάτων ενός πολίτη από μια παράνομη πράξη. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Μονομερή Αίτηση του Χ.Α. για Έκδοση Διατάγματος Καταχώρησης Κατηγορητηρίου, Ποινική Αίτηση Αρ. 17/2021 ημερ. 7/9/2021, οι αρχές που διέπουν το υπό εξέταση θέμα συνοψίσθηκαν ως ακολούθως: «Το δικαίωμα ενός ιδιώτη να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον κάποιου προσώπου, όταν αυτός έχει υποστεί βλάβη από μία πράξη ή παράλειψη η οποία συνιστά ποινικό αδίκημα, αναγνωρίστηκε στο Κυπριακό Δίκαιο στην υπόθεση Ttofinis v. Theocharides
(1983)2 C.L.R. 363, έχοντας ως πηγή του το Κοινοδίκαιο κατ' εφαρμογή του Άρθρου 29
(1)(γ) του Νόμου 14/60. Ο δικαστικός λόγος της εν λόγω αυθεντίας υιοθετήθηκε στη συνέχεια από άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δημοσθένους ν. Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ. 22 και Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου
(2014)2 Α.Α.Δ. 846, ECLI:CY:AD:2014:B917). Το κριτήριο το οποίο έχει καθιερωθεί στη νομολογία που ακολούθησε σε σχέση με τη διαπίστωση του εν λόγω δικαιώματος, είναι ο άμεσος δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του ιδιώτη ως αποτέλεσμα της διάπραξης κάποιου ποινικού αδικήματος. Όπως τονίστηκε στην Ανδρέας Τρύφωνος, Ποινική Αίτηση αρ.15/2015 ημερ. 18/4/2016, ECLI:CY:AD:2016:D208, «τότε μόνο γεννάται το δικαίωμα του για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του θύτη, ως μέτρο τιμωρίας του και εξαναγκασμού του συγχρόνως να προβεί στην άρση της παρανομίας και, κατ' επέκταση, της προκληθείσας αδικίας».» Στην υπό κρίση περίπτωση, στη βάση των γεγονότων, όπως αυτά διακριβώθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Εφεσίβλητος πληρούσε το κριτήριο νομιμοποίησης έγερσης ποινικής δίωξης εφόσον είχε καταδειχθεί ο δυσμενής και άμεσος επηρεασμός των δικαιωμάτων του ως κατόχου των καταστημάτων με αρ. 14 και 15, τα οποία βρίσκονταν ακριβώς δίπλα από τα καταστήματα 16 και 17, ως αποτέλεσμα της επέκτασης, άνευ αδείας, των καταστημάτων 16 και 17 στους ακάλυπτους καθώς και στους κοινόχρηστους χώρους που υπήρχαν μπροστά από τα καταστήματα. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, η θέση που προωθήθηκε ότι η προώθηση της ιδιωτικής ποινικής δίωξης από μέρους του «παρανομούντα Ιδιώτη Κατήγορου», αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και έπληττε το κύρος και υπόληψη του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα και απορρίπτεται. Ως αποτέλεσμα των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι Λόγοι Έφεσης 3 και 4 στις Ποινικές Εφέσεις 198/2020 και 199/2020 και οι Λόγοι Έφεσης 4 και 5 στις Ποινικές Εφέσεις 197/2020 και 200/2020 απορρίπτονται. Λόγος Έφεσης 5 στις Ποινικές Εφέσεις 198/2020 και 199/2020 και Λόγος Έφεσης 6 στις Ποινικές Εφέσεις 197/2020 και 200/2020 Μέσω των πιο πάνω Λόγων Έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν κατέληξε ότι κατά το χρόνο καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων ο Εφεσίβλητος («Ιδιώτης Κατήγορος») είχε ήδη προβεί σε παράνομη επέκταση των καταστημάτων του. Στο πλαίσιο της αιτιολογίας που υποστηρίζει τον πιο πάνω Λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων διατείνεται, μεταξύ άλλων, ότι λανθασμένα απερρίφθη η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 3. Οι πιο πάνω Λόγοι Έφεσης, στο βαθμό που αφορούν την αξιοπιστία του Κατηγορουμένου, θα εξετασθούν έχοντας κατά νου τις διαχρονικά αναλλοίωτες αρχές που διέπουν το ζήτημα της παρέμβασης του Εφετείου στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας και, συνακόλουθα της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει, στο πλαίσιο της ενώπιον του ζωντανής διαδικασίας, την όλη συμπεριφορά των μαρτύρων έχοντας ένεκα τούτου το ευεργέτημα της άμεσης επαφής με τους μάρτυρες και της εντύπωσης που αποκόμισε για τον κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του. Η εξουσία του Εφετείου για επέμβαση στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα πρέπει, επομένως, να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ακριβώς ώστε να μην εξουδετερώνεται το πιο πάνω πλεονέκτημα που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει. Ως εκ τούτου, το Εφετείο επεμβαίνει μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου συγκρούονται με την κοινή λογική και είναι εξ' αντικειμένου ανυπόστατα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του Δικαστηρίου (Παπανδρέας Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 45/2014, ημερ. 5/10/2016, ECLI:CY:AD:2016:B470). Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να κάνει τα ευρήματα τα οποία έκανε, σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Γ. Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 44/2019, ημερ. 18/9/2020). Μόνο όπου παρατηρείται ρήγμα λόγω αντιφάσεων ή κενών ή ουσιωδών λαθών είναι επιτρεπτή η επέμβαση του Εφετείου. Αναφορικά με τις αντιφάσεις στη μαρτυρία το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όπου αυτές δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Πρέπει δε να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλ. να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα, ή να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευστεί (Κ. Κ. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 294 και Α. Π. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2016, ημερ. 26/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:B395). Ό,τι προβάλλεται από πλευράς Εφεσειόντων σε σχέση με τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 3 είναι η γενική και αόριστη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και κατά τρόπο αυθαίρετο και άδικο απέρριψε τη μαρτυρία του. Δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι παρέχεται οποιοδήποτε περιθώριο για επέμβαση στα ευρήματα αξιοπιστίας στα οποία κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3. Αντιθέτως, διαπιστώνουμε ότι οι λόγοι που το πρωτόδικο Δικαστήριο την απέρριψε ήταν πειστικοί και αρκετοί από αυτούς ιδιαιτέρως ισχυροί. Ο Κατηγορούμενος 3 είχε προβάλει θέσεις προς αντίκρουση ουσιωδών ισχυρισμών του Παραπονούμενου/Εφεσίβλητου τις οποίες, όμως, η Υπεράσπιση δεν είχε προβάλει κατά την αντεξέταση. Ήταν εύλογη προς τούτο η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αντλώντας καθοδήγηση και από τη σχετική νομολογία (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 551 και Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd
(2012)1Β Α.Α.Δ 1682) να μην λάβει υπόψη του μαρτυρία που ο Κατηγορούμενος 3 προσέφερε σχετική με τις επίδικες Κατηγορίες η οποία, όμως, δεν είχε τεθεί προς τον Παραπονούμενο/Εφεσίβλητο ώστε να έχει ο τελευταίος την ευκαιρία να τοποθετηθεί. Ένας τέτοιος ισχυρισμός ο οποίος προβλήθηκε εκ των υστέρων και χωρίς να τεθεί στον Εφεσίβλητο κατά την αντεξέταση του ήταν και το ότι οι επεκτάσεις που είχε κάμει και ο ίδιος ο Εφεσίβλητος στα δικά του καταστήματα είχαν λάβει χώρα ένα χρόνο πριν οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 ενοικιάσουν τα καταστήματα 16 και
  1. Επρόκειτο, αναμφίβολα, για ουσιώδη ισχυρισμό αντίθετο με εκείνο του Εφεσιβλήτου εφόσον ο τελευταίος, όταν κατέθετε, ήταν η θέση του ότι είχε προβεί και ο ίδιος σε επεκτάσεις τον Απρίλιο του 2014, δηλ. ένα μήνα μετά την ενοικίαση των καταστημάτων 16 και
  2. Υπό αυτά τα δεδομένα, η παράλειψη υποβολής του ισχυρισμού του Κατηγορούμενου 3 κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Εφεσιβλήτου, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι θα έπρεπε να οδηγήσει στο να μην ληφθεί υπόψη ο εν λόγω ισχυρισμός. Ο Λόγος Έφεσης 5 στις Ποινικές Εφέσεις 198/2020 και 199/2020 και ο Λόγος Έφεσης 6 στις Ποινικές Εφέσεις 197/2020 και 200/2020 απορρίπτονται. Ως αποτέλεσμα, η καταδίκη των Κατηγορούμενων 1 και 2 στην Κατηγορία 1 ακυρώνεται, όπως και η ποινή που είχε επιβληθεί. Οι καταδίκες των Κατηγορούμενων 1 και 2 στην Κατηγορία 2 και οι καταδίκες των Κατηγορούμενων 3 και 4 στην Κατηγορία 3, καθώς και οι επιβληθείσες στην Κατηγορία 3 ποινές επικυρώνονται. Η πρωτόδικη διαταγή για έξοδα παραμένει. Επιδικάζονται €1.500 έξοδα έφεσης, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ του Εφεσιβλήτου και εναντίον των Εφεσειόντων/Κατηγορούμενων 3 και
  3. Επίσης, επιδικάζονται €1.000 έξοδα έφεσης, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ των Κατηγορούμενων 1 και 2 και εναντίον του Εφεσιβλήτου. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω οι Εφέσεις Αρ. 197/2020 και 200/2020 επιτυγχάνουν μερικώς, ενώ οι Εφέσεις Αρ. 198/2020 και 199/2020 απορρίπτονται. Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ. Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ. Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.