Κυπριακή Ετ. Τσιμέντων Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1989)3 ΑΑΔ 2263 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1989)3 ΑΑΔ 2263 30/Σεπτεμβρίου, 1989 [ΠΙΚΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΛΤΔ, Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ, Καθ' ων η Αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 443/78) Συνταγματικό Δίκαιο - Δικαιοσύνη - Ταχεία απονομή - Σύνταγμα, Άρθρο 30.2 - Η ευθύνη των ιδίων των διαδίκων δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την δική του ευθύνη. Συνταγματικό Δίκαιο - Ελευθερία εμπορεύεσθαι - Σύνταγμα, Άρθρο 25 - Δεν συνεπάγεται ανεξέλεγκτη εξαγωγή εμπορευμάτων - Ότι ισχύει για εισαγωγές ισχύει και για εξαγωγές - Περιορισμοί στην εξαγωγή τσιμέντου σε περίοδο, όπου η ανάγκη στεγάσεως των εκτοπισμένων δημιουργούσε μεγάλη ζήτηση τσιμέντου - Περιορισμός απαραίτητος για χάρη δημοσίας υγείας. Συνταγματικό Δίκαιο - Αρχή της ισότητας - Σύνταγμα, Άρθρο 28 - Αποκλείει διάκριση μεταξύ ομοιογενών, αλλά και εξομοίωση ανομοιογενών πραγμάτων. Λόγω της ανάγκης ταχείας στεγάσεως των συνεπεία της Τουρκικής εισβολής εκτοπισθέντων, το τσιμέντο εκηρύχθη ελεγχόμενο είδος και ως αποτέλεσμα επεβλήθησαν περιορισμοί στην εξαγωγήν, όσο και στην ανωτάτη τιμή πωλήσεως. Η Αιτούσα, που είναι βιομηχανία παραγωγής τσιμέντου κατεχώρησε την παρούσα Αίτηση Ακυρώσεως, παραπονουμένη, μεταξύ άλλων, ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 25 του Συντάγματος και της αρχής της ισότητας σε σύγκριση με την μεταχείριση, που έτυχε η άλλη βιομηχανία τσιμέντου (Τσιμεντοποιείο Βασιλικού). Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στους λόγους καθυστερήσεως της εκδικάσεως της υποθέσεως και επιβεβαίωσε την ευθύνην και του ιδίου του Δικαστηρίου για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, απέρριψε την εισήγηση για δυσμενή μεταχείριση της Αιτούσης επί τω ότι δεν εθεμελιώθη, δεν εδέχθη την εισήγηση για παράβαση του Άρθρου 25 του Συντάγματος και τέλος, αφού διεπίστωσε ότι η διοίκηση διεξήγαγε δέουσαν έρευνα, απέρριψε την Αίτηση Ακυρώσεως. Η Αίτηση Ακυρώσεως απορρίπτεται. Ουδεμία διαταγή για έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Impalex Agencies Ltd v. Republic
(1970)3 C.L.R. 361, Meridian Trading Co. Ltd v. Minister of Commerce and Industry
(1987)3 C.L.R. 1930, Eleourgia Pettemeride Ltd v. Republic
(1988)3 C.L.R.
- Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης του Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας με την οποία καθόρισε ανώτατη τιμή πώλησης τσιμέντου και περιόρισε το δικαίωμα εξαγωγής και την αναλογία συμμετοχής των δύο επιτοπίων βιομηχανιών στην ικανοποίηση της Κυπριακής αγοράς. Γ. Κακογιάννης και Μ. Μαλαχτού (κα), για τους Αιτητές. Κλ. Αντωνιάδης, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. ΠΙΚΗΣ, Δ.: Ανάγνωσε την ακόλουθη απόφαση. Θεωρώ καθήκον μου πριν επιληφθώ των επιδίκων θεμάτων να επεξηγήσω τους λόγους που οδήγησαν στην καθυστέρηση στην εκδίκαση της προσφυγής αυτής. Η προσφυγή καταχωρήθηκε στις 2/12/78 και ορίστηκε για εκδίκαση ενώπιον του Έντιμου κ. Τριανταφυλλίδη, τέως Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας εξετάστηκαν με τη συγκατάθεση των διαδίκων ορισμένα νομικά σημεία που αφορούσαν το νομικό υπόβαθρο της επίδικης απόφασης, ιδιαίτερα την ισχύ και εγκυρότητα των Κανονισμών Άμυνας βάσει των οποίων ο Υπουργός Εμπορίου έθεσε υπό έλεγχο την εμπορία τσιμέντων και καθόρισε την ανώτατη τιμή πώλησης. Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 19/6/82 κρίθηκε ότι οι κανονισμοί δεν ατόνησαν ούτε καταργήθηκαν συνεπώς παρείχαν νομικό έρεισμα στον Υπουργό να προβεί στον έλεγχο της διάθεσης τσιμέντου. Μετά την απόφαση δόθηκαν οδηγίες από τον κ. Τριανταφυλλίδη για την υποβολή γραπτών αγορεύσεων για τον προσδιορισμό των εκατέρωθεν θέσεων και την επιχειρηματολογία για την υποστήριξή τους. Οι διάδικοι δε συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Τελικά η γραπτή αγόρευση των αιτητών καταχωρήθηκε στις 7/11/86 και εκείνη των Καθ' ων η Αίτηση στις 11/2/
- Η απαντητική αγόρευση των αιτητών δόθηκε και πάλι καθυστερημένα, στις 6/6/
- Η ακρόαση της υπόθεσης ορίστηκε στις 15/9/87 αλλά αναβλήθηκε έπειτα από αίτηση του δικηγόρου των αιτητών και επανορίστηκε για ακρόαση στις 8/1/
- Σε μεταγενέστερο στάδιο οι οδηγίες του Δικαστηρίου τροποποιήθηκαν και η υπόθεση αφέθηκε για μνεία την ίδια ημερομηνία. Τη μέρα εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 3/2/88 για την έκδοση οδηγιών και στη συνέχεια στις 20/2/
- Όπως φαίνεται από τα πρακτικά του δικαστηρίου, οι διάδικοι ήγειραν θέμα προσαγωγής μαρτυρίας για τη διασαφήνιση ορισμένων πτυχών της υπόθεσης οπόταν δόθηκαν οδηγίες για την καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Ο κ. Τριανταφυλλίδης όρισε την υπόθεση για την έκδοση περαιτέρω οδηγιών στις 27/6/
- Στο μεταξύ ο κ. Τριανταφυλλίδης παραιτήθηκε από τη δικαστική του θέση για να αναλάβει από την 1/4/88 καθήκοντα Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η εκδίκαση της υπόθεσης ανατέθηκε σε μένα βάσει του προγράμματος που καταρτίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο για την κατανομή των υποθέσεων που εκκρεμούσαν ενώπιον του κ. Τριανταφυλλίδη. Η υπόθεση άχθηκε ενώπιόν μου για πρώτη φορά στις 27/6/
- Η παράλειψη εμφάνισης δικηγόρου για τη Δημοκρατία οδήγησε στην αναβολή της υπόθεσης για τις 2/7/
- Τη μέρα εκείνη διαπιστώθηκε ότι οι καθ' ων η αίτηση είχαν παραλείψει να καταχωρήσουν ένορκη ομολογία για τα θέματα για τα οποία είχαν δοθεί νωρίτερα οδηγίες από τον κ. Τριανταφυλλίδη. Τους δόθηκε παράταση χρόνου μέχρι τις 14/9/
- Επειδή οι διάδικοι ζήτησαν να αντεξετάσουν τους μάρτυρες, η υπόθεση ορίστηκε για την ακρόαση της μαρτυρίας στις 19/10/
- Το αίτημα για αντεξέταση των μαρτύρων αποσύρθηκε την ημέρα εκείνη και η υπόθεση ορίστηκε για διευκρινίσεις στις 30/11/88, ημερομηνία που μετατοπίστηκε με οδηγίες του δικαστηρίου για τις 21/12/
- Οι αιτητές διαπίστωσαν ότι η ένορκη ομολογία που δόθηκε εκ μέρους τους περιείχε ορισμένα ανακριβή στοιχεία και ζήτησαν να τους παρασχεθεί η ευκαιρία να τα διορθώσουν ώστε να στοιχειοθετηθεί το σωστό υπόβαθρο γεγονότων. Η ακρόαση της υπόθεσης συμπληρώθηκε την 1/3/89 και 13/4/
- Θεώρησα υποχρέωσή μου να κάμω εκτεταμένη αναφορά στους λόγους που οδήγησαν στην καθυστέρηση της υπόθεσης επειδή η εκδίκαση υποθέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου, τόσο ατομική του Δικαστή που επιλαμβάνεται της υπόθεσης όσο και συλλογική της δικαστικής εξουσίας στο σύνολό της. Το γεγονός ότι οι διάδικοι ευθύνονται στην υπόθεση αυτή κυρίως για την καθυστέρηση δεν απαλλάσσει το δικαστήριο από τη δική του ευθύνη την οποία συμμερίζομαι και για την οποία εκφράζω βαθειά λύπη. Τώρα θα ασχοληθώ με τα γεγονότα της υπόθεσης και τους λόγους για τους οποίους επιδιώκεται η ακύρωση της επίδικης απόφασης:- Οι αιτητές, η Κυπριακή Εταιρεία Τσιμέντων Λτδ, είναι βιομηχανία τσιμέντου η οποία λειτουργεί βάσει άδειας που έχει εκδοθεί δυνάμει των διατάξεων του Περί Βιομηχανίας Τσιμέντου (Ενθάρρυνσις και Έλεγχος) Νόμου - Κεφ.
- Η μόνη άλλη βιομηχανία τσιμέντου που λειτουργούσε στην Κύπρο κατά τον κρίσιμο χρόνο, το 1978 και την περίοδο που είχε προηγηθεί, ήταν η Βιομηχανία Τσιμέντου Βασιλικού. Τα τραγικά γεγονότα του 1974 δημιούργησαν τεράστιο στεγαστικό πρόβλημα στον τόπο για την αντιμετώπιση του οποίου χρειάστηκε να οικοδομηθούν χιλιάδες οικιστικές μονάδες. Ως αποτέλεσμα η ζήτηση για τσιμέντο, βασικό οικοδομικό υλικό, αυξήθηκε κατακόρυφα. Η αύξηση αυτή συνέπεσε και με αύξηση ζήτησης του προϊόντος στη διεθνή αγορά, γεγονός που επέτεινε τις δυσχέρειες στην αντιμετώπιση των επιτόπιων αναγκών. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε τον Υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας στην απόφαση να κηρύξει το τσιμέντο ως ελεγχόμενο είδος βάσει των Κανονισμών Άμυνας του 1946 προς το σκοπό εξασφάλισης των προϋποθέσεων για την ευχερέστερη ικανοποίηση των αναγκών της Κύπρου. Το διάταγμα για τον έλεγχο του εμπορεύματος εκδόθηκε στις 15/7/
- Στις 9/3/78 εγκρίθηκε αίτημα των βιομηχάνων για αύξηση της τιμής πώλησης του προϊόντος. Όπως προκύπτει από το σημείωμα του Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας, ημερομηνίας 1/12/78 στο οποίο συνοψίζονται τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, οι ανάγκες της κυπριακής αγοράς επιτάθηκαν το 1978, γεγονός που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος της 4/11/78 με το οποίο καθορίστηκε η ανώτατη τιμή πώλησης του εμπορεύματος. Στη συνέχεια με απόφαση της 7/11/78 που λήφθηκε βάσει του Περί Άμυνας (Εξαγωγή Εμπορευμάτων) Κανονισμών του 1956 τέθηκε έλεγχος στην εξαγωγή τσιμέντου. Για την εξαγωγή του προϊόντος απαιτείτο άδεια, η χορήγηση της οποίας συναρτάτο με την ικανοποίηση των επιτόπιων αναγκών που καθορίστηκαν σε 50.000 μ.τ. για κάθε ένα από τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του
- Με την ίδια απόφαση καθορίστηκε η αναλογία συμμετοχής της κάθε μιας από τις δυο επιτόπιες βιομηχανίες τσιμέντου στην ικανοποίηση των κυπριακών αναγκών. Η υποχρέωση της τσιμεντοποιείας Βασιλικού καθορίστηκε σε ποσοστό 70% και εκείνη των αιτητών σε 30%. Στον προσδιορισμό της αναλογίας αυτής λήφθηκαν υπόψη, όπως φαίνεται στο σημείωμα της 1/12/78 όλα τα σχετικά με τη λειτουργικότητα, την παραγωγικότητα και το περιθώριο κέρδους δεδομένα της κάθε εταιρείας. Δεν έχει αμφισβητηθεί η εξουσία του Υπουργού να θέσει υπό έλεγχο την εξαγωγή τσιμέντου ή η ανάγκη που επέβαλε τη λήψη του μέτρου αυτού. Οι ενστάσεις των αιτητών αφορούν την ανώτατη τιμή πώλησης του προϊόντος που καθορίστηκε με την απόφαση της 4/11/78 και τον περιορισμό του δικαιώματος εξαγωγής καθώς και την αναλογία συμμετοχής των δυο επιτόπιων βιομηχανιών στην ικανοποίηση της κυπριακής αγοράς. Αναλυτικότερα οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκεται η ακύρωση των σχετικών αποφάσεων συνίστανται στην:
(1)Παραβίαση του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 25 για την ελεύθερη εμπορία.
(2)Παραβίαση του δικαιώματος της ισότητας που κατοχυρώνεται από το άρθρο 28, και
(3)Ανεπαρκή ή πλημμελή έρευνα των δεδομένων που σχετίζονται με τους δείκτες παραγωγικότητας και κέρδους των δυο εταιρειών. Οι καθ' ων η Αίτηση υποστήριξαν ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στην αρμόδια αρχή και μετά από ενδελεχή έρευνα όλων των γεγονότων που σχετίζονται με τις δυο βιομηχανίες και τις ανάγκες της κυπριακής αγοράς. Η ίση μεταχείριση των πολιτών από τη Διοίκηση κατοχυρώνεται ως θεμελειώδες δικαίωμα από το άρθρο 28.1 του Συντάγματος. Η έννοια της ισότητας κάτω από το άρθρο 28, όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί, δεν αποβλέπει στην αριθμητική εξίσωση φαινομενικά ομοίων υποκειμένων του δικαίου αλλά στην ουσιαστική ισότητα που επιβάλλει τόσο την εξίσωση ομοιογενών πραγμάτων όσο και τον αποκλεισμό της εξομοίωσης ανομοιογενών στοιχείων. Το θέμα είχα την ευκαιρία να πραγματευθώ στην πρόσφατη απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορά 2/89
(1989)3 Α.Α.Δ. 1931). Ο ισχυρισμός των αιτητών ότι έτυχαν άνισης μεταχείρισης σε σχέση με τη βιομηχανία Βασιλικού δεν έχει τεκμηριωθεί. Τα στοιχεία ενώπιον του δικαστηρίου αποκαλύπτουν ότι η αρμόδια αρχή έλαβε υπόψη όλα τα σχετικά με τη λειτουργία, την παραγωγή, τη δυναμικότητα και τις ιδιομορφίες των δυο βιομηχανιών. Το γεγονός ότι η βιομηχανία Βασιλικού διέθετε πλέον σύγχρονα μηχανήματα και συνεπώς είχε μεγαλύτερη ευχέρεια για την παραγωγή του προϊόντος λήφθηκε σοβαρά υπόψη και οδήγησε στη μείωση του ποσοστού συμμετοχής των αιτητών σε μόνον 30%. Το δικαίωμα του "ελευθέρως εμπορεύεσθαι" δε συνεπάγεται την ανεξέλεγκτη εξαγωγή εμπορευμάτων. Ό,τι ισχύει για την εισαγωγή εμπορευμάτων σε συσχετισμό με την άσκηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το άρθρο 25 (Βλ. μεταξύ άλλων Impalex Agencies Ltd v. Republic
(1970)3 C.L.R. 361, Meridian Trading Co. Ltd v. Minister of Commerce and Industry
(1987)3 C.L.R. 1930, Eleourgia Pettemeride Ltd v. Republic
(1988)3 C.L.R. 1880) εφαρμόζεται κατ' αναλογία και για τους ίδιους λόγους και για την εξαγωγή εμπορευμάτων. Ήταν ελεύθεροι οι αιτητές να συναλλαγούν με οποιοδήποτε υπό την αίρεση και σύμφωνα με τους περιορισμούς που είχαν νόμιμα επιβληθεί. Ακόμα και αν αποφασίζετο το αντίθετο, οι περιορισμοί που τέθηκαν για την εξαγωγή τσιμέντου βάσει των σχετικών νομικών διατάξεων ήταν απόλυτα αναγκαίοι, αν όχι επιτακτικοί για την εξασφάλιση μεταξύ άλλων της δημόσιας υγείας τη στέγαση των χιλιάδων εκτοπισθέντων. Η προστασία της δημόσιας υγείας είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους μπορεί να περιοριστούν τα δικαιώματα τα οποία εξασφαλίζει το άρθρο 25.1 του Συντάγματος. Τέλος η έρευνα που είχε διεξαχθεί δεν παρουσιάζει κενά. Επεκτάθηκε σε όλα τα συναφή στοιχεία συμπεριλαμβανομένων και των λογαριασμών που έτειναν να ρίξουν φως σε θέματα σχετικά με το κόστος -παραγωγής και τα περιθώρια κέρδους. Καταλήγουμε ότι η έρευνα της Διοίκησης όχι μόνο δεν ήταν ανεπαρκής αλλά μπορούσε βάσιμα να χαρακτηριστεί ως ενδελεχής. Οι επίδικες αποφάσεις λήφθηκαν μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια των εξουσιών που παρέχονται στη Διοίκηση. Δεν υπάρχει πεδίο για παρέμβαση και κατ' ακολουθία η προσφυγή απορρίπτεται. Οι επίδικες αποφάσεις επικυρώνονται στο σύνολο τους βάσει των διατάξεων του άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. Δεν εκδίδεται διαταγή για τα έξοδα. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο