← Κύπρος

Α.Π. Λανίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 ΑΑΔ 3395

Α.Π. Λανίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας

(1989)3 ΑΑΔ 3395 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1989)3 ΑΑΔ 3395 [ΧΑΤΖΗΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Π. ΛΑΝΙΤΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ, Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ, Καθ' ων η Αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 100/89) Φορολογία - Δικαιώματα μεταβιβάσεως ακινήτου ιδιοκτησίας - Αποτελούν φόρο - Ακύρωση της μεταβιβάσεως σε αστική διαδικασία, με αποτέλεσμα την επανεγγραφή του ακινήτου στο όνομα του μεταβιβάσαντος - Κατά πόσο τα δικαιώματα είναι επιστρεπτέα - Καταφατική η απάντηση στο ερώτημα. Δεδικασμένο - Επιβολή μεταβιβαστικών δικαιωμάτων σχετικά με μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας - Με βάση σκεπτικό ότι αποτελούν ανταποδοτικά τέλη - Απόρριψη προσφυγής, αλλά με βάση σκεπτικό, ότι αποτελούν φόρο - Έφεση - Πρακτικό ότι ελλείψει αντεφέσεως, αλλ' ενόψει του διαφορετικού σκεπτικού στην πρωτόδικη απόφαση, η διοίκηση Θα επανεξετάσει το θέμα με βάση ότι η επιβολή των δικαιωμάτων συνιστούσε επιβολή φόρου - Επανεξέταση και άρνηση επιστροφής δικαιωμάτων - Νέα Αίτηση Ακυρώσεως - Δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προηγούμενη διαδικασία - Διάκριση της παρούσης υποθέσεως από την απόφαση στην υπόθεση Pieris v. The Republic
(1983)3 C.L.R. 1054, όπου η νέα απόφαση ήταν απλώς βεβαιωτική της προηγουμένης αποφάσεως. Τα γεγονότα και οι νομικές αρχές, που εφάρμοσε το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προδικαστική ένσταση περί δεδικασμένου, αλλ' αποδεχόμενο την Αίτηση Ακυρώσεως και ακυρώνοντας την [*3396] επίδικη απόφαση, φαίνονται καθαρά στις πιο πάνω περιληπτικές σημειώσεις. Η επίδικη απόβαση ακυρώνεται χωρίς διαταγή για έξοδα. Αναφερόμενη υπόθεση: Pieris v. Republic (!983) 3 C.L.R. 1054, Republic v. Brailsford [1905] 2 K.B.
  1. Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της άρνησης του καθ' ου η αίτηση να επιστρέψει τα καταβληθέντα δικαιώματα για: μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας, η οποία αργότερα ακυρώθηκε. Μ. Παμπαλλή (κα) για Γ. Κακογιάννη, για τον Αιτητή. Α. Βασιλειάδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Β', για τους Καθ' ων η αίτηση. ΧΑΤΖΗΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, Δ.: Ανάγνωσε την ακόλουθη απόφαση. Με την παρούσα προσφυγή, οι αιτητές ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου, ότι η απόφαση του καθ' ου η αίτηση, η περιεχόμενη στην επιστολή του ημερομηνίας 16.12.88 με την οποία αρνήθηκε την επιστροφή των καταβληθένων δικαιωμάτων για μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας η οποία αργότερα ακυρώθηκε, είναι άκυρη και άνευ νομικού αποτελέσματος. Το ιστορικό που οδήγησε στην παρούσα προσφυγή έχει ως εξής: Τον Φεβρουάριο του 1979, έγιναν μεταβιβάσεις ακίνητης περιουσίας, από τον 1ο αιτητή στον 2ο αιτητή, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για τις οποίες καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των £8,500.- σαν τέλη μεταβιβάσεως. Στην αγωγή αρ. 1672/81 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, που καταχωρήθηκε από τον 1ο αιτητή εναντίον του 2ου αιτητή, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 22.3.1982 αποφάσισε την ακύρωση εξ υπαρχής της μεταβίβασης και εγγραφής των εν λόγω ακινήτων ως γενομένης καθ' υπέρβαση εξουσίας (ultra vires) της εταιρείας, και διάταξε την επανεγγραφή της επ' ονόματι του 1ου αιτητή Σαν αποτέλεσμα της απόφασης αυτής οι αιτητές ζήτησαν με επιστολή τους ημερομηνίας 12.4.1982 από τον καθ'ου η αίτηση συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου και επιστροφή των μεταβιβαστικών δικαιωμάτων που είχαν καταβληθεί. Με επιστολή του ημερομηνίας 13.12.1982, ο καθ' ου η αίτηση, πληροφορούσε τους αιτητές, ότι έγινε η ακύρωση των εγγραφών και η επανεγγραφή τους σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά αρνήθηκε να επιστρέψει τα καταβληθέντα μεταβιβαστικά δικαιώματα, προβάλλοντας διάφορους λόγους. Ακολούθησε προσφυγή των αιτητών κατά της πιο πάνω απόφασης με αριθμό 17/
  2. Ο Έντιμος Δικαστής κ. Μαλαχτός, απέρριψε την προσφυγή, αλλά αποφάσισε ότι τα μεταβιβαστικά δικαιώματα δεν επιβάλλονται για προσφερόμενες υπηρεσίες αλλά αποτελούν είδος φόρου. Οι αιτητές εφεσίβαλαν την πιο πάνω απόφαση με την Αναθεωρητική Έφεση αρ.
  3. Στις 12.6.1986, αφού ο δικηγόρος της Δημοκρατίας συμφώνησε με την παρατήρηση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι ελλείψει αντεφέσεως κατά της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστού ότι τα μεταβιβαστικά δικαιώματα αποτελούν είδος φόρου και όχι αμοιβή για προσφερόμενες υπηρεσίες, ο Διευθυντής όφειλε να επανεξετάσει το θέμα, ενόψει του ότι η απόφαση του Διευθυντή είχε σαν ουσιαστική βάση το ότι τα μεταβιβαστικά δικαιώματα αποτελούσαν αμοιβή για προσφερθείσες υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, ο Διευθυντής όφειλε να πάρει νέα απόφαση με βάση το ότι τα μεταβιβαστικά δικαιώματα αποτελούν είδος φόρου. Στο σχετικό πρακτικό της Αναθεωρητικής Εφέσεως αρ. 536 αναφέρεται περαιτέρω ότι οι αιτητές θα είχαν το δικαίωμα να επαναπροσβάλουν τη νέα απόφαση του Διευθυντή αν διαφωνούν με αυτή. Με βάση τα πιο πάνω, η έφεση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. [*3398] Με νέα επιστολή τους ημερομηνίας 14.9.1988, οι αιτητές κάλεσαν εκ νέου, τον Διευθυντή να προβεί σε επανεξέταση της υπόθεσης και να αναθεωρήσει την απόφαση του επιστρέφοντας τα καταβληθέντα μεταβιβαστικά δικαιώματα. Ο Διευθυντής με επιστολή του ημερομηνίας 16.12.1988 πληροφόρησε τους αιτητές, ότι τα δικαιώματα μεταβιβάσεως δεν μπορούσαν να επιστραφούν, γιατί αποτελούσαν είδος φόρου που επιβάλλεται κατά τη μεταβίβαση. Είναι εναντίον της απόφασης του Διευθυντή στην επιστολή ημερομηνίας 16.12.1988 που όπως αναφέρθηκε καταχωρήθηκε η παρούσα προσφυγή. Στην ένσταση οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθά αιτιολογημένη και λήφθηκε ορθά. Στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των αιτητών προβάλλονται δύο λόγοι για την ακύρωση της απόφασης. Πρώτον ότι η απόφαση δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη αφού στην επιστολή του ο Διευθυντής αναφέρει απλώς γενικά και αόριστα ότι τα δικαιώματα μεταβιβάσεως δεν επιστρέφονται γιατί αποτελούν είδος φόρου και δεύτερον, ότι η απόφαση είναι αποτέλεσμα νομικής πλάνης αφού βασίζεται στο νομικά λανθασμένο συμπέρασμα, ότι η υποχρέωση πληρωμής των δικαιωμάτων υφίσταται ανεξάρτητα από την εγκυρότητα της μεταβιβάσεως. Το πρωταρχικό επιχείρημα του Δικηγόρου της Δημοκρατίας στη γραπτή του αγόρευση είναι ότι όσον αφορά την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, η δέουσα αιτιολογία παρέχεται στην ίδια την απόφαση του Διευθυντή και ότι όσον αφορά την νομική πλάνη, αυτή δεν υπάρχει, αφού η απόφαση του Διευθυντή στηρίχτηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω ισχυρίστηκε, ότι με βάση το δόγμα του δεδικασμένου (Res judicata), η παρούσα προσφυγή δεν μπορεί να επιτύχει, αφού το επίδικο θέμα ήδη αποφασίστηκε στην προηγούμενη προσφυγή, παρέθεσε δε την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πιερής ν. Δημοκρατίας
(1983)3 Α.Α.Δ. 1054. [*3399] Όσον αφορά το τελευταίο αυτό επιχείρημα πιστεύω ότι η αρχή του δεδικασμένου δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση για δύο λόγους. Πρώτον όπως φαίνεται και από την απόφαση Πιερής ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) η αρχή ισχύει μόνο όταν η δεύτερη απόφαση είναι απλώς επιβεβαιωτική της πρώτης και βασίζεται στο ίδιο πραγματικό και νομικό υπόβαθρο. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, αφού η πρώτη απόφαση του Διευθυντή βασίστηκε μεταξύ άλλων στο ότι τα δικαιώματα μεταβιβάσεως αποτελούσαν αμοιβή για προσφερθείσα υπηρεσία, ενώ η δεύτερη στο ότι αποτελούσαν είδος φόρου. Δεύτερον, ο Διευθυντής επανεξέτασε το θέμα ειδικά υπό το πρίσμα της διαφορετικής άποψης που πήρε το Δικαστήριο και οι διάδικοι για τη φύση των δικαιωμάτων μεταβιβάσεως και με τη ρητή δέσμευση της Δημοκρατίας, ότι οι αιτητές θα είχαν το απόλυτο δικαίωμα να προσβάλουν τη δεύτερη απόφαση. Είμαι της γνώμης, ότι και αν ακόμη αγνοήσω το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πράγματι δεν φαίνεται να είναι δεόντως αιτιολογημένη, εν πάση περιπτώσει η απόφαση βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, αφ' ης στιγμής το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού κήρυξε τη μεταβίβαση σαν εξ υπαρχής άκυρη και το Ανώτατο Δικαστήριο τόσο στην προσφυγή αρ. 17/83 όσο και στην Αναθεωρητική Έφεση αρ. 536 αποφάσισε ότι τα δικαιώματα μεταβιβάσεως αποτελούν είδος φόρου, η ακύρωση της μεταβιβάσεως εξαφανίζει το υπόβαθρο και τις προϋποθέσεις για την είσπραξη του φόρου. Η επιβολή των μεταβιβαστικών δικαιωμάτων συνδέεται άμεσα με την εγκυρότητα της μεταβιβάσεως και την εκπλήρωση των νομίμων προϋποθέσεών της και επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει ανεξάρτητα από την εγκυρότητα εκείνη. Πολύ περισσότερο αφού ο Διευθυντής ενεργώντας σύμφωνα με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ακύρωσε την μεταβίβαση και επανέγραψε την μεταβιβασθείσα ακίνητη ιδιοκτησία, δίδοντας με τον τρόπο αυτό, εφαρμογή στην εξ υπαρχής ακυρότητα της μεταβιβάσεως. Ως εκ τούτου, η απόφαση του Διευθυντή για κατακράτηση των εισπραχθέντων δικαιωμάτων μεταβίβασης αποτελεί κατάχρηση εξουσίας. [*3400] Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή ακυρώνεται. Δεν γίνεται καμιά διαταγή για έξοδα. Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.