← Κύπρος

Πιερίδης Δημητράκης ν. Δημοκρατίας (1990) 3 ΑΑΔ 253

Πιερίδης Δημητράκης ν. Δημοκρατίας

(1990)3 ΑΑΔ 253 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1990)3 ΑΑΔ 253 31 Ιανουαρίου, 1990 [ΣΑΒΒΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΠΙΕΡΙΔΗΣ, Αιτητής, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
  1. ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ,
  2. ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 329/80). Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο - Αίτηση για έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου για παρουσίαση διοικητικών φακέλων - Έγινε μετά την αλλαγή της σύνθεσης του Δικαστηρίου - Καθοριστικό γεγονός για την τύχη της αίτησης, γιατί με την αλλαγή της σύνθεσης υπάρχει δυνατότητα να ακουστεί η υπόθεση από την αρχή - Διάταγμα ως η αίτηση. Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο - Διάταγμα για επανάνοιγμα της υπόθεσης, μετά την επιφύλαξη της απόφασης, για συγκεκριμένους λόγους - Ακολούθησε αποχώρηση του Δικαστή και ανάληψη της υπόθεσης από άλλο μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου - Η υπόθεση θα ακουστεί από την αρχή από τον Δικαστή που την έχει ενώπιόν του - Το νέο Δικαστήριο δε δεσμεύεται από οδηγίες που δόθηκαν από το προηγούμενο. Στην παρούσα αίτηση ακυρώσεως, μετά την επιφύλαξη της απόφασης, ακολούθησε αίτηση του δικηγόρου του αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσης για συγκεκριμένους λόγους. Εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Μετέπειτα ο Δικαστής που χειριζόταν την υπόθεση αποχώρησε και ανέλαβε αυτήν άλλο μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στο στάδιο της ακρόασης της υπόθεσης ενώπιον του νέου Δικαστή, έγινε η παρούσα αίτηση από μέρους του δικηγόρου του αιτητή με την οποία ζητείτο διάταγμα παρουσίασης συγκεκριμένων διοικητικών φακέλων. Ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση έφερε ένσταση και εισηγήθηκε πως εφόσον το επανάνοιγμα της υπόθεσης από το Δικαστήριο έγινε για συγκεκριμένους λόγους και σ' αυτούς δεν περιλαμβανόταν η παρουσίαση των σχετικών φακέλων, η αίτηση έπρεπε να απορριφθεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο εκδίδοντας διάταγμα για παρουσίαση των επίδικων, στην ενδιάμεση αίτηση, διοικητικών φακέλων, αποφάσισε τα εξής:
  3. Όταν ένας δικαστής, που επιλαμβάνεται μιάς υπόθεσης και επιφυλάσσει την απόφαση ή δίνει οδηγίες για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης ενόψει της διαδικασίας που έλαβε χώρα ενώπιόν του, αποχωρεί ή δεν είναι δυνατή η συνέχιση της διαδικασίας ενώπιόν του για οποιοδήποτε λόγο, τότε ο δικαστής που αναλαμβάνει την υπόθεση δεν μπορεί να θεωρήσει ότι η υπόθεση ακούστηκε κατά ένα μέρος από άλλο συνάδελφό του και να συνεχίσει ο ίδιος την ακρόασή της με τα δεδομένα που υπήρχαν ενώπιον του άλλου δικαστή και τις οδηγίες που έδωσε. Σε τέτοια περίπτωση, η υπόθεση επανανοίγεται για όλους τους σκοπούς και η υπόθεση ακούεται εξ υπαρχής από το δικαστή που την έχει ενώπιόν του και οι διάδικοι είναι ελεύθεροι να προσκομίσουν οποιαδήποτε νέα στοιχεία ή μαρτυρία που δεν είχαν παρουσιάσει ενώπιον του προηγούμενου δικαστή κατά την ακρόαση της υπόθεσης μέχρι την ημέρα που επιφυλάχθηκε η απόφαση. Σαν αποτέλεσμα η ένσταση των δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση και της ενδιαφερόμενης Αρχής, ότι το Δικαστήριο πρέπει να περιοριστεί μόνο στα σημεία που αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου που διατάσσει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το Δικαστήριο αυτό δε δεσμεύεται από οδηγίες που δόθηκαν από τον προηγούμενο Δικαστή, ύστερα που η ακρόαση είχε αρχίσει ενώπιόν του, και να περιοριστεί στο να συνεχίσει την υπόθεση πάνω στα σημεία που εγέρθηκαν στην προηγούμενη διαδικασία, ούτε θα ήταν ορθό για τους σκοπούς της απονομής της δικαιοσύνης να μη χειριστεί την υπόθεση εξ υπαρχής και να τη θεωρήσει ότι ακούεται ενώπιόν του από την αρχή. Με βάση τα πιό πάνω, οι δικηγόροι είναι ελεύθεροι να χειριστούν την υπόθεση αυτή σαν να παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για ακρόαση εξ υπαρχής.
  4. Αναφορικά με το θέμα της αίτησης για την παρουσίαση των σχετικών φακέλων, είναι φανερό από τα πρακτικά της υπόθεσης όταν η υπόθεση παρουσιάστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 6 Οκτωβρίου, 1988, ότι ο δικηγόρος της ενδιαφερόμενης Αρχής ανάλαβε να παρουσιάσει όλους τους σχετικούς φακέλους χωρίς καμιά επιφύλαξη για φακέλους που κατά την κρίση του σχετίζονταν με μελέτες που προηγήθηκαν της απαλλοτρίωσης. Η δήλωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί σαν συγκατάθεση στην αίτηση του αιτητή για παρουσίαση των φακέλων που ζητούσαν με την αίτηση ημερομηνίας 24/2/
  5. Κατά την ακρόαση της αίτησης, τόσο ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση όσο και της ενδιαφερόμενης Αρχής ισχυρίστηκαν πως μιά και η υπόθεση επανανοίχθηκε για ορισμένο σκοπό δεν μπορούσε να ζητηθεί η παρουσίαση φακέλων οι οποίοι δε σχετίζονται με θέματα που εγείρονται στις γραπτές αγορεύσεις του αιτητή ούτε η προσαγωγή τους στο Δικαστήριο είχε ζητηθεί. Μια και η υπόθεση δεν επανανοίγεται απλώς για να συνεχιστεί από το σημείο στο οποίο διακόπηκε, αλλά επανανοίγεται εξ υπαρχής, οι διάδικοι είναι ελεύθεροι να εγείρουν οποιαδήποτε νομικά σημεία θεωρούν αναγκαία και να ζητήσουν την παρουσίαση οποιωνδήποτε φακέλων σχετίζονται με την υπόθεση, εκτός αν υπάρχει ένσταση προσαγωγής τους με βάση τα κρατικό απόρρητο. H αίτηση επιτυγχάνει. Αίτηση. Αίτηση με την οποία ο αιτητής ζητά να διαταχθούν οι καθ' ων η αίτηση όπως παρουσιάσουν όλες τις μελέτες ή άλλα έγγραφα που σχετίζονται με την κατασκευή του λιμανιού της Λάρνακας και τους φακέλους που περιέχουν τις σχετικές διαβουλεύσεις και αποφάσεις της Αρχής, η οποία αποφάσισε την αναγκαστική απαλλοτρίωση για τις ανάγκες του λιμανιού και την επέκτασή του. Κ. Μιχαηλίδης, για τον Αιτητή. Α. Βασιλειάδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. Ν. Παπαευσταθίου, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος - Αρχή Λιμένων Κύπρου. Cur. adv. vult. ΣABBIΔHΣ, Δ.: Η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία στην πιο πάνω προσφυγή αφορά αίτηση του αιτητή με ημερομηνία 24/2/1987 με την οποία ο αιτητής ζητούσε να διαταχθούν οι καθ' ων η αίτηση να παρουσιάσουν τα πιο κάτω έγγραφα:- (α) Όλες τις μελέτες ή άλλα έγγραφα που σχετίζονται με την κατασκευή του λιμανιού της Λάρνακας συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικών αναγκών, και (β) Όλους τους φακέλους που περιέχουν τις σχετικές διαβουλεύσεις και αποφάσεις της Αρχής η οποία αποφάσισε την αναγκαστική απαλλοτρίωση για τις ανάγκες του λιμανιού της Λάρνακας και την επέκτασή του. Στην αίτηση αυτή έφεραν ένσταση τόσο ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση όσο και ο δικηγόρος της ενδιαφερόμενης Αρχής Λιμένων που συμμετείχε στη διαδικασία σαν ενδιαφερόμενο μέρος. Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας κρίνω αναγκαίο να αναφερθώ στα γεγονότα που προηγήθηκαν της καταχώρησης της αίτησης καθώς και σε μετέπειτα γεγονότα στην έκταση που αναφορά στα γεγονότα αυτά είναι απαραίτητη. Η προσφυγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, στρέφεται εναντίον της άρνησης των καθ' ων η αίτηση να επιστρέψουν ή να προσφέρουν πίσω στον αιτητή διάφορα τεμάχια ακίνητης περιουσίας που ανήκε στον αιτητή και απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, μια και πέρασαν περισσότερα από τρία χρόνια από την απαλλοτρίωση της και ο σκοπός για τον οποίο απαλλοτριώθηκε δεν πραγματοποιήθηκε ή έχει εγκαταλειφθεί. Την προσφυγή αυτή χειριζόταν μέχρι τέλους Μαρτίου, 1988, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποίος από την 1η Απριλίου, 1988, ανάλαβε καθήκοντα Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Στη διάρκεια της διαδικασίας κρίθηκε πως η Αρχή Λιμένων ήταν ενδιαφερόμενο μέρος και της δόθηκε το δικαίωμα να συμμετάσχει στη διαδικασία. Μετά τη συμπλήρωση των γραπτών αγορεύσεων τόσο από μέρους των διαδίκων όσο και από μέρους της ενδιαφερόμενης Αρχής, και ύστερα από εισήγηση των δικηγόρων, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την προσαγωγή μαρτυρίας με ένορκες δηλώσεις εκ μέρους όλων των διαδίκων. Τέτοιες ένορκες δηλώσεις καταχωρήθηκαν για τον αιτητή από τον κ. Γεώργιο Βρυωνίδη, αντιπρόσωπο του αιτητή, και για την ενδιαφερόμενη Αρχή από τον κ. Μάριο Μελετίου, ανώτερο πολιτικό μηχανικό της Αρχής Λιμένων Κύπρου. Στη συνέχεια ο δικηγόρος της Αρχής εξέφρασε την επιθυμία να αντεξετάσει τον κ. Μελετίου πάνω στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση για το σκοπό αυτό. Την ημέρα της ακρόασης και αφού ακούστηκαν οι δικηγόροι των διαδίκων το Δικαστήριο κατάληξε στην πιο κάτω απόφαση:- "Court: Having considered the issues arising in this case, on the basis of the written addresses of counsel, and of the affidavits filed, I think the best course is to hear, first, any oral arguments which counsel may wish to advance in order to supplement their written addresses and, then, reserve my judgment, on the understanding that if in considering it I find that the outcome of this case will be affected by disputed issues of fact then the hearing will be reopened in order to afford counsel an opportunity to cross-examine any affiant, if they wish to do so." Στη συνέχεια οι δικηγόροι δήλωσαν πως δεν είχαν να προσθέσουν οτιδήποτε στις γραπτές τους αγορεύσεις εκτός του ότι ο δικηγόρος της Αρχής έφερε σε γνώση του Δικαστηρίου σχετική με τα επίδικα νομικά σημεία απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που είχε εκδοθεί λίγες μέρες πριν, και τελικά στις 14 Ιουνίου, 1985, επιφυλάχθηκε η απόφαση, η οποία στις 5 Μαρτίου, 1986, ορίστηκε να δοθεί στις 28 Ιουνίου,
  6. Στις 4 Ιουνίου, 1986, ο δικηγόρος του αιτητή με γραπτή αίτηση του στο Δικαστήριο, ζήτησε το επανάνοιγμα της υπόθεσης για προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας. Στην αίτηση υποβλήθηκε ένσταση με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αναβάλει την έκδοση της επιφυλαχθείσας απόφασης για να ακούσει την αίτηση για επανάνοιγμα της υπόθεσης. Το Δικαστήριο αφού άκουσε την πιο πάνω αίτηση εξέδωκε τη σχετική του απόφαση στις 19 Νοεμβρίου, 1986, στην οποία αναφέρονται τα πιο κάτω:- "Having heard counsel in support of, and against, the application for the re-opening of the hearing of this case and bearing in mind the inquisitorial nature of the proceedings in a recourse under Article 146 of the Constitution, such as the present one, as well as the wide powers which an administrative court has to receive evidence for the determination of the issues before it (see, in this respect, inter alia, Christou v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 134, 148, 150) I have decided, in the exercise of my relevant discretionary powers, to re-open the hearing of this case in order to allow counsel for the applicant to adduce, by way of affidavit, further expert or other evidence, and, then, in the light of such evidence, I shall decide whether to allow the production of any further evidence by any other party or whether to permit the cross-examination of any one of the affiants, including affiant Meletiou." Μετά την πιο πάνω απόφαση δόθηκαν οδηγίες όπως ο δικηγόρος του αιτητή παρουσιάσει με ένορκη δήλωση τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα του την οποία επιθυμούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο μεταξύ, στις 24/2/1987 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση και το Δικαστήριο στις 28/2/1987 αφού έδωσε άδεια στους καθ' ων η αίτηση και στην ενδιαφερόμενη Αρχή να καταχωρήσουν ένορκες δηλώσεις σε απάντηση της ένορκης δήλωσης, που καταχωρήθηκε εκ μέρους του αιτητή, και αφού συμπληρώθηκε η καταχώρηση των ενστάσεων, όρισε την ακρόαση της αίτησης στις 2 Φεβρουαρίου, 1988, οπότε σύμφωνα με το σχετικό πρακτικό, αφού ακούστηκαν οι δικηγόροι, η ακρόαση αναβλήθηκε "για να παρασχεθεί καιρός στο συνήγορο του αιτητή να σκεφθεί εάν ενόψει της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου με ημερομηνία 19/11/1986 θα προχωρήσει με την αίτηση που κατεχώρησε στις 24/2/1987". Στη συνέχεια μετά την 1η Απριλίου που όπως ανάφερα πιο πάνω ανάλαβα την υπόθεση αυτή, ύστερα από αίτηση των δικηγόρων, τους επετράπη να καταχωρήσουν ένορκες δηλώσεις οι οποίες και καταχωρήθηκαν. Όταν η υπόθεση ήλθε ενώπιον μου στις 6 Οκτωβρίου, 1988, ο δικηγόρος των αιτητών έφερε σε γνώση του Δικαστηρίου ότι εκκρεμούσε αίτηση για αποκάλυψη και επιθεώρηση των σχετικών φακέλων και την προσαγωγή τους στο Δικαστήριο. Ο δικηγόρος της ενδιαφερόμενης Αρχής δήλωσε πως δεν είχε ένσταση να παρουσιάσει τους σχετικούς φακέλους στο Δικαστήριο. Όταν η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση ο δικηγόρος της ενδιαφερόμενης Αρχής παρουσίασε δύο φακέλους και στη συνέχεια κλήθηκε και αντεξετάστηκε το πρόσωπο που είχε κάμει δύο ένορκες δηλώσεις εκ μέρους της Αρχής. Στη διάρκεια της αντεξέτασης τέθηκαν στο μάρτυρα ορισμένες ερωτήσεις σχετικά με τεχνοοικονομικές μελέτες που έγιναν πριν αποφασιστεί η απαλλοτρίωση. Ύστερα από ορισμένες ενστάσεις που εγέρθηκαν, ο δικηγόρος του αιτητή ισχυρίστηκε πως οι σχετικοί φάκελοι που παρουσιάστηκαν δεν περιείχαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία που χρειάζονταν και παρόλο που οι δικηγόροι της ενδιαφερόμενης Αρχής ανάλαβαν να παρουσιάσουν όλους τους σχετικούς φακέλους δεν παρουσίασαν όλους τους φακέλους αυτούς. Ο δικηγόρος της Αρχής ισχυρίστηκε πως δεν υπήρχε διάταγμα του Δικαστηρίου για να παρουσιαστούν φάκελοι που περιείχαν τέτοιες μελέτες και ότι από τα πρακτικά της υπόθεσης φάνηκε πως η αρχική αίτηση είχε εγκαταλειφθεί. Ισχυρίστηκε ακόμα πως η υπόθεση επανανοίχθηκε από το Δικαστήριο για ορισμένο σκοπό όπως αναφέρεται και στη διαταγή του Δικαστηρίου με ημερομηνία 19/11/1986, στον οποίο δεν περιλαμβανόταν η παρουσίαση άλλων φακέλων οι οποίοι δεν είχαν ζητηθεί σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Ύστερα από τις δηλώσεις αυτές των δικηγόρων δόθηκαν οδηγίες όπως η αίτηση, με ημερομηνία 24/2/1987, για προσαγωγή διαφόρων εγγράφων στο Δικαστήριο για την οποία υπήρξε ισχυρισμός πως παρέμεινε εκκρεμής, οριστεί για ακρόαση. Τα θέματα που εγέρθηκαν κατά την ακρόαση της αίτησης ήταν τα πιο κάτω:-
(1)Κατά πόσο η αίτηση για παρουσίαση των σχετικών φακέλων είχε με οποιοδήποτε τρόπο ατονίσει.
(2)Μια και οι οδηγίες που δόθηκαν για επανάνοιγμα της υπόθεσης ήταν οδηγίες για ορισμένους μόνο σκοπούς που αναφέρονται στη σχετική απόφαση, κατά πόσο το Δικαστήριο μπορούσε να ακούσει μαρτυρία ή να επιτρέψει την προσαγωγή εγγράφων που η προσαγωγή τους δεν είχε κριθεί αναγκαία στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Θα ασχοληθώ πρώτα με το δεύτερο σημείο. Στην εκτεταμένη αναφορά μου στο ιστορικό της υπόθεσης προσπάθησα να δώσω μια εικόνα της όλης κατάστασης μέχρι την ημέρα που ανάλαβα την υπόθεση αυτή. Είναι γεγονός πως είχε επιφυλαχθεί απόφαση η οποία δεν είχε εκδοθεί για τους λόγους που εξήγησα και είχε δοθεί διάταγμα για επανάνοιγμα της υπόθεσης για ορισμένους σκοπούς. Λόγω αλλαγής της σύνθεσης του Δικαστηρίου η υπόθεση έπρεπε να συνεχιστεί με άλλη σύνθεση. Είναι καθιερωμένη αρχή πως όταν ένας δικαστής, που επιλαμβάνεται μιας υπόθεσης και επιφυλάσσει την απόφαση ή δίνει οδηγίες για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης εν όψει της διαδικασίας που έλαβε χώρα ενώπιον του, αποχωρεί ή δεν είναι δυνατή η συνέχιση της διαδικασίας ενώπιον του για οποιοδήποτε λόγο, τότε ο δικαστής που αναλαμβάνει την υπόθεση δεν μπορεί να θεωρήσει ότι η υπόθεση ακούστηκε κατά ένα μέρος από άλλο συνάδελφο του και να συνεχίσει ο ίδιος την ακρόαση της με τα δεδομένα που υπήρχαν ενώπιον του άλλου δικαστή και τις οδηγίες που έδωσε. Σε τέτοια περίπτωση η υπόθεση επανανοίγεται για όλους τους σκοπούς και η υπόθεση ακούεται εξ υπαρχής από το δικαστή που την έχει ενώπιον του και οι διάδικοι είναι ελεύθεροι να προσκομίσουν οποιαδήποτε νέα στοιχεία ή μαρτυρία που δεν είχαν παρουσιάσει ενώπιον του προηγούμενου δικαστή κατά την ακρόαση της υπόθεσης μέχρι την ημέρα που επιφυλάχθηκε η απόφαση. Σαν αποτέλεσμα βρίσκω πως η ένσταση των δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση και της ενδιαφερόμενης Αρχής ότι το Δικαστήριο πρέπει να περιοριστεί μόνο στα σημεία που αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου που διατάσσει το επανάνοιγμα της υπόθεσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το Δικαστήριο αυτό δε δεσμεύεται από οδηγίες που δόθηκαν από τον προηγούμενο Δικαστή ύστερα που η ακρόαση είχε αρχίσει ενώπιον του, και να περιοριστεί στο να συνεχίσει την υπόθεση πάνω στα σημεία που εγέρθηκαν στην προηγούμενη διαδικασία ούτε θα ήταν ορθό για τους σκοπούς της απονομής της δικαιοσύνης να μη χειριστεί την υπόθεση εξ υπαρχής και να τη θεωρήσει ότι ακούεται ενώπιον του από την αρχή. Με βάση τα πιο πάνω οι δικηγόροι είναι ελεύθεροι να χειριστούν την υπόθεση αυτή σαν να παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για ακρόαση εξ υπαρχής. Έρχομαι τώρα στο θέμα της αίτησης για την παρουσίαση των σχετικών φακέλων. Είναι φανερό από τα πρακτικά της υπόθεσης όταν η υπόθεση παρουσιάστηκε ενώπιον μου στις 6 Οκτωβρίου, 1988, ότι ο δικηγόρος της ενδιαφερόμενης Αρχής ανάλαβε να παρουσιάσει όλους τους σχετικούς φακέλους χωρίς καμιά επιφύλαξη για φακέλους που κατά την κρίση του σχετίζονταν με μελέτες που προηγήθηκαν της απαλλοτρίωσης. Η δήλωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί σαν συγκατάθεση στην αίτηση του αιτητή για παρουσίαση των φακέλων που ζητούνταν με την αίτηση ημερομηνίας 24/2/1989. Κατά την ακρόαση της αίτησης τόσο ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση όσο και της ενδιαφερόμενης Αρχής ισχυρίστηκαν πως μια και η υπόθεση επανανοίχθηκε για ορισμένο σκοπό δεν μπορούσε να ζητηθεί η παρουσίαση φακέλων οι οποίοι δε σχετίζονται με θέματα που εγείρονται στις γραπτές αγορεύσεις του αιτητή ούτε η προσαγωγή τους στο Δικαστήριο είχε ζητηθεί. Αφού άκουσα με προσοχή τα όσα λέχθηκαν από τους δικηγόρους που παρουσιάστηκαν για όλους τους διάδικους έχω καταλήξει στα πιο κάτω συμπεράσματα. Μια και όπως ανάφερα πιο πάνω η υπόθεση δεν επανανοίγεται απλώς για να συνεχιστεί από το σημείο στο οποίο διακόπηκε αλλά επανανοίγεται εξ υπαρχής οι διάδικοι είναι ελεύθεροι να εγείρουν οποιαδήποτε νομικά σημεία θεωρούν αναγκαία και να ζητήσουν την παρουσίαση οποιωνδήποτε φακέλων σχετίζονται με την υπόθεση εκτός αν υπάρχει ένσταση προσαγωγής τους με βάση το κρατικό απόρρητο. Κατά συνέπεια, δίνεται διαταγή για να παρουσιασθούν οι φακέλοι που περιέχουν τα έγγραφα ή στοιχεία που αναφέρονται στην αίτηση. H αίτηση επιτυγχάνει. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.