Kυπριανού Λεωνίδας και Yιός Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1990)3 ΑΑΔ 4184 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1990)3 ΑΑΔ 4184 30 Νοεμβρίου, 1990 [ΚΟΥΡΡΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΤΔ., Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
- ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ,
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΠΡΟΣΟΔΩΝ, Καθ' ων η αίτηση. (Υποθέσεις Αρ. 519/89, 551/89) Φορολογία - Φορολογία εισοδήματος - Φορολογικά έτη 1978
(77)μέχρι 1984 - Απόφαση του Εφόρου να μην επιτρέψει εκπτώσεις για τις ακόλουθες φορολογίες: Κεφαλαιουχικές εκπτώσεις διαμερίσματος και επίπλων, μέρος εξόδων συντήρησης αυτοκινήτων, μέρος ταξιδιωτικών εξόδων στο εξωτερικό, έξοδα υποτροφίας της θυγατέρας του διευθύνοντος συμβούλου, αποσβέσεις ιδιωτικού αυτοκινήτου, μέρος τραπεζικών τόκων και έξοδα για τη συντήρηση των αυτοκινήτων - Επικυρώθηκε πλην της απόφασης που αφορούσε μέρος των εξόδων των ταξιδίων εξωτερικού και της απόφασης αναφορικά με την επιβολή πρόσθετου φόρου 10% που απαιτείται δυνάμει του Άρθρου 29
(1)του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου, για το διαμέρισμα - Οι περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμοι, Άρθρο 11
(1), 12 και 13(ε) - Οι περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμοι Άρθρο 29
(1). Φορολογία - Φορολογία εισοδήματος - Δαπάνες που εκπίπτονται - Κεφαλαιουχική και εισοδηματική δαπάνη - Διάκριση - Δεν είναι πάντοτε εύκολη - Δαπάνη μη επαναληπτική γενομένη μίαν φοράν, αποβλέπουσα σε εξασφάλιση ευεργετήματος διαρκείας - Κεφαλαιουχική. Φορολογία - Έκτακτη εισφορά - Τρίμηνα 1/78 - 4/84. Φορολογία - Φορολογία εισοδήματος - Ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί ασκηθείσας προσφυγής, αναφορικά με την επιβολή φορολογίας - Κατά πόσο ο Έφορος έχει δικαίωμα να προβεί σε νέες βεβαιώσεις σύμφωνα με το Άρθρο 21
(3)των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων 1978-1979 - Εφαρμοστέες αρχές. Ακυρωτική απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου - Ενέργεια και Συνέπειες - Υποχρέωση της διοίκησης για επανεξέταση του θέματος συμφώνως προς το ισχύον κατά τη λήψη της ακυρωθείσας απόφασης νομικό καθεστώς. Η αιτήτρια εταιρεία είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ιδρύθηκε στις 12.3.75 με σκοπό να αναλάβει την επιχείρηση που διεξάγετο προηγουμένως από άλλο συνεταιρισμό. Το εισόδημά της προήρχετο κατά τον ουσιώδη χρόνο από εμπόριο δερματίνων ειδών και προμήθειες. Στις 13.8.77 αγόρασε διαμέρισμα στη Λεμεσό το οποίο κατά τον ισχυρισμό της, εχρησιμοποιείτο μερικώς για σκοπούς της επιχείρησής της. Ο Έφορος αποφάσισε να μην επιτρέψει τις κεφαλαιουχικές εκπτώσεις για το πιο πάνω διαμέρισμα όπως ούτε τους τόκους για την αγορά του. Η αιτήτρια εταιρεία ήγειρε προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενη ότι ο Έφορος δεν είχε δικαίωμα να προβεί σε νέες βεβαιώσεις σύμφωνα με το Άρθρο 21
(3)των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων 1978-1979, που είχαν το ίδιο περιεχόμενο με τις φορολογίες των ετών 1978/77 που ακυρώθηκαν από το Δικαστήριο σε δύο προηγούμενες προσφυγές. Η προδικαστική ένσταση απορρίφθηκε και αποφασίστηκε ότι το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος δημιουργεί νομική υποχρέωση της Διοίκησης για άμεση συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου και τη λήψη αναγκαίων μέτρων για επαναφορά της τάξης πραγμάτων στην πρωτέρα τους θέση. Αναφορικά με την άρνηση του Εφόρου να μην επιτρέψει τις επίδικες φορολογικές εκπτώσεις αποφασίστηκε ότι: 1. Όπως είναι φανερό από τα σχετικά γεγονότα, το διαμέρισμα στη Λεμεσό αγοράσθηκε για ιδιωτική χρήση των Διευθυντών και δε χρησιμοποιήθηκε στην επιχείρηση. Ως εκ τούτου, η απόφαση του Εφόρου να μην επιτρέψει κεφαλαιουχικές εκπτώσεις για την αγορά του είναι ορθή. 2. Η απόφαση του Εφόρου να μην επιτρέψει τους τόκους του διαμερίσματος είναι ορθή και λήφθηκε σύμφωνα με τα Άρθρα 11
(1)και 13(ε) των πιο πάνω Νόμων περί Φορολογίας Εισοδήματος αφού συνιστούσαν κεφαλαιουχική δαπάνη.
- Τα έξοδα υποτροφίας επίσης συνιστούν κεφαλαιουχική δαπάνη και επιπλέον η δαπάνη δεν έγινε εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά για την κτήση εισοδήματος.
- Η ζητηθείσα απόσβεση του αυτοκινήτου JN613 δεν ήταν επιτρεπτή λόγω του ότι το Άρθρο 12 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 8/79, ρητά αποκλείει τη συμπερίληψη ιδιωτικών οχημάτων.
- Το μέρος των εξόδων των αυτοκινήτων που χρησιμοποιούνταν στην επιχείρηση δεν έγινε εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά για την κτήση εισοδήματος και ως εκ τούτου η απόφαση του Εφόρου να μην τα επιτρέψει είναι ορθή.
- H απόφαση των καθ' ων η αίτηση να μην επιτρέψουν μέρος των εξόδων ταξιδίων εξωτερικού που ανέρχονταν σε £60 ημερησίως δεν υποστηρίζονται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς η απόφαση του Εφόρου επί του θέματος αυτού δεν ήταν λογικά επιτρεπτή και ακυρώνεται.
- Ο πρόσθετος φόρος 10% που απαιτείται δυνάμει του Άρθρου 29
(1)των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων, αφορά νομικό σημείο που δεν αποφασίστηκε προηγουμένως από το Δικαστήριο. Δυνάμει της επιφύλαξης του πιο πάνω άρθρου, δεν ήταν λογικά εφικτό για τον Έφορο να επιβάλει τον εν λόγω φόρο αναφορικά με το διαμέρισμα της αιτήτριας εταιρείας στη Λεμεσό, ο οποίος ως εκ τούτου ακυρώνεται. Οι προσφυγές επιτυγχάνουν μερικώς χωρίς έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Ακίνητα Στέλλα Γαλαταριώτη Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1990)3 A.A.Δ. 1692, Ioakim v. Republic
(1989)3(A) C.L.R. 411, Georghiades v. Republic
(1972)3 C.L.R. 157, Hadjiyiannis v. Republic
(1966)3 C.L.R. 338, Panos Lanitis & Sons (Investments) Ltd v. Republic
(1984)3(B) C.L.R. 1588, Mirator Beach Ltd and Another v. Republic
(1988)3(A) C.L.R. 281, Star Medicine Importers v. Republic, Case No. 649/85, dated 18/2/88, Atherton v. British Insulated and Helsby Cables Ltd [1926] AC 205, Wickwar v. Berry [1963] 2 All E.R. 1058, Vallambrosa Rubber Co. Ltd v. Farmer [1910] 5 TC 529, Jeffs v. Ringtons Ltd [1986] 1 All E.R. 144, Regent Oil Co. Ltd v. Strick [1965] 43 TC 1, G. Pavlou Textile Industries Ltd v. Δημοκρατίας
(1989)3(Δ) Α.Α.Δ. 2545, Strong and Co. of Romsey Ltd v. Woodifield, 5 TC 215, Manufacturers Life Insurance Co. v. Republic
(1967)3 C.L.R. 460, Cristides v. Republic
(1967)3 C.L.R. 332, Κυριάκος Τυλλή & Σία ν. Δημοκρατίας
(1990)3 A.A.Δ. 3739, Melik Melikian & Co. Ltd. v. Republic
(1983)3(B) C.L.R. 1324, Stilvi General Cleaners Ltd v. Minister of Finance and Another
(1988)3(A) C.L.R. 51, N. Παύλου (Βωνιάτης) Λτδ. ν.?Δημοκρατίας
(1989)3(Γ) A.A.Δ. 1559, Hadjikyriakos & Sons Ltd 5 A.A.Ε.Δ. 22. Προσφυγές. Προσφυγές εναντίον της απόφασης του Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων με την οποία επιβλήθηκαν στην αιτήτρια εταιρεία φορολογίες Φόρου Εισοδήματος για τα φορολογικά έτη 1978
(77)μέχρι 1984 και έκτακτης εισφοράς για τα τρίμηνα 1/78-4/84. Γ. Τριανταφυλλίδης, για τους Αιτητές. Α. Ευαγγέλου, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. KOYPPHΣ, Δ.: Με την προσφυγή 519/89, η αιτήτρια Εταιρεία προσβάλλει τις φορολογίες Φόρου Εισοδήματος που επιβλήθηκαν από το Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων για τα φορολογικά έτη 1978
(77)μέχρι
- Η αιτήτρια Εταιρεία έχει επίσης καταχωρήσει την προσφυγή αρ. 551/89 εναντίον των φορολογιών έκτακτης εισφοράς για τα τρίμηνα 1/78-4/
- Οι προσφυγές συνεκδικάστηκαν γιατί τα επίδικα σημεία των δύο προσφυγών είναι κοινά. Η αιτήτρια Εταιρεία είναι ιδιωτική Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης και ιδρύθηκε στις 12/3/1975, με σκοπό να αναλάβει την εργασία και επιχείριση η οποία προηγουμένως διεξάγετο για πολλά χρόνια από το συνεταιρισμό "Λεωνίδας Κυπριανού και Υιός" ο οποίος ήταν διάδοχος του συνεταιρισμού "Γερολαίμου & Σία". Το εισόδημα της αιτήτριας Εταιρείας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, προέρχετο από εμπόριο δερματίνων ειδών και προμήθειες. Τα πιο πάνω γεγονότα αφορούν την εργασία που διεξάγει η αιτήτρια Εταιρεία και η παρούσα προσφυγή προσβάλλει την απόφαση των καθ' ων η αίτηση να μην επιτρέψουν διάφορα ποσά τα οποία οι αιτητές ζήτησαν ως έκπτωση από το φορολογητέο τους εισόδημα για τα φορολογικά έτη 1978
(77)μέχρι 1984. Οι αιτητές ζήτησαν εκπτώσεις για τις ακόλουθες φορολογίες: Κεφαλαιουχικές εκπτώσεις διαμερίσματος και επίπλων Λεμεσού, μέρος εξόδων συντήρησης των αυτοκινήτων, μέρος ταξιδιωτικών εξωτερικού, έξοδα υποτροφίας Μαρίας Κυπριανού, αποσβέσεις ιδιωτικού αυτοκινήτου JN 613, μέρος τραπεζικών τόκων, έξοδα για τη συντήρηση των αυτοκινήτων. Πριν προχωρήσω στην εξέταση των πιο πάνω θεμάτων, θα εξετάσω το προδικαστικό σημείο το οποίο ήγειρε ο αιτητής και το οποίο είναι το εξής: Κατά πόσον ο Διευθυντής Φόρου Εισοδήματος είχε δικαίωμα να προβεί σε νέες βεβαιώσεις σύμφωνα με το άρθρο 21
(3)των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων 1978-1979. Τα γεγονότα αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα είναι ότι ο Διευθυντής Φόρου Εισοδήματος είχε προβεί σε βεβαιώσεις του Εφόρου αναφορικά με τα χρόνια 1978
(77)μέχρι το 1984 στις 30/5/87, εναντίον δε των φορολογιών εκείνων η αιτήτρια Εταιρεία είχε καταχωρήσει τις προσφυγές 668/87 και 617/87, οι οποίες αφορούσαν επιβολή Φόρου Εισοδήματος και έκτακτη εισφορά, αντίστοιχα. Στις 7/12/1988 και κατόπιν της καταχώρησης της γραπτής αγόρευσης εκ μέρους των αιτητών, ο δικηγόρος της Δημοκρατίας που παρουσιαζόταν για το Διευθυντή Φόρου Εισοδήματος στις πιο πάνω προσφυγές, παραδέχτηκε ότι οι επίδικες φορολογίες ήταν εσφαλμένες καθότι βασίστηκαν σε λανθασμένη νομική βάση και λήφθηκαν χωρίς τη δέουσα έρευνα. Κατόπιν της πιο πάνω δήλωσης, το Δικαστήριο ακύρωσε τις επίδικες φορολογίες στις πιο πάνω προσφυγές. Μετά την πιο πάνω ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο Διευθυντής Φόρου Εισοδήματος προέβηκε σε νέες βεβαιώσεις του φόρου και απέστειλε νέες ειδοποιήσεις φορολογίας στην αιτήτρια Εταιρεία στις 15/3/1989, των οποίων το περιεχόμενο ήταν ακριβώς το ίδιο με το περιεχόμενο των φορολογιών που είχαν ακυρωθεί στις πιο πάνω προσφυγές. Η θέση της αιτήτριας Εταιρείας, είναι ότι σύμφωνα με το άρθρο 21
(3)των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων 1978-1979, ο Διευθυντής Φόρου Εισοδήματος, κατόπιν απόφασης Δικαστηρίου ληφθείσης επί ασκηθείσης προσφυγής, έχει δικαίωμα να προβεί σε νέα βεβαίωση του φόρου, είτε για να εφαρμοστεί απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είτε προς συμμόρφωση προς τις οδηγίες του Δικαστηρίου, η δε τέτοια νέα βεβαίωση της φορολογίας πρέπει να γίνει εντός 6 μηνών από της ημερομηνίας από την οποία εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 21
(3), αναφέρει τα εξής: "Εάν, συνεπεία αποφάσεως ληφθείσης επί ασκηθείσης προσφυγής, παρίσταται ανάγκη όπως γίνη νέα βεβαίωσις του φόρου ίνα εφαρμοσθή η απόφασις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή προς συμμόρφωσιν προς τας οδηγίας αυτού, η τοιαύτη νέα βεβαίωσις της φορολογίας δύναται να διενεργηθή εντός εξ μηνών από της ημερομηνίας καθ' ην εξεδόθη η τοιαύτη απόφασις." Ο δικηγόρος της αιτήτριας Εταιρείας, ισχυρίστηκε ότι από τα πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι κατόπιν ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής, ο Διευθυντής Φόρου Εισοδήματος μπορεί να προβεί σε νέα βεβαίωση του φόρου σε δύο μόνο περιπτώσεις, οι οποίες ρητά αναφέρονται στο άρθρο 23
(1)των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων. Οι περιπτώσεις αυτές, ο δικηγόρος εισηγήθηκε, είναι είτε για να εφαρμοστεί η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είτε για να συμμορφωθεί ο Διευθυντής Φόρου Εισοδήματος με τις οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου και υπέβαλε ότι σε καμιά άλλη περίπτωση δεν έχει δικαίωμα ο Διευθυντής Φόρου Εισοδήματος κατόπιν ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου να προβεί σε νέα βεβαίωση του φόρου. Ο δικηγόρος της αιτήτριας Εταιρείας, εισηγήθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι φανερό ότι δε συντρέχει οιαδήποτε εκ των δύο προϋποθέσεων του άρθρου 21
(3), ούτως ώστε να δικαιούται ο Διευθυντής Φόρου Εισοδήματος να προβεί σε νέα βεβαίωση του φόρου. Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 146 του Συντάγματος, όπως αυτό ερμηνεύθηκε επανειλημμένα, η Διοίκηση υποχρεούται να συμμορφωθεί αμέσως με την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου και πρέπει να πάρει τα αναγκαία μέτρα για να επαναφέρει τα πράγματα στην πρωτέρα τους θέση, δηλαδή έπρεπε να επανεξετάσει το όλο θέμα με βάση το νομικό καθεστώς και τα πραγματικά γεγονότα που ίσχυαν κατά την ημερομηνία που εκδόθηκε από τη Διοίκηση η ακυρωθείσα απόφαση. Επομένως, συνεπεία της απόφασης του Δικαστηρίου, παρίστατο ανάγκη όπως η υπόθεση επανεξεταστεί και γίνει νέα βεβαίωση του φόρου, πράγμα το οποίο έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Το ότι ο Έφορος δικαιούται να προβεί σε νέα βεβαίωση του φόρου μέσα σε 6 μήνες από την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου, προκύπτει και από την απόφαση Ακίνητα Στέλλας Γαλαταριώτη Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1990)3 A.A.Δ. 1692, καθώς και από την απόφαση Ioakim v. Republic
(1989)3(A) C.L.R. 411. Για τους πιο πάνω λόγους, το προδικαστικό θέμα δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Θα εξετάσω τώρα την ουσία της προσφυγής. (α) Κεφαλαιουχικές εκπτώσεις αναφορικά με το διαμέρισμα στη Λεμεσό. Η αιτήτρια Εταιρεία αγόρασε στις 13/8/1977, ένα διαμέρισμα στη Λεμεσό και ζήτησε άμεση απόσβεση και έκπτωση επένδυσης για τα χρόνια 1977, 1978 και 1979, διότι ισχυρίστηκαν ότι το διαμέρισμα αυτό χρησιμοποιείτο μερικώς για σκοπούς επιχείρισης της Εταιρείας και μερικώς για ιδιωτικούς σκοπούς. Οι εκπρόσωποι της Εταιρείας, απέτυχαν να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους, ότι το διαμέρισμα χρησιμοποιείτο στην επιχείριση της Εταιρείας. Αν αυτό χρησιμοποιήθηκε από ξένους αντιπροσώπους, θα ήταν για πολύ λίγη χρονική περίοδο και γι' αυτό το λόγο δεν επετράπη η ζητηθείσα άμεση απόσβεση και έκπτωση επένδυσης του διαμερίσματος, καθώς επίσης και οι ζητηθείσες αποσβέσεις των επίπλων του διαμερίσματος αυτού. Για να δικαιούται του ευεργετήματος της άμεσης απόσβεσης και έκπτωσης λόγω επένδυσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 12 των περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμων 1961-1989, ο φορολογούμενος πρέπει να είχε δαπανήσει χρηματικά ποσά για απόκτηση στοιχείων Πάγιου Ενεργητικού, ή για ανοικοδόμηση κτιρίων κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Το ίδιο άρθρο ορίζει ότι στοιχεία Πάγιου Ενεργητικού σημαίνει κτίρια, περιλαμβανομένων και καταλυμμάτων των υπαλλήλων που ανήκουν σε πρόσωπα τα οποία ασκούν εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση και τα οποία χρησιμοποιούνται από τα πρόσωπα αυτά στην εμπορική ή βιομηχανική επιχείριση. Από τα γεγονότα όμως, όπως εκτίθενται στην ένσταση, φαίνεται καθαρά ότι η απόφαση του καθ'ου η αίτηση βασίστηκε στο γεγονός ότι το διαμέρισμα στη Λεμεσό αγοράστηκε για ιδιωτική χρήση των Διευθυντών και δε χρησιμοποιήθηκε στην επιχείριση. Η τυχόν χρησιμοποίηση του διαμερίσματος από ξένους αντιπροσώπους, ήταν μάλλον συμπτωματική, γιατί ο χρόνος που οι διάφοροι αλλοδαποί συνεργάτες της Εταιρείας επισκέφτηκαν την Κύπρο, ήταν ελάχιστες. Επομένως, ο καθ' ου η αίτηση αρ. 2, ορθά αποφάσισε να μην επιτρέψει τις Κεφαλαιουχικές εκπτώσεις για το πιο πάνω διαμέρισμα. Αναφορικά με την απόφαση του καθ' ου η αίτηση 2 να μην επιτρέψει τους τόκους που αναλογούν στην αγορά του διαμερίσματος, είμαι της γνώμης ότι είναι ορθή και λήφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 11
(1)και 13(ε) των πιο πάνω Νόμων περί Φορολογίας του Εισοδήματος, σύμφωνα με τα οποία για να εκπίπτεται μια δαπάνη θα πρέπει να γίνεται εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά για την απόκτηση του εισοδήματος. Από τη διατύπωση των διατάξεων των άρθρων 11
(1)και 13(ε) των περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμων 1961-1989, προκύπτει ότι για να εκπίπτεται μια δαπάνη για σκοπούς Φόρου Εισοδήματος, θα πρέπει τα έξοδα που διενεργήθηκαν να μη συνιστούν Κεφαλαιουχική δαπάνη, αλλά να αναφέρονται στα έξοδα της επιχείρισης (Revenue Expenditure) και απαιτείται όλο το ποσό να έχει δαπανηθεί για την κτήση του εισοδήματος και μόνο γι' αυτό το σκοπό (Βλ. Georghiades v. Republic
(1972)3 C.L.R. 157, Hadjiyiannis ν. Republic
(1966)3 C.L.R. 338). Μια σειρά δικαστικών αποφάσεων υποστηρίζουν ότι οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται, όχι μόνο αναφορικά με ποσά που χρησιμοποιούνται ως κεφάλαια, αλλά επίσης και σε ό,τι αφορά τους τόκους που καταβάλλονται πάνω στα ποσά αυτά. Έτσι η πληρωμή τόκων που πληρώθηκαν για χρέος που χρησιμοποιήθηκε ως κεφάλαιο στην επιχείρηση, δεν επιτρέπεται ως έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα του φορολογουμένου (P. Lanitis & Sons Investments Ltd v. Republic
(1984)3(B) C.L.R. 1588, Mirator Beach Ltd and Another v. Republic
(1988)3(A) C.L.R. 281 και Star Medicine Importers v. Republic, αρ. υπόθεσης 649/85, που εκδόθηκε στις 18/2/1988 και δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί). Για τους ίδιους λόγους, η απόφαση του καθ' ου η αίτηση 2 ήταν λογικά επιτρεπτή να μην επιτρέψει και τα έξοδα για τη συντήρηση του διαμερίσματος στη Λεμεσό και φορολογικές εκπτώσεις αναφορικά με τα έπιπλα. (β) Έξοδα υποτροφίας Μαρίας Κυπριανού. Αναφορικά με την απαίτηση της αιτήτριας Εταιρείας για αφαίρεση από το φορολογικό της εισόδημα των εξόδων υποτροφίας της Μαρίας Κυπριανού, θυγατέρας του Διευθύνοντα Συμβούλου της αιτήτριας Εταιρείας, για παρακολούθηση σπουδών στα Οικονομικά και Διεύθυνση Επιχειρήσεως, ο δικηγόρος της αιτήτριας εισηγείται ότι αυτή βασίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 11
(1)του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, το οποίο ρητά αναφέρει ότι προς εξεύρεση του φορολογητέου εισοδήματος κάποιου προσώπου, αφαιρούνται σαν έκπτωση όλες οι δαπάνες τις οποίες το πρόσωπο υφίσταται εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά για απόκτηση του εισοδήματος. Ο δικηγόρος, υποστήριξε ότι το συνολικό ποσό των £15,826 που καταβλήθηκε από την αιτήτρια για να καλύψει τα έξοδα σπουδών της Μαρίας Κυπριανού μεταξύ 1980 και 1983 στην Αγγλία στα Οικονομικά και Διεύθυνση Επιχειρήσεως, έγινε με σκοπό την καλύτερη επάνδρωση και στελέχωση του προσωπικού της αιτήτριας Εταιρείας και την απόκτηση περισσότερου εισοδήματος και για τούτο τα έξοδα αυτά πρέπει να αφαιρεθούν από το φορολογητέο εισόδημα της αιτήτριας Εταιρείας, ως έξοδα γενόμενα αποκλειστικά και εξ ολοκλήρου για την απόκτηση εισοδήματος. Ο δικηγόρος της αιτήτριας έκανε αναφορά στην υπόθεση Wickwar v. Berry [1963] 2 All E.R. 1058 προς υποστήριξη της εισήγησής του. Ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση, ισχυρίστηκε ότι εκτός από το ότι τα έξοδα αυτά δεν εκπίπτονται για σκοπούς Φόρου Εισοδήματος, γιατί έγιναν χαριστικά λόγω της συγγένειας της Μαρίας Κυπριανού με το Διευθύνοντα Σύμβουλο της αιτήτριας Εταιρείας, δεν εκπίπτονται και για το λόγο ότι τα έξοδα που διενεργήθηκαν συνιστούν κεφαλαιουχική δαπάνη (Capital Expenditure) και δεν αναφέρονται στα έσοδα της επιχείρησης (Revenue) και επιπλέον η δαπάνη δεν έγινε εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά για την κτήση εισοδήματος. Ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση, προς υποστήριξη της εισηγήσεώς του, βασίστηκε στις εξής αποφάσεις: Atherton v. British Insulated and Helsby Cables Ltd. [1926] A.C. 205, Vallambrosa Rubber Co. Ltd. v. Farmer [1910] 5 T.C. 529, Jeffs v. Ringtons Ltd. [1986] 1 All E.R. 144, Georghiades v. Republic (ανωτέρω), Regent Oil Co. Ltd v. Strick [1965] 43 T.C. 1, G. Pavlou Textiles Industries Ltd. v. Δημοκρατίας
(1989)3(Δ) A.A.Δ. 2545, Strong and Co. of Romsey Ltd. v. Woodifield, 5 T.C. 215, Manufacturers Life Insurance Co. v. Republic
(1967)3 C.L.R. 460. Η διάκριση μεταξύ κεφαλαιουχικής δαπάνης και δαπάνης που αναφέρεται στα έξοδα της επιχείρησης, δεν είναι καθόλου εύκολη και κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά (Cristides v. Republic
(1967)3 C.L.R. 332). Τα γνωστά κριτήρια/γνωρίσματα είναι δύο, αν και αυτά δεν είναι απόλυτα: (α) Το πρώτο είναι η διάκριση μεταξύ Πάγιου Κεφαλαίου (Fixed Capital) και Κυκλοφορούντος Κεφαλαίου (Circulating Capital). Η δαπάνη που έχει σχέση με το πρώτο είναι κεφαλαιουχική, ενώ η δαπάνη που έχει σχέση με το δεύτερο δεν είναι (Βλ. Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 20, σελίδες 161-162). (β) Το δεύτερο κριτήριο/γνώρισμα που είναι και το πιο γνωστό, διατυπώθηκε στην υπόθεση Atherton (ανωτέρω), όπου ο Viscount Cave είπε τα εξής: "When an expenditure is made not only once and for all, but with a view to bringing into existence an asset or advantage for the enduring benefit of a trade, I think there is very good reason (in the absence of special circumstances leading to an opposite conclusion) for treating such an expenditure as properly attributable not to revenue but to capital." Εξάλλου, στην υπόθεση Vallambrosa Rubber Co. Ltd. v. Farmer (ανωτέρω) στη σελίδα 536, ο Lord Dunedin αναφέρει τα εξής: "... but in a rough way I think it is no a bad criterion of what is capital expenditure as against what is income expenditure to say that capital expenditure is something that is going to be spent once and for all and revenue expenditure is a thing that is going to recur every year ...". Τέλος, στην υπόθεση Jeffs v. Ringtons Ltd. (ανωτέρω), τονίστηκε ότι κεφαλαιουχική είναι η δαπάνη όταν δεν είναι επαναληπτική και γίνεται μια μόνο φορά και αποβλέπει στην εξασφάλιση ενός ευεργετήματος διαρκείας. Από τα πιο πάνω αποσπάσματα, προκύπτει καθαρά ότι σε περίπτωση που μια δαπάνη δεν είναι επαναληπτική και γίνεται μια φορά και αποβλέπει στην εξασφάλιση ενός ευεργετήματος διαρκείας, η δαπάνη αυτή θεωρείται κεφαλαιουχική. Εφαρμόζοντας το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης στα γεγονότα της επίδικης υπόθεσης, είναι φανερό ότι τα έξοδα σπουδών που καταβάλλει η Εταιρεία για την κόρη του Διευθύνοντα Συμβούλου της, έστω και αν δε θεωρηθεί ότι έγινε για οικογενειακούς σκοπούς αλλά για εμπορικούς σκοπούς προς όφελος της Εταιρείας, δε συνιστούν επαναληπτική (recurrent) δαπάνη, αλλά δαπάνη που έγινε μια φορά και αποβλέπει στην εξασφάλιση ευεργετήματος διαρκείας και γι' αυτό συνιστά κεφαλαιουχική δαπάνη και δεν εκπίπτεται για σκοπούς εισοδήματος. Επίσης, είμαι της γνώμης ότι τα υπό αναφορά έξοδα δεν εκπίπτονται, γιατί η δαπάνη δεν έγινε εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά για την κτήση του εισοδήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 11
(1)των περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμων, για να εξευρεθεί το φορολογητέο εισόδημα οποιουδήποτε προσώπου, εκπίπτονται όλες οι δαπάνες τις οποίες το πρόσωπο τούτο υπέστη εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά για την κτήση του εισοδήματος. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο σκοπός της δαπάνης δεν ήταν για την κτήση του εισοδήματος, αλλά για προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους, επειδή η φοιτήτρια ήταν κόρη του Διευθύνοντα Συμβούλου της Εταιρείας. Αλλά, ακόμη και αν η δαπάνη αυτή έγινε και για την κτήση του εισοδήματος, δεν έγινε εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά για το σκοπό αυτό, αλλά υπήρξε και προσωπικό όφελος τόσο του Διευθύνοντα Συμβούλου και πατέρα της φοιτήτριας, όσο και της ίδιας της φοιτήτριας, η οποία μορφώθηκε. Στην υπόθεση Wickwar v. Berry (ανωτέρω), αποφασίστηκε στην Αγγλία ότι τα έξοδα τα οποία γίνονται για την τεχνική κατάρτιση υπαλλήλων, επιτρέπονται ως έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα, έστω και αν οι υπαλλήλοι τυγχάνουν να είναι τέκνα των φορολογουμένων. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η υπόθεση εκείνη, αφορά έξοδα για τεχνική κατάρτιση υπαλλήλων και αποφασίστηκε με βάση ειδική Νομοθετική διάταξη που υπάρχει στην Αγγλία, το άρθρο 141 του Income Tax Act 1952, παρόμοια της οποίας δεν υφίσταται στην Κύπρο. Επίσης, σχετική είναι η υπόθεση Κυριάκος Τυλλή & Σία ν. Δημοκρατίας
(1990)3 A.A.Δ.
- (γ) Αποσβέσεις ιδιωτικού αυτοκινήτου JN
- H αιτήτρια Εταιρεία, ζήτησε εκπτώσεις στο φορολογητέο εισόδημα, αναφορικά με αποσβέσεις για το ιδιωτικό αυτοκίνητο JN
- Όσον αφορά τη ζητηθείσα απόσβεση του αυτοκινήτου JN 613, αυτή δεν ήταν δυνατό να παραχωρηθεί, γιατί το άρθρο 12 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του Νόμου 8/79, ρητά αποκλείει τη συμπερίληψη ιδιωτικών οχημάτων όπως καθορίζεται στο ίδιο άρθρο από τον όρο "Εγκαταστάσεις και Μηχανήματα" (Βλ. Melik Melikian & Co. Ltd v. Republic
(1983)3(B) C.L.R. 1324, Stilvi General Cleaners Ltd v. Minister of Finance and?Another
(1988)3(A) C.L.R. 51 και N. Παύλου (Βωνιάτης) Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1989)3(Γ) A.A.Δ. 1559). Το δεύτερο ερώτημα που εγείρεται από το δικηγόρο της αιτήτριας Εταιρείας, είναι κατά πόσο ο προαναφερθείς Νόμος 8/79 αντίκειται προς το άρθρο 24.3 του Συντάγματος. Ανεξάρτητα από τη Συνταγματικότητα ή μη του προαναφερθέντος Νόμου, στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρξε αναδρομική εφαρμογή αυτού του Νόμου, καθότι η ζητηθείσα από την αιτήτρια Εταιρεία απόσβεση ιδιωτικού αυτοκινήτου αφορά το φορολογικό έτος 1979 (έτος εισοδήματος 1978). Το πιο πάνω θέμα, εξετάστηκε στην υπόθεση Melikian & Co. Ltd. v. Republic (ανωτέρω), όπου υιοθετήθηκε το σκεπτικό της υπόθεση Hadjikyriakos & Sons Ltd, 5 Α.Α.Ε.Δ. 22, στις σελίδες 29-30, όπου τονίστηκε ότι δεν τίθεται ζήτημα αναδρομικής εφαρμογής του Νόμου 8/79. (δ) Μέρος εξόδων συντήρησης των αυτοκινήτων. Οι καθ' ων η αίτηση δεν επέτρεψαν μέρος των εξόδων των αυτοκινήτων τα οποία χρησιμοποιούνται στην επιχείρηση. Είναι παραδεκτό το γεγονός ότι τα αυτοκίνητα των αιτητών ταξιδεύουν ανά ολόκληρη την Κύπρο για σκοπούς της επιχείρησής τους. Ο δικηγόρος της αιτήτριας Εταιρείας, εισηγήθηκε ότι η απόφαση των καθ'ων η αίτηση να μην επιτρέψουν μέρος των εξόδων των αυτοκινήτων, είναι παράλογη και αυθαίρετη. Ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση, υποστήριξε ότι ο καθ'ου η αίτηση 2, αφού έλαβε υπόψη όλα τα γεγονότα, αποφάσισε ότι μέρος των εξόδων δεν έγινε εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά προς κτήση του εισοδήματος της αιτήτριας Εταιρείας και γι' αυτό η απόφαση του καθ'ου η αίτηση 2 να μην επιτρέψει μέρος των εξόδων, ήταν εύλογα επιτρεπτή υπό τις περιστάσεις. Όπως φαίνεται από την ένσταση, παράγραφος 10(β), οι αιτητές ζήτησαν τα έξοδα για τη συντήρηση πέντε αυτοκινήτων, από τα οποία τρία ήταν ιδιωτικά, ένα Van και ένα Pick-up και είμαι της γνώμης ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό στον καθ'ου η αίτηση να μην επιτρέψει μέρος των εξόδων, γιατί δεν έγιναν εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά προς κτήση του εισοδήματος της αιτήτριας Εταιρείας. (ε) Μέρος εξόδων ταξιδιών στο εξωτερικό. Η απόφαση των καθ' ων η αίτηση να μην επιτρέψουν μέρος των εξόδων ταξιδιών στο εξωτερικό, δεν υποστηρίζεται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Είναι γνωστό ότι τα ξενοδοχεία στην Ευρώπη είναι πάρα πολύ ακριβά και τα ποσά τα οποία οι αιτητές ζητούν να αφαιρεθούν, είναι λογικά. Οι αιτητές, ζητούσαν την αφαίρεση £60 την ημέρα και κατά τη γνώμη μου δεν ήταν λογικά εφικτό για τους καθ' ων η αίτηση 2 να μην τους επιτρέψει το ποσό αυτό. Για το λόγο αυτό, το επιχείρημα της αιτήτριας Εταιρείας ευσταθεί και η απόφαση του καθ'ου η αίτηση 2 επί του θέματος αυτού ακυρώνεται. Τέλος, θα εξετάσω την εισήγηση της αιτήτριας Εταιρείας, να μην επιτρέψει το Δικαστήριο τον πρόσθετο φόρο 10% που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 29
(1)του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου. Η επιφύλαξη του πιο πάνω άρθρου, προβλέπει ότι δεν επιβάλλεται ο πρόσθετος Φόρος αν ο φορολογούμενος αμφισβητά την φορολογία επί νομικού σημείου μη αποφασισθέντος από το Δικαστήριο. Ο δικηγόρος της αιτήτριας, υποστήριξε ότι η επιφύλαξη του πιο πάνω άρθρου, εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, διότι το Δικαστήριο για πρώτη φορά καλείται να αποφασίσει, μεταξύ άλλων, κατά πόσο οι διατάξεις του άρθρου 12
(2)(δ) εφαρμόζονται σε στοιχεία Πάγιου Ενεργητικού τα οποία δε χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς της επιχείρησης. Η θέση της αιτήτριας Εταιρείας, είναι ότι το διαμέρισμα στη Λεμεσό αναφορικά με το οποίο ζητείται η έκπτωση, χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τους αιτητές για τους σκοπούς της επιχείρησής τους, και το πιο πάνω νομικό σημείο εγείρεται μόνο αν το Δικαστήριο αποδεχθεί τον ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση ότι το διαμέρισμα χρησιμοποιείται μόνο μερικώς για τους σκοπούς της επιχείρησής τους. Είμαι της γνώμης ότι κάτω από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης αναφορικά με το διαμέρισμα στη Λεμεσό, επειδή αφορά νομικό σημείο μη αποφασισθέντος προηγουμένως, η επιφύλαξη του άρθρου 29
(1)εφαρμόζεται και δεν ήταν λογικά εφικτό για τον καθ' ου η αίτηση να επιβάλει τον πρόσθετο φόρο 10% αναφορικά με την έκπτωση που ζητούσε η αιτήτρια Εταιρεία για το διαμέρισμά της στη Λεμεσό. Σαν κατακλείδα: Οι αποφάσεις των καθ' ων η αίτηση αναφορικά με την προσφυγή 519/89 επικυρώνονται εκτός από την απόφαση του καθ' ου η αίτηση να μην επιτρέψει μέρος των εξόδων των ταξιδιών εξωτερικού και της απόφασης του καθ' ου η αίτηση αναφορικά με την επιβολή πρόσθετου φόρου 10% που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 29
(1)του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου αναφορικά με το διαμέρισμα στη Λεμεσό οι οποίες ακυρώνονται. Η απόφασή μου στην προσφυγή 519/89 εφαρμόζεται και στην προσφυγή 551/89, στο βαθμό και την έκταση που την επηρεάζει. Καμιά διαταγή για τα έξοδα. Οι προσφυγές επιτυγχάνουν μερικώς χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο