← Κύπρος

Kυπριακή Δημοκρατία μέσω Yπουργού Eργασίας και Kοινωνικών Aσφαλίσεων και άλλος, Φρόσω Όλυμπου (Πάρπα) (1995) 3 ΑΑΔ 99

Kυπριακή Δημοκρατία μέσω Yπουργού Eργασίας και Kοινωνικών Aσφαλίσεων και άλλος, Φρόσω Όλυμπου (Πάρπα)

(1995)3 ΑΑΔ 99 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1995)3 ΑΑΔ 99 14 Μαρτίου, 1995 [ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ,.ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ, ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, NIKOΛAΪΔHΣ, Δ/στές] ΦΡΟΣΩ ΟΛΥΜΠΟΥ (ΠΑΡΠΑ), Εφεσείουσα-Αιτήτρια, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ, Εφεσιβλήτων-Καθ'ων η αίτηση. (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 1151) Επίδομα μητρότητας - Ποίες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται για απόκτηση του δικαιώματος για επίδομα μητρότητας - Οι περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμοι, 1980-
  1. Λέξεις και Φράσεις - "Αποδοχαί" αναφορικά προς μισθωτόν στο άρθρο 2 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων 1980-1988 - Περιλαμβάνει κάθε χρηματική αντιμισθία από την απασχόλησή του. Λέξεις και Φράσεις - "Ασφαλιστέες αποδοχές" στο άρθρο 2 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων 1980-1988 - Σημαίνει το ποσό των αποδοχών του ασφαλισμένου επί του οποίου είναι καταβλητέες οι εισφορές δυνάμει του νόμου. Λέξεις και Φράσεις - "Όπερ" στον Τρίτο Πίνακα των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων 1980-1988 - Διευκρινίζει ποίο είναι το έτος παροχών. Το αίτημα για επίδομα μητρότητας υπεβλήθη από την εφεσείουσα στις 27/6/
  2. Το αίτημα απερρίφθη στις 14/7/1988 επειδή οι ασφαλιστέες αποδοχές της μέσα στο 1987 ήταν λιγότερες από το προβλεπόμενο από το νόμο ελάχιστο ποσό που έπρεπε να είχε εις πίστη της. Σε αίτηση για αναθεώρηση της πιο πάνω απόφασης πήρε αρνητική απάντηση. Η εφεσείουσα καταχώρησε ιεραρχική προσφυγή προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων η οποία επίσης απερρίφθη. Στη συνέχεια η εφεσείουσα καταχώρησε προσφυγή και επικαλέσθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι άκυρη για τους πιο κάτω λόγους: (α) παραβιάζει τα άρθρα 22 και 24 και τον Τρίτο Πίνακα (παράγραφος 1(α) και 1(β)) των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων του 1980-1988 (β) είναι αποτέλεσμα εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 20 και 23 των πιο πάνω νόμων (γ) είναι αποτέλεσμα νομικής και πραγματικής πλάνης και (δ) είναι αποτέλεσμα υπέρβασης ή κατάχρησης εξουσίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απεφάσισε ότι οι εφεσίβλητοι ορθά εφάρμοσαν τις διατάξεις για τη μετατροπή των ασφαλιστέων αποδοχών της εφεσείουσας σε ασφαλιστικές μονάδες δυνάμει του άρθρου 20 και στη συνέχεια τις μετέτρεψαν σε πιστωμένες ασφαλιστέες αποδοχές. Αποφασίστηκε επίσης ότι η απόφαση των καθ' ων η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις εισφοράς του άρθρου 24 και του Τρίτου Πίνακα του νόμου ήταν ορθή. Σε έφεση ενώπιον της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου η εφεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δέκτηκε ότι η εφεσείουσα δεν πληρούσε τις πρόνοιες του άρθρου 24 και του Τρίτου Πίνακα, ότι παρερμηνεύθησαν οι διατάξεις της παραγράφου 1(β) του Τρίτου Πίνακα του νόμου και ότι το Δικαστήριο έπρεπε να βασιστεί στο έτος 1987 και όχι στο έτος
  3. Τέλος ισχυρίσθηκε ότι τα άρθρα 20 και 23 του Νόμου δεν κάμνουν καμμιά αναφορά για μετατροπή πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών σε ασφαλιστικές μονάδες σαν προυπόθεση εισφοράς αναφορικά με τις παροχές που αναφέρονται στο άρθρο 22, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και το επίδομα μητρότητας. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου απέρριψε την έφεση και αποφάνθηκε ότι:
  4. Η βάση πάνω στην οποία γίνονται οι σχετικοί υπολογισμοί δεν είναι το ύψος των αποδοχών αλλά οι ασφαλιστικές μονάδες στις οποίες οι αποδοχές μετατρέπονται όπως προνοείται στο άρθρο 23 του Νόμου. Οι αποδοχές που έχουν πραγματικά σημασία είναι οι ασφαλιστέες αποδοχές το ύψος των οποίων υπολογίζεται αφού πρώτα υπολογισθούν οι ασφαλιστικές μονάδες. Οι εφεσίβλητοι ορθά εφάρμοσαν τις διατάξεις του νόμου για την μετατροπή των ασφαλιστέων αποδοχών της εφεσείουσας σε ασφαλιστικές μονάδες δυνάμει του άρθρου 20 και στη συνέχεια, αφού υπήρχε αίτημα για παροχή, μετέτρεψαν τις ασφαλιστικές μονάδες σε πιστωμένες ασφαλιστέες αποδοχές δυνάμει του άρθρου
  5. Η αιτήτρια δεν τηρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 24 και της παραγράφου 1(β) του Τρίτου Πίνακα αφού δεν ήταν πιστωμένη με αποδοχές ίσες με είκοσι φορές το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών για το τελευταίο έτος εισφορών προ της ενάρξεως του έτους παροχών, όπερ περιλαμβάνει την ημερομηνία καθ' ην απαιτείται όπως πληρωθούν οι προϋποθέσεις εισφοράς. Με βάση τη διατύπωση του Τρίτου Πίνακα και κυρίως της λέξης "όπερ" που διευκρινίζει ποιό έτος εννοεί ο νομοθέτης σαν έτος παροχών, ορθά οι εφεσίβλητοι θεώρησαν σαν έτος παροχών το 1988 και όχι το
  6. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα στην έφεση εναντίον της εφεσείουσας. Έφεση. Έφεση εναντίον της απόφασης Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (X"Τσαγγάρης, Δ.) που δόθηκε στις 4 Ιουλίου, 1990 (προσφυγή αρ. 572/89) με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της εφεσείουσας εναντίον της απόρριψης της ιεραρχικής προσφυγής της εφεσείουσας κατά της απόρριψης αίτησής της για επίδομα μητρότητας. A. Πασχαλίδης για M. Ηλιάδη, Πασχαλίδη και Σία, για την εφεσείουσα-αιτήτρια. Γ. Φράγκου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους εφεσίβλητους - καθ'ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα εκδώσει ο δικαστής Φρ. Νικολαΐδης. NIKOΛAΪΔHΣ, Δ.: Στις 27.6.1988 η εφεσείουσα υπέβαλε αίτηση για επίδομα μητρότητας σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων, 1980 -
  7. H αίτησή της απερρίφθη στις 14.7.1988, επειδή οι ασφαλιστέες της αποδοχές μέσα στο 1987 ήταν λιγότερες από το προβλεπόμενο από το νόμο ελάχιστο ποσό που έπρεπε να έχει εις πίστη της. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 26.2.1989, η εφεσείουσα ζήτησε την αναθεώρηση της απόφασης, αλλά η απάντηση που δόθηκε στις 20.3.1989 ήταν και πάλιν αρνητική. Στην επιστολή αυτή εξηγείτο ότι, άνκαι οι αποδοχές της εφεσείουσας το 1987, που ήταν το έτος εισφορών που λαμβάνεται υπ' όψη για σκοπούς θεμελίωσης του δικαιώματος της ήταν £600, μετατρεπόμενες όπως προβλέπει ο νόμος απέδιδαν 0.38 ασφαλιστικές μονάδες, οι οποίες μετατρεπόμενες στη συνέχεια σε ασφαλιστέες αποδοχές αποδίδουν το ποσό των £592.80, που είναι μικρότερο από το προβλεπόμενο από το νόμο ελάχιστο ποσό που θα έπρεπε η εφεσείουσα να έχει εις πίστη της για να θεμελιώσει δικαίωμα σε επίδομα μητρότητας. Η εφεσείουσα καταχώρησε ιεραρχική προσφυγή προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων η οποία επίσης απερρίφθη στις 15.6.
  8. Στην επιστολή με την οποία απερρίφθη η ιεραρχική προσφυγή αναφερόταν ότι το άρθρο 20 του σχετικού νόμου επιβάλλει τη μετατροπή των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών κάθε ασφαλισμένου για κάθε χρόνο σε ασφαλιστικές μονάδες, οι οποίες, όπως εξευρίσκονται με βάση το άρθρο 20, μετατρέπονται, τόσο για σκοπούς θεμελίωσης, όσο και για σκοπούς καθορισμού του ύψους των παροχών, σε πληρωθείσες και πιστωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές με βάση το άρθρο 23 του νόμου. Έτσι, στη συνέχεια, η εφεσείουσα καταχώρησε προσφυγή επικαλούμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι άκυρη διότι: (α) παραβιάζει και είναι αντίθετη προς τα άρθρα 22 και 24 και τον Τρίτο Πίνακα (παράγραφοι 1(α) και 1(β)) των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων του 1980 - 1988, (β) είναι αποτέλεσμα εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 20 και 23 των πιο πάνω νόμων, (γ) είναι αποτέλεσμα νομικής και πραγματικής πλάνης και, (δ) είναι αποτέλεσμα υπέρβασης ή και κατάχρησης εξουσίας (Άρθρο 146.1 του Συντάγματος). Το πρωτόδικο Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 4.7.1990 δέκτηκε ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται το άρθρο 23, οι πρόνοιες του οποίου τίθενται σε εφαρμογή οποτεδήποτε υπάρχει αίτημα για παροχή και όχι μόνο κατά τον καθορισμό του ύψους του επιδόματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι οι καθ'ων η αίτηση - εφεσίβλητοι, ορθά εφάρμοσαν τις διατάξεις για τη μετατροπή των ασφαλιστέων αποδοχών της αιτήτριας - εφεσείουσας σε ασφαλιστικές μονάδες δυνάμει του άρθρου 20 και στη συνέχεια, εφόσον υπήρχε αίτημα για παροχή, μετέτρεψαν τις ασφαλιστικές μονάδες σε πιστωμένες ασφαλιστέες αποδοχές. Τέλος το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η απόφαση των καθ'ων η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις εισφοράς που τίθενται στο άρθρο 24 και στον Τρίτο Πίνακα του νόμου ήταν ορθή. Εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση. Σαν λόγοι εφέσεως σημειώνονται ότι ο πρωτόδικος Δικαστής εσφαλμένα δέκτηκε ότι η εφεσείουσα δεν εδικαιούτο στην καταβολή επιδόματος μητρότητας και ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 20 και 24 και του Τρίτου Πίνακα. Είναι η θέση της εφεσείουσας ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο δέκτηκε ότι η αιτήτρια δεν πληρούσε τις πρόνοιες του άρθρου 24 και του Τρίτου Πίνακα, ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο παρερμήνευσε τις διατάξεις της παραγράφου 1(β) του Τρίτου Πίνακα του νόμου. Η εφεσείουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το Δικαστήριο έπρεπε να βασιστεί στο έτος 1987 και όχι στο έτος 1988, ενώ θα έπρεπε να εφαρμοστούν οι κανονισμοί Κ.Δ.Π. 29/87 και όχι οι κανονισμοί Κ.Δ.Π. 322/87, τους οποίους εφήρμοσε ο πρωτόδικος Δικαστής. Τέλος, σύμφωνα πάντα με την ειδοποίηση έφεσης, ο όρος "ασφαλιστέαι αποδοχαί" ο οποίος αναφέρεται στον Τρίτο Πίνακα, παράγραφος 1(β) του νόμου, ερμηνεύεται στο άρθρο 2
(1), ενώ καμιά αναφορά δεν γίνεται στα άρθρα 20 και 23 όσον αφορά τη μετατροπή πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών σε ασφαλιστικές μονάδες, σαν προϋπόθεση εισφοράς αναφορικά με τις αναφερόμενες στο άρθρο 22 παροχές, μεταξύ των οποίων και το επίδομα μητρότητας. Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος, Αρ. 41/80 (όπως έχει τροποποιηθεί), προνοεί στο άρθρο 22 και την καταβολή, μεταξύ άλλων παροχών και επιδόματος μητρότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 23 για σκοπούς παροχών, οι καθ'έκαστον έτος εισφορών ασφαλιστικές μονάδες ασφαλισμένου μετατρέπονται σε πληρωθείσες και πιστωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές διά του πολλαπλασιασμού κάθε ασφαλιστικής μονάδας επί το ετήσιο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που ισχύει κατά τη σχετική ημερομηνία. Το άρθρο 20 του νόμου προβλέπει ότι "αι καθ' έκαστον έτος εισφορών πληρωθείσαι υπό και πιστωθείσαι υπέρ ησφαλισμένου ασφαλιστέαι αποδοχαί μετατρέπονται εις ασφαλιστικάς μονάδας διά της διαιρέσεως του ολικού ποσού των τοιούτων πληρωθεισών και πιστωθεισών αποδοχών διά του ποσού των κατά το επόμενον έτος εισφορών ετησίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, στρογγυλευομένου του πηλίκου της τοιαύτης διαιρέσεως εις το πλησιέστερον εκατοστόν. Νοείται ότι διά τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, το δι' εκάστην εβδομάδα εισφορών πιστωθέν ποσόν ασφαλιστέων αποδοχών δεν δύναται να είναι κατώτερον του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών του επομένου έτους εισφορών". Ο όρος "αποδοχαί" αναφορικά προς μισθωτόν περιλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου, κάθε χρηματική αντιμισθία από την απασχόλησή του, ενώ ο όρος "ασφαλιστέες αποδοχές" σημαίνει το ποσό των αποδοχών του ασφαλισμένου επί του οποίου είναι καταβλητέες οι εισφορές δυνάμει του νόμου. Κατ' εφαρμογή των πιο πάνω προνοιών, οι πληρωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές της αιτήτριας μετατράπηκαν σε ασφαλιστικές μονάδες με τη διαίρεση του ποσού των πληρωθεισών αποδοχών με το ποσό των ετησίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών του επόμενου χρόνου, δηλαδή του 1988, που ήταν £1.
  1. Επειδή στη συνέχεια υπήρξε αίτημα για παροχή δυνάμει του νόμου, (αίτημα για επίδομα μητρότητας), οι ασφαλιστικές μονάδες της εφεσείουσας μετατράπηκαν σε ασφαλιστέες αποδοχές με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο
  2. Στην παρούσα περίπτωση η μετατροπή σε ασφαλιστέες αποδοχές έγινε με τον πολλαπλασιασμό των μονάδων της εφεσείουσας επί το ποσό των £1.560, υπολογισμός ο οποίος απέφερε το ποσό των £592,80 που είναι μικρότερο από το ελάχιστο ποσό που έπρεπε να βρίσκεται εις πίστη της εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 24 και της παραγράφου 1(β) του Τρίτου Πίνακα. Το ελάχιστο αυτό ποσό είναι είκοσι φορές το ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών του έτους κατά το οποίο υποβάλλεται η απαίτηση για παροχή, δηλαδή στην παρούσα περίπτωση, 20 φορές Χ £30 = £
  3. Το άρθρο 24 αναφέρει τις προϋποθέσεις εισφοράς σε σχέση με τις αναφερόμενες στο άρθρο 22 του νόμου παροχές και παραπέμπει στον Τρίτο Πίνακα, η παράγραφος 1(β) του οποίου προβλέπει ότι οι προϋποθέσεις εισφοράς για σκοπούς παροχής επιδόματος είναι (α) ο ασφαλισμένος να έχει πληρωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές στο κατώτερο τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών τουλάχιστον ίσες προς είκοσι έξι φορές το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών και, (β) ο ασφαλισμένος να έχει πληρωθείσες ή πιστωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές τουλάχιστον ίσες προς είκοσι φορές το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, για το τελευταίο έτος εισφορών προ της ενάρξεως του έτους παροχών, όπερ περιλαμβάνει την ημερομηνία καθ'ην απαιτείται όπως υφίστανται οι προϋποθέσεις εισφοράς. Οι μονάδες που υπολογίστηκαν υπέρ της εφεσείουσας και οι οποίες προέκυψαν από τη διαίρεση του ποσού των αποδοχών της (£600), με το ποσό των ετήσιων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών του επόμενου χρόνου, δηλαδή του 1988 (£1.560), ανέρχονταν σε 0.38 ασφαλιστικές μονάδες. Έτσι, αφού το ποσό των £592,80 ήταν λιγότερο από το ελάχιστο ποσό που έπρεπε να ευρίσκεται εις πίστη της εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 24 και της παραγράφου 1(β) του Τρίτου Πίνακα, (και το οποίο είναι όπως είδαμε, είκοσι φορές το ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών του έτους κατά το οποίο υποβάλλεται η απαίτηση για παροχή, ήτοι, 20 Χ £30 = £600), κατά συνέπεια η εφεσείουσα δεν δικαιούται στην παροχή επιδόματος μητρότητας. Το ερώτημα που τίθεται και χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο οι εφεσίβλητοι εφάρμοσαν σωστά τις σχετικές διατάξεις του νόμου. Θα πρέπει να πούμε ότι η βάση, πάνω στην οποία γίνονται οι σχετικοί υπολογισμοί, δεν είναι το ύψος των αποδοχών αλλά οι ασφαλιστικές μονάδες στις οποίες οι αποδοχές μετατρέπονται. Το άρθρο 23 αναφέρει σαφώς ότι οι καθ' έκαστον έτος εισφορών ασφαλιστικές μονάδες γιά σκοπούς παροχών, μετατρέπονται σε πληρωθείσες και πιστωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές και στη συνέχεια προνοεί τον τρόπο της μετατροπής. Η μετατροπή που προνοείται από το άρθρο 23 γίνεται για σκοπούς παροχών και το επίδομα μητρότητας είναι μία από τις παροχές που προβλέπονται στο άρθρο
  4. Όπως είδαμε και προηγουμένως οι όροι "αποδοχές" και "ασφαλιστέες αποδοχές" δεν είναι έννοιες που θα πρέπει να εξομοιώνονται, αφού η πρώτη περιλαμβάνει κάθε αντιμισθία που έχει ο μισθωτός από την απασχόλησή του, ενώ η δεύτερη σημαίνει το ποσό των αποδοχών του επί του οποίου είναι καταβλητέες οι εισφορές δυνάμει του νόμου. Από τη διαφοροποίηση αυτή είναι φανερό ότι οι πραγματικές αποδοχές που ένας μισθωτός προσπορίζεται από την εργασία του δεν έχουν για τους σκοπούς του νόμου σημασία σαν τέτοιες. Οι αποδοχές που έχουν πραγματικά σημασία είναι οι ασφαλιστέες αποδοχές και για να υπολογίσει κάποιος το ύψος τους, θα πρέπει πρώτα να υπολογίσει τις ασφαλιστικές μονάδες. Στην παρούσα υπόθεση με βάση τον υπολογισμό των ασφαλιστικών μονάδων σύμφωνα με το άρθρο 23 εξευρέθηκαν οι ασφαλιστέες αποδοχές. Έτσι καταλήγουμε ότι οι εφεσίβλητοι ορθά εφάρμοσαν τις διατάξεις του νόμου για τη μετατροπή των ασφαλιστέων αποδοχών της εφεσείουσας σε ασφαλιστικές μονάδες δυνάμει του άρθρου 20 και στη συνέχεια, αφού υπήρχε αίτημα για παροχή, μετέτρεψαν τις ασφαλιστικές μονάδες σε πιστωμένες ασφαλιστέες αποδοχές δυνάμει του άρθρου
  5. Κατά συνέπεια καταλήγουμε ότι η απόφαση των εφεσιβλήτων ότι η αιτήτρια δεν τηρούσε τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 24 και στην παράγραφο 1(β) του Τρίτου Πίνακα είναι ορθή, γιατί η εφεσείουσα δεν ήταν πιστωμένη με αποδοχές ίσες με είκοσι φορές το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών για το τελευταίο έτος εισφορών προ της ενάρξεως του έτους παροχών, όπερ περιλαμβάνει την ημερομηνία καθ'ην απαιτείται όπως πληρωθούν οι προϋποθέσεις εισφοράς (Τρίτος Πίνακας του νόμου), γιατί ορθά οι εφεσίβλητοι θεώρησαν ότι το πιο πάνω ισοδυναμεί με είκοσι φορές το ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών του 1988 και όχι του
  6. Η διατύπωση του Τρίτου Πίνακα και κυρίως η λέξη "όπερ" που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης, γίνεται καθαρό και διευκρινίζεται ποιο έτος εννοεί σαν έτος παροχών. Με βάση τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα πρέπει να επικυρωθεί και η προσφυγή απορρίπεται με έξοδα στην έφεση εναντίον της εφεσείουσας. H προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.