The Field Club Nicosia ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 38 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1998)3 ΑΑΔ 38 15 Ιανουαρίου, 1998 [ΠΙΚΗΣ, Π., ΝΙΚΗΤΑΣ, ΚΑΛΛΗΣ, ΚΡΑΜΒΗΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ/στές] THE FIELD CLUB NICOSIA, Εφεσείοντες-Αιτητές, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ,
- ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ, Εφεσιβλήτων-Καθ' ων η αίτηση. (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 1993) Φορολογία - Φόρος Προστιθέμενης Αξίας - Ακύρωση εγγραφής στο Μητρώο -?Άρθρο 17
(1)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων 1990-1994 -?Ερμηνεία - H διάταξη δεν παρέχει κανενός είδους "προσφυγή" για αναθεώρηση, ως εσφαλμένης, προηγηθείσης αποφάσεως για εγγραφή. Διοικητικό Δίκαιο - Διοικητική πράξη - Εκτελεστή σε αντίθεση προς βεβαιωτική πράξη - Περιστάσεις βεβαιωτικού χαρακτήρα της άρνησης ακύρωσης εγγραφής στο Μητρώο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. Οι εφεσείοντες επεδίωξαν την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την προσφυγή τους κατά της αρνήσεως του εφεσιβλήτου Εφόρου να ακυρώσει την εγγραφή τους ως υποκειμένων σε φορολογία. Κατά της ίδιας της πράξης εγγραφής τους στο Μητρώο, οι εφεσείοντες δεν είχαν προσφύγει. H Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απορρίπτοντας την έφεση, αποφάσισε ότι: 1. Το Άρθρο 17
(1)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων 1990-1994 επιβάλλει υποχρέωση στον Έφορο να ακυρώσει την εγγραφή στο Μητρώο, σε περίπτωση που ικανοποιείται από τα στοιχεία που τίθενται ενώπιόν του από το εγγεγραμμένο πρόσωπο, ότι υπήρξε μεταβολή των συνθηκών, τέτοια που να δικαιολογεί να παύσει πλέον να είναι εγγεγραμμένο, ως μη υπόχρεο προς τούτο. Το άρθρο δεν καθιερώνει ούτε εμπεριέχει οποιουδήποτε είδους "προσφυγή" για αναθεώρηση ή ανάκληση, ως εσφαλμένης, προηγηθείσης αποφάσεως για εγγραφή. Το ότι αυτή είναι η ορθή ερμηνεία, προκύπτει και από το γεγονός ότι, τυχόν αποδοχή του αιτήματος για ακύρωση της εγγραφής δεν ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο, αναδρομικά, αλλά μόνον από την ημερομηνία της γνωστοποίησης ή οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία που ήθελε συμφωνηθεί μεταξύ του Εφόρου και του ενδιαφερομένου. Αν η ορθή ερμηνεία του άρθρου ήταν η αντίθετη, ότι δηλαδή καθιερώνει ή εμπεριέχει προσφυγή, τότε η τυχόν αποδοχή του αιτήματος για ακύρωση, θα έπρεπε να ανατρέχει στο χρόνο της εγγραφής, την οποία και να εξαφανίζει εξ υπαρχής.
- Όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα θέματα που έθιξαν οι εφεσείοντες με την επιστολή τους της 27/7/1992 δεν έδωσαν στον Έφορο καινούργια στοιχεία, που δεν τα είχε υπόψη του. Τα στοιχεία που θίγονται στην επιστολή αυτή υποβλήθηκαν και προγενέστερα από τους εφεσείοντες, αλλά δεν κρίθηκαν ικανοποιητικά για να δικαιολογήσουν την εξαίρεσή τους από την εγγραφή, με αποτέλεσμα την απόφαση της 16/6/1992, με την οποία ο Έφορος προχώρησε στην εγγραφή. Η απόφαση αυτή δεν προσβλήθηκε. Ακολούθησε η επιστολή των εφεσειόντων της 27/7/1992 και η απάντηση του Εφόρου με την επιστολή της 7/8/1992, το περιεχόμενο της οποίας προσβλήθηκε με την προσφυγή. Ως έχουν τα γεγονότα, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, της 7/8/1992, εστερείτο του στοιχείου της εκτελεστότητας, γιατί αποτελούσε απόφαση βεβαιωτική προηγούμενης, εκείνης της 16/6/1992, και, επομένως, ορθά απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα. Έφεση. Έφεση εναντίον απόφασης Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (Χρυσοστομής, Δ.) που δόθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου, 1994 (Προσφυγή Αρ. 792/92) με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή των εφεσειόντων κατά της απόφασης του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας με την οποία αρνήθηκε να ακυρώσει την εγγραφή τους στο Μητρώο Φόρου Προστιθέμενης. Μ. Σπανού-Αναστασίου, για τους Εφεσείοντες. Γ. Κυριακίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Εφεσίβλητους. Cur. adv. vult. ΠIKHΣ, Π.: Την απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Γαβριηλίδης. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ.: Αντικείμενο της έφεσης είναι η πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή των εφεσειόντων εναντίον απόφασης του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ο Έφορος), ημερομηνίας 7/8/1992, με την οποία ο τελευταίος αρνήθηκε να ακυρώσει την εγγραφή των εφεσειόντων στο Μητρώο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (το Μητρώο). Η προσφυγή απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εστερείτο του στοιχείου της εκτελεστότητας γιατί, στην πραγματικότητα, ήταν βεβαιωτική προηγούμενης, ημερομηνίας 16/6/1992, με την οποία ο Έφορος αποφάσισε την εγγραφή των εφεσειόντων στο Μητρώο. Θα παραθέσουμε σε συντομία τα γεγονότα της υπόθεσης. Στις 19/2/1992 οι εφεσείοντες υπέβαλαν Έντυπο για αρχική εγγραφή στο Μητρώο με αίτημα να εξαιρεθούν από την υποχρέωση για εγγραφή διότι, όπως ισχυρίζοντο, η επιχείρησή τους δεν ήταν κερδοσκοπικού χαρακτήρα αλλά απέβλεπε απλώς στην προώθηση του αθλητισμού, συγκεκριμένα της αντισφαίρισης, στα μέλη. Σαν αξία φορολογητέων παραδόσεων αγαθών ή παροχών υπηρεσιών δεν δηλώθηκε κανένα ποσό. Ύστερα από γραπτές παρατηρήσεις του Εφόρου ότι το Έντυπο δεν είχε συμπληρωθεί ορθά οι εφεσείοντες επανήλθαν με την ίδια θέση. Ταυτόχρονα, παρέδωσαν στον Έφορο και λογαριασμό εσόδων και εξόδων για το έτος που έληγε την 31/12/
- Από τη μελέτη των λογαριασμών, ο Έφορος έκρινε ότι οι υπηρεσίες που παρέχονταν από τους εφεσείοντες δεν ήσαν υπηρεσίες που συνδέονται με τον αθλητισμό και προσφέρονται από οργανισμό μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σε πρόσωπα ασχολούμενα με τον αθλητισμό ή τη σωματική αγωγή, σύμφωνα με το Παράρτημα (ΙΙΙ), παράγραφος (xiii) των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων 1990-1994 (ο Νόμος), ώστε να δικαιολογείται η αιτηθείσα εξαίρεση από την εγγραφή. Κατόπιν τούτου, στις 16/6/1992, προχώρησε στην εγγραφή των εφεσειόντων στο Μητρώο και, ακολούθως, τους κοινοποίησε την απόφασή του με την αποστολή του σχετικού πιστοποιητικού εγγραφής, στις 22/6/
- Η απόφαση αυτή δεν προσβλήθηκε με προσφυγή. Στις 27/7/1992, με επιστολή τους προς τον Έφορο, οι εφεσείοντες ζήτησαν να διαγραφούν από το Μητρώο για το λόγο ότι παρέχουν αθλητικές υπηρεσίες στα μέλη τους, δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα, οι δε φορολογητέες παραδόσεις τους δεν υπερβαίνουν τις £1.050,
- Στην επιστολή επισύναψαν και τον προϋπολογισμό του
- Ο Έφορος, με επιστολή του ημερομηνίας 7/8/1992, απέρριψε το αίτημα για διαγραφή για τους ίδιους ακριβώς λόγους για τους οποίους, στις 16/6/1992, είχε προχωρήσει στην εγγραφή των εφεσειόντων στο Μητρώο. Η τελευταία αυτή απόφαση του Εφόρου προσβλήθηκε με την προσφυγή. Είναι πρόδηλον ότι, με την επιστολή τους της 27/7/1992, οι εφεσείοντες επεδίωκαν την αναθεώρηση ή την ανάκληση της απόφασης του Εφόρου για εγγραφή τους στο Μητρώο. Η συνήγορος των εφεσειόντων, τόσον ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον και ενώπιον μας, πήρε τη θέση ότι το αίτημα είχε ως νομικό υπόβαθρο το άρθρο 17
(1)του Νόμου που προνοεί τα ακόλουθα:- "17.-
(1)Όταν οποιοδήποτε εγγεγραμμένο πρόσωπο γνωστοποιήσει στον Έφορο ότι δεν είναι υπόχρεο να είναι εγγεγραμμένο και ικανοποιήσει τον Έφορο για το γεγονός αυτό, τότε ο Έφορος οφείλει να ακυρώσει την εγγραφή του και η ακύρωση ισχύει από την ημερομηνία της πιο πάνω γνωστοποίησης ή από οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία που θα συμφωνηθεί μεταξύ του Εφόρου και του προσώπου αυτού." Το άρθρο 17
(1)επιβάλλει υποχρέωση στον Έφορο να ακυρώσει την εγγραφή στο Μητρώο σε περίπτωση που ικανοποιείται από τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του από το εγγεγραμμένο πρόσωπο ότι υπήρξε μεταβολή των συνθηκών, τέτοια που να δικαιολογεί να παύσει πλέον να είναι εγγεγραμμένο, ως μη υπόχρεο προς τούτο. Το άρθρο δεν καθιερώνει ούτε εμπεριέχει οποιουδήποτε είδους "προσφυγή" για αναθεώρηση ή ανάκληση, ως εσφαλμένης, προηγηθείσης αποφάσεως για εγγραφή. Το ότι αυτή είναι η ορθή ερμηνεία προκύπτει και από το γεγονός ότι, τυχόν αποδοχή του αιτήματος για ακύρωση της εγγραφής δεν ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο, αναδρομικά, αλλά μόνον από την ημερομηνία της γνωστοποίησης ή οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία που ήθελε συμφωνηθεί μεταξύ του Εφόρου και του ενδιαφερομένου. Αν η ορθή ερμηνεία του άρθρου ήταν η αντίθετη, ότι δηλαδή καθιερώνει ή εμπεριέχει προσφυγή, τότε η τυχόν αποδοχή του αιτήματος για ακύρωση θα έπρεπε να ανατρέχει στο χρόνο της εγγραφής την οποία και να εξαφανίζει εξ υπαρχής. Όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα θέματα που έθιξαν οι εφεσείοντες με την επιστολή τους της 27/7/1992 δεν έδωσαν στον Έφορο καινούργια στοιχεία, που δεν τα είχε υπόψη του. Τα στοιχεία που θίγονται στην επιστολή αυτή υποβλήθηκαν και προγενέστερα από τους εφεσείοντες, αλλά δεν κρίθηκαν ικανοποιητικά για να δικαιολογήσουν την εξαίρεσή τους από την εγγραφή με αποτέλεσμα την απόφαση της 16/6/1992, με την οποία ο Έφορος προχώρησε στην εγγραφή. Η απόφαση αυτή δεν προσβλήθηκε. Ακολούθησε η επιστολή των εφεσειόντων της 27/7/1992 και η απάντηση του Εφόρου με την επιστολή της 7/8/1992, το περιεχόμενο της οποίας προσβλήθηκε με την προσφυγή. Ως έχουν τα γεγονότα, ευρίσκουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, της 7/8/1992, εστερείτο του στοιχείου της εκτελεστότητας γιατί αποτελούσε απόφαση βεβαιωτική προηγούμενης, εκείνης της 16/6/1992, και, επομένως, ορθά απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εφεσειόντων. H έφεση απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο