Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών ν. Δρ. Νέαρχου Μάρκου Αγαθαγγέλου και Άλλων
(2001)3 ΑΑΔ 447 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2001)3 ΑΑΔ 447 30 Απριλίου, 2001 [ΝΙΚΗΤΑΣ, ΑΡΤΕΜΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΚΡΑΜΒΗΣ, ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ/στές] ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΙΑΤΡΩΝ, Εφεσείοντες, ν.
- ΔΡ ΝΕΑΡΧΟΥ-ΜΑΡΚΟΥ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ,
- ΔΡ ΚΩΣΤΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ,
- ΔΡ ΝΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Εφεσιβλήτων. (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 2750) Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών ― Άρθρο 13
(4)του περί Ιατρών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμεία Συντάξεων) Νόμου του 1967 (Ν.16/67) ― Άρθρο 4
(1)
(6)του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε ειδικά από τον Νόμο 50/87 ― Προϋποθέσεις υπό τις οποίες ιατρός υπόκειται σε πειθαρχική δίωξη ― Ειδικά η προϋπόθεση όπως η διαγωγή επιδειχθεί «κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος» ― Ερμηνεία ― Οι προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρρευτικά. Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών ― Κανονισμός 56 των περί Ιατρικής Επαγγελματικής Δεοντολογίας Κανονισμών του 1991 (ΚΔΠ 100/91) ― Καθήκον ιατρών να συμμορφώνονται με τις αποφάσεις που νόμιμα λαμβάνονται από τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο ― Εφόσον η απόφαση του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου κρίθηκε παράνομη από την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Κανονισμού 56. Έξοδα ― Κανόνας ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης. Το εφεσείον Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών, εφεσίβαλε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία η προσφυγή του εφεσίβλητου κατά της απόφασης πειθαρχικής καταδίκης του, είχε επιτύχει. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απορρίπτοντας την έφεση, αποφάσισε ότι: 1. Το Άρθρο 13
(4)δεν επεκτείνεται πέραν του να καθορίσει ότι παράβαση των Κανονισμών συνιστά διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα. Είναι το Άρθρο 4
(1)(β) όμως και μόνο που καθορίζει πότε ιατρός υπόκειται σε πειθαρχική δίωξη. Τούτο συμβαίνει εφόσον συντρέχει η διαπίστωση, που προκύπτει από το Άρθρο 13
(4), ότι η επιδειχθείσα διαγωγή είναι ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα, αλλά και εφόσον συντρέχει άλλη μια διαπίστωση, ως πρόσθετη προϋπόθεση, ότι η τέτοια διαγωγή επεδείχθη "κατά την άσκησιν του επαγγέλματος". Όχι μόνο λοιπόν δεν τίθεται θέμα σύγκρουσης μεταξύ του Άρθρου 4
(1)(β) και του Άρθρου 13
(4)και κατίσχυσης του ενός επί του άλλου ως ειδικότερου ή μεταγενέστερου, αλλά τα δύο συνδέονται μεταξύ τους όπως και με τον Κανονισμό 24 κατά την ανωτέρω προοδευτική εξέλιξη. Είναι δε άκρως σημαντική προς τούτο η τροποποίηση του Άρθρου 4
(1)(β) με το Νόμο 50/87, εφόσον εισήξε την πρόσθετη πρόνοια όπως η διαγωγή, η οποία είναι δεδομένα ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα ως παράβαση κανονισμού δυνάμει του Άρθρου 13
(4), είναι και διαγωγή επιδειχθείσα κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος. Η συμπεριφορά και η μόνη συμπεριφορά που εμπίπτει στην εμβέλεια του Κανονισμού 24 σύμφωνα με τους ρητούς του όρους, είναι η παράλειψη πρότερης υποβολής των συμβάσεων. Αυτό είναι το κρινόμενο, ως ενδεχόμενα συμπεριφορά ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα επιδειχθείσα κατά την άσκηση του, και όχι όλα τα άλλα τα οποία ακολούθησαν την παράλειψη αυτή και τα οποία εν πάση περιπτώσει κακώς απετέλεσαν - μαζί με την παράλειψη υποβολής των συμβάσεων - αντικείμενο της πειθαρχικής δίωξης. Ορθώς λοιπόν ο πρωτόδικος δικαστής, περιόρισε την εξέταση του θέματος στην εν λόγω παράλειψη, και απέκλεισε τούτης τη μετέπειτα συμπεριφορά των Εφεσιβλήτων. Καθ' όσον λοιπόν και το ουσιαστικό επιχείρημα των Εφεσειόντων δεν περιορίζεται στην παράλειψη υποβολής των συμβάσεων, αλλά εδράζεται ιδιαίτερα στην εφαρμογή των συμβάσεων και την όλη αντίθεση του ιατρικού συλλόγου προς τις βάσει τούτων ενέργειες των εφεσειόντων που ακολούθησαν, απολήγει να μην υπάρχει πλέον ούτε βάση για την εισήγηση των εφεσειόντων ότι η διαγωγή των εφεσιβλήτων ήταν κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, εφόσον ότι ακολούθησε την παράλειψη υποβολής των συμβάσεων, ήταν εκτός του αντικειμένου του Κανονισμού 24. Περαιτέρω, η εισήγηση των εφεσειόντων συντηρεί τη σύγχυση ως προς τις παραμέτρους των Άρθρων 4
(1)(β) και 13
(4), καθ' όσον τείνει να εξισώσει την έννοια της ασυμβίβαστης προς το ιατρικό επάγγελμα διαγωγής προς την έννοια της τοιαύτης διαγωγής επιδεικνυομένης κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος. Όπως ήδη απεφασίσθη, διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα μπορεί να υπάρχει χωρίς να επιδεικνύεται κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος. Ότι η παράλειψη των Εφεσιβλήτων να υποβάλουν τις συμβάσεις ήταν διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα δεν υπάρχει αμφιβολία - τούτο προκύπτει σαφώς από το Άρθρο 13
(4). Από μόνο του όμως τούτο δεν καθιστούσε τη διαγωγή αυτή διαγωγή επιδειχθείσα "κατά την άσκηση του επαγγέλματος". Στην Κύπρο, ως εκ της διατύπωσης του Άρθρου 4
(1)(β), η πρόνοια "κατά την άσκηση του επαγγέλματος", ως πρόσθετη προϋπόθεση της πρόνοιας "διαγωγήν επονείδιστον ή ασυμβίβαστον προς το ιατρικόν επάγγελμα", είναι ακόμα πιο περιοριστική. Η απλή παράλειψη υποβολής των συμβάσεων δεν εντάσσεται στα πλαίσια του "in a professional respect" και, ακόμα περισσότερο, του "κατά την άσκηση του επαγγέλματος".
- Διατυπώνεται επίσης στην έφεση παράπονο ότι, ως προς τον Κανονισμό 56, είναι λανθασμένη η κατάληξη του δικαστή, ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού ήσαν σχετικές. Το Δικαστήριο περιορίζεται να επαναλάβει, υιοθετώντας, τα λεχθέντα από τον πρωτόδικο δικαστή: "Οι αιτητές καταδικάστηκαν γιατί δεν συμμορφώθηκαν προς αποφάσεις τις οποίες κατά τεκμήριο αρμόδιο όργανο, έκρινε παράνομες. Μπορεί η πειθαρχική διαδικασία, ως αρμοδιότητα του Πειθαρχικού Συμβουλίου ρυθμιζόμενη από ειδικό νόμο, να μη είναι δυνατό να ανακοπεί από την Επιτροπή προστασίας του Ανταγωνισμού αλλά δεν είναι αυτό το πραγματικό θέμα. Για την έκδοση καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του Κανονισμού 56 χρειαζόταν μή συμμόρφωση προς νόμιμες αποφάσεις και εδώ αυτές είχαν κριθεί παράνομες. Δεν είναι δυνατό μια απόφαση να είναι την ίδια στιγμή νόμιμη και παράνομη. Ο Ν. 207/89 καθορίζει αρμοδιότητες και τρόπους ελέγχου της νομιμότητας δραστηριοτήτων. Είναι νόμος του κράτους και υπόκεινται σ΄ αυτόν όλοι."
- Ως προς το λόγο έφεσης που αφορά τα έξοδα το Δικαστήριο δεν βλέπει γιατί να έπρεπε να είχε διαφοροποιηθεί ο συνήθης κανόνας. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Λαουτάρης v. Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων
(1992)4 Α.Α.Δ. 2390, Felix v. Gneral Dental Council [1960] 2 All E.R. 391, Allinson v. General Council of Medical Education & Registration [1894] 1 QB 750, Έφεση. Έφεση από τους καθ' ων η αίτηση εναντίον της απόφασης Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Κωνσταντινίδης, Δ.) Αρ. Προσφυγής 381/97, ημερομηνίας 6/11/98 με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση με την οποία οι αιτητές κρίθηκαν ένοχοι των πειθαρχικών παραπτωμάτων τα οποία προβλέπονται από τους Κανονισμούς 24 και 56 των περί Ιατρικής Επαγγελματικής Δεοντολογίας Κανονισμών του 1991, ΚΔΠ 100/
- Σ. Παπασάββας για Μ. Κυπριανού, για τους Εφεσείοντες. Κ. Κακουλλή για Κακογιάννη, για τους Εφεσίβλητους. Cur. adv. vult. ΝΙΚHΤΑΣ, Δ.: Την απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Δ. Χατζηχαμπής. ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ.: Το Πειθαρχικό Συμβούλιο των Ιατρών έκρινε τους Εφεσίβλητους ένοχους των πειθαρχικών παραπτωμάτων που προβλέπονται στους Κανονισμούς 24 και 56 των περί Ιατρικής Επαγγελματικής Δεοντολογίας Κανονισμών του 1991 (ΚΔΠ 100/91) οι οποίοι προνοούν:
- "Πριν από κάθε σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης, η οποία αφορά την εξάσκηση του επαγγέλματός του, ο ιατρός υποχρεώνεται να την υποβάλει προς την Επιτροπή του οικείου Ιατρικού Συλλόγου για να εξετασθεί κατά πόσο έχουν ληφθεί υπόψη η αξιοπρέπεια, το κύρος και τα συμφέροντα του ιατρικού επαγγέλματος."
- "Ο ιατρός οφείλει να συμμορφώνεται με τις αποφάσεις που νόμιμα έχουν ληφθεί από τον οικείο ή τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο και να εκπληρώνει στο ακέραιο τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα του προς αυτούς." Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με το άρθρο 13
(4)του περί Ιατρών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμεία Συντάξεων) Νόμου του 1967 (Ν. 16/67): "
(4)Πας ιατρός όστις παραβαίνει ή δεν τηρεί Κανονισμούς εκδοθέντας συμφώνως τω παρόντι άρθρω θεωρείται ένοχος ασυμβίβαστου προς το ιατρικόν επάγγελμα διαγωγής." Οι σχετικές κατηγορίες κατά των Εφεσιβλήτων αναφέροντο, ως προς τον Κανονισμό 24, στη σύναψη συμβάσεων με το Ταμείο Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης της ΚΕΟ χωρίς να τις υποβάλουν πρώτα για εξέταση στην Επιτροπή του Ιατρικού Συλλόγου τους και συνέχισαν να παρέχουν τις βάσει αυτών υπηρεσίες τους μετά από την υποβολή και απόρριψη τους, ως προς δε τον Κανονισμό 56, στη συνέχιση εξυπηρέτησης των μελών του Ταμείου κατά παράβαση αντίθετης απόφασης της Γενικής Συνέλευσης και της Επιτροπής του Ιατρικού Συλλόγου τους. Η προσφυγή των Εφεσιβλήτων κατά της καταδίκης τους έγινε δεκτή. Ο αδελφός μας δικαστής ο οποίος την εκδίκασε, επισημαίνοντας ότι η σχετική προς τον Κανονισμό 24 διαγωγή περιορίζετο βέβαια, σύμφωνα με τους ίδιους τους όρους του Κανονισμού, στην παράλειψη πρότερης υποβολής των συμβάσεων, έκρινε ότι η διαγωγή των Εφεσιβλήτων δεν συνιστούσε πειθαρχικό παράπτωμα στα πλαίσια του Κανονισμού 24, καθ΄όσον αυτή δεν επεδείχθη "κατά την άσκησιν του επαγγέλματος" όπως απαιτείται στο άρθρο 4
(1)(β) του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε ειδικά από το Νόμο 50/87, το οποίο προνοεί: "Ιατρός υπόκειται σε πειθαρχική δίωξη: (α) .................................................................................................. (β) εάν επέδειξεν κατά την άσκησιν του επαγγέλματός του διαγωγήν επονείδιστον ή ασυμβίβαστον προς το ιατρικόν επάγγελμα." Υιοθετώντας το σκεπτικό της απόφασης του στην υπόθεση Λαουτάρης ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων
(1992)4 Α.Α.Δ. 2390, ο αδελφός μας δικαστής απέρριψε την εισήγηση ότι κάθε παράβαση των κανονισμών καθίσταται, ως εκ του άρθρου 13
(4), πειθαρχικό παράπτωμα στα πλαίσια του άρθρου 4
(1)(β). Είπε δε τα εξής στη σ. 5: "Το άρθρο 4
(1)του Ν. 16/67 στην αρχική του μορφή πρόβλεπε πως διαγωγή μεταξύ άλλων, ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα επέσυρε, χωρίς άλλο, πειθαρχικές κυρώσεις. Ταυτόχρονα, το άρθρο 13
(4)θεωρούσε, όπως είδαμε, πως η παράβαση κάποιου από τους κανονισμούς είναι συμπεριφορά ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα. Με την τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 50/87 δεν αρκεί πλέον τέτοια διαγωγή. Θα πρέπει, για να υπόκειται ο ιατρός σε πειθαρχική δίωξη, να επιδείχθηκε κατά την άσκηση του επαγγέλματός του. Η συνύπαρξη αυτής της προϋπόθεσης, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε περίπτωσης." Κατέληξε δε ότι (σ.6): "Σε καμιά περίπτωση δεν θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι έχουμε εδώ διαγωγή κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος." Ως προς τον Κανονισμό 56, ο αδελφός μας δικαστής έκρινε ότι δεν υπήρχε παράβαση εφ΄όσον οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης και της Επιτροπής στις οποίες βασίζετο η κατηγορία δεν είχαν ληφθεί νόμιμα, όπως εξ άλλου προνοείται και στον ίδιο τον Κανονισμό, λόγω του ότι είχαν έγκυρα ακυρωθεί ως παράνομες από την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού. Εκφράζοντας την άποψη ότι ως προς τον Κανονισμό 56 ίσως να υπήρχε κάποια διαφορά από τον Κανονισμό 24 σε σχέση με την ύπαρξη διαγωγής "κατά την άσκηση του επαγγέλματος", ο αδελφός μας δικαστής απέφυγε να αποφασίσει το θέμα εν όψει της κατάληξης του επί της νομιμότητας των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης και της Επιτροπής. Με την έφεση καλούμαστε ευθέως να ανατρέψουμε την άποψη του αδελφού μας δικαστή ότι η συνιστώσα κατά τον Κανονισμό 24 παράπτωμα συμπεριφορά πρέπει να έχει επιδειχθεί "κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος" όπως προνοείται στο άρθρο 4
(1)(β). Η εισήγηση είναι ότι, δοθέντος του άρθρου 13
(4)ως ειδικού άρθρου σε σχέση προς το άρθρο 4
(1)(β), το άρθρο 13
(4)κατισχύει του άρθρου 4
(1)(β), σύμφωνα δε με το άρθρο 13
(4)δεν απαιτείται όπως η παράβαση του Κανονισμού γίνει "κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος". Η τροποποίηση του άρθρου 4
(1)(β), κατά την εισήγηση, ουδόλως επηρέασε τα πράγματα. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε, εφ΄όσον θεωρούμε ότι η προτεινόμενη ερμηνεία δεν έχει έρεισμα στη συνολική προοπτική του θέματος. Ο Κανονισμός 24 δεν επεκτείνεται βέβαια πέραν του καθορισμού της συγκεκριμένης συμπεριφοράς την οποία απαγορεύει. Αλλά και το άρθρο 13
(4)δεν επεκτείνεται πέραν του να καθορίσει ότι παράβαση των Κανονισμών συνιστά διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα. Είναι το άρθρο 4
(1)(β) όμως και μόνο που καθορίζει πότε ιατρός υπόκειται σε πειθαρχική δίωξη. Τούτο συμβαίνει εφ' όσον συντρέχει η διαπίστωση, που προκύπτει από το άρθρο 13
(4), ότι η επιδειχθείσα διαγωγή είναι ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα, αλλά και εφ΄όσον συντρέχει άλλη μια διαπίστωση, ως πρόσθετη προϋπόθεση, ότι η τέτοια διαγωγή επεδείχθη "κατά την άσκησιν του επαγγέλματος". Όχι μόνο λοιπόν δεν τίθεται θέμα σύγκρουσης μεταξύ του άρθρου 4
(1)(β) και του άρθρου 13
(4)και κατίσχυσης του ενός επί του άλλου ως ειδικότερου ή μεταγενέστερου, αλλά τα δύο συνδέονται μεταξύ τους όπως και με τον Κανονισμό 24 κατά την ανωτέρω προοδευτική εξέλιξη. Είναι δε άκρως σημαντική προς τούτο η τροποποίηση του άρθρου 4
(1)(β) με το Νόμο 50/87, εφ΄όσον εισήξε την πρόσθετη πρόνοια όπως η διαγωγή, η οποία είναι δεδομένα ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα ως παράβαση κανονισμού δυνάμει του άρθρου 13
(4), είναι και διαγωγή επιδειχθείσα κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος. Όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Λαουτάρης, ανωτέρω, στη σ. 2398: "Είναι φανερό πως δεν αρκεί πια η διαπίστωση τέτοιας διαγωγής. Απαιτείται επιπρόσθετα να φανεί ότι αυτή η διαγωγή επιδείχθηκε κατά την άσκηση του επαγγέλματος." Η ως εκ τούτου ρυθμιστική θέση του άρθρου 4
(1)(β) και ως προβλέποντος το τι συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα και ως εισάγοντος με την τροποποίηση του την πρόσθετη προϋπόθεση "κατά την άσκηση του επαγγέλματος" είναι που διέπει τόσο την απόφαση στη Λαουτάρης όσο και την εφεσιβαλλόμενη, αλλά και τη δική μας προσέγγιση. Το άλλο ουσιαστικό σκέλος της έφεσης αμφισβητεί τη διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά των Εφεσιβλήτων δεν συνιστούσε διαγωγή επιδειχθείσα κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος. Διακρίνεται προς τούτο, σύμφωνα με την εισήγηση των Εφεσειόντων, η υπόθεση Λαουτάρης, ανωτέρω, ενώ, όπως υποστηρίζεται, η συγκεκριμένη συμπεριφορά των Εφεσιβλήτων να προωθήσουν μέσω των συμβάσεων τα δικά τους συμφέροντα εις βάρος του γενικότερου συμφέροντος και κύρους του συνόλου των ιατρών, και μάλιστα εφαρμόζοντας τις συμβάσεις με δεδομένη την αντίθεση του Ιατρικού Συλλόγου, σαφώς συνιστούσε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος. Η θέση αυτή όμως δεν έχει έρεισμα. Κατ' αρχή, όπως παρατήρησε ο αδελφός μας δικαστής, η συμπεριφορά και η μόνη συμπεριφορά που εμπίπτει στην εμβέλεια του Κανονισμού 24 σύμφωνα με τους ρητούς του όρους είναι η παράλειψη πρότερης υποβολής των συμβάσεων. Αυτό είναι το κρινόμενο, ως ενδεχόμενα συμπεριφορά ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα επιδειχθείσα κατά την άσκηση του, και όχι όλα τα άλλα τα οποία ακολούθησαν την παράλειψη αυτή και τα οποία εν πάση περιπτώσει κακώς απετέλεσαν - μαζί με την παράλειψη υποβολής των συμβάσεων - αντικείμενο της πειθαρχικής δίωξης. Ορθώς λοιπόν ο αδελφός μας δικαστής περιόρισε την εξέταση του θέματος στην εν λόγω παράλειψη, και απέκλεισε τούτης τη μετέπειτα συμπεριφορά των Εφεσιβλήτων. Καθ' όσον λοιπόν και το ουσιαστικό επιχείρημα των Εφεσειόντων δεν περιορίζεται στην παράλειψη υποβολής των συμβάσεων αλλά εδράζεται ιδιαίτερα στην εφαρμογή των συμβάσεων και την όλη αντίθεση του ιατρικού συλλόγου προς τις βάσει τούτων ενέργειες των εφεσειόντων που ακολούθησαν, απολήγει να μην υπάρχει πλέον ούτε βάση για την εισήγηση των εφεσειόντων ότι η διαγωγή των εφεσιβλήτων ήταν κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, εφ' όσον ότι ακολούθησε την παράλειψη υποβολής των συμβάσεων ήταν εκτός του αντικειμένου του Κανονισμού 24. Περαιτέρω, η εισήγηση των εφεσειόντων συντηρεί τη σύγχυση ως προς τις παραμέτρους των άρθρων 4
(1)(β) και 13
(4), καθ' όσον τείνει να εξισώσει την έννοια της ασυμβίβαστης προς το ιατρικό επάγγελμα διαγωγής προς την έννοια της τοιαύτης διαγωγής επιδεικνυομένης κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος. Όπως ήδη απεφασίσθη, διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα μπορεί να υπάρχει χωρίς να επιδεικνύεται κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος. Ότι η παράλειψη των Εφεσιβλήτων να υποβάλουν τις συμβάσεις ήταν διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα δεν υπάρχει αμφιβολία - τούτο προκύπτει σαφώς από το άρθρο 13
(4). Από μόνο του όμως τούτο δεν καθιστούσε τη διαγωγή αυτή διαγωγή επιδειχθείσα "κατά την άσκηση του επαγγέλματος". Είναι εξ άλλου για το λόγο αυτό, και ως εκ της ειδικής και περιοριστικής αυτής απαίτησης του άρθρου 4
(1)(β), που, όπως παρατήρησε και ο αδελφός μας δικαστής, (ομοίως και στη Λαουτάρης, ανωτέρω), δεν είναι καθοριστικά βοηθητική η αναφορά των Εφεσειότων στην αντίστοιχη αλλά διάφορη αγγλική πρόνοια του Dentists Act 1957 s. 25
(1)(b) "infamous or disgraceful conduct in a professional respect" που εξετάσθηκε στην υπόθεση Felix v. General Dental Council [1960] 2 All E.R. 391, παραπέμποντας και στην υπόθεση Allinson v. General Council of Medical Education & Registration [1894] 1 QB 750. Η πρόνοια του άρθρου 4
(1)(β) "κατά την άσκηση του επαγγέλματος" είναι σίγουρα πιο περιοριστική της πρόνοιας "in a professional respect". Εν πάση περιπτώσει όμως, σημειώνουμε την αναλογία μεταξύ των δύο, αναφερόμενοι και στην παρατήρηση του Lord Jenkins, ο οποίος έδωσε την απόφαση στη Felix, ότι (σ. 399): "It must, of course, be remembered that, in the present case, the words "infamous or disgraceful conduct" should be construed in conjunction with the words "in a professional respect"." Και στις σελίδες 399-400: "...the full derogatory force of the adjectives "infamous" and "disgraceful" in s. 25 of the Act of 1957 must be qualified by the consideration that what is being judged is the conduct of a dentist in a professional respect, ..." Υποδεικνύοντας έτσι την ύπαρξη δύο ουσιαστικά αλληλοσυνδεόμενων προϋποθέσεων. Στην Κύπρο, ως εκ της διατύπωσης του άρθρου 4
(1)(β), η πρόνοια "κατά την άσκηση του επαγγέλματος", ως πρόσθετη προϋπόθεση της πρόνοιας "διαγωγήν επονείδιστον ή ασυμβίβαστον προς το ιατρικόν επάγγελμα", είναι ακόμα πιο περιοριστική. Τι απομένει να εξετασθεί λοιπόν είναι κατά πόσο η παράλειψη και μόνο των Εφεσιβλήτων να υποβάλουν τις συμβάσεις συνιστούσε διαγωγή επιδειχθείσα "κατά την άσκηση του επαγγέλματος". Τέτοια εισήγηση όμως ουσιαστικά δεν προωθείται, ούτε έχουμε παραπεμφθεί σε οποιαδήποτε αυθεντία που θα έτεινε να αντιστρατεύεται την άποψη του αδελφού μας δικαστή ότι αυτή η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν συνιστούσε άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος. Απεναντίας, στο βαθμό που η αγγλική νομολογία είναι βοηθητική, και έχοντας υπ΄όψη ότι η πρόνοια "infamous or disgraceful conduct in a professional respect" εξετάζεται συνήθως ενιαία και σύμφωνα με την ίδια τη διατύπωση της, δεν έχουμε λόγο να θεωρήσουμε άλλως παρά ότι η απλή παράλειψη υποβολής των συμβάσεων δεν εντάσσεται στα πλαίσια του "in a professional respect" και, ακόμα περισσότερο, του "κατά την άσκηση του επαγγέλματος". Διατυπώνεται επίσης στην έφεση παράπονο ότι, ως προς τον Κανονισμό 56, είναι λανθασμένη η κατάληξη του αδελφού μας δικαστή ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού ήσαν σχετικές. Περιοριζόμαστε να επαναλάβουμε, υιοθετώντας, τα λεχθέντα από τον αδελφό μας δικαστή (σ. 10-11): "Οι αιτητές καταδικάστηκαν γιατί δεν συμμορφώθηκαν προς αποφάσεις τις οποίες κατά τεκμήριο αρμόδιο όργανο, έκρινε παράνομες. Μπορεί η πειθαρχική διαδικασία, ως αρμοδιότητα του Πειθαρχικού Συμβουλίου ρυθμιζόμενη από ειδικό νόμο, να μη είναι δυνατό να ανακοπεί από την Επιτροπή προστασίας του Ανταγωνισμού αλλά δεν είναι αυτό το πραγματικό θέμα. Για την έκδοση καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του Κανονισμού 56 χρειαζόταν μή συμμόρφωση προς νόμιμες αποφάσεις και εδώ αυτές είχαν κριθεί παράνομες. Δεν είναι δυνατό μια απόφαση να είναι την ίδια στιγμή νόμιμη και παράνομη. Ο Ν. 207/89 καθορίζει αρμοδιότητες και τρόπους ελέγχου της νομιμότητας δραστηριοτήτων. Είναι νόμος του κράτους και υπόκεινται σ' αυτόν όλοι." Τέλος, ως προς το λόγο έφεσης που αφορά τα έξοδα δεν βλέπουμε γιατί να έπρεπε να είχε διαφοροποιηθεί ο συνήθης κανόνας. Η έφεση αποτυγχάνει στην ολότητα της και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των Εφεσειόντων. Η?έφεση απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο