Ιωαννίδου Στέλλα Μαρία και Άλλη ν. Kυπριακής Δημοκρατίαςκαι Άλλων
(2002)3 ΑΑΔ 587 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2002)3 ΑΑΔ 587 2 Οκτωβρίου, 2002 [ΠΙΚΗΣ, Π., ΑΡΤΕΜΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΚΑΛΛΗΣ, ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ/στές] (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 2777) ΣΤΕΛΛΑ ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, Εφεσείουσα, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 2778) ΓΕΩΡΓΙΑ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Φ/ΔΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσείουσα, v. ΛΗΔΑΣ ΚΟΥΡΣΟΥΜΠΑ, ΣΤΕΛΛΑΣ-ΜΑΡΙΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, ΚΛΑΪΛΙΑΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ, Εφεσιβλήτων, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ' ης η Αίτηση. (Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 2777, 2778) Ακυρωτική Απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ― Κώλυμα στην έγερση λόγου ακυρώσεως στην προσφυγή κατά της επανεξέτασης ― Εφόσον η απόφαση ακυρώθηκε μετά από δήλωση και ρητή αναφορά ότι θα ακολουθούσε επανεξέταση, δεν υπήρχε τέτοιο κώλυμα. Δημόσιοι Υπάλληλοι ― Διορισμοί/Προαγωγές ― Συμβουλευτική Επιτροπή ― Δεν απαιτείται όπως ο υποψήφιος επιφυλάξει τα δικαιώματά του για να θέσει αργότερα ζήτημα παράνομης σύνθεσης της Επιτροπής. Δημόσιοι Υπάλληλοι ― Διορισμοί/Προαγωγές ― Διαδικασία ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής ― Πρέπει να διεξάγεται ως υποχρεωτική ― Ανεξάρτητα αν όλοι οι υποψήφιοι κλήθηκαν ενώπιον της Ε.Δ.Υ. Δημόσιοι Υπάλληλοι ― Διορισμοί/Προαγωγές ― Συμβουλευτική Επιτροπή ― Σύνθεση ― Παράβαση του Αρθρου 32
(3)σε συνδυασμό με το Άρθρο 2 του Ν.1/90 με τη συμμετοχή τριών Προέδρων Επαρχιακού Δικαστηρίου στη Συμβουλευτική Επιτροπή. Μετά την ακύρωση της επίδικης στην προσφυγή απόφασης προαγωγής της εφεσείουσας κας Ερωτοκρίτου, στη θέση Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καταχωρήθηκε έφεση τόσο από την ίδια όσο και από την αιτήτρια κα Ιωαννίδου. Η αιτήτρια κα Κουρσουμπά καταχώρισε αντέφεση στην έφεση της κας Ερωτοκρίτου. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απορρίπτοντας την έφεση αρ. 2778 και κάνοντας δεχτή την έφεση αρ. 2777, αποφάσισε ότι:
- Το ουσιαστικό ερώτημα είναι κατά πόσο, όπως ισχυρίζεται η κα Ερωτοκρίτου, η κα Ιωαννίδου και η κα Κουρσουμπά εκωλύοντο να εγείρουν θέμα παράνομης σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Κώλυμα ως εκ της έκβασης των προηγούμενων προσφυγών δεν προέκυπτε όμως. Κατ' αρχή, η νομιμότητα της σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής είχε σαφώς εγερθεί τόσο στις πρώτες όσο και στις δεύτερες προσφυγές ως βασικός λόγος ακύρωσης. Κατά δεύτερο λόγο, η αποδοχή από τη Δημοκρατία της ακύρωσης της πρώτης απόφασης της Ε.Δ.Υ. έγινε μόνο για το λόγο που αναφέρθη, χωρίς να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης και με ρητή αναφορά, σε συνάρτηση με την ένσταση των Αιτητριών, στο ότι, δεδομένου ότι θα ακολουθούσε επανεξέταση, "... δεν παραβλάπτονταν κανενός τα δικαιώματα" (σελίδα 6) και (σελίδα 10): "Δεδομένου ότι η επίδικη πράξη θα επανεξεταστεί, κανενός τα δικαιώματα δεν παραβλάπτονται με την ακύρωση της πράξης μόνο για τον προαναφερθέντα λόγο." Σαφώς λοιπόν δεν προέκυπτε κώλυμα για την κα Ιωαννίδου και την κα Κουρσουμπά να εγείρουν στις δεύτερες προσφυγές τους το θέμα της νομιμότητας της σύγκλησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής.
- Η κα Ερωτοκρίτου εισηγείται ότι καθόσον η κα Ιωαννίδου και η κα Κουρσουμπά δεν είχαν, σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέτασης του θέματος από τη Συμβουλευτική Επιτροπή και την Ε.Δ.Υ. κατά τη διαδικασία που οδήγησε στη λήψη της πρώτης απόφασης, εγείρει θέμα νομιμότητας της σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή επιφυλάξει ένστασή τους ως προς αυτή, παρά μόνο μετά από τη λήψη της απόφασης, δεν μπορούν, έχοντας επιδοκιμάσει, να αποδοκιμάζουν τώρα τη διαδικασία εκείνη. Η εισήγηση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Η συμμετοχή των Αιτητριών στην αρχική διαδικασία ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής και της Ε.Δ.Υ. χωρίς ένσταση προς οποιαδήποτε ενδεχόμενη αντικανονικότητα, και μάλιστα ελλείψει μαρτυρίας ότι είχαν γνώση για αυτή, δεν εξυπάκουε εγκατάλειψη του δικαιώματος τους να εγείρουν τέτοιο θέμα σε ακόλουθη προσφυγή αν τελικά διαπιστώνετο ότι εγείρετο, και μάλιστα εφόσον αφορούσε παρανομία στη σύνθεση διοικητικού οργάνου.
- Επίσης έγινε εισήγηση ότι κωλύονται να θέτουν θέμα ως προς τη μη επανεξέταση στη Συμβουλευτική καθόσον δεν επηρεάσθηκαν τα συμφέροντα οποιουδήποτε υποψηφίου αφού και οι έξι υποψήφιοι που είχαν προσέλθει ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής προσήλθαν και ενώπιον της Ε.Δ.Υ. Τούτο όμως δεν θα ήταν θέμα κωλύματος παρά μάλλον συναρτάται προς το άλλο θέμα που εγείρεται στην έφεση της κας Ιωαννίδου και στην αντέφεση της κας Κουρσουμπά, κατά πόσο δηλαδή η Ε.Δ.Υ. όφειλε να είχε αρχίσει τη διαδικασία της επανεξέτασης από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, και είναι στα πλαίσια εκείνα που εμπίπτει να εξεταστεί.
- Η τρίτη πτυχή του σχετικού λόγου έφεσης της κας Ερωτοκρίτου αφορά το ουσιαστικό θέμα, καθόσον εδράζεται στην εισήγηση ότι η συγκρότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ήταν νόμιμη. Επ' αυτού, το Δικαστήριο συμφωνεί με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστή, ότι η σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ήταν παράνομη. Η συμμετοχή τριών Προέδρων Επαρχιακού Δικαστηρίου στη Συμβουλευτική Επιτροπή, ουδόλως μπορούσε να θεωρηθεί σύμφωνη με το Άρθρο 32
(3), σε συνδυασμό και με το Άρθρο 2, του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (Ν. 1/90), ή με τις γενικότερες συνταγματικές αρχές που διέπουν τη δικαστική λειτουργία. 5. Η Ε.Δ.Υ. δεν θα μπορούσε με οποιαδήποτε δικαιολογία να μην αρχίσει την επανεξέταση από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, αφού το αντίθετο θα ισοδυναμούσε με ουσιαστικά τελεία κατάργηση του θεσμοθετημένου ρόλου της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Η σημασία της ενεχόμενης αρχής τονίσθηκε στην υπόθεση Τζιακούρη-Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 223, η οποία έθεσε και τέρμα στην οποιαδήποτε αμφιβολία ή διάσταση απόψεων στη νομολογία. Η απόφαση της Ολομέλειας έγκειται ακριβώς στο ότι η διαδικασία της Συμβουλευτικής Επιτροπής, είτε θεωρηθεί όρος του νόμου είτε ουσιώδης τύπος, πρέπει να ακολουθηθεί νόμιμα εφ' όσον προβλέπεται ρητά από το Νόμο. Όπως επιγραμματικά το έθεσε ο Νικολαΐδης, Δ., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας, στη σ. 229: "Η Επιτροπή είχε καθήκον να παραπέμπει το θέμα στη Συμβουλευτική Επιτροπή γιατί ο Νόμος 1/90 καθιστά τούτο υποχρεωτικό." Και το θέμα είναι ακριβώς τόσο απλό όσο και θεμελιακό. Η υπόθεση Τζιακούρη-Σιακαλλή αφορούσε μόνο επελθούσα αλλαγή στη σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Στην προκειμένη περίπτωση το πράγμα είναι ακόμα πιο ουσιαστικό αφού πρόκειται για παρανομία στη σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, που την καθιστούσε έτσι νομικά ανύπαρκτη. Η κατάληξη είναι βέβαια η ίδια αν το θέμα εξετασθεί και επί των ιδίων των όρων που η Ε.Δ.Υ. αποφάσισε να μην αρχίσει η διαδικασία επανεξέτασης από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Ούτε το γεγονός της επελθούσας αλλαγής στη σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, ούτε το ότι όλοι οι ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής υποψήφιοι ήσαν ενώπιον της Ε.Δ.Υ. αναιρούσε την υποχρέωση της Ε.Δ.Υ. να αρχίσει την επανεξέταση από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, αφ' ης στιγμής αποφάσισε ότι η έκθεση της ήταν αναιτιολόγητη. Η έφεση 2777 επιτυγχάνει με έξοδα. Η έφεση 2778 απορρίπτεται με έξοδα. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Καραολή v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 252/92, ημερ. 8.4.1998, Ιωαννίδου v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 171, Τζιακούρη-Σιακαλλή v. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ.
- Εφέσεις και Αντέφεση. Έφεση από την αιτήτρια στην προσφυγή 1003/96 (A.E. 2777), έφεση από το ενδιαφερόμενο μέρος (A.E. 2778) και αντέφεση από την αιτήτρια στην προσφυγή 856/96 στην έφεση του ενδιαφερόμενου μέρους εναντίον της απόφασης Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις 856/96, 1003/96 & 1008/96), ημερομηνίας 15/12/98, με την οποία ακυρώθηκε η προαγωγή, κατόπιν επανεξέτασης, του ιδίου ενδιαφερόμενου μέρους στη θέση Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αφού απέρριψε την εισήγηση των αιτητριών ότι η διαδικασία της επανεξέτασης θα έπρεπε να είχε αρχίσει από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής με νέα σύνθεση αλλά έκρινε ότι παράνομα η E.Δ.Y. έλαβε υπόψη δήλωση του Γενικού Εισαγγελέα ως προς τις Υπηρεσιακές Εκθέσεις των υποψηφίων οι οποίες αφορούσαν στα έτη 1990 και
- Χρ. Κληρίδης, για την Εφεσείουσα στην Α.Ε. 2777 και για την Εφεσίβλητη Στ. Ιωαννίδου στην Α.Ε.
- Ι. Νικολάου, για την Εφεσίβλητη στην Α.Ε. 2777 και για την Καθ' ης η Αίτηση Δημοκρατία στην Α.Ε.
- Το Ενδιαφερόμενο Μέρος Γ. Ερωτοκρίτου εμφανίζεται προσωπικά. Η Εφεσείουσα στην Α.Ε. 2778 εμφανίζεται προσωπικά. Α. Κωνσταντίνου, για την Εφεσίβλητη Λ. Κουρσουμπά στην Α.Ε.
- Χρ. Θεοδούλου, για την Εφεσίβλητη Κλ. Θεοδούλου στην Α.Ε.
- Cur. adv. vult. ΠΙΚHΣ, Π.: Την απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Δ. Χατζηχαμπής. ΧΑΤΖΗΧΑΜΠHΣ, Δ.: Με απόφαση ημερομηνίας 3.2.1994 η Ε.Δ.Υ. προήγαγε, από 15.2.1994, την κα Ερωτοκρίτου, μέχρι τότε Ανώτερο Δικηγόρο της Δημοκρατίας, στη θέση Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η κα Θεοδούλου, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, η κα Κουρσουμπά, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας και η κα Ιωαννίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, καταχώρησαν αντίστοιχα τις προσφυγές 365/94, 469/94 και 473/94 εναντίον της απόφασης της Ε.Δ.Υ.. Οι προσφυγές συνεκδικάσθησαν αλλά δεν έφθασαν στο στάδιο της ακρόασης. Μετά από την καταχώρηση των αγορεύσεων των Αιτητριών, η Δημοκρατία δήλωσε ότι δεν είχε πρόθεση να υποστηρίξει τη νομιμότητα της απόφασης και εδέχετο ακύρωση της για το μοναδικό λόγο ότι η απόφαση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη σε σχέση με την απόδοση των υποψηφίων κατά τις προφορικές συνεντεύξεις ενώπιον της Ε.Δ.Υ., που ήταν και ένας από τους λόγους ακυρότητας που είχαν προταθεί από τις Αιτήτριες. Το αίτημα αυτό υποστηρίχθηκε και από την κα Ερωτοκρίτου ως Ενδιαφερόμενο Μέρος. Οι Αιτήτριες όμως έφεραν ένσταση, εισηγούμενες ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε τουλάχιστον να επιληφθεί και του άλλου λόγου ακυρότητας που είχαν προτείνει, ότι δηλαδή και η αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής δεν ήταν δεόντως αιτιολογημένη, τοσούτο μάλλον αφού τα δύο στην ουσία αφορούσαν ένα θέμα. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι στο, στάδιο που δεν είχαν συμπληρωθεί τα δικόγραφα, μπορούσε να επιληφθεί μόνο του λόγου ακυρότητας που ήταν αποδεκτός από τη Δημοκρατία και όχι άλλων λόγων, δεδομένου δε ότι θα ακολουθούσε επανεξέταση, "... δεν παραβλάπτονται κανενός τα δικαιώματα" (σ. 6). Τούτο επανελήφθη και κατά το πέρας της απόφασης (σ. 10): "Εξέτασα το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και σύμφωνα με τη νομολογία κατάληξα στο συμπέρασμα ότι η επίδικη πράξη θα πρέπει να ακυρωθεί σε αυτό το στάδιο, γιατί δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη σχετικά με την απόδοση των υποψηφίων κατά τις προφορικές εξετάσεις ενώπιον της Ε.Δ.Υ.. Δεδομένου ότι η επίδικη πράξη θα επανεξεταστεί, κανενός τα δικαιώματα δεν παραβλάπτονται με την ακύρωση της πράξης μόνο για τον προαναφερθέντα λόγο." Το πράγμα οδηγήθηκε έτσι σε επανεξέταση που έγινε στις 5.9.
- Κατ' αυτή, ο δικηγόρος της κας Κουρσουμπά και ο δικηγόρος της κας Ιωαννίδου εισηγήθησαν όπως η διαδικασία επανεξέτασης αρχίσει εξ υπαρχής, δηλαδή από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, εφ' όσον το ίδιο αναιτιολόγητη ήταν και η αξιολόγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής των ενώπιόν της συνεντεύξεων των υποψηφίων αλλά και η Έκθεση της. Παρετηρήθη μάλιστα ότι δύο υποψήφιοι, η κα Θεοδούλου και ο κ. Πασιάς, δεν συστήθησαν καθόλου από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία είχε συστήσει τέσσερις από τους έξι υποψηφίους, την κα Ερωτοκρίτου, την κα Κουρσουμπά, την κα Ιωαννίδου και τον κ. Κληρίδη. Στη βάση ότι η αξιολόγηση όπως και η Έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ήταν έτσι παράνομη και άκυρη ως αναιτιολόγητη, εζητείτο η παραπομπή σε νέα Συμβουλευτική Επιτροπή (η προηγούμενη δεν μπορούσε να συνέλθει λόγω οριστικής αποχώρησης μελών από τη σύνθεση της) προς ετοιμασία νέας Έκθεσης ως στοιχείου απαραίτητα απαιτούμενου από το νόμο και η οποία να εβασίζετο στην αξιολόγηση όλων των στοιχείων του ουσιώδους χρόνου, εξαιρούμενης βέβαια της ενώπιον της προηγούμενης Συμβουλευτικής Επιτροπής απόδοσης των υποψηφίων. Εγίνετο μάλιστα παραπομπή στο ότι, όπως ρητά είχε πει το Δικαστήριο στην απόφασή του, η ακύρωση δεν επηρέαζε τα δικαιώματα οποιουδήποτε μέρους κατά την επανεξέταση. Υπεδεικνύετο επίσης ότι ήταν αναγκαίο, όταν η επανεξέταση θα κατέληγε και πάλι στην Ε.Δ.Υ., να γίνουν και νέες συστάσεις από το Γενικό Εισαγγελέα εφ' όσον οι προηγούμενες συστάσεις του, που θεωρούσαν την κα Θεοδούλου και τον κ. Πασιά λιγότερο κατάλληλους από τους άλλους τέσσερις υποψήφιους, είχαν βασισθεί στην απόδοση τους κατά την ενώπιον της Ε.Δ.Υ. προσωπική συνέντευξη, η αξιολόγηση της οποίας από την Ε.Δ.Υ. εκρίθη ως αναιτιολόγητη. Παρά ταύτα, η Ε.Δ.Υ. απεφάσισε (σ. 12-13 των πρακτικών): "...ότι δεν ενδείκνυται η παραπομπή του θέματος στη Συμβουλευτική Επιτροπή, δεδομένου ότι η σύνθεσή της έχει στο μεταξύ αλλάξει και συνεπώς δεν θα είναι σε θέση να αιτιολογήσει την απόδοση των υποψηφίων στην ενώπιόν της προφορική εξέταση που είναι αναιτιολόγητη. Περαιτέρω η Επιτροπή σημείωσε ότι όλοι οι υποψήφιοι που προσήλθαν, κατά την αρχική εξέταση του θέματος, στην ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής προφορική εξέταση κλήθηκαν και προσήλθαν και στην ενώπιον της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας προφορική εξέταση. Ενόψει των πιο πάνω, η Επιτροπή έκρινε ότι ο ρόλος μιας νέας Συμβουλευτικής Επιτροπής θα περιορίζετο στην ετοιμασία του καταλόγου των υποψηφίων που συστήνει για επιλογή με βάση τα στοιχεία των φακέλων και τα προσόντα των υποψηφίων για τα οποία προσόντα αρμόδιο όργανο να αποφασίσει τελικά είναι η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας. Ως εκ τούτου η Επιτροπή αποφάσισε να προχωρήσει στην επανεξέταση του θέματος, με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, χωρίς την παραπομπή του στη Συμβουλευτική Επιτροπή." Προχωρώντας στην επανεξέταση σε αυτή τη βάση, η Ε.Δ.Υ., χρησιμοποιώντας τις προσωπικές σημειώσεις των μελών της, προχώρησε στην καταγραφή της αιτιολόγησης της κρίσης της ως προς την απόδοση των υποψηφίων κατά την ενώπιον της προσωπική συνέντευξη προς το σκοπό συμπλήρωσης της διαπιστωθείσας ως ελλείπουσας αιτιολογίας. Αγνόησε δε την εντύπωση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ως προς την απόδοση των υποψηφίων κατά την ενώπιον εκείνης προσωπική συνέντευξη, κρίνοντας αυτή αναιτιολόγητη. Ως προς τη σύσταση του Γενικού Εισαγγελέα που είχε δοθεί κατά την πρώτη εξέταση, αυτή εκρίθη αιτιολογημένη και ελήφθη υπ' όψη ως μη επηρεασμένη από την αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων κατά την ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής προσωπική συνέντευξη. Η Ε.Δ.Υ. επέλεξε και πάλι την κα Ερωτοκρίτου ως την καταλληλότερη υποψήφια. Εναντίον αυτής της απόφασης κατεχωρήθησαν οι προσφυγές 856/96, 1003/96 και 1008/96 από τις ίδιες Αιτήτριες κα Κουρσουμπά, κα Ιωαννίδου και κα Θεοδούλου αντίστοιχα, οι οποίες και συνεκδικάσθησαν, περιέχουσες και ταυτόσημους λόγους ακύρωσης. Βασική εισήγηση των Αιτητριών ήταν ότι η διαδικασία της επανεξέτασης θα έπρεπε να είχε αρχίσει από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, με νέα σύνθεση, και μάλιστα αφού η πρώτη Συμβουλευτική Επιτροπή δεν είχε νόμιμη σύνθεση δοθέντος ότι σε αυτή συμμετείχαν τρεις Πρόεδροι Επαρχιακού Δικαστηρίου και έτσι δεν ήσαν δημόσιοι υπάλληλοι στα πλαίσια του άρθρου 32 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (Ν. 1/90). Το Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση ότι η επανεξέταση θα έπρεπε να είχε γίνει από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, ακολουθώντας προηγούμενη απόφαση του στην υπόθεση Καραολή ν. Δημοκρατίας, 252/92, 8.4.1998, συμφώνησε όμως με την εισήγηση ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Το Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω ότι άλλος λόγος ακύρωσης προέκυπτε από την ακόλουθη αναφορά της Ε.Δ.Υ. στην σ. 18 των πρακτικών, δοθείσας της μετέπειτα απόφασης της Ολομέλειας στην υπόθεση Ιωαννίδου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 171, ότι παράνομα ελήφθη υπ'όψη η αναφερόμενη παρατήρηση του Γενικού Εισαγγελέα: "Όσον αφορά τις Υπηρεσιακές Εκθέσεις για τα έτη 1992 και 1993, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο Γραφείο της Επιτροπής κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δήλωσε ενώπιον της Επιτροπής, κατά την αρχική εξέταση του θέματος, ότι θα ήταν περίπου οι ίδιες με τις Υπηρεσιακές Εκθέσεις των ετών 1990 και 1991." Η κατάληξη αυτή δεν αναιρείτο από την απόφαση της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 21.6.1995, ότι οι εκθέσεις των ετών 1992 και 1993 δεν θα ελαμβάνοντο υπ΄όψη για κανένα λειτουργό της Νομικής Υπηρεσίας ως εκ της μεγάλης και αναιτιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή τους, εφ' όσον η Ε.Δ.Υ., κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης, όχι μόνο δεν αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση της αλλά και ανεφέρθη στις εν λόγω εκθέσεις στο πιο πάνω απόσπασμα. Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε αιτιολογημένη τη σύσταση του Γενικού Εισαγγελέα. Εναντίον της απόφασης αυτής κατεχωρήθησαν οι ακόλουθες εφέσεις:
- Η έφεση 2776 από την κα Θεοδούλου, η οποία όμως απεσύρθη.
- Η έφεση 2777 από την κα Ιωαννίδου, η οποία είναι ενώπιόν μας.
- Η έφεση 2778 από την κα Ερωτοκρίτου, η οποία είναι ενώπιόν μας. Η κα Κουρσουμπά δεν κατεχώρησε έφεση. Στα πλαίσια της έφεσης 2778 όμως κατεχώρησε αντέφεση. Η κα Ιωαννίδου στην έφεσή της και η κα Κουρσουμπά στην αντέφεσή της προσβάλλουν την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν ήταν ορθό η επανεξέταση να άρχιζε από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Τούτο γίνεται στη βάση και των εξ αρχής προταθέντων επί του θέματος επιχειρημάτων και στη βάση του επιχειρήματος ότι η διαπίστωση από το ίδιο το Δικαστήριο του παράνομου της σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής οδηγούσε αναπόφευκτα στην ανάγκη η διαδικασία να είχε αρχίσει από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Άλλος λόγος έφεσης της κας Ιωαννίδου στηρίζεται στην εισήγηση ότι η αιτιολόγηση από την Ε.Δ.Υ. της απόδοσης των υποψηφίων κατά την ενώπιόν της προσωπική συνέντευξη συνεχίζει να είναι ανεπαρκής. Η κα Ιωαννίδου στην έφεσή της και η κα Κουρσουμπά στην αντέφεσή της προσβάλλουν και την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η σύσταση του Γενικού Εισαγγελέα ήταν αιτιολογημένη. Η κα Ερωτοκρίτου προσβάλλει ως εσφαλμένη την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή είχε συγκροτηθεί παράνομα καθώς και την κατάληξη του Δικαστηρίου που αφορά τις εκθέσεις των ετών 1992 και
- Προσβάλλει επίσης άλλη άποψη του Δικαστηρίου παρεπόμενη της θέσης που έλαβε ως προς τις εν λόγω εκθέσεις. Στα δομικά πλαίσια της διαδικασίας, το πρώτο θέμα που κατά λογική συνέπεια προτεραιότητας εμπίπτει να αποφασισθεί είναι το εγειρόμενο στην έφεση της κας Ερωτοκρίτου που αφορά τη νομιμότητα της σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Ο σχετικός λόγος έφεσης έχει τρεις πτυχές. Κατά πρώτο, η εισήγηση είναι ότι, εφόσον το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η διαδικασία επανεξέτασης θα έπρεπε να άρχιζε από το στάδιο της Ε.Δ.Υ. και όχι από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, δεν ετίθετο θέμα παράνομης συγκρότησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής και συνεπώς κακώς το Δικαστήριο επελήφθη αυτού του θέματος. Η εισήγηση αυτή, επί των δικών της όρων, ευσταθεί ή καταρρέει βέβαια ανάλογα με την έκβαση του ιδίου του θέματος που αφορά το κατά πόσο η διαδικασία επανεξέτασης θα έπρεπε να άρχιζε από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, που εγείρεται στην έφεση της κας Ιωαννίδου και στην αντέφεση της κας Κουρσουμπά. Προς τούτο συναρτάται έτσι και η δεύτερη πτυχή του σχετικού λόγου έφεσης, ότι δηλαδή ήταν ορθή η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η διαδικασία επανεξέτασης έπρεπε να άρχιζε από το στάδιο της Ε.Δ.Υ. και όχι από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής (που στην πραγματικότητα δεν μπορεί να συνιστά μέρος του λόγου έφεσης αφού εκφράζει συμφωνία με την απόφαση και μάλλον συνιστά αιτιολογία σε στήριξή της σε απάντηση του σχετικού λόγου έφεσης που εγείρουν η κα Ιωαννίδου και η κα Κουρσουμπά), η οποία ενισχύεται από την παράλληλη εισήγηση (και είναι αυτή που αποτελεί μέρος του λόγου έφεσης) ότι κακώς το Δικαστήριο δεν απεφάσισε επί άλλης εισήγησης της κας Ερωτοκρίτου ότι η κα Ιωαννίδου και η κα Κουρσουμπά εκωλύοντο να εγείρουν θέμα επανάληψης της διαδικασίας από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Ως προς την πρώτη πτυχή, η εισήγηση αποφεύγει την ουσία του θέματος αφού παραγνωρίζει τη σχετικότητα της νομιμότητας της σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής ως αυτόνομου λόγου ακυρότητας που θα μπορούσε να εξεταστεί σαν τέτοιος από το Δικαστήριο στις δεύτερες προσφυγές και που όντως εξετάστηκε έτσι. Η απόφαση της Ε.Δ.Υ. να μην αρχίσει η διαδικασία επανεξέτασης από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής συνιστούσε το αντικείμενο άλλου λόγου ακύρωσης στις προσφυγές, και έτσι εξετάστηκε, τοσούτο μάλλον αφού δεν συναρτήθηκε από την Ε.Δ.Υ. προς το παράνομο της σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής αλλά, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που παραθέσαμε (σελίδες 4-5), προς άλλους λόγους. Το ουσιαστικό ερώτημα ως προς τούτο είναι λοιπόν κατά πόσο, όπως ισχυρίζεται η κα Ερωτοκρίτου στη δεύτερη πτυχή του λόγου έφεσης, η κα Ιωαννίδου και η κα Κουρσουμπά εκωλύοντο να εγείρουν θέμα παράνομης σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Κώλυμα ως εκ της έκβασης των προηγούμενων προσφυγών δεν προέκυπτε όμως. Κατ' αρχή, η νομιμότητα της σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής είχε σαφώς εγερθεί τόσο στις πρώτες όσο και στις δεύτερες προσφυγές ως βασικός λόγος ακύρωσης. Κατά δεύτερο λόγο, η αποδοχή από τη Δημοκρατία της ακύρωσης της πρώτης απόφασης της Ε.Δ.Υ. έγινε μόνο για το λόγο που αναφέρθη, χωρίς να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης και με ρητή αναφορά, σε συνάρτηση με την ένσταση των Αιτητριών, στο ότι, δεδομένου ότι θα ακολουθούσε επανεξέταση, "... δεν παραβλάπτονταν κανενός τα δικαιώματα" (σελίδα 6) και (σελίδα 10): "Δεδομένου ότι η επίδικη πράξη θα επανεξεταστεί, κανενός τα δικαιώματα δεν παραβλάπτονται με την ακύρωση της πράξης μόνο για τον προαναφερθέντα λόγο." Σαφώς λοιπόν δεν προέκυπτε κώλυμα για την κα Ιωαννίδου και την κα Κουρσουμπά να εγείρουν στις δεύτερες προσφυγές τους το θέμα της νομιμότητας της σύγκλησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Η κα Ερωτοκρίτου εισηγείται ότι προέκυπτε τέτοιο κώλυμα για δύο λόγους:
- Καθόσον η κα Ιωαννίδου και η κα Κουρσουμπά δεν είχαν, σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέτασης του θέματος από τη Συμβουλευτική Επιτροπή και την Ε.Δ.Υ. κατά τη διαδικασία που οδήγησε στη λήψη της πρώτης απόφασης, εγείρει θέμα νομιμότητας της σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή επιφυλάξει ένστασή τους ως προς αυτή, παρά μόνο μετά από τη λήψη της απόφασης, και έτσι δεν μπορούν, έχοντας επιδοκιμάσει, να αποδοκιμάζουν τώρα τη διαδικασία εκείνη. Η εισήγηση αυτή δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Η συμμετοχή των Αιτητριών στην αρχική διαδικασία ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής και της Ε.Δ.Υ. χωρίς ένσταση προς οποιαδήποτε ενδεχόμενη αντικανονικότητα, και μάλιστα ελλείψει μαρτυρίας ότι είχαν γνώση για αυτή, δεν εξυπάκουε εγκατάλειψη του δικαιώματος τους να εγείρουν τέτοιο θέμα σε ακόλουθη προσφυγή αν τελικά διαπιστώνετο ότι εγείρετο, και μάλιστα εφόσον αφορούσε παρανομία στη σύνθεση διοικητικού οργάνου.
- Καθόσον δεν επηρεάσθηκαν τα συμφέροντα οποιουδήποτε υποψηφίου αφού και οι έξι υποψήφιοι που είχαν προσέλθει ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής προσήλθαν και ενώπιον της Ε.Δ.Υ. Τούτο όμως δεν θα ήταν θέμα κωλύματος παρά μάλλον συναρτάται προς το άλλο θέμα που εγείρεται στην έφεση της κας Ιωαννίδου και στην αντέφεση της κας Κουρσουμπά, κατά πόσο δηλαδή η Ε.Δ.Υ. όφειλε να είχε αρχίσει τη διαδικασία της επανεξέτασης από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, και είναι στα πλαίσια εκείνα που εμπίπτει να εξεταστεί. Αυτό οδηγεί στην τρίτη πτυχή του σχετικού λόγου έφεσης της κας Ερωτοκρίτου που αφορά το ουσιαστικό θέμα, καθόσον εδράζεται στην εισήγηση ότι η συγκρότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ήταν νόμιμη. Επ' αυτού, δεν βλέπουμε λόγο να διαφέρουμε από την προσέγγιση και την κατάληξη του αδελφού μας Δικαστή ότι η σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ήταν παράνομη. Η συμμετοχή τριών Προέδρων Επαρχιακού Δικαστηρίου στη Συμβουλευτική Επιτροπή ουδόλως μπορούσε να θεωρηθεί σύμφωνη με το άρθρο 32
(3), σε συνδυασμό και με το άρθρο 2, του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (Ν. 1/90), ή με τις γενικότερες συνταγματικές αρχές που διέπουν τη δικαστική λειτουργία. Η κατάληξη επί του θέματος της νομιμότητας της σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής, που ήταν και ο πρωταρχικός λόγος για τον οποίο ακυρώθηκε η προσβληθείσα απόφαση, καθιστά βέβαια μη αναγκαίο να ασχοληθούμε με οποιοδήποτε άλλο από τα εγειρόμενα στις εφέσεις και στην αντέφεση, δοθέντος ότι συμπαρασύρονται σε ακυρότητα όλα τα όσα ακολούθησαν το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, από όπου θα πρέπει βέβαια η επανεξέταση που θα ακολουθήσει να αρχίσει. Μας έχει όμως απασχολήσει κατά πόσο θα έπρεπε να ασχοληθούμε και με το θέμα που εγείρεται στην έφεση της κας Ιωαννίδου και στην αντέφεση της κας Κουρσουμπά, κατά πόσο δηλαδή ορθά απεφάσισε η Ε.Δ.Υ. ότι η επανεξέταση δεν θα έπρεπε να είχε αρχίσει από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Η απόφαση αυτή της Ε.Δ.Υ. βέβαια δεν συνδέετο προς οποιαδήποτε άποψη της για παρανομία της σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής, παρά μόνο συναρτάτο προς το αίτημα των Αιτητριών όπως η επανεξέταση αρχίσει από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής για το λόγο ότι, όπως και η ίδια η Ε.Δ.Υ. θεώρησε, η έκθεση της έπρεπε να κριθεί εξ ίσου αναιτιολόγητη με την αξιολόγηση της Ε.Δ.Υ. που αποτέλεσε τη βάση για την πρώτη ακυρωτική απόφαση. Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση της Ε.Δ.Υ. να μην αρχίσει η επανεξέταση από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής παύει έτσι να έχει σημασία αφ' ης στιγμής η απόφαση μας ότι η σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ήταν παράνομη συνιστά δεδομένο διάφορο εκείνου στο οποίο βασίσθηκε η απόφαση της Ε.Δ.Υ. να μην αρχίσει την επανεξέταση από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, δηλαδή το ότι η έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ήταν αναιτιολόγητη. Προς τούτο εξ άλλου συναρτάτο και ο λόγος που έδωσε η Ε.Δ.Υ., δηλαδή ότι εν πάση περιπτώσει οι μη συστηθέντες από τη Συμβουλευτική Επιτροπή δεν επηρεάζοντο αφού εκλήθησαν από την ίδια την Ε.Δ.Υ. Προκειμένου όμως για παρανομία στη σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, που είναι ο λόγος ακύρωσης στην εφεσιβληθείσα ενώπιον μας απόφαση, η Ε.Δ.Υ. ασφαλώς δεν θα μπορούσε με οποιαδήποτε δικαιολογία να μην αρχίσει την επανεξέταση από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, αφού το αντίθετο θα ισοδυναμούσε με ουσιαστικά τελεία κατάργηση του θεσμοθετημένου ρόλου της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Η σημασία της ενεχόμενης αρχής τονίσθηκε στην υπόθεση Τζιακούρη-Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 223, η οποία έθεσε και τέρμα στην οποιαδήποτε αμφιβολία ή διάσταση απόψεων στη νομολογία, και η οποία βέβαια δεν ήταν υπ' όψη του αδελφού μας Δικαστή αφού εδόθη αργότερα. Η απόφαση της Ολομέλειας έγκειται ακριβώς στο ότι η διαδικασία της Συμβουλευτικής Επιτροπής, είτε θεωρηθεί όρος του νόμου είτε ουσιώδης τύπος, πρέπει να ακολουθηθεί νόμιμα εφ' όσον προβλέπεται ρητά από το Νόμο. Όπως επιγραμματικά το έθεσε ο Νικολαΐδης, Δ., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας, στη σ. 229: "Η Επιτροπή είχε καθήκον να παραπέμπει το θέμα στη Συμβουλευτική Επιτροπή γιατί ο Νόμος 1/90 καθιστά τούτο υποχρεωτικό." Και το θέμα είναι ακριβώς τόσο απλό όσο και θεμελιακό. Η υπόθεση Τζιακούρη-Σιακαλλή αφορούσε μόνο επελθούσα αλλαγή στη σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Στην προκειμένη περίπτωση το πράγμα είναι ακόμα πιο ουσιαστικό αφού πρόκειται για παρανομία στη σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής που την καθιστούσε έτσι νομικά ανύπαρκτη. Η κατάληξη είναι βέβαια η ίδια αν το θέμα εξετασθεί και επί των ιδίων των όρων που η Ε.Δ.Υ. αποφάσισε να μην αρχίσει η διαδικασία επανεξέτασης από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Ούτε το γεγονός της επελθούσας αλλαγής στη σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ούτε το ότι όλοι οι ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής υποψήφιοι ήσαν ενώπιον της Ε.Δ.Υ. αναιρούσε την υποχρέωση της Ε.Δ.Υ. να αρχίσει την επανεξέταση από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, αφ' ης στιγμής αποφάσισε ότι η έκθεση της ήταν αναιτιολόγητη. Τα υπόλοιπα θέματα δεν θα μας απασχολήσουν. Με την απόρριψη του λόγου έφεσης της κας Ερωτοκρίτου που αφορά τη νομιμότητα της σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής και την επιτυχία του λόγου έφεσης της κας Ιωαννίδου και του λόγου αντέφεσης της κας Κουρσουμπά που αφορά το στάδιο από το οποίο θα έπρεπε να είχε αρχίσει η επανεξέταση, η εφεσιβαλλόμενη απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η προσβληθείσα προαγωγή της κας Ερωτοκρίτου επικυρώνεται για τους λόγους που αναφέραμε. Ως προς τα έξοδα: 1. Στην έφεση της κας Ιωαννίδου, η Δημοκρατία θα καταβάλει τα έξοδα της κας Ιωαννίδου όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. 2. Στην έφεση της κας Ερωτοκρίτου, η κα Ερωτοκρίτου θα καταβάλει τα έξοδα της κας Ιωαννίδου και τα έξοδα της κας Κουρσουμπά στην αντέφεση. Η έφεση 2777 επιτυγχάνει με έξοδα. Η έφεση 2778 απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο