← Κύπρος

Χαρτούμπαλλος Βάσος & Υιοί Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2005) 3 ΑΑΔ 376

Χαρτούμπαλλος Βάσος & Υιοί Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας

(2005)3 ΑΑΔ 376 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2005)3 ΑΑΔ 376 20 Σεπτεμβρίου, 2005 [ΑΡΤΕΜΗΣ, ΚΡΟΝΙΔΗΣ, ΗΛΙΑΔΗΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, ΦΩΤΙΟΥ, Δ/στές] ΒΑΣΟΣ ΧΑΡΤΟΥΜΠΑΛΛΟΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Εφεσείοντες-Αιτητές, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
  1. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ,
  2. ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ, Εφεσιβλήτων-Καθ'ών η αίτηση. (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3532) Διοικητική πράξη ― Δέουσα έρευνα ― Η αναζήτηση πρόσθετων στοιχείων και πληροφοριών από τη διοίκηση, δεν την εμποδίζει στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση των στοιχείων αυτών να απορρίψει το αίτημα του διοικουμένου. Λατομεία ― Αίτηση για έκδοση ερευνητικής άδειας για παραγωγή σπαστών ψαμμιτικών προϊόντων ― Η αίτηση απορρίφθηκε, γιατί αντιμετωπίστηκε ως αίτηση που αφορούσε σε παραγωγή φυσικής άμμου ― Πλάνη περί τα πράγματα οδήγησε σε ακύρωση της απορριπτικής απόφασης. Διοικητική πράξη ― Αιτιολογία ― Εφόσον διαπιστώνεται πλάνη περί τα πράγματα εκ μέρους της Διοίκησης, η αιτιολογία που δίδεται είναι εσφαλμένη και η απόφαση ακυρώνεται και για το λόγο αυτό. Η εφεσείουσα εταιρεία επεδίωξε με την έφεσή της, την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία η προσφυγή της κατά της απορριπτικής απόφασης των εφεσιβλήτων για έκδοση ερευνητικής άδειας για παραγωγή σπαστών ψαμμιτικών προϊόντων απορρίφθηκε. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κάνοντας δεχτή την έφεση, αποφάσισε ότι:
  3. Ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι με το να ζητήσουν πρόσθετα στοιχεία οι εφεσίβλητοι δεν εμποδίζοντο από του να απορρίψουν στη συνέχεια την αίτηση. Άλλωστε φαίνεται ότι οι εφεσίβλητοι μεταξύ άλλων βασίστηκαν και στα εν λόγω πρόσθετα στοιχεία, δηλαδή την δήλωση των εφεσειόντων ότι θα χρησιμοποιούσαν τα προϊόντα ως δομικά υλικά, για να απορρίψουν την αίτηση. Αν αυτό αποτελεί πλάνη περί τα πράγματα ή ελλειπή αιτιολογία, είναι θέματα των δυο πρώτων λόγων έφεσης.
  4. Ένα από τα παράπονα των εφεσειόντων, είναι ότι ενώ οι ίδιοι ζήτησαν άδεια για λατόμευση και παραγωγή θραυστών αδρανών υλικών, οι εφεσίβλητοι θεώρησαν την αίτηση τους ότι ήταν για φυσική άμμο, ενέργεια που εσφαλμένα δέχθηκε και το πρωτόδικο δικαστήριο. Αναφέρθηκε πιο πάνω, κατά την παράθεση των γεγονότων, ότι η αίτηση ήταν για ερευνητική άδεια «Για παραγωγή σπαστών αμμικών προϊόντων». Όμως οι εφεσίβλητοι αναφέρονται σε αίτημα για «φυσική άμμο» βασιζόμενοι στην εισήγηση του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, ο οποίος αναφέρει τα εξής: «Γίνεται εισήγηση για απόρριψη της αίτησης, διότι σκοπός της αιτήτριας είναι στην ουσία να παράξει και διαθέσει στην αγορά για την οικοδομική βιομηχανία φυσικούς άμμους» ενάντια στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου αρ. 40.491 ημερ. 26/1/
  5. Από την εν λόγω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, φαίνεται ότι η περίπτωση της φυσικής άμμου είναι διαφορετική από αυτή της παραγωγής σπαστών ψαμμικών προϊόντων που ζητούσαν οι εφεσείοντες. Τούτο φαίνεται και από την επιστολή του Υπουργείου ημερ. 28/9/94 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Μεταλλείων, στην οποία επίσης βασίστηκαν οι εφεσίβλητοι για την απόρριψη της αίτησης. Οι εφεσίβλητοι κατάληξαν ότι η αίτηση αφορούσε «φυσική άμμο» με το σκεπτικό που φαίνεται στην εν λόγω επιστολή της 28/9/94, ότι δηλαδή «κατά την επιτόπια επίσκεψη, σε κανένα σημείο και των τεσσάρων περιοχών που εξετάστηκαν δεν εντοπίστηκαν γεωλογικοί σχηματισμοί ή το συγκεκριμένο πέτρωμα (ασβεστολιθικός ψαμμίτης) από το οποίο να μπορεί να παραχθεί σπαστή άμμος .......». Οι καθών η αίτηση πεπλανημένα θεώρησαν την αίτηση των εφεσειόντων ως αίτηση για «φυσική άμμο». Η αίτηση ήταν σαφώς για άμμο που θα προερχόταν από σπαστά υλικά και αν δεν μπορούσε να εγκριθεί για το λόγο ότι δεν υπήρχαν τέτοια πετρώματα στην περιοχή, μπορούσε να απορριφθεί για αυτό το λόγο και όχι να θεωρηθούν οι αιτητές ότι ζητούσαν άδεια για φυσική άμμο. Κρίνεται λοιπόν ότι οι εφεσίβλητοι ενήργησαν πεπλανημένα ως προς τα πραγματικά γεγονότα και η περί του αντιθέτου απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν είναι ορθή. Επομένως η έφεση επιτυγχάνει για αυτό το λόγο.
  6. Το πρωτόδικο δικαστήριο παρόλο που ανάφερε ότι «η δοθείσα αιτιολογία δεν ήταν διατυπωμένη με τον πιο καλό τρόπο» έκρινε ότι αυτή «ήταν αρκετή για να εξηγήσει στην ουσία την απορριπτική κατάληξη». Ενόψει της απόφασης ότι υπήρχε πλάνη ως προς την πραγματική φύση της αίτησης που οι καθών η αίτηση θεώρησαν ότι ήταν για φυσική άμμο που καλύπτεται από την παράγραφο (στ) της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου αρ. 40.491 και ημερ. 26/1/94, κρίνεται ότι τούτο οδηγεί και σε εσφαλμένη αιτιολογία. Έτσι η έφεση επιτυγχάνει και για αυτό το λόγο. Η έφεση επιτυγχάνει με έξοδα. Έφεση. Έφεση από την αιτήτρια εταιρεία εναντίον της απόφασης Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Υπόθεση Αρ. 948/2000) ημερομηνίας 17/9/2002, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της κατά της απόρριψης της αίτησής της ημερ. 31/3/99 για έκδοση ερευνητικής άδειας λατομείου για παραγωγή σπαστών ψαμμικών προϊόντων ώστε να χρησιμοποιηθούν στην οικοδομική βιομηχανία ως δομικά υλικά. Ι. Νικολάου, για τους Εφεσείοντες. Ε. Παπαγεωργίου-Καρακάννα, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Εφεσίβλητους. Cur. adv. vult. ΑΡΤΕΜΗΣ, Δ.: Την απόφαση του δικαστηρίου θα δώσει ο δικαστής Μ. Φωτίου. ΦΩΤΙΟΥ, Δ.: Η παρούσα έφεση στρέφεται κατά της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου με την οποία απέρριψε την προσφυγή των αιτητών-εφεσειόντων με αριθμό 948/2000 την οποία είχαν καταχωρήσει κατά της απόφασης των καθών η αίτηση/εφεσιβλήτων να απορρίψουν την αίτησή τους για έκδοση ερευνητικής άδειας για την παραγωγή σπαστών ψαμμιτικών προϊόντων. Τα γεγονότα και η πρωτόδικη απόφαση Στις 31/3/99 η εφεσείουσα εταιρεία Βάσος Χαρτούμπαλλος & Υιοί Λτδ υπέβαλαν προς το Υπουργικό Συμβούλιο, μέσω του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Μεταλλείων, την αίτηση με αρ. 3823 με την οποία ζητούσαν ερευνητική άδεια «Για παραγωγή σπαστών αμμικών προϊόντων». Στις 18/6/99 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Μεταλλείων ζήτησε από τους εφεσείοντες να υποβάλουν διάφορα στοιχεία τα οποία θεώρησε αναγκαία για σκοπούς εξέτασης της αίτησης τους. Στο εν λόγω αίτημα οι εφεσείοντες ανταποκρίθηκαν με επιστολή τους ημερ. 2/10/99 την οποία η Υπηρεσία Μεταλλείων παράλαβε στις 15/10/
  7. Στην εν λόγω επιστολή/έκθεσή τους οι εφεσείοντες μεταξύ άλλων δήλωναν ότι τα υλικά που θα εξορρύσσονται προτίθενται, με βάση τα αποτελέσματα της ερευνητικής άδειας, να τα χρησιμοποιήσουν στην οικοδομική βιομηχανία ως δομικά υλικά. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Μεταλλείων στις 4/1/00 εισηγήθηκε στον Υπουργό Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος την απόρριψη της αίτησης διότι η πρόθεση της αιτήτριας εταιρείας να παράγει δομικά υλικά από την περιοχή που αφορούσε η αίτηση προσέκρουε στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου υπ' αρ. 40.491 της 26/1/94 και συγκεκριμένα στην παράγραφο (στ) στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Η έκδοση νέων προνομίων λατομείου για παραγωγή φυσικού άμμου να γίνεται μόνο μετά από προσεκτική μελέτη στις υφιστάμενες μονάδες παραγωγής τέτοιου υλικού και στις περιοχές που υφίστανται οι εγκαταστάσεις τους». Μετά την εν λόγω εισήγηση ο Υπουργός Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος στις 27/4/00 αποφάσισε ως ακολούθως: «Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία και λαμβάνοντας υπόψη τις εισηγήσεις τόσο της Υπηρεσίας Μεταλλείων όσο και του Γενικού Διευθυντή και δεδομένου ότι η αιτήτρια, με βάση το ερευνητικό πρόγραμμα της, σκοπεύει στην ουσία να παράξει και διαθέσει στην οικοδομική βιομηχανία φυσικούς άμμους η αίτηση απορρίπτεται αφού η δραστηριότητα αυτή περιορίζεται από την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 40.491 και ημερομηνία 26.1.1994.» Η πιο πάνω απόφαση κοινοποιήθηκε στους αιτητές με επιστολή του Υπουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ημερ. 11/5/00 το ουσιαστικό μέρος της οποίας έχει ως ακολούθως: «Αναφέρομαι στην πιο πάνω αίτηση σας και σας πληροφορώ ότι ο Υπουργός Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος αποφάσισε να την απορρίψει επειδή με βάση το Ερευνητικό σας πρόγραμμα σκοπεύετε να παράξετε και διαθέσετε στην οικοδομική βιομηχανία φυσικούς άμμους γεγονός που περιορίζεται από την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 40.491 της 26/1/1994.» Αποτέλεσμα ήταν η καταχώρηση της προσφυγής αρ. 948/00, στην οποία, μεταξύ άλλων, προβλήθηκε ισχυρισμός για μη διεξαγωγή της δέουσας έρευνας, πλάνη περί τα πράγματα και έλλειψη αιτιολογίας, η οποία όμως προσφυγή απορρίφθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο με το εξής ουσιαστικά σκεπτικό: «Μου φαίνεται πως η προηγουμένως διεξαχθείσα έρευνα σε σχέση με άλλες αιτήσεις, κάλυπτε ουσιαστικά και την παρούσα περίπτωση αφού αφορούσε το μεγαλύτερο μέρος της ίδιας περιοχής και παρείχε βάσιμες ενδείξεις για το σύνολο. Ενόψει δε των διαπιστώσεων ότι υπήρχε μεν φυσική άμμος αλλά όχι σχηματισμοί ή πετρώματα από τα οποία να μπορούσε να παραχθεί σπαστή άμμος, το αίτημα αφορούσε πια στη φυσική άμμο σε σχέση όμως με την οποία η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου δεν παρείχε δυνατότητα έγκρισης. Η δοθείσα αιτιολογία δεν ήταν διατυπωμένη με τον πιο καλό τρόπο αλλά ήταν αρκετή για να εξηγήσει στην ουσία την απορριπτική κατάληξη. Τέλος, δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι επειδή για σκοπούς εξέτασης της αίτησης ζητήθηκαν πρόσθετα στοιχεία η διοίκηση αυτοπεριοριζόταν αναφορικά με το πώς εν τέλει θα αξιολογούσε την περίπτωση και θα αποφάσιζε.» Η έφεση Οι αιτητές εφεσίβαλαν την πιο πάνω απόφαση και προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους έφεσης: «Λόγος Έφεσης 1 Το Δικαστήριο που εκδίκασε πρωτόδικα την υπόθεση περί το νόμο και/ή τα πράγματα επλανήθη και/ή εσφαλμένως έκρινε ότι η προηγουμένως διεξαχθείσα έρευνα σε σχέση με άλλες αιτήσεις, κάλυπτε ουσιαστικά και την παρούσα περίπτωση, αφού αφορούσε το μεγαλύτερο μέρος της ίδιας περιοχής και παρείχε βάσιμες ενδείξεις για το σύνολο. Λόγος Έφεσης 2 Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εκδίκασε πρωτόδικα την υπόθεση, περί το νόμο και/ή τα πράγματα επλανήθη και/ή εσφαλμένως έκρινε ότι παρόλο που η δοθείσα αιτιολογία δεν ήταν διατυπωμένη με τον πιο καλό τρόπο, εντούτοις, ήταν αρκετή για να εξηγήσει στην ουσία την απορριπτική κατάληξη. Λόγος Έφεσης 3 Το Πρωτόδικο Δικαστήριο περί το νόμο και/ή τα πράγματα επλανήθη και/ή εσφαλμένως έκρινε ότι επειδή για σκοπούς εξέτασης της αίτησης ζητήθηκαν πρόσθετα στοιχεία η διοίκηση δεν αυτοπεριοριζόταν αναφορικώς με το πως εν τέλει θα αξιολογούσε την περίπτωση και θα αποφάσιζε.» Από τα περιγράμματα αγόρευσης των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία κατά την ακρόαση της υπόθεσης απλώς υιοθέτησαν, χρήζουν εξέτασης τα ακόλουθα: (α) κατά πόσο υπήρξε η δέουσα έρευνα και/ή πλάνη περί τα πράγματα (β) κατά πόσο ήταν δεόντως αιτιολογημένη η απόφαση και (γ) αν με το να ζητήσουν οι καθών η αίτηση/εφεσίβλητοι επιπρόσθετα στοιχεία για σκοπούς εξέτασης της αίτησης αυτό προϋπόθετε και την έγκριση της. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο έφεσης μπορούμε να πούμε χωρίς καμιά δυσκολία, ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι με το να ζητήσουν πρόσθετα στοιχεία οι εφεσίβλητοι δεν εμποδίζοντο από του να απορρίψουν στη συνέχεια την αίτηση. Άλλωστε φαίνεται ότι οι εφεσίβλητοι μεταξύ άλλων βασίστηκαν και στα εν λόγω πρόσθετα στοιχεία, δηλαδή την δήλωση των εφεσειόντων ότι θα χρησιμοποιούσαν τα προϊόντα ως δομικά υλικά, για να απορρίψουν την αίτηση. Αν αυτό αποτελεί πλάνη περί τα πράγματα ή ελλειπή αιτιολογία, είναι θέματα των δυο πρώτων λόγων έφεσης. Στρεφόμενοι τώρα στον πρώτο λόγο έφεσης ένα από τα παράπονα των εφεσειόντων είναι ότι ενώ οι ίδιοι ζήτησαν άδεια για λατόμευση και παραγωγή θραυστών αδρανών υλικών, οι εφεσίβλητοι θεώρησαν την αίτηση τους ότι ήταν για φυσική άμμο, ενέργεια που εσφαλμένα δέχθηκε και το πρωτόδικο δικαστήριο. Αναφέραμε πιο πάνω, κατά την παράθεση των γεγονότων, ότι η αίτηση ήταν για ερευνητική άδεια «Για παραγωγή σπαστών αμμικών προϊόντων». Όμως οι εφεσίβλητοι αναφέρονται σε αίτημα για «φυσική άμμο» βασιζόμενοι στην εισήγηση του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ο οποίος αναφέρει τα εξής: «Γίνεται εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διότι σκοπός της αιτήτριας είναι στην ουσία να παράξει και διαθέσει στην αγορά για την οικοδομική βιομηχανία φυσικούς άμμους» ενάντια στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου αρ. 40.491 ημερ. 26/1/
  8. Από την εν λόγω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (βλ. παράγραφο (στ)), φαίνεται ότι η περίπτωση της φυσικής άμμου είναι διαφορετική από αυτή της παραγωγής σπαστών ψαμμικών προϊόντων που ζητούσαν οι εφεσείοντες. Τούτο φαίνεται και από την επιστολή του Υπουργείου ημερ. 28/9/94 (τεκμ. 7 στην ένσταση) προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Μεταλλείων, στην οποία επίσης βασίστηκαν οι εφεσίβλητοι για την απόρριψη της αίτησης. Οι εφεσίβλητοι κατάληξαν ότι η αίτηση αφορούσε «φυσική άμμο» με το σκεπτικό που φαίνεται στην εν λόγω επιστολή της 28/9/94, ότι δηλαδή «κατά την επιτόπια επίσκεψη, σε κανένα σημείο και των τεσσάρων περιοχών που εξετάστηκαν δεν εντοπίστηκαν γεωλογικοί σχηματισμοί ή το συγκεκριμένο πέτρωμα (ασβεστολιθικός ψαμμίτης) από το οποίο να μπορεί να παραχθεί σπαστή άμμος .......». Είμαστε της άποψης ότι οι καθών η αίτηση πεπλανημένα θεώρησαν την αίτηση των εφεσειόντων ως αίτηση για «φυσική άμμο». Η αίτηση ήταν σαφώς για άμμο που θα προερχόταν από σπαστά υλικά και αν δεν μπορούσε να εγκριθεί για το λόγο ότι δεν υπήρχαν τέτοια πετρώματα στην περιοχή, μπορούσε να απορριφθεί για αυτό το λόγο και όχι να θεωρηθούν οι αιτητές ότι ζητούσαν άδεια για φυσική άμμο. Κρίνουμε λοιπόν ότι οι εφεσίβλητοι ενήργησαν πεπλανημένα ως προς τα πραγματικά γεγονότα και η περί του αντιθέτου απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν είναι ορθή. Επομένως η έφεση επιτυγχάνει για αυτό το λόγο. Παρά το ότι με την πιο πάνω η απόφαση μας η έφεση αποπερατώνεται, έστω και περιληπτικά θα εξετάσουμε και τον δεύτερο λόγο που αφορά την ελλειπή και/ή μη δέουσα αιτιολογία. Το πρωτόδικο δικαστήριο παρόλο που ανάφερε ότι «η δοθείσα αιτιολογία δεν ήταν διατυπωμένη με τον πιο καλό τρόπο» έκρινε ότι αυτή «ήταν αρκετή για να εξηγήσει στην ουσία την απορριπτική κατάληξη». Ενόψει της απόφασης μας ότι υπήρχε πλάνη ως προς την πραγματική φύση της αίτησης που οι καθών η αίτηση θεώρησαν ότι ήταν για φυσική άμμο που καλύπτεται από την παράγραφο (στ) της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου αρ. 40.491 και ημερ. 26/1/94, κρίνουμε ότι τούτο οδηγεί και σε εσφαλμένη αιτιολογία. Έτσι η έφεση επιτυγχάνει και για αυτό το λόγο. Ως αποτέλεσμα η έφεση επιτυγχάνει με έξοδα υπέρ των εφεσειόντων, πρωτόδικα και κατ' έφεση. Η πρωτόδικη απόφαση, συμπεριλαμβανομένης και της διαταγής για τα έξοδα, παραμερίζεται. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται με βάση το Άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος. Η έφεση επιτυγχάνει με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.