Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων ν. ΚΕΟ Λτδ
(2008)3 ΑΑΔ 350 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2008)3 ΑΑΔ 350 17 Ιουλίου, 2008 [ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, ΦΩΤΙΟΥ, ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στές] ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ, Εφεσείουσα-Καθ' ης η αίτηση, v. ΚΕΟ ΛΤΔ., Εφεσίβλητης-Αιτήτριας. (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 68/2006) Διοικητική Πράξη ― Εκτελεστή σε αντιδιαστολή προς πράξη στερούμενη εκτελεστότητας ― Περιστάσεις του μη εκτελεστού χαρακτήρα Σημειώματος Απαίτησης του Τμήματος Τελωνείων στην κριθείσα περίπτωση. Τελωνειακοί Δασμοί ― Σημείωμα Απαίτησης δασμών που είχαν επιβληθεί σε προγενέστερο στάδιο ― Δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, παρά το γεγονός ότι αυτό δηλώνεται στο σώμα της απόφασης. Η Δημοκρατία αξίωσε την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης που ακύρωσε την απαίτηση από την εφεσίβλητη καταβολής ποσού Λ.Κ.29.314 σε σχέση με εμπορεύματα που είχε εισαγάγει η εφεσίβλητη παλαιότερα, αλλά εκτελωνίστηκαν κατόπιν απάτης του εγκεκριμένου τελωνειακού πράκτορα, που ενεργούσε εκ μέρους της εφεσίβλητης. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποδεχόμενη την έφεση, αποφάσισε ότι: Η έφεση βασίζεται σε δύο λόγους (α) ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την προδικαστική ένσταση ότι με την προσφυγή δεν προσβάλλεται εκτελεστή διοικητική πράξη και (β) ότι επί της ουσίας της προσφυγής το δικαστήριο στήριξε την απόφασή του σε εσφαλμένη αξιολόγηση και εκτίμηση των νομικών και πραγματικών παραμέτρων της υπόθεσης. Η φύση του (α) λόγου έφεσης είναι τέτοια, που επιβάλλεται να εξεταστεί πρώτα. Ο συνήγορος της εφεσείουσας υποστηρίζοντας τη θέση ότι το σημείωμα απαίτησης δε συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη αφού οι οφειλόμενοι δασμοί και φόροι είχαν ήδη υπολογιστεί και επιβληθεί κατά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες, που φαίνονται στη κάθε διασάφηση εισαγωγής, βασίστηκε στα Άρθρα 30
(1)και 169
(1)του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου του 1967 (Ν. 82/67 ως έχει τροποποιηθεί). Η θέση του δικηγόρου της εφεσείουσας, η οποία υποστηρίζεται και από αποφάσεις Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ορθή. Ο (α) λόγος έφεσης ευσταθεί με αποτέλεσμα να μη χρειάζεται να εξεταστεί ο (β) λόγος έφεσης. Η έφεση επιτυγχάνει με έξοδα. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Αγιομαμίτης v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 429/04, ημερ. 12.10.2005, Ανδρέας Γ. Ιωαννίδης & Υιός Λτδ κ.ά. v. Δημοκρατίας,Υποθ. Αρ. 905/05 κ.ά., ημερ. 4.7.2006, Alexandros Stefanis & Co. Ltd. v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 968/05, ημερ. 14.7.2006, V. & A Chrysostomou Trading Limited v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 904/05 κ.ά., ημερ. 14.7.2006, Bionic Electronics Ltd v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 815/05, ημερ. 16.1.
- Έφεση. Έφεση από την εφεσείουσα εναντίον της απόφασης Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Νικολάτος, Δ.), (Υπ. Αρ. 562/04), ημερ. 2/5/
- Στ. Θεοδούλου, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, για την Εφεσείουσα-Καθ' ης η αίτηση. Κ. Κακουλλή, για την Εφεσίβλητη. Cur. adv. vult. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του δικαστηρίου θα δώσει ο δικαστής Μ. Φωτίου. ΦΩΤΙΟΥ, Δ.: Με την παρούσα έφεση η Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων (εφεσείουσα) ζητά την ανατροπή απόφασης συναδέλφου μας με την οποία αποδέχθηκε την υπ' αρ. 562/04 προσφυγή της εφεσίβλητης και ακύρωσε απαίτηση της εφεσείουσας για καταβολή του ποσού των £29.314 ως φόρο προστιθέμενης αξίας σε σχέση με εμπορεύματα που εισήξε η εφεσίβλητη κατά την περίοδο 10/10/02 έως 19/6/
- Το ποσό αυτό το αξίωσε η εφεσείουσα με επιστολή της (Σημείωμα Απαίτησης) ημερ. 31/3/
- Η προσφυγή αρχικά στρεφόταν και εναντίον άλλης απαίτησης για £29.247 σύμφωνα με επιστολή της εφεσείουσας ημερ. 14/4/04, αλλά κατόπιν άδειας χωρισμού δικογράφου, η παρούσα περίπτωση περιορίστηκε στην απαίτηση ημερ. 31/3/04 για £29.
- Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως τα διαπίστωσε το πρωτόδικο δικαστήριο και με τα οποία οι διάδικοι συμφωνούν, έχουν ως ακολούθως: «Οι αιτητές είναι εταιρεία η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την εισαγωγή εμπορευμάτων και διάθεσή τους στην εγχώρια αγορά. Εξουσιοδότησαν, έναντι αμοιβής, τον εγκεκριμένο τελωνειακό πράκτορα κ. Γεώργιο Σιακίδη να ενεργεί εκ μέρους τους, εκτελωνίζοντας και παραλαμβάνοντας τα εισαγόμενα από το λιμάνι Λεμεσού εμπορεύματά τους. Κατά την περίοδο μεταξύ 10.10.2002 και 19.6.2003, ο κ. Σιακίδης κατέθεσε στο Τελωνείο Λεμεσού, για λογαριασμό των αιτητών 6 διασαφήσεις εισαγωγής, οι οποίες ελέγχθηκαν και έγιναν αποδεκτές από το Τελωνείο. Τα εμπορεύματα όμως που περιγράφονται σε αυτές μετακινήθηκαν από τον τελωνειακό έλεγχο χωρίς να καταβληθούν προηγουμένως οι οφειλόμενοι δασμοί και φόροι που έφταναν στις 29.314,00 Περί τον Ιούνιο 2003, οι αιτητές υποπτεύθηκαν ότι κατά τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων τους, ο εκτελωνιστής ενδέχετο να είχε προβεί σε παράνομες ενέργειες και με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα τους ημερομηνίας 10.7.2003 ενημέρωσαν τις Τελωνειακές Αρχές σε σχέση με τις υποψίες τους. Κατόπιν έρευνας που πραγματοποίησαν λειτουργοί του Τμήματος Τελωνείων στα αρχεία των ταμείων τους και ενόψει των αμφιβολιών που προέκυψαν, φάνηκε ότι ο κ. Σιακίδης πέτυχε την εκτελώνιση των πιο πάνω εμπορευμάτων και την παράδοση τους στους αιτητές παρουσιάζοντας στο Τμήμα Τελωνείων διατακτικά παράδοσης με αριθμούς ταμείου που αφορούσαν σε άλλες διασαφήσεις ή με πλαστογραμμένα έγγραφα. Εναντίον του κ. Σιακίδη καταχωρήθηκε στο Κακουργιοδικείο Λεμεσού ποινική υπόθεση, στην οποία, στις 9.7.2004, ύστερα από παραδοχή του, καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Με επιστολή της ημερ. 31.3.04, η Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων αξίωσε από τους αιτητές την καταβολή του ποσού των £29.314,00 ως οφειλή Φ.Π.Α. της εταιρείας ΚΕΟ ΛΤΔ (αναφορικά με τις έξι διασαφήσεις που κατατέθηκαν κατά την περίοδο 10.10.2002 και 19.6.2003). Στην εν λόγω επιστολή αναφερόταν επίσης ότι η αξίωση καταβολής του ποσού των οφειλόμενων φόρων και δασμών, συνιστούσε εκτελεστή διοικητική πράξη την οποία, αν αμφισβητούσαν οι αιτητές, μπορούσαν να την προσβάλουν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 146 του Συντάγματος.» Ο συνάδελφος που εκδίκασε την προσφυγή, απέρριψε προδικαστική ένσταση ότι η προσβαλλόμενη πράξη (απαίτηση πλήρωσης Φ.Π.Α.) στερείται εκτελεστότητας καθότι πρόκειται μόνο για πράξη αναζήτησης χρημάτων που ήδη οφείλονταν στην εφεσείουσα. Διαφοροποίησε την παρούσα υπόθεση από την Ανδρέας Αγιομαμίτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 429/2004, ημερ. 12/10/05, όπου ο Νικολαΐδης Δ., επί παρόμοιου ζητήματος, έκρινε ότι δεν υπήρχε εκτελεστή διοικητική πράξη, για το λόγο ότι στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι (αιτητές) δεν απέφυγαν την πληρωμή του δασμού αλλά είχαν πληρώσει το δασμό στον εν λόγω Σιακίδη με επιταγές πληρωτέες εις διαταγήν της εφεσείουσας και δεν εισπράχθηκαν από την εφεσείουσα λόγω δικής της υπαιτιότητας. Επί της ουσίας της προσφυγής το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι οι τελωνειακοί λειτουργοί δεν προέβησαν στο νενομισμένο έλεγχο αναφορικά με τη διαδικασία εκτελωνισμού εισαγομένων εμπορευμάτων για την περίοδο από τον Οκτώμβη 2002 μέχρι τον Ιούνιο 2003 εξού και δεν είχαν διαπιστώσει την απουσία (εκτελωνισμό) των εμπορευμάτων κατά την περίοδο εκείνη. Σχετικά ο συνάδελφος ανάφερε τα ακόλουθα: «Είναι λοιπόν προφανές ότι οι επιτασσόμενες από το νόμο διαδικαστικές προϋποθέσεις εκτελωνισμού δεν τηρήθηκαν από τις Τελωνειακές αρχές. Ήταν καθήκον των ταμίων να αντιπαραβάλουν τα ποσά που φαίνονταν στις διασαφήσεις με τα ποσά των επιταγών αλλά και να προβούν σε βεβαίωση ότι οι διασαφήσεις αφορούσαν στις ορθές εισαγωγές της ΚΕΟ. Όφειλαν να μην εισπράττουν επιταγές των αιτητών, πληρωτέες εις διαταγή της καθ' ης η αίτηση, προς εξόφληση οφειλών τρίτων προσώπων, χωρίς πρώτα να έλθουν σε επαφή και/ή να ζητήσουν εξηγήσεις και/ή να ενημερώσουν τουλάχιστο τους αιτητές. Επίσης οι σφραγίδες των καθ' ων η αίτηση θα έπρεπε να φυλάττονται κατά τρόπο ασφαλή και να μην είναι εκτεθειμένες και διαθέσιμες στο κοινό. Ακόμα θα έπρεπε να γίνεται και έλεγχος ότι τα έντυπα των Τελωνειακών Αρχών φέρουν γνήσιες σφραγίδες. Από την άλλη ήταν λογικά αναμενόμενο, οι αιτητές, να παίρνουν ως δεδομένο ότι οι υπάλληλοι του Τελωνείου δεν θα έθεταν την υπογραφή τους σε έντυπα διασαφήσεων με πλαστά λογιστικά στοιχεία. .......................... Συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία που έχω ενώπιόν μου, περιλαμβανομένων και των προαναφερόμενων πράξεων και παραλείψεων της διοίκησης (για τις οποίες δεν ήταν υπαίτιοι οι αιτητές), με αποτέλεσμα να μην πιστωθεί, στους αιτητές, ο φόρος και ο δασμός, που αυτοί είχαν καταβάλει, και υπό το φως της νομολογίας και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου που διέπουν το θέμα της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αξίωση για την καταβολή της συγκεκριμένης επιβάρυνσης, εκ δευτέρου, από τους αιτητές είναι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, άδικη, παράνομη και συνεπώς θα πρέπει να ακυρωθεί.» Η έφεση βασίζεται σε δυο λόγους (α) ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την προδικαστική ένσταση ότι με την προσφυγή δεν προσβάλλεται εκτελεστή διοικητική πράξη και (β) ότι επί της ουσίας της προσφυγής το δικαστήριο στήριξε την απόφαση του σε εσφαλμένη αξιολόγηση και εκτίμηση των νομικών και πραγματικών παραμέτρων της υπόθεσης. Η φύση του (α) λόγου έφεσης είναι τέτοια που επιβάλλεται να εξεταστεί πρώτα. Ο συνήγορος της εφεσείουσας υποστηρίζοντας τη θέση ότι το σημείωμα απαίτησης δε συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη αφού οι οφειλόμενοι δασμοί και φόροι είχαν ήδη υπολογιστεί και επιβληθεί κατά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που φαίνονται στη κάθε διασάφηση εισαγωγής, βασίστηκε στα Άρθρα 30
(1)και 169
(1)του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου του 1967 (Ν. 82/67 ως έχει τροποποιηθεί) και στις υποθέσεις Ανδρέας Αγιομαμίτης v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 429/04, ημερ. 12/10/05 (Νικολαΐδης, Δ.), Ανδρέας Γ. Ιωαννίδης & Υιός Λτδ κ.ά. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 905/05, 917/05 και 1006/05, ημερ. 4/7/06 (Χατζηχαμπής, Δ.), Alexandros Stefanis & Co. Ltd. v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 968/05, ημερ. 14/7/06 (Γαβριηλίδης, Δ.), V. & A Chrysostomou Trading Limited v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 904/05, 916/05, 1020/05, ημερ. 14/7/06 (Γαβριηλίδης, Δ.) και Bionic Electronics Ltd v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 815/05, ημερ. 16/1/07 (Ηλιάδης, Δ.). Αναφορικά με τη φράση στο Σημείωμα Απαίτησης ότι αυτό αποτελεί διοικητική πράξη και ότι η εφεσίβλητη είχε δικαίωμα προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, ο κ. Θεοδούλου επικαλέστηκε την προαναφερθείσα υπόθεση Αγιομαμίτης και εισηγήθηκε ότι είναι λάθος της διοίκησης που δεν μεταβάλλει τη φύση της πράξης. Από πλευράς της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσίβλητης υποβλήθηκε, για τους λόγους που ανάφερε, ότι όλες οι πιο πάνω υποθέσεις που επικαλέστηκε η εφεσείουσα διακρίνονται από την παρούσα. Εξετάσαμε τις αντίστοιχες θέσεις. Έχουμε τελικά καταλήξει να συμφωνήσουμε με τη θέση του δικηγόρου της εφεσείουσας, η οποία υποστηρίζεται κι από τις προαναφερθείσες αποφάσεις Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε μερικές μάλιστα από τις οποίες εκφράστηκε η άποψη ότι η πρωτόδικη απόφαση στην παρούσα έφεση ότι πρόκειται περί εκτελεστής διοικητικής πράξης, δεν είναι ορθή. Στην υπόθεση Αγιομαμίτης, πιο πάνω, το ίδιο πρόσωπο που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εφεσίβλητης στην παρούσα, ενεργούσε και εκεί ως αντιπρόσωπος του εφεσείοντα και πέτυχε την απομάκρυνση των εμπορευμάτων και την παράδοση τους στον ιδιοκτήτη τους παρουσιάζοντας στην Αρχή Λιμένων διατακτικά παράδοσης με αριθμούς ταμείου που αφορούσαν άλλες διασαφήσεις. Ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ήταν ότι είχε καταβάλει στον Σιακίδη τους νενομισμένους δασμούς. Στο μεταξύ ο Σιακίδης στις 9/7/04 καταδικαστηκε σε φυλάκιση από το Κακουργιοδικείο για αδικήματα που είχαν σχέση με το ρόλο του ως αντιπροσώπου για σκοπούς τελωνισμού εμπορευμάτων. Η Διευθύντρια Τελωνείων με επιστολή ημερ. 22/1/04 αξίωσε από τον αιτητή όπως εντός 21 ημερών καταβάλει το ποσό των £23.050 και ότι αν διαφωνούσε μπορούσε να καταχωρήσει προσφυγή σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Ο Νικολαΐδης, Δ., αποφάσισε τα εξής: «Στην παρούσα περίπτωση η συγκεκριμένη επιστολή δεν παράγει έννομα αποτελέσματα ούτε επιβάλλει στον αιτητή μη υφιστάμενες προηγουμένως υποχρεώσεις. Τα έννομα αποτελέσματα παράχθησαν με την επιβολή του δασμού. Με την προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστώνται, δεν μεταβάλλονται και δεν καταργούνται δικαιώματα ή υποχρεώσεις. Απλώς πληροφορείται ο αιτητής για τη χρηματική οφειλή του προς τη διοίκηση. Το γεγονός ότι στο τέλος της επίδικης επιστολής η Διευθύντρια αναφέρει ότι η ειδοποίηση για καταβολή των δασμών είναι διοικητική πράξη η οποία μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Ανωτάτου Διακστηρίου, δεν μεταβάλλει τη φύση της πράξης. Απλώς και μόνο επειδή έτσι αναφέρεται, η επιστολή δεν μετατρέπεται σε εκτελεστή διοικητική πράξη.» Χρονολογικά ακολούθησε η Προσφυγή Αρ. 562/04, αντικείμενο της παρούσας έφεσης, όπου ο αδελφός Δικαστής Νικολάτος, διαφοροποίησε την παρούσα από την Αγιομαμίτης, και έκρινε ότι ήταν εκτελεστή διοικητική πράξη. Ακολούθησε η υπόθεση Ανδρέας Γ. Ιωαννίδης & Υιός Λτδ., όπου ο αδελφός Δικαστής Χατζηχαμπής, συμφώνησε με την απόφαση Αγιομαμίτης. Σχετικά με την παρούσα υπόθεση (υπό έφεση) ανάφερε τα ακόλουθα: «Η απόφαση του αδελφού μου Δικαστή Νικολάτου στην υπόθεση ΚΕΟ Λτδ v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 562/2004, ημερ. 2.5.2006, έχει παρατεθεί ως η νομική συνδρομή προς τη θέση των Αιτητών. Εκεί εκρίθη ότι διαφοροποιείτο η προηγούμενη απόφαση του αδελφού μου Νικολαΐδη, Δ., στην υπόθεση Αγιομαμίτης v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 429/2004, ημερ. 12/10/2005, κατά το ότι ο φόρος και ο δασμός στην περίπτωση της ΚΕΟ καταβλήθηκαν ενώ στην Αγιομαμίτης προφανώς εθεωρήθη ότι δεν είχε καταβληθεί. Ως εκ τούτου, διαπιστώθηκε ότι η απαίτηση εναντίον των Αιτητών δημιουργούσε νέα υποχρέωση που δεν υπήρχε προηγουμένως. Με όλο το σέβας, δεν μπορώ να συμφωνήσω με το σκεπτικό της ΚΕΟ το οποίο αναδεικνύει και μια άλλη πτυχή του πράγματος, ότι δηλαδή η ευρύτερη διάσταση δεν έγκειται τόσο στη διάκριση μεταξύ εκτελεστής διοικητικής πράξης και πράξης εκτελέσεως αλλά στο κατά πόσο το θέμα είναι θέμα δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου. Το κατά πόσο ο Αιτητής είχε εξοφλήσει ή πληρώσει την οφειλή δεν ήταν θέμα που θα μπορούσε να απασχολεί αυτό το Δικαστήριο αλλά το Δικαστήριο το οποίο θα ασχολείτο με την απαίτηση η οποία θα μπορούσε να είχε προκύψει από την απόφαση της διοίκησης. Στην περίπτωση ενώπιον μου θεωρώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των γεγονότων που έχω να εξετάσω και των γεγονότων στην Αγιομαμίτης. Το θέμα αντικρίστηκε ευθέως με αναφορά στα κρίσιμα νομικά στοιχεία που το ρυθμίζουν στην Αγιομαμίτης και συμφωνώ με την προσέγγιση εκεί ότι η αρχική και μόνη υποχρέωση της εταιρείας δημιουργείται με τη διασάφηση και τον καθορισμό των δασμών και φόρων τότε. Η οποιαδήποτε μετέπειτα απαίτηση της Δημοκρατίας δεν δημιουργεί υποχρέωση εφόσον η υποχρέωση ήδη προϋπήρχε και δεν μπορεί να επιβάλει στον φορολογούμενο νέα υποχρέωση καταβολής δασμού. Η υποχρέωση είχε ήδη δημιουργηθεί και είχε ήδη συνδεθεί με τα στοιχεία τα οποία συνιστούσαν τη διασάφηση και τελωνισμό των εμπορευμάτων. Εάν επιδίωξη της διοίκησης ήταν η δημιουργία νέων έννομων αποτελεσμάτων, η διαπίστωση ότι δεν πρόκειται περί πράξης εκτελεστής αλλά πράξης εκτελέσεως και μόνο αφαιρεί κάθε ίχνος υποψίας ότι ο διοικούμενος μπορεί να υπέχει οποιαδήποτε υποχρέωση με τη δεύτερη αυτή επιστολή, όπως ήδη παρατήρησα κατά τη διάρκεια της ακρόασης.» Στην ίδια γραμμή είναι και η προαναφερθείσα υπόθεση V. & A. Chrysostomou Trading Limited, όπου ο Γαβριηλίδης Δ. υιοθέτησε το προαναφερθέν απόσπασμα από την απόφαση Χατζηχαμπή Δ.. Τέλος είναι και η υπόθεση Bionic Electronics Ltd, (πιο πάνω), όπου ο Ηλιάδης Δ., με αναφορά στις υποθέσεις Ανδρέας Γ. Ιωαννίδης και Υιός Λτδ., Αλέξανδρος Στεφανής Λτδ και V. & A. Chrysostomou Trading Limited, ακολούθησε την ίδια κατάληξη, ότι δηλαδή η απαίτηση των δασμών δεν αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη. Ενόψει όλων των πιο πάνω ο (α) λόγος έφεσης ευσταθεί με αποτέλεσμα να μη χρειάζεται να εξεταστεί ο (β) λόγος έφεσης. Η έφεση επιτυγχάνει με €2.500 έξοδα περιλαμβανομένων και εξόδων στο πρωτόδικο δικαστήριο. Η πρωτόδικη απόφαση μαζί με τη διαταγή για έξοδα, παραμερίζονται. Η έφεση επιτυγχάνει με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο