← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΤΣΕΝΤΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 90/2009, 15 Μαρτίου 2012

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΤΣΕΝΤΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 90/2009, 15 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 90/2009 15 Μαρτίου, 2012 [ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΚΡΑΜΒΗΣ, ΦΩΤΙΟΥ, ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΚΛΗΡΙΔΗΣ Δ/ΣΤΕΣ] ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΤΣΕΝΤΑ Εφεσείουσα/αιτήτρια - ΚΑΙ - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

  1. ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ/Η
  2. ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΟΥ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΩΣ ΑΡΜΟΔΙΑ ΑΡΧΗ Εφεσιβλήτων/καθ' ων η αίτηση ............................ Α.Σ. Αγγελίδης με Αλ. Μαρκίδη και Π. Παναγιώτου για την εφεσείουσα/αιτήτρια Ρ. Παπαέτη, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους εφεσίβλητους/ καθ' ων η αίτηση .................................. Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ: Την ομόφωνη απόφαση του δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Φωτίου .................................... Α Π Ο Φ Α Σ Η Μ. ΦΩΤΙΟΥ, Δ: Με την παρούσα έφεση η εφεσείουσα ζητά τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της προσφυγής αρ. 728/2007 με την οποία ζητούσε όπως η απόφαση των εφεσιβλήτων που της γνωστοποιήθηκε με επιστολή ημερ. 15/3/2007 και με την οποία «απέρριψε το αίτημα της και/ή συνέχισε να παραλείπει να προβεί στις κατά Νόμο ενέργειες ώστε να της ανατεθούν πλήρως τα καθήκοντα της που προβλέπονται στο σχέδιο υπηρεσίας με βάση το οποίο διορίστηκε είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδηποτε εννόμου αποτελέσματος και οτιδήποτε παραλήφθηκε να διενεργηθεί». Σύμφωνα με τα γεγονότα που ήταν ενώπιον του αδελφού Δικαστή που εκδίκασε την προσφυγή και τα οποία φαίνεται να αποτελούν κοινό έδαφος, η εφεσείουσα, που προηγουμένως υπηρετούσε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, στις 3/1/2000 διορίστηκε ως Γραμματέας στο Γενικό Γραφειακό Προσωπικό (κλίμακες Α2-Α5-Α7) και τοποθετήθηκε στην Προεδρία. Της ανατέθηκαν τότε καθήκοντα ιδιαιτέρας γραμματέως στο γραφείο του Υφυπουργού παρά τω Προέδρω. Μετά από μερικούς μήνες δημιουργήθηκε με το Συμπληρωματικό Προϋπολογισμό του 1999 θέση Στενογράφου Προεδρίας και Προεδρικού Μεγάρου (κλίμακα Α4-Α7), στην οποία και προήχθη η εφεσείουσα, ακολούθως δε με το Συμπληρωματικό Προϋπολογισμό του 2001 τοποθετήθηκε στην Κλίμακα Α7 πάνω σε προσωπική βάση. Η εφεσείουσα συνέχισε να εκτελεί τα ίδια καθήκοντα μέχρι την 1/6/2004 που μετακινήθηκε στο Γραφείο του Συντονιστή Εναρμόνισης, όπου παρέμεινε μέχρι την 29/11/2004 οπότε και αποσπάσθηκε από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας στην Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου για δύο χρόνια. Την 6/11/2006 τερματίστηκε η απόσπαση της εφεσείουσας, η οποία και επέστρεψε στην Προεδρία, τοποθετηθείσα τώρα στην Υπηρεσία Αγνοουμένων για να εκτελεί καθήκοντα ιδιαιτέρας γραμματέως του Προϊσταμένου της. Έκτοτε η εφεσείουσα παραπονείτο ότι δεν αξιοποιείτο σύμφωνα με το σχέδιο υπηρεσίας της θέσης της. Η διοίκηση είχε άλλη άποψη, την οποία διατύπωσε σε επιστολή ημερ. 15/3/2007 ως ακολούθως: «Έχω οδηγίες από τον Προϊστάμενο Διοίκησης Προεδρίας να αναφερθώ στην επιστολή σας ημερομηνίας 1 Μαρτίου 2007, σχετικά με το θέμα της τοποθέτησης σας στην Υπηρεσία Αγνοουμένων, καθώς και των καθηκόντων που σας έχουν ανατεθεί και να παρατηρήσω τα ακόλουθα: (α) Η θέση στην οποία έχετε διοριστεί ανήκει στην Προεδρία και Προεδρικό Μέγαρο, στην οποία υπάγονται διάφορες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η Υπηρεσία Αγνοουμένων (Ν. 17(Ι)/93), στην οποία τοποθετήκατε από 14.11.2007, για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών. (β) Σύμφωνα με τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας αυτής, σας έχουν ανατεθεί γενικά γραφειακά καθήκοντα. Τα καθήκοντα αυτά περιλαμβάνονται στο Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης την οποία κατέχετε, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται. Σημειώνεται ότι σε όλα τα Σχέδια Υπηρεσίας αναφέρονται γενικά, τα καθήκοντα που μπορεί να εκτελέσει ο υπάλληλος που κατέχει τη συγκεκριμένη θέση. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να τα εκτελεί όλα, ή μέρος αυτών, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε υπηρεσίας. (γ) Η απόσπαση σας στην Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου τα δύο προηγούμενα χρόνια έγινε με βάση το άρθρο 47

(1)(ε) των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων, για εκτέλεση ειδικών καθηκόντων. Σύμφωνα με το άρθρο 47
(6)(β) των πιο πάνω Νόμων μόνο σε περίπτωση που χρειασθεί να ανανεωθεί η απόσπαση, χρειάζεται η συναίνεση του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου (αντίγραφο του σχετικού αποσπάσματος επισυνάπτεται). Η Διοίκηση της Προεδρίας έχει ενεργήσει μέσα στο πλαίσιο της σχετικής Νομοθεσίας, λαμβάνοντας πάντα υπόψη, όπου αυτό είναι δυνατό και τις προσωπικές επιθυμίες των υπαλλήλων. Σε περίπτωση όμως που αυτές είναι αντίθετες με τις υπηρεσιακές ανάγκες, τότε προτεραιότητα δίνεται στην κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών και την εξυπηρέτηση του υπηρεσιακού συμφέροντος. Συνεπώς δεν σας έχει αφαιρεθεί το δικαίωμα να εκτελείτε τα καθήκοντα της θέσης σας, γιαυτό και οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην επιστολή σας δεν ευσταθούν.» Εδώ σημειώνουμε ότι η αναφορά στην παράγραφο (α) της πιο πάνω επιστολής στην ημερομηνία 14/11/2007 είναι προφανώς γραφικό λάθος καθότι η ορθή ημερομηνία είναι η 14/11/
  1. Την πιο πάνω απόφαση προσέβαλε η εφεσείουσα με την προαναφερθείσα προσφυγή. Ήταν πρωτόδικα, θέση που επαναλήφθηκε και ενώπιον μας, ότι η θέση της στην Προεδρία και Προεδρικό Μέγαρο είναι προσωπική, μη εναλλάξιμη, ώστε η ίδια να καθίσταται αμετακίνητη, η δε τοποθέτηση της στην Υπηρεσία Αγνοουμένων, όπου δεν της ανατέθηκε οποιοδήποτε καθήκον συναφές ή σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης της, παρά μόνο λίγα καθήκοντα δακτυλογράφησης, είναι παράνομη. Ήταν περαιτέρω η εισήγηση της ότι ούτε ο περί της Άμεσης Εποπτείας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας των Θεμάτων των Αγνοουμένων, Εγκλωβισμένων και Παθόντων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμος του 1993 (Ν. 17(Ι)/1993) εξουσιοδοτεί την υπάλληλο - Στενογράφο Προεδρίας, όπως ήταν η ίδια, να τοποθετηθεί στις υπηρεσίες που υπήχθησαν στην Προεδρία και Προεδρικό Μέγαρο, μεταξύ των οποίων είναι και η Υπηρεσία Αγνοουμένων. Από πλευράς εφεσιβλήτων ηγέρθηκαν τότε δύο προδικαστικές ενστάσεις, οι εξής: (α) Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη παρά μόνο πληροφοριακού χαρακτήρα αφού εκτελεστή ήταν αυτή της 14/11/2006 βάσει της οποίας είχε τοποθετηθεί η εφεσείουσα στην Υπηρεσία Αγνοουμένων και (β) ότι η απόφαση για τοποθέτηση της εφεσείουσας στην Υπηρεσία Αγνοουμένων δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά αποτελεί εσωτερικό μέτρο της διοίκησης και γι' αυτό η τοποθέτηση της εφεσείουσας στην Υπηρεσία Αγνοουμένων δεν μπορεί να προσβληθεί. Επί της ουσίας της υπόθεσης οι εφεσίβλητοι υποστήριξαν ότι η τοποθέτηση μπορούσε νόμιμα να γίνει και έγινε με βάση το άρθρο 4 του προαναφερθέντος Νόμου. Ο αδελφός Δικαστής απέρριψε την (β) προδικαστική ένσταση. Δέχθηκε όμως την (α) προδικαστική ένσταση και απέρριψε την προσφυγή με το εξης σκεπτικό: «Η Δημοκρατία έχει δίκαιο και επί της προδικαστικής ένστασης και επί της ουσίας. Η όποια παρανομία εις βάρος της Αιτήτριας με την ίδια την τοποθέτηση της στην Υπηρεσία Αγνοουμένων δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί και δεν προσβάλλεται, η δε προσβαλλόμενη πράξη που περιέχεται στην επιστολή της 15.3.2007 σαφώς είναι πληροφοριακού χαρακτήρα ως επεξηγηματική απάντηση των παραπόνων της. Αυτό βεβαίως καλύπτει και τα από 14.11.2006 ανατεθέντα στην Αιτήτρια καθήκοντα, ώστε να μην μπορεί να παραπονείται για «συνεχιζόμενη παράλειψη» της διοίκησης να της αναθέσει τα καθήκοντα που προβλέπονται στο σχέδιο υπηρεσίας της (παράλειψη που εξ άλλου, αν ήταν ανεξάρτητη από την πρωτίστως προσβαλλόμενη στο δικόγραφο πράξη της 15.3.2997, θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής προσφυγής). Αλλά και επί της ουσίας, οι πρόνοιες του άρθρου 4 είναι τόσο σαφείς και ρητές που να μην αφήνουν αμφιβολία ότι η Υπηρεσία Αγνοουμένων είναι μέρος της Προεδρίας, ώστε νομίμως η Αιτήτρια, ως Στενογράφος Προεδρίας, να τοποθετήθηκε στην εν λόγω Υπηρεσία, τα δε εκεί ανατεθέντα σε αυτή «γενικά γραφειακά καθήκοντα» να καλύπτονται δεόντως από το σχέδιο υπηρεσίας». Με την παρούσα έφεση η εφεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης τόσο όσον αφορά την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επιστολή ημερ. 15/3/2007 ήταν πληροφοριακού χαρακτήρα (4ος λόγος έφεσης), όσο και επί της ουσίας, ότι δηλαδή ήταν νόμιμη η τοποθέτηση της εφεσείουσας στην Υπηρεσία Αγνοουμένων (1ος, 3ος και 5ος λόγοι έφεσης). Με το 2ο λόγο έφεσης η εφεσείουσα παραπονείται ότι εσφαλμένα ο πρωτόδικος δικαστής δεν εξέτασε τους ισχυρισμούς της περί πράξης τιμωρητικής και/ή περί μη ανάθεσης καθηκόντων, παρα μόνο δέχθηκε ως γεγονός ότι της είχαν ανατεθεί «γενικά γραφειακά καθήκοντα». Υπήρχε και 6ος λόγος έφεσης ο οποίος όμως αποσύρθηκε. Το θεωρούμε σκόπιμο όπως εξετάσουμε πρώτα τον 4ο λόγο έφεσης, ότι δηλαδή εσφαλμένα κρίθηκε πρωτόδικα ότι η επιστολή της 15/3/2007 ήταν πληροφοριακού χαρακτήρα και επομένως μη εκτελεστή διοικητική πράξη. Μια αναδρομή στα γεγονότα με κάποια περισσότερη λεπτομέρεια καθιστά πιο εύκολη την εξέταση του θέματος. Η εφεσείουσα, όπως ήδη αναφέραμε, διορίστηκε αρχικά «με δοκιμασία στη μόνιμη θέση Γραφέα (Τακτικός Προϋπολογισμός) Γενικό Γραμματειακό Προσωπικό, Γενικές Κατηγορίες Προσωπικού, από τις 3/1/
  2. (Επίσημος Εφημερίδα της Δημοκρατίας 3383 ημερ. 28/1/2000). Σε αργότερο στάδιο η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας με επιστολή της ημερ. 11/9/2000 πληροφόρησε την εφεσείουσα ότι προάγεται με δοκιμασία στη μόνιμη θέση Στενογράφου Προεδρίας, Προεδρία και Προεδρικό Μέγαρο από 15/9/2000, σύμφωνα με τους όρους υπηρεσίας που εκτίθενται στην προσφορά της ημερ. 5/9/2000, την οποία η εφεσείουσα αποδέχθηκε. Μεταξύ των όρων υπηρεσίας ήταν ότι η περίοδος δοκιμασίας θα ήταν μέχρι 2/1/2002 και όσον αφορά τα καθήκοντα και ευθύνες της θέσης, αυτά, σύμφωνα με τον όρο 5 της προσφοράς, θα ήσαν όπως προβλέπονται στο σχετικό Σχέδιο Υπηρεσίας. Στους περί Προεδρίας και Προεδρικού Μεγάρου - θέση Στενογράφου Προεδρίας (Σχέδια Υπηρεσίας) Κανονισμούς του 2000 (Σ.Υ. 21/2000) που ίσχυαν κατά το χρόνο διορισμού της εφεσείουσας, τα καθήκοντα και ευθύνες της θέσης Στενογράφου Προεδρίας έχουν ως ακολούθως: «Καθήκοντα και Ευθύνες: (α) Στενογραφεί στα ελληνικά και αγγλικά, αποστενογραφεί και δακτυλογραφεί με ακρίβεια και ταχύτητα επιστολές, σημειώματα και άλλα κείμενα. (β) Εκτελεί καθήκοντα ιδιαιτέρας γραμματέως, καθώς και γενικά γραφειακά καθήκοντα ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. (γ) Εκτελεί οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα του ανατεθούν. .............................................................................................................» Η ίδια πρόνοια υπάρχει και στο μεταγενέστερο Σχέδιο Υπηρεσίας με αρ. Σ.Υ. 2/
  3. Στην Υπηρεσία Αγνοουμένων η εφεσείουσα τοποθετήθηκε από τον Προϊστάμενο Διοίκησης Προεδρίας, από τις 14/11/2006 με επιστολή ίδιας ημερομηνίας που έχει ως εξής: «Μετά τον τερματισμό της απόσπασης της από την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου και την επιστροφή σας στην Προεδρία και Προεδρικό Μέγαρο, σας πληροφορώ ότι τοποθετήστε από τις 14 Νοεμβρίου, 2006 στην Υπηρεσία Αγνοουμένων για εκτέλεση καθηκόντων Ιδιαιτέρας Γραμματέας. Τασούλα Ταπακούδη Για Προϊστάμενο Διοίκησης Προεδρίας» Σε επιστολή του Προεδρικού Μεγάρου ημερ. 22/11/2006 υπογεγραμμένη από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Αγνοουμένων προς τον Προϊστάμενο Δημόσιας Διοίκησης (και που κοινοποιήθηκε στην εφεσείουσα) αναφέρονται τα εξής: «Αναφέρομαι στην επιστολή σας με ημερ. 14/11/2006 και σας πληροφορώ ότι η κα Χριστίνα Τσέντα έχει παρουσιαστεί και αναλάβει καθήκοντα στην Υπηρεσία μας από τις 14/11/
  4. Να σημειωθεί ότι στην Τσέντα, όπως ανέφερα στις κυρίες Ταπακούδη και Ίγκα έχουν ανατεθεί διάφορα γραφειακά καθήκοντα εφόσον στην Υπηρεσία δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε ανάγκες Στενογράφου» Από αλληλογραφία που αφορά την εν λόγω τοποθέτηση προκύπτει ότι η εφεσείουσα διαφωνούσε με τέτοια τοποθέτηση. Συγκεκριμένα η εφεσείουσα σε επιστολή της ημερ. 14/11/2006 προς τον Προϊστάμενο Διοίκησης Προεδρίας διατύπωνε τα ακόλουθα: «Παρακαλώ όπως με δεχθείτε στο γραφείο σας για συζήτηση του θέματος της τοποθέτησης μου στην Υπηρεσία Αγνοουμένων. Η επιστολή της κας Τ. Ταπακούδη με σημερινή ημερομηνία είναι σχετική όπως επίσης και η προς εσάς δική μου επιστολή ημερομηνίας 13/11/2006» Με την επιστολή ημερ. 13/11/2006 προς τον Προϊστάμενο Διοίκησης Προεδρίας, η εφεσείουσα διατύπωνε τα ακόλουθα: «Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας με επιστολή της ημερομηνίας 6.11.2006, (η επιστολή κοινοποιήθηκε με τηλεμοιοτυπικό σε μένα σήμερα) με πληροφορεί για τον τερματισμό της απόσπασης μου στην Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου. Παρακαλώ όπως μου ανατεθούν τα καθήκοντα της θέσης μου σύμφωνα με το σχέδιο υπηρεσίας με το οποίο έχω διοριστεί» Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η δικαιολογία που δίνεται από πλευράς εφεσείουσας γιατί δεν προσέβαλε την τοποθέτηση της ημερ. 14/11/2006 (της οποίας έλαβε γνώση από την ίδια ημέρα), ότι δηλαδή τότε δεν γνώριζε τι καθήκοντα θα της ανατίθεντο, δεν ευσταθεί αφού με βάση τα προαναφερθέντα, αλλά και με τα όσα αναφέρονται στην επιστολή της ημερ. 1/3/2007 στην οποία απαντά η προσβαλλόμενη επιστολή ημερ. 15/3/2007, προκύπτει ότι διαφωνούσε από τότε με την εν λόγω τοποθέτηση. Μεταξύ άλλων στην επιστολή της ημερ. 1/3/2007 η εφεσείουσα αναφέρει και τα εξής: «.... Δεν συμφώνησα στην απομάκρυνση μου από την Προεδρία και ουδέποτε αποδέχθηκα την παρούσα διευθέτηση. Η θέση στην οποία βρίσκομαι σήμερα και η εργασία που μου ανατέθηκε πρόσφατα επί ευκαιριακής βάσης, δεν είναι σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης που κατέχω ούτε και ευρίσκεται στον κύκλο της Υπηρεσίας στην οποία έχω προσληφθεί (Προεδρία και Προεδρικό Μέγαρο)». Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι ορθά ο αδελφός Δικαστής αποφάσισε ότι «η όποια παρανομία εις βάρος της αιτήτριας με την ίδια την τοποθέτησή της στην Υπηρεσία Αγνοουμένων δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί και δεν προσβάλλεται, η δε προσβαλλόμενη πράξη που περιέχεται στην επιστολή της 15/3/2007 σαφώς είναι πληροφοριακού χαρακτήρα, ως επεξηγηματική απάντηση των παραπόνων της». Παρά τα πιο πάνω, εφόσον πρωτόδικα εξετάστηκε και η ουσία της υπόθεσης, θα εξετάσουμε και τους υπόλοιπους λόγους έφεσης. Ουσιαστικά το παράπονο της εφεσείουσας είναι ότι μετά την απομάκρυνση της από το Προεδρικό Μέγαρο και την μετακίνηση της στην Υπηρεσία Αγνοουμένων, ουδέποτε «της ανατέθηκαν καθήκοντα Στενογράφου Προεδρίας, όπως αυτά περιγράφονται στο σχέδιο υπηρεσίας με βάση το οποίο διορίστηκε ή έστω της ανατέθηκαν γενικά γραφειακά καθήκοντα παρά τα συνεχή διαβήματα, γραπτές και προφορικές διαμαρτυρίες........». Έτσι εξαναγκάστηκε να είναι σε απραξία εκτός Προεδρικού Μεγάρου. Ο προαναφερθείς Νόμος 17(Ι)/1993 είναι νόμος ο οποίος είχε σκοπό να θέσει κάτω από την άμεση εποπτεία του Προέδρου της Δημοκρατίας τα θέματα αγνοουμένων, εγκλωβισμένων και παθόντων. Στο άρθρο 4 προβλέπονται τα εξής: «
  5. Προς υποβοήθηση του Προέδρου της Δημοκρατίας στην άσκηση της άμεσης εποπτείας που προβλέπεται με το άρθρο 3, οι οικείες Υπηρεσίες μεταφέρονται και θα υπάγονται στην Προεδρία της Δημοκρατίας» Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου Νόμου «Οικείες Υπηρεσίες» σημαίνει την Υπηρεσία Αγνοουμένων και την Υπηρεσία Ανθρωπιστικών Θεμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, την Υπηρεσία της δυνάμει του περί Ανακουφίσεως Παθόντων Νόμου συσταθείσας Επιτροπής καθώς και οποιαδήποτε άλλη Υπηρεσία ασχολείται με θέματα αγνοουμένων, εγκλωβισμένων και παθόντων». Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η τοποθέτηση της εφεσείουσας στην Υπηρεσία Αγνοουμένων ισοδυναμεί με τοποθέτηση στην Προεδρία και Προεδρικό Μέγαρο ανεξάρτητα από το αν στεγάζεται ή όχι η εν λόγω Υπηρεσία στο χώρο του Προεδρικού Μεγάρου. Σύμφωνα δε με τις παραγρ. (β) και (γ) του σχεδίου υπηρεσίας η εφεσείουσα παρόλο που κατέχει τη θέση Στενογράφου Προεδρίας, υποχρεούται να εκτελεί και γενικά γραφειακά καθήκοντα ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας, αλλά και οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα της ανατεθούν. Από τη στιγμή που τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν ήσαν σύμφωνα με το σχέδιο υπηρεσίας, το γεγονός ότι δεν εκτελούσε όλα τα καθήκοντα δεν σημαίνει ότι υπήρξε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από πλευράς των εφεσιβλήτων όπως είναι ο ισχυρισμός της. Σχετικά επί του προκειμένου είναι και τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Δημητριάδου ν. Δημοκρατίας
(1991)4 Γ Α.Α.Δ. 2110, 2113, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Άλλος λόγος ο οποίος έχει προβληθεί εκ μέρους της αιτήτριας, ο οποίος κατ' ισχυρισμόν μεταβάλλει τη φύση της πράξης, προκύπτει από τα υποδεέστερα καθήκοντα που της ανατέθηκαν στο Υπουργείο Υγείας. τα καθήκοντα θέσης στη Δημόσια Υπηρεσία είναι εκείνα τα οποία προβλέπονται από το σχέδιο υπηρεσίας. Εφόσον τα καθήκοντα τα οποία ανατίθενται σε υπάλληλο βρίσκονται μέσα στα καθοριζόμενα από το σχέδιο, δε σημειώνεται οποιαδήποτε εκτροπή από τους όρους υπηρεσίας του. Ούτε δικαιολογείται - εκτός αν ρητά προβλέπεται από το σχέδιο - διαβάθμιση των καθηκόντων αυτών κατά σειρά σπουδαιότητας. Όλα τα προβλεπόμενα καθήκοντα είναι ίσης σημασίας, η δε εξειδίκευση για τους σκοπούς εκτέλεσης τους από ένα ή περισσότερους υπαλλήλους εξαρτάται από τις λειτουργικές ανάγκες της υπηρεσίας.» Στην παρούσα περίπτωση οι λειτουργικές ανάγκες της Υπηρεσίας Αγνοουμένων δεν απαιτούσαν την εκτέλεση καθηκόντων στενογραφίας ως η παράγρ. (α) του σχεδίου υπηρεσίας αλλά καθήκοντα ως οι παράγρ. (β) και (γ) αυτού. Η αναφορά από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εφεσείουσας στο Διάταγμα που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 2 των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως 2004 (Κ.Δ.Π. 782/2004) σχετικά με τον καθορισμό των θέσεων στη Δημόσια Υπηρεσία και στο οποίο αναφέρονται ως θέσεις στην Προεδρία και Προεδρικό Μέγαρο η θέση Ειδικός Γραμματέας (Κλ. Α10+1πρ.) και Στενογράφος Προεδρίας (Κλ. Α2(4η βαθμίδα) - Α5-Α7+ 2πρ.) δεν διαφοροποιεί την κατάσταση. Ενόψει των πιο πάνω η πρωτόδικη απόφαση κρίνεται ορθή και επί της ουσίας της προσφυγής. Η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα (πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει) εναντίον της εφεσείουσας και υπέρ των εφεσιβλήτων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, εκτός βέβαια αν αυτά συμφωνηθούν μεταξύ των διαδίκων. Γ. Κωνσταντινίδης, Δ. Α. Κραμβής, Δ. Μ. Φωτίου, Δ. Στ. Ναθαναήλ, Δ. Κ. Κληρίδης, Δ. /ΚΑΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.