Cypra Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2013)3 ΑΑΔ 305 5 Ιουνίου, 2013 [ΑΡΤΕΜΗΣ, Π., ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ/στές] CYPRA LIMITED, Εφεσείοντες - Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ
- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ,
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, Εφεσίβλητων - Καθ' ων η αίτηση. (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 78/2009) Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο ― Προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ενώσεως (Δ.Ε.Ε.) ― Η προβληματική της παραπομπής και οι λόγοι για τους οποίους κρίθηκε επιβεβλημένη στην κριθείσα περίπτωση ― Το Άρθρο 267 (πρώην Άρθρο 234) της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η υπαγωγή στην ρύθμισή του ζητήματος που ανακύπτει από την εφαρμογή του Κανονισμού 854/2004/ΕΚ όπως τροποποιήθηκε από την 1791/2006/ΕΚ. Στο στάδιο της εκδίκασης της έφεσης υποβλήθηκε από τους εφεσείοντες αίτηση για παραπομπή συγκεκριμένων ερωτημάτων στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.). Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διατάσσοντας την παραπομπή, αποφάσισε ότι:
- Το Άρθρο 267 (πρώην άρθρο 234) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας παρέχει στο Δ.Ε.Ε. την εξουσία να ερμηνεύει τη Συνθήκη, δεν του παρέχει όμως ειδικά την εξουσία να εφαρμόζει τη Συνθήκη στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο, δεν παραθέτει το πλαίσιο διαδικασίας έφεσης, ούτε και το Δ.Ε.Ε. ενεργεί σαν Εφετείο από αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων. Το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου και όχι του Εθνικού Δικαίου ή της συμβατότητας του τελευταίου με το πρώτο. Τα θέματα αυτά αποφασίζονται από τα εθνικά δικαστήρια και τα ερωτηματικά που πηγάζουν από τα εν λόγω θέματα απαντώνται από τα εθνικά δικαστήρια. Με άλλα λόγια, το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί νομικών θεμάτων/ζητημάτων και δεν εφαρμόζει το νόμο επί των γεγονότων της υπόθεσης που είναι ενώπιόν του. Θα πρέπει βέβαια να λεχθεί ότι ο διαχωρισμός μεταξύ νομικών θεμάτων και γεγονότων δεν είναι πάντα εύκολος. Γι' αυτό δεν είναι άγνωστες οι περιπτώσεις, όπου η διατύπωση μιας απόφασης του Δ.Ε.Ε. ελάχιστη ή καμιά διακριτική ευχέρεια αφήνει στα εθνικά δικαστήρια ως προς το πώς θα εφαρμόσουν την απόφαση στα γεγονότα της υπόθεσης που είναι ενώπιόν τους. Σχετικά με τους λόγους που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε., χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει, σ' αυτές τις ίδιες τις Συστάσεις του Δικαστηρίου που αφορούν τέτοιες παραπομπές
- Ο λόγος για τον οποίο η προσφυγή απορρίφθηκε πρωτόδικα και μάλιστα σε προκαταρκτικό στάδιο είναι γιατί, ερμηνεύοντας τον Κανονισμό το πρωτόδικο δικαστήριο, κατέληξε ότι η άρνηση των εφεσιβλήτων να ανταποκριθούν θετικά στο αίτημα των εφεσειόντων για διορισμό επίσημου κτηνίατρου για σκοπούς διενέργειας ελέγχου της συγκεκριμένης σφαγής «δεν έγινε κατόπιν οφειλόμενης ενέργειας των εφεσειόντων δυνάμει νομοθετικής υποχρέωσης», αλλά μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Η ενέργεια του πρωτόδικου Δικαστή να προβεί, στα πλαίσια εξέτασης της προδικαστικής ένστασης των εφεσιβλήτων, σε ερμηνεία του Κανονισμού, δεν εφεσιβάλλεται. Όμως, η ορθότητα της ερμηνείας που έδωσε στον Κανονισμό αμφισβητείται με τον πρώτο λόγο έφεσης και συνακόλουθα αμφισβητείται η ορθότητα της κατάληξης στην οποία οδηγήθηκε ως αποτέλεσμα της εν λόγω ερμηνείας. Ως εκ τούτου, προέχει η εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης, καθότι αποτυχία του θα σφραγίσει και τη μοίρα της έφεσης. Ενόψει των πιο πάνω, είναι προφανές ότι υπέχει σημασίας, καθοριστικής η ορθή ερμηνεία του Κοινοτικού Δικαίου όπως αυτό εκφράζεται μέσω του Κανονισμού.
- Επομένως, το θέμα που εγείρεται φαίνεται πως δεν είναι ξεκάθαρο, ούτε προφανές, έτσι ώστε να μπορεί να επιδιωχθεί επίλυση του στα πλαίσια της παρούσας έφεσης, αλλά για την επίλυση του επιβάλλεται η συνδρομή του Δ.Ε.Ε. στο οποίο θα πρέπει να παραπεμφθεί το θέμα της ορθής ερμηνείας του Κανονισμού. Πρόκειται για θέμα που όχι απλά άπτεται ερμηνείας συγκεκριμένου Ευρωπαϊκού Κανονισμού, αλλά και αφορά ερμηνευτικά ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος, τα οποία συμβάλλουν στην εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου σε όλη την Επικράτεια της Ένωσης.
- Προτού εκδοθεί η σχετική Διαταγή παραπομπής των ερωτημάτων στο Δ.Ε.Ε., κρίνεται σκόπιμο, όπως σημειωθεί ότι η Ολομέλεια έχει διεξέλθει τα ερωτήματα όπως έχουν συνταχθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εφεσειόντων. Κρίνεται ότι το τρίτο ερώτημα δεν εμπίπτει εντός των επιτρεπομένων ή αναγκαίων ερωτημάτων που παραπέμπονται για απάντηση στο Δ.Ε.Ε., εφόσον δεν αφορά θέμα που άπτεται ερμηνείας Κοινοτικού Δικαίου, αλλά ούτε θέμα το οποίο εμπίπτει εντός του Άρθρου
- Αναφορικά με τα άλλα δύο ερωτήματα (1ο και 2ο ερώτημα), τα οποία θα πρέπει να παραπεμφθούν, κρίνεται ότι αυτά θα πρέπει να επαναδιατυπωθούν. Το 1ο και 2ο ερώτημα παραπέμφθηκαν στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Rheinm?hlen-Dusseldorf v. EVGF, Υπόθ. Αρ. 166/73 [1974] ECR 33, Duringello v. INPS, Case C-186/90, Matteucci v. Communaut? Fran?aise de Belgique, Υπόθ. Αρ. 235/87 [1988] CMLR 357, R. v. H.M. Treasury, ex parte Daily Mail and General Trust plc. [1987] C.M.L.R.
(1)του Νόμου. 12. Στις 5/3/2007, οι εφεσείοντες με επιστολή τους στον Επαρχιακό Κτηνιατρικό Λειτουργό Λευκωσίας ζήτησαν να γίνουν διευθετήσεις για την επίβλεψη της σφαγής από Κτηνιατρικούς Λειτουργούς στο ωράριο και το πρόγραμμα εργασίας που καθόρισαν στην επιστολή τους, επικαλούμενοι ότι από τις αρχές Ιανουαρίου του 2007, εξήγαγαν στην Ελλάδα ένα με δύο φορτία των 350 χοίρων ανά εβδομάδα, ενώ είχαν κλείσει και νέα συμφωνία που θα τους επέτρεπε να εξαγάγουν μέχρι και πέντε φορτία την εβδομάδα. Το αίτημα αφορούσε την επίβλεψη της σφαγής, αρχίζοντας από την ίδια κιόλας ημέρα της επιστολής τους, μεταξύ των ωρών 6.00-24.00 τη Δευτέρα, μεταξύ των ωρών 7.00-21.00 την Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή και μεταξύ των 8.00-13.00 την Κυριακή. Ζητήθηκε η συνεργασία των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών για τα πιο πάνω, ιδιαίτερα δε για τη σφαγή τις Κυριακές, τουλάχιστον, για το Μάρτιο και Απρίλιο του 2007. Η επιστολή των εφεσειόντων 5/3/2007, επισυνάπτεται. 13. Στις 9/3/2007, οι συνήγοροι των εφεσειόντων απέστειλαν στους εφεσιβλήτους επείγον τηλεομοιότυπο καθότι η επιστολή των εφεσειόντων 5/3/2007 δεν είχε μέχρι τότε τύχει απάντησης. Με το εν λόγω τηλεομοιότυπο, οι συνήγοροι των εφεσειόντων ζητούσαν επίσης για την Κυριακή 11/3/2007 και για τις ώρες 8.00 π.μ. - 1.00 μ.μ., την αποστολή Κτηνιατρικών Λειτουργών για την επίβλεψη της σφαγής. Το τηλεομοιότυπο των συνηγόρων των εφεσειόντων ημερομηνίας 9/3/2007, επισυνάπτεται. 14. Οι εφεσείοντες απάντησαν αρνητικά τόσο στο τηλεομοιότυπο των συνηγόρων των εφεσειόντων, όσο και στην επιστολή των εφεσειόντων την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 9/3/2007. Συγκεκριμένα: (α) Στους συνηγόρους των εφεσειόντων, οι εφεσίβλητοι απάντησαν αρνητικά στη βάση του ότι οι εφεσείοντες δεν μπορούσαν να αποφασίζουν από μόνοι τους το ωράριο λειτουργίας του σφαγείου, ενόψει του ότι οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες διαθέτουν προσωπικό για τη διενέργεια μόνο των προβλεπόμενων από το Νόμο αναγκαίων ελέγχων, προσωπικό το οποίο εργάζεται με εξαντλητικό ωράριο προς εξυπηρέτηση όλων των σφαγείων. Αναφέρουν επίσης ότι οι υπηρεσίες «.. δεν έχουν εφεδρικό προσωπικό για να εξυπηρετούν στιγμιαίες και μονομερείς αποφάσεις εμπορευομένων», ο προγραμματισμός δε της σφαγής ζώων γίνεται από τους υπεύθυνους των σφαγείων σε συνεννόηση με την Αρμοδία Αρχή. Η απάντηση των εφεσιβλήτων επισυνάπτεται. (β) Με την απαντητική προς τους εφεσείοντες επιστολή τους, οι εφεσίβλητοι πληροφορούσαν τους τελευταίους ότι οι κτηνιατρικές υπηρεσίες δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε επιπλέον ώρες λειτουργίας και ότι ο προϋπολογισμός για τις υπερωρίες που είχε εγκριθεί δεν κάλυπτε περαιτέρω αύξηση των ωρών λειτουργίας των σφαγείων. Παράλληλα, τονίστηκε στους εφεσείοντες ότι με βάση την άδεια που τους είχε χορηγηθεί και με βάση τους όρους της οποίας το σφαγείο λειτουργούσε, οι δυνατότητες του σφαγείου που ήταν συγκεκριμένες, με το σύστημα εργασίας όμως του σφαγείου να βρίσκεται στα όρια του, οποιαδήποτε αύξηση του ωραρίου λειτουργίας του με συνακόλουθη την αύξηση του αριθμού των ζώων προς σφαγή, θα απέβαινε σε βάρος της ασφάλειας και της υγιεινής των κρεάτων. Η απάντηση των εφεσιβλήτων επισυνάπτεται. 15. Αντιδρώντας οι εφεσείοντες στην άρνηση των εφεσιβλήτων να ικανοποιήσουν το αίτημα τους, προσέφυγαν στο Δικαστήριο καταχωρώντας την Προσφυγή Αρ. 464/2007 με την οποία επιδίωξαν, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος, την ακύρωση της απόφασης των εφεσιβλήτων, η οποία περιέχεται στην επιστολή τους ημερομηνίας 9/3/2007 και με την οποία οι τελευταίοι αρνούντο να αποστείλουν Κτηνιατρικούς Λειτουργούς στο σφαγείο τους για επίβλεψη της σφαγής σε συγκεκριμένες ώρες και ημέρες, ως το αίτημα των εφεσειόντων σύμφωνα με την επιστολή τους ημερομηνίας 5/3/2007. 16. Το πρωτόδικο δικαστήριο καταλήγοντας στο συμπέρασμα μετά από αναφορά στον επίδικο Κανονισμό 854/2004/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29/4/2004 και αναπόφευκτα στην ερμηνεία του, ότι η άρνηση και παράλειψη των Καθ' ων να αποστείλουν «επίσημους κτηνίατρους» δεν αποτελεί παράλειψη επιβαλλόμενης υποχρέωσης, αλλά είχαν διακριτική εξουσία και ευχέρεια να αρνηθούν, απέρριψε την προσφυγή των εφεσειόντων. 17. Με την έφεση που ασκήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Λόγος έφεσης 1), οι εφεσείοντες επιδιώκουν την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι οι πρόνοιες των Νόμων 150(Ι)/2003 και 239(Ι)/2002, όπως και οι πρόνοιες του Κανονισμού 854/2004/ΕΚ, δεν παρέχουν στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες ως η «αρμόδια αρχή» τη διακριτική ευχέρεια και/ή την εξουσία να αρνηθούν να διορίσουν «επίσημους κτηνίατρους» για σκοπούς διενέργειας κτηνιατρικού ελέγχου στα πλαίσια νενομισμένης σφαγής ζώων σε χρόνο και ώρα που θα καθορίσουν οι ιδιοκτήτες του σφαγείου, στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσείοντες, θέτοντας έτσι κατά τρόπο άμεσο θέμα ερμηνείας του συγκεκριμένου Κανονισμού. Οι εφεσείοντες ισχυρίζονται βασικά τα εξής: Η άρνηση των εφεσιβλήτων να προβούν σε διορισμό «επίσημου κτηνίατρου» στο σφαγείο των εφεσειόντων, εκ των πραγμάτων καθιστά αδύνατη την ίδια τη σφαγή. Συνεπώς, το μόνο εντεταλμένο πρόσωπο δυνάμει των Νόμων 150(Ι)/2003 και 239(Ι)/2002, όπως και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 854/2004/ΕΚ, που ασκεί διακριτική εξουσία είναι ο διορισμένος «επίσημος κτηνίατρος» ο οποίος ασκεί τους καθορισμένους επί τόπου ελέγχους πριν και μετά τη σφαγή για να αποφασίσει περί της καταλληλότητας των κρεάτων. Επομένως, οι εφεσίβλητοι δε θα μπορούσαν, σύμφωνα με τους εφεσείοντες, εκ προοιμίου, με υποθέσεις, εικασίες και αοριστίες να ασκούν διακριτική εξουσία και να θεωρούν ότι η ενδεχόμενη αύξηση του «ωραρίου σφαγής» θα επιφέρει ενδεχόμενη αύξηση του αριθμού των ζώων που σφάζονται πέραν του ορίου και ενδεχομένως να είναι εις βάρος της ασφάλειας και της υγιεινής των κρεάτων και να το προβάλλουν ως λόγο άρνησης αποστολής «επίσημου κτηνίατρου». Ο μόνος αρμόδιος για να αποφασίσει για την καταλληλότητα ή όχι των κρεάτων, είναι, σύμφωνα με τους Νόμους 150(Ι)/2003 και 239(Ι)/2002, όπως και τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 854/2004/ΕΚ, ο «επίσημος κτηνίατρος» ο οποίος διαμορφώνει γνώμη μέσα από τους επί τόπου ελέγχους που διενεργεί πριν και μετά τη σφαγή. Τέλος, οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι οι λόγοι για τους οποίους οι εφεσίβλητοι αρνήθηκαν να αντικρύσουν θετικά το αίτημα τους, ήτοι, (
- i)ωράριο λειτουργίας, (
- ii)έλλειψη προσωπικού, (iii) διαθέσιμα κονδύλια σύμφωνα με τον προϋπολογισμό και (
- iv)δυνατότητες του σφαγείου, συνιστούν λόγους οι οποίοι βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις πρόνοιες, το πνεύμα και το σκοπό των σχετικών Νόμων [Ν. 150(Ι)/2003 και 239(Ι)/2002] καθώς και του Κανονισμού 854/2004/ΕΚ. Οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι παρόλο που οι πρόνοιες των συγκεκριμένων Νόμων, όπως και του συγκεκριμένου Ευρωπαϊκού Κανονισμού, δημιουργούν υποχρέωση επίβλεψης της σφαγής από τον επίσημο κτηνίατρο, δεν υποχρεώνουν τους εφεσίβλητους να αποστέλλουν επίσημους κτηνίατρους σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες. Η άσκηση των επί του προκειμένου δικαιωμάτων των εφεσειόντων, όπως και των εφεσιβλήτων, όπως και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις τους, υπόκεινται «σε προηγούμενη συνεννόηση για μια αμοιβαίως αποδεκτή χρονική στιγμή». Είναι προφανές ότι επιτυχία των θέσεων που οι εφεσείοντες υποστηρίζουν, θα επηρεάσει καθοριστικά την έκβαση της έφεσης οδηγώντας σε ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξέτασης των θέσεων που οι εφεσείοντες εγείρουν στα πλαίσια των υπόλοιπων λόγων έφεσης. Αμφότεροι οι πιο πάνω Νόμοι, επισυνάπτονται. Γ. Η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. 18. Το θέμα που εγείρεται φαίνεται πως δεν είναι ξεκάθαρο, ούτε προφανές, έτσι ώστε να μπορεί να επιδιωχθεί επίλυση του στα πλαίσια της παρούσας έφεσης, χωρίς τη συνδρομή του Δ.Ε.Ε. στο οποίο θα πρέπει να παραπεμφθεί το θέμα της ορθής ερμηνείας του Κανονισμού. Στην απόφαση μας για παραπομπή του θέματος στο Δ.Ε.Ε. υπό μορφή ερωτήματος, λάβαμε υπόψη ότι το εγειρόμενο θέμα δεν άπτεται μόνο της ερμηνείας του συγκεκριμένου Κανονισμού, αλλά και αφορά ερμηνευτικά ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος τα οποία συμβάλλουν στην ενιαία εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου σε όλη την επικράτεια της Ένωσης και η υφιστάμενη νομολογία δεν τυγχάνει εφαρμογής στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Δ. Τα ερωτήματα. 19. Έχουμε διεξέλθει τα ερωτήματα όπως έχουν συνταχθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εφεσειόντων. Κρίνουμε ότι το τρίτο ερώτημα δεν εμπίπτει εντός των επιτρεπομένων ή αναγκαίων ερωτημάτων που παραπέμπονται για γνωμοδότηση στο Δ.Ε.Ε., εφόσον δεν αφορά θέμα που άπτεται ερμηνείας Κοινοτικού Δικαίου, αλλά ούτε θέμα το οποίο εμπίπτει εντός του Άρθρου 267. 20. Αναφορικά με τα άλλα δύο ερωτήματα τα οποία θεωρούμε ότι θα πρέπει να παραπεμφθούν, κρίνουμε ότι αυτά θα πρέπει να διατυπωθούν ως εξής: "Ερώτημα 1. Κατά πόσο οι πρόνοιες του Κανονισμού 854/2004/ΕΚ, παρέχουν στην αρμόδια Αρχή διακριτική ευχέρεια να καθορίσει το χρόνο συγκεκριμένης σφαγής ζώων, ενόψει της υποχρέωσης της να διορίζει επίσημο κτηνίατρο για σκοπούς διενέργειας ελέγχου σε σχέση με σφαγή ζώων, ή υποχρεούται στο διορισμό τέτοιου κτηνιάτρου κατά το χρόνο που θα λάβει χώρα η σφαγή, όπως το καθόρισε ο σφαγέας. Ερώτημα 2. Κατά πόσο οι πρόνοιες του Κανονισμού 854/2004/ΕΚ παρέχουν στην αρμόδια Αρχή διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να διορίσει επίσημο κτηνίατρο για διενέργεια κτηνιατρικού ελέγχου νενομισμένης σφαγής ζώων, όταν πληροφορηθεί ότι σε συγκεκριμένο χρόνο θα λάβει χώρα σφαγή ζώων, σε αδειούχο σφαγείο." 21. Με χωριστή απόφαση μας στα πλαίσια της έφεσης, έχουμε εγκρίνει το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του Δ.Ε.Ε. επί του προδικαστικού ερωτήματος. Με την ίδια απόφαση έχουν επιφυλαχθεί τα έξοδα της παραπομπής. Η ΔΙΑΤΑΓΗ. (Αίτηση για έκδοση προδικαστικής απόφασης, σύμφωνα με το Άρθρο 267 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΚ) και τον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Διαδικαστικό Κανονισμό του 2008). Το Ανώτατο Δικαστήριο στη δευτεροβάθμια του δικαιοδοσία, αφού μελέτησε την αίτηση και αφού άκουσε τους δικηγόρους των διαδίκων Θ. Ανδρέου για τους εφεσείοντες και τη Μ. Χατζηγεωργίου για τους εφεσιβλήτους, αποφάσισε σήμερα, 5/6/2013, ότι είναι απαραίτητη η αποσαφήνιση των νομικών σημείων που φαίνονται στο Παράρτημα της παρούσας Διαταγής, ώστε να δυνηθεί το Δικαστήριο αυτό να αποφασίσει για την υπόθεση που βρίσκεται ενώπιον του, δηλαδή την υπόθεση 78/09, μεταξύ CYPRA LIMITED και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ 1. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ και 2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ. Γι' αυτό διατάσσεται η παραπομπή των ερωτημάτων που διατυπώνονται στο επισυναπτόμενο Παράρτημα, για έκδοση προδικαστικής απόφασης από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης επί των θεμάτων που εγείρονται στα ερωτήματα. Περαιτέρω διατάσσεται η αναστολή της διαδικασίας, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα έξοδα της διαδικασίας παραπομπής επιφυλάσσονται. Δυνάμει του Κανονισμού 4 των περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Διαδικαστικών Κανονισμών (Αρ. 1) του 2008, εντέλλεται ο Αρχιπρωτοκολλητής όπως διαβιβάσει την παρούσα Διαταγή μετά του Παραρτήματος και λοιπών εγγράφων, στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 1ο και 2ο ερώτημα παραπέμπονται στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο