← Κύπρος

ΜΑΡΙΛΙΑ ΠΑΝΤΖΑΡΗ - ΕΛΙΣΣΑΙΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 101/2012 & 104/2012, 27/4/2

ΜΑΡΙΛΙΑ ΠΑΝΤΖΑΡΗ - ΕΛΙΣΣΑΙΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 101/2012 & 104/2012, 27/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2018:C203 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 101/2012 & 104/2012) 27 Απριλίου, 2018 [ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΓΙΑΣΕΜΗ, ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ/στές] Α.Ε. 101/2012 ΜΑΡΙΛΙΑ ΠΑΝΤΖΑΡΗ - ΕΛΙΣΣΑΙΟΥ, Εφεσείουσα/Ε/Μ, και ΕΥΑΝΘΙΑ ΠΑΝΤΕΛΗ, Εφεσίβλητη/Αιτήτρια, και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ'ων η αίτηση. ------------------------------------- Α.Ε. 104/2012 ΕΡΝΕΣΤΙΝΑ ΣΙΣΜΑΝΗ, Εφεσείουσα/Ε/Μ, και ΕΥΑΝΘΙΑ ΠΑΝΤΕΛΗ, Εφεσίβλητη/Αιτήτρια, και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ'ων η αίτηση. Α.Ε. 101/2012 Μ. Σπανού (κα), για την Εφεσείουσα. Α.Ε. 104/2012 Χρ. Χριστοφή, για την Εφεσείουσα. Δ. Νικολετόπουλος για Ε. Ευσταθίου, για την Εφεσίβλητη και στις δύο εφέσεις. Λ. Λάμπρου-Ουστά (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ'ων η αίτηση. ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από το Δικαστή Παμπαλλή. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Η επιθυμία της διοίκησης για πλήρωση δύο θέσεων Εκπαιδευτικού Ψυχολόγου, Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, παρόλο που εκδηλώθηκε με την προκήρυξη της θέσης από τις 28 Φεβρουαρίου 1992, δεν έμελλε να ικανοποιηθεί, οριστικώς, μέχρι και σήμερα. Η παρούσα έφεση αμφισβητεί την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης στην προσφυγή υπ' αρ. 992/2010, ημερομηνίας 30 Μαρτίου 2012, με την οποία έγινε αποδεκτή η προσφυγή της εφεσίβλητης, εναντίον της απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ) ημερομηνίας 7 Μαΐου 2010, με την οποία είχε διοριστεί, αναδρομικά, στη μία από τις δύο θέσεις του Εκπαιδευτικού Ψυχολόγου, η εφεσείουσα. Το ιστορικό αυτής της υπόθεσης, το οποίο μόνο θλίψη, αναφορικά με τον παράγοντα χρόνο, προκαλεί, έχει ως εξής: Στις 28 Ιουνίου 1993, η ΕΔΥ επέλεξε για διορισμό, στις δύο θέσεις Εκπαιδευτικού Ψυχολόγου, τη Δέσπω Λεωνίδου και Ερνεστίνα Σισμάνη. Ο εν λόγω διορισμός ακυρώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου στην προσφυγή 802/1993 κ.ά. (Ευανθία Παντελή κ.ά. ν. Δημοκρατίας

(1995)4 Α.Α.Δ. 265). Στις 18 Απριλίου 1996 η ΕΔΥ, προβαίνοντας στην πρώτη, όπως αποδεικνύεται, επανεξέταση, αποφάσισε και προχώρησε σε διορισμό των ιδίων προγενέστερα διορισθέντων, ήτοι, των Δέσπω Λεωνίδου και Ερνεστίνας Σισμάνη. Εναντίον του πιο πάνω διορισμού καταχωρήθηκε η προσφυγή υπ' αρ. 573/1996, που υπήρξε επιτυχής και ο διορισμός ακυρώθηκε. (Μαρίλια Παντζαρή - Ελισσαίου ν. Δημοκρατίας
(1997)4(Γ) Α.Α.Δ. 1889) (η εφεσείουσα στην παρούσα υπόθεση). Η ακολουθήσασα δεύτερη επανεξέταση που έλαβε χώρα στις 24 Φεβρουαρίου 1998, είχε ως αποτέλεσμα τη λήψη απόφασης, από την ΕΔΥ, με την οποία διορίστηκαν οι Ευανθία Παντελή (εφεσίβλητη στην παρούσα υπόθεση) και Ερνεστίνα Σισμάνη. Η εν λόγω απόφαση προσβλήθηκε, επιτυχώς, με δύο προσφυγές, ήτοι 500/1998 και 576/1998. Η, στη συνέχεια, καταχωρηθείσα έφεση εκ μέρους της Δημοκρατίας απορρίφθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2003 με την απόφαση Δημοκρατία ν. Παντζαρή - Ελισσαίου κ.ά.
(2003)3 Α.Α.Δ.
  1. Ακολούθησε η τρίτη επανεξέταση από την ΕΔΥ, η οποία, με απόφαση της, ημερομηνίας 5 Δεκεμβρίου 2003, επέλεξε για διορισμό τις Μαρίλια Παντζαρή - Ελισσαίου (εφεσείουσα) και Ερνεστίνα Σισμάνη. Η εν λόγω απόφαση προσβλήθηκε, και πάλι επιτυχώς, με τις προσφυγές υπ' αρ. 76/2004 και 124/
  2. Ασκήθηκε έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης και τελικώς η έφεση απορρίφθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2007 με την απόφαση Σισμάνη κ.ά. ν. Θεοδώρου κ.ά.
(2007)3 Α.Α.Δ.
  1. Την 1η Νοεμβρίου 2007 είχε διεξαχθεί η τέταρτη επανεξέταση και η ΕΔΥ επέλεξε για διορισμό τις Μαρίλια Παντζαρή - Ελισσαίου (εφεσείουσα) και Ερνεστίνα Σισμάνη. Η ορθότητα της εν λόγω απόφασης αμφισβητήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο της προσφυγής 96/2008, η οποία ακυρώθηκε και πάλι στις 20 Απριλίου
  2. Η έφεση που ασκήθηκε εναντίον της πιο πάνω απόφασης απορρίφθηκε στις 11 Οκτωβρίου 2016 (Ελισσαίου ν. Παντελή, Α.Ε. 65/2010). Το θέμα δεν είχε λήξει και υπήρξε και συνέχεια. Ανεξαρτήτως του πιο πάνω αποτελέσματος και της εκκρεμοδικίας, η ΕΔΥ προχώρησε, στις 7 Μαΐου 2010, στην πέμπτη επανεξέταση που οδήγησε στην επιλογή για διορισμό των Μαρίλια Παντζαρή - Ελισσαίου (εφεσείουσα) και Ερνεστίνας Σισμάνη. Η πιο πάνω απόφαση ακυρώθηκε, και πάλι, με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30 Μαρτίου 2012, στο πλαίσιο της προσφυγής 992/
  3. Η παρούσα έφεση στρέφεται εναντίον αυτής της απόφασης. Και πάλι, ανεξαρτήτως των πιο πάνω εκκρεμουσών προς εκδίκαση εφέσεων, η ΕΔΥ είχε προχωρήσει στην έκτη επανεξέταση και στις 10 Απριλίου 2012 επέλεξε για διορισμό τις Ευανθία Παντελή (εφεσίβλητη) και Ερνεστίνα Σισμάνη. Και, η ορθότητα αυτής της απόφασης αμφισβητήθηκε με την προσφυγή 1049/2012, όπου στις 4 Σεπτεμβρίου 2015 η προσφυγή απορρίφθηκε. Εναντίον της απόφασης αυτής, η εφεσείουσα καταχώρισε την έφεση 113/2015, η οποία εκκρεμεί. Όπως έχουμε σημειώσει, η παρούσα έφεση αφορά την πέμπτη επανεξέταση που έγινε από την ΕΔΥ στις 7 Μαΐου
  4. Πριν την έναρξη της ακρόασης των δύο εφέσεων, η υπ' αρ. 104/2012 αποσύρθηκε, έτσι προχώρησε μόνο η ακρόαση για την 101/
  5. Ήταν η εισήγηση της εφεσείουσας με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι εσφαλμένα εξετάστηκε πρωτοδίκως, ο προβληθείς λόγος ακυρώσεως στηριζόμενος στην παραβίαση της νομολογίας ως προς την παραγνώριση του πλεονεκτήματος. Το θέμα αυτό έχει εγερθεί, όπως προβλήθηκε για πρώτη φορά με την υπό έφεση προσφυγή (992/2010), ενώ αυτό θα μπορούσε να είχε εγερθεί με την προσφυγή 96/
  6. Ο λόγος ακυρώσεως που είχε προβληθεί στην προσφυγή αρ. 96/2008, πρόσθεσε η εφεσείουσα, αφορούσε στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας για παραγνώριση του πλεονεκτήματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του στην προσφυγή αρ. 96/2008 ανέφερε ότι η ΕΔΥ δεν παρείχε την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία για παραγνώριση του πλεονεκτήματος που κατείχε η εφεσίβλητη, καθώς και ότι η καλύτερη απόδοση κατά την προφορική συνέντευξη δεν θεωρείται επαρκής αιτιολογία για παραγνώριση του πλεονεκτήματος. Παραθέτουμε πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση στην προσφυγή 96/2008: "Συνιστά αταλάντευτη θέση της νομολογίας ότι σε περίπτωση που παραγνωρίζεται υποψήφιος που κατέχει το προσόν πλεονέκτημα, το διορίζον όργανο έχει υποχρέωση να παράσχει ειδική αιτιολόγηση για την ενέργεια του. ............... Σημειώνεται ότι τόσο στην υπόθεση Γερμανού (πιο πάνω) όσο και στην υπόθεση Φιλίππου (πιο πάνω), κρίθηκε ότι η καλύτερη απόδοση των ενδιαφερόμενων μερών στην προφορική συνέντευξη, δεν συνιστούσε παράγοντα ικανό να εκτοπίσει την κατοχή του πλεονεκτήματος από το διεκδικητή μιας θέσης. " Το Ανώτατο Δικαστήριο στην έφεση που ασκήθηκε εναντίον της απόφασης αυτής, Ελισσαίου ν. Παντελή, Α.Ε. 65/2010, ημερ. 11 Οκτωβρίου 2016, επικύρωσε την απόφαση αναφέροντας ότι : "Η μόνη αιτιολογία που δόθηκε, από την ΕΔΥ, στην κρινόμενη υπόθεση, για παραγνώριση του πλεονεκτήματος, ήταν η καλύτερη απόδοση στην προφορική συνέντευξη, στοιχείο που δεν συνιστά ειδική αιτιολογία, όπως ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τη νομολογία, το πλεονέκτημα αποτελεί σημαντικό στοιχείο στο οποίο θα πρέπει να αποδίδεται ουσιώδης σημασία και για να παρακαμφθεί θα πρέπει να δίδονται ειδικοί και πειστικοί λόγοι. (Βλ. Α.Ε. 209/2010, Δημοκρατία ν. Αναστασίου, ημερ. 7 Νοεμβρίου 2014 και Α.Ε. 69/2010, Κατσούρης ν. Πεύκαρος, ημερ. 9 Ιουνίου 2015). Στη βάση των πιο πάνω, κρίνουμε ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν την υφιστάμενη νομολογία, που επιτάσσει την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας για παραγνώριση υφισταμένου, όποιας φύσεως, πλεονεκτήματος. " Είμαστε της γνώμης ότι δεν υπήρξε σφάλμα εκ μέρους του Δικαστηρίου να εξετάσει τον εγερθέντα λόγο, καθότι τούτος συνδέετο με την ειδική αιτιολογία για παραγνώριση του πλεονεκτήματος. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν τέθηκε για πρώτη φορά στην προσφυγή αρ. 992/2010, είχε τεθεί και στην προσφυγή αρ. 96/
  7. Το Δικαστήριο στην προσφυγή αρ. 96/2008 αναφέρθηκε στη νομολογία αναφορικά με την απόδοση κατά την προφορική συνέντευξη και ότι αυτό δεν μπορεί να εκτοπίσει την κατοχή του πλεονεκτήματος από το διεκδικητή μιας θέσης. Ασχολήθηκε συνεπώς, και με το θέμα της βαρύτητας που πρέπει να δίδεται στην καλύτερη απόδοση κατά την προφορική συνέντευξη. Στην έφεση αρ. 65/2010, που ακολούθησε την πιο πάνω απόφαση, υπήρχε λόγος έφεσης (6ος), με τον οποίο ασκήθηκε κριτική στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν δόθηκε η απαιτούμενη, ειδική αιτιολογία για παραγνώριση του πλεονεκτήματος που κατείχε η τότε εφεσίβλητη. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται. Με το δεύτερο λόγο έφεσης προβλήθηκε ότι, λανθασμένα κρίθηκε πρωτοδίκως ότι η υπεροχή στην απόδοση των υποψηφίων στις συνεντεύξεις δεν συνιστά επαρκές αντιστάθμισμα για παραγνώριση του πλεονεκτήματος. Η αιτιολογία που παρείχε η ΕΔΥ, επί του προκειμένου, αφορούσε και πάλι στην προσδιορισθείσα υπεροχή, κατά την προφορική συνέντευξη, στηριζόμενη σε στοιχεία όπως η προσωπικότητα, η πειστικότητα, η σταθερότητα, η επικοινωνιακή ικανότητα και η κρίση των υποψηφίων. Αυτά τα στοιχεία, σύμφωνα με την ΕΔΥ, θα μπορούσαν να διαπιστωθούν μόνο από την προφορική εξέταση. Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση στην Βραχίμη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 129/2011, ημερ. 12 Οκτωβρίου 2017, ECLI:CY:AD:2017:C355: "Κατά πάγια νομολογία το πλεονέκτημα αποτελεί σημαντικό στοιχείο στο οποίο θα πρέπει να αποδίδεται ουσιώδης σημασία (Μορίτση ν. Καρσερά
(2009)3 ΑΑΔ 109 και Παναγή κ.ά. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω). Κατά πάγια, επίσης, νομολογία για να παρακαμφθεί το πλεονέκτημα ενός υποψηφίου θα πρέπει να δίδονται ειδικοί και πειστικοί λόγοι (Ιωσηφίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 410 και Παναγή κ.ά. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)." Διαπιστώνουμε μια αντίφαση στην προσέγγιση επί του ζητήματος του παραγκωνισμού του πλεονεκτήματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο από τη μια έκρινε ότι η απόφαση της ΕΔΥ για παραγκωνισμό του πλεονεκτήματος είχε αιτιολογηθεί, από την άλλη αναφέρει ότι με βάση τη νομολογία, «ως προς τον ισοζυγισμό των δυο παραγόντων, δηλαδή από τη μια του πλεονεκτήματος και από την άλλη της αξιολόγησης απόδοσης κατά την προφορική συνέντευξη», καταλήγει ότι, «δεν δικαιολογείται η παραγνώριση του πλεονεκτήματος». Ενώ, ουσιαστικώς, υιοθετείται ότι είχε δοθεί η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η τελική κρίση της ΕΔΥ ήταν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της απόδοσης των υποψηφίων κατά τις συνεντεύξεις, το οποίο όμως κρίνεται τελικώς ότι δεν είναι αρκετό αντιστάθμισμα για παραγνώριση του πλεονεκτήματος. Η εν λόγω όμως αντίφαση ουδόλως επηρεάζει το αποτέλεσμα της έφεσης. Αποτελεί νομολογημένο, όπως αποφασίστηκε στην προσφυγή 96/2008 και επικυρωθεί στην Α.Ε. 65/2010, ότι η υπεροχή της στην προφορική συνέντευξη δεν αποτελεί ειδική αιτιολογία για παραγνώριση του πλεονεκτήματος. Η ΕΔΥ, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, είχε αναλύσει τα στοιχεία, με βάση τα οποία θεώρησε ότι μπορούσε να παραγνωριστεί το πλεονέκτημα. Τα εν λόγω στοιχεία, στα οποία απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα, ουσιαστικώς αποτελούν μέρος της αξιολόγησης της απόδοσης των υποψηφίων κατά την προφορική συνέντευξη. Συνεπώς, ενήργησε και πάλι, κατά παράβαση του δεδικασμένου, παραγνωρίζοντας το υφιστάμενο πλεονέκτημα. Η καλύτερη απόδοση στην προφορική συνέντευξη, δεν συνιστά εξειδίκευση των λόγων που αντισταθμίζουν το πλεονέκτημα που παρέχει το πρόσθετο προσόν για την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης (Κατσούρη ν Πεύκαρος, A.E. 69/2010, ημερ. 9 Ιουνίου 2015). Και ο παρών λόγος κρίνεται ως απορριπτέος. Η έφεση απορρίπτεται με €3.000 έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας. Κ. ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ. Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ. Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗ, Δ. Α. ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ. /ΔΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.