← Κύπρος

ΠΑΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αναθεωρητική Έφεση Αρ.188/2012, 23/10/2018

ΠΑΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αναθεωρητική Έφεση Αρ.188/2012, 23/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2018:C455 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Αναθεωρητική Έφεση Αρ.188/2012) 23 Οκτωβρίου, 2018 ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, ΠΑΝΑΓΗ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, ΓΙΑΣΕΜΗΣ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ/στες XXXXX ΠΑΗ Εφεσείουσα/αιτήτρια Και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ Εφεσίβλητης/Καθ΄ης η αίτηση - - - - - - - - Γ.Παπαδόπουλος για Ηλιάδη & Συνεργ. ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα Δ.Εργατούδη, (κα), δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη Ελ.Ρήγα, (κα), για Η.Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ, για τα ενδιαφερόμενα μέρη - (Γ.Προκοπίου, Δ.Θεοδωρίδου, Κ.Μαραγκό, Δ.Παπαγιάννη, Π.Παπαφίγγου, Χ.Σιάμπελα, Χρ.Τζιακούρη, Κατ.Χρίστου, Μ.Νικολαϊδη). Αντ.Κωνσταντίνου, για το ενδιαφερόμενο μέρος - Γ.΄Οξινο -------- ----------- -------- ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Τ.Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ. -------- ----------- ------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η εφεσείουσα/αιτήτρια στην πρωτόδικη διαδικασία και τα ενδιαφερόμενα μέρη ήσαν υποψήφιοι για διορισμό στη θέση εκτελεστικού μηχανικού στο τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος. Τα ενδιαφερόμενα μέρη (ΕΜ) διορίσθησαν αντί της εφεσείουσας την 1.6.

  1. Ως συνέπεια η εφεσείουσα καταχώρησε προσφυγή στην οποία εξεδόθη η εφεσιβαλλόμενη απορριπτική απόφαση ημερ. 5.9.
  2. Δια της εφέσεως προβάλλονται οι λόγοι 2-
  3. (ο 1ος λόγος απεσύρθη). Παρά την ξεχωριστή διατύπωση των λόγων έφεσης 2-7 εκείνο που επιδιώκεται είναι η συλλήβδην αναθεώρηση της πρωτόδικης απόφασης ως προς τη βαρύτητα που δόθηκε στα κριτήρια επιλογής τα οποία εφαρμόστηκαν από την εφεσίβλητη καθώς και την απορριπτική κατάληξη με τη συναφή αιτιολογία που εδόθη από το πρωτόδικο Δικαστήριο. ΄Εχουμε την πεποίθηση πως δια της εφέσεως καλείται το Ανώτατο Δικαστήριο να επαναξιολογήσει κάθε πτυχή της διεργασίας και σκέψης του αδελφού μας Δικαστή, ο οποίος έκρινε πως οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρότητας δεν ευσταθούσαν. Κατανοούμε την ανησυχία των δικηγόρων της εφεσίβλητης και των ενδιαφερομένων μερών πως οι λόγοι ακυρότητας ενδεχομένως να μη κάλυπταν όλες τις πτυχές του παραπόνου της εφεσείουσας, ως προς όλα τα κριτήρια επιλογής, όπως επιχειρείται δια της εφέσεως να επαναξιολογηθούν (ειδικά δια την εγκυρότητα της προφορικής αξιολόγησης κ.ά.). Μετά από προβληματισμό και προσεκτική μελέτη της Αιτήσεως (λόγοι ακυρότητας) όχι χωρίς δισταγμό, θα θεωρήσουμε πως υπήρχε έστω και πενιχρό δικογραφικό υπόβαθρο στις θέσεις της εφεσείουσας, εκτός ενός σημείου που αφορά συγκεκριμένο λόγο έφεσης. ΄Αλλωστε η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνοντας τη διοικητική πράξη του διορισμού των ενδιαφερομένων μερών αναφέρθηκε στον τρόπο επιλογής, στη δοθείσα αιτιολογία και βαθμολογία. Η πρώτη μομφή εναντίον της πρωτόδικης κρίσης αφορά κύρια και καίρια την επικύρωση της βαρύτητας που προσδόθηκε στα συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης. Ειδικώς, προβάλλεται πως κακώς εδόθη αυξημένη βαρύτητα (91%) για την προφορική εξέταση του κάθε υποψηφίου ξεχωριστά. Μ΄αυτό δε τον τρόπο, η εφεσίβλητη «κατένειμε το υπόλοιπο 9% στο πλεονέκτημα πείρα και μεταπτυχιακό προσόν αγνοώντας οποιαδήποτε άλλα πρόσθετα προσόντα κατείχε ο κάθε υποψήφιος» (2ος, 3ος και 4ος λόγος). Διατυπώνεται επίσης μομφή εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ότι «παρέλειψε να εξετάσει τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας για εσφαλμένη βαθμολόγηση των προσόντων της, της αρχαιότητας και της πολύχρονης πείρας της, που προσμετρά στην αξία της». Η βαθμολογία, εισηγείται, προσθέτως η εφεσείουσα, είναι αναιτιολόγητη και καθιστά αδύνατο τον ακυρωτικό έλεγχο (5ος λόγος). Προσβάλλεται ειδικά η βαθμολόγηση μερικών Ε.Μ. (ειδικά του Ε.Μ. XXXXX Παπαγιάννη και της XXXXX Χρίστου), με την πρόσδοση μονάδων κυρίως για πλεονέκτημα ή για πρόσθετο προσόν, σε προσόντα που αναγνωρίστηκαν από το ΚΥΣΑΤΣ μετά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και σε προσόντα που μέτρησαν, ως απαιτούμενα. (7ος λόγος). Ακόμη προβάλλεται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε παραλείποντας να εξετάσει τον ισχυρισμό της εφεσείουσας για το πρόσθετο προσόν αυτής, το οποίο απέκτησε από το ΑΤΙ, δηλαδή το certificate ημερ. 24.6.1986, Advanced Quantity Surveyor. (6ος λόγος). Είναι φανερό από τα πιο πάνω πως το σημαντικότερο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί, ενόψει και του μεγέθους της βαρύτητας που του αποδόθηκε, είναι το θέμα της προφορικής εξέτασης. Πεμπτουσία της κρίσης σε συνάρτηση με την προφορική εξέταση είναι φυσικά η αιτιολογία όπως, βεβαίως, η έννοια εξηγείται από τη νομολογία. Πριν να προχωρήσουμε θα πρέπει να πούμε πως οι επίδικες θέσεις ήταν πρώτου διορισμού και υψηλές στην ιεραρχία, οπότε, κατά τα νομολογηθέντα, υπάρχει ευρύτερη δυνατότητα να δοθεί αυξημένη σημασία στην προφορική εξέταση (βλ. Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Νικολάου κ.ά.

(2007)3 Α.Α.Δ. 18). Όπως εξηγείται στη σχετική έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής η αυξημένη αυτή βαρύτητα (91%) βασίζεται στο γεγονός ότι με την προφορική εξέταση του κάθε ενός υποψηφίου ξεχωριστά, η Σ.Ε., θα αξιολογήσει τόσο το γνωστικό και επιστημονικό του επίπεδο όσο και την εν γένει προσωπικότητα του, την ευθυκρισία, ευχέρεια έκφρασης, πρωτοβουλία και υπευθυνότητα του με απώτερο σκοπό την αξιολόγηση της ικανότητας του να ανταποκριθεί στα καθήκοντα και ευθύνες της θέσης του εκτελεστικού μηχανικού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει σχετικά τα εξής: «Η ΕΔΥ αφού έλαβε δεόντως υπόψη τα αποτελέσματα της προφορικής εξέτασης των υποψηφίων που διεξήχθη από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, τα προσόντα των υποψηφίων σε σχέση με τα καθήκοντα της θέσης επέλεξε για διορισμό από 1/5/2010 στη θέση του Εκτελεστικού Μηχανικού 11 υποψήφιους μεταξύ των οποίων και τα ενδιαφερόμενα μέρη....». Και παρακάτω: «Αναφορικά με τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι παράνομα περιορίστηκε η ΣΕ με απόφαση της ημερ. 7/7/2009 σε προφορική εξέταση χωρίς τη διεξαγωγή γραπτής εξέτασης, κρίνω ότι δεν ευσταθεί. Το σχετικό άρθρο του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (Ν. 1/90 ως έχει τροποποιηθεί) είναι το άρθρο 33
(4), από το λεκτικό του οποίου προκύπτει ότι υπάρχει διακριτική ευχέρεια για διεξαγωγή προφορικής ή γραπτής εξέτασης ή και τα δύο. Επομένως ο (α) λόγος ακύρωσης απορρίπτεται» Ο (β) λόγος αφορά στον ισχυρισμό περί λανθασμένης αξιολόγησης των προσόντων της αιτήτριας καθώς και για λανθασμένη αξιολόγηση από την ΣΕ της απόδοσης των υποψηφίων (αιτήτριας και ενδιαφερομένων μερών) κατά την προφορική εξέταση. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι με την ίδια αιτιολογία στα ενδιαφερόμενα μέρη δόθηκε μεγαλύτερη βαθμολογία. Παραθέτει στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος το τι ανέφερε η ΣΕ για τον κάθε υποψήφιο. Εξέτασα τα όσα ανέφερε η ΣΕ για κάθε υποψήφιο και δεν βρίσκω να ήταν πανομοιότυπα με τα όσα ανέφερε για την αιτήτρια, ούτως ώστε κατ' ανάγκη να έπρεπε να δοθεί η ίδια ακριβώς βαθμολογία. Ειδικά για την αιτήτρια αναφέρεται ότι σε άλλες ερωτήσεις δεν έδωσε πλήρη απάντηση. Όπως έχει νομολογηθεί, η νοητική λειτουργία της Επιτροπής σε σχέση με την αξιολόγηση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση δεν ελέγχεται δικαστικά. (Βλ. μεταξύ άλλων Σωτηρίου κ.α. ν. Κολοκοτρώνη
(1998)3 ΑΑΔ 452, σελ. 455-456, Θεοχαρίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)3 ΑΑΔ 644 και Βασιλειάδης κ.α. ν. Τσιάππα κ.α.
(2005)3 Α.Α.Δ. 403). Στη σελ. 420 της υπόθεση Βασιλειάδης κ.α. ν. Τσιάππα κ.α. λέχθηκαν τα εξής: «Ο πιο πάνω λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ο βαθμολογικός έλεγχος δεν εμπίπτει στα πλαίσια αρμοδιότητας ενός ακυρωτικού δικαστηρίου και ότι η αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων κατά τις συνεντεύξεις άπτεται της νοητικής εργασίας των μελών του διοικητικού οργάνου (βλ. Κυριάκος Χασάπη ν. Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, Υποθ. 245/99, ημερ. 19/4/01, με αναφορά σε αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας και Ματθαίος Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 296/02, ημερ. 22/7/03). Αυτό που απαιτείται από το νόμο είναι η καταγραφή της γενικής εντύπωσης, κάτι που εδώ έγινε (βλ. Πούρος κ.α. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω).» Παρατηρείται συναφώς ότι με συνοπτικό τρόπο το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραφε αφενός το ότι υπήρξε αιτιολογία ως προς την εντύπωση που άφησε η εφεσείουσα και τα Ε.Μ. και αφετέρου ορθά αναγνώρισε και επανέλαβε την αρχή δικαίου πως αυτό που απαιτείται είναι η μεταφορά, με καταγραφή στο πρακτικό, των όσων το Σώμα που διενήργησε την προφορική εξέταση απεκόμισε για τον κάθε υποψήφιο. Ορθά δε προσδιόρισε την ισχύ και εφαρμογή του αρθ.33
(4)του Ν.1/90, το οποίο έχει ως εξής: «
(4)Η Συμβουλευτική Επιτροπή συνέρχεται στη συνέχεια μέσα σε δύο εβδοµάδες και φροντίζει όπως οι υποψήφιοι υποβληθούν σε γραπτή ή προφορική εξέταση ή και στις δύο, τηρουµένων των διατάξεων του οικείου σχεδίου υπηρεσίας. Τα αποτελέσµατα της γραπτής εξέτασης, όταν αποφασιστεί να διεξαχθεί τέτοια εξέταση, δηµοσιεύονται στην Επίσηµη Εφηµερίδα της Δηµοκρατίας». Εφαρμογή επίσης έχει και το άρθρο 33
(11)του ιδίου Νόμου: «
(11)Η Επιτροπή κατά την τελική επιλογή και διορισµό των καλύτερων υποψηφίων λαμβάνει δεόντως υπόψη την απόδοση των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση και τα στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο
(6)». Όπως στην Πούρος κ.ά. ν. ΕΔΥ
(2001)3 Α.Α.Δ. 374 αναφέρεται: «Εκείνο που η νομολογία απαιτεί είναι τη μεταφορά, με καταγραφή στο πρακτικό, των όσων το σώμα που διενήργησε την προφορική εξέταση απεκόμισε για τον κάθε υποψήφιο. Είναι σ' αυτό αναγκαία η συγκεκριμενοποίηση των κατά την αντίληψη του σώματος γεγονότων, στοιχείων και παρατηρήσεων που προέκυψαν από την προφορική εξέταση και που εξηγούν τη γενική εντύπωση. Η καταγραφή αυτούσιας της κάθε προφορικής συνέντευξης θα χρειαζόταν μόνο αν η απαίτηση για αιτιολογία εκτεινόταν πέραν της γενικής εντύπωσης ώστε να καλύπτει και τα όσα το σώμα που διενήργησε την προφορική συνέντευξη θεώρησε, από άποψης βαθμολόγησης, πως συνέθεταν τα επί μέρους, τα οποία μεταφέρονται για να δικαιολογήσουν τη γενική εντύπωση. Αυτό όμως ούτε ο νόμος ούτε η νομολογία το απαιτούν.» Ακόμη στην Ιωαννίδου ν. ΕΔΥ
(2007)3 Α.Α.Δ. 377 αναφέρεται: «Η ΕΔΥ δεν περιορίστηκε στον απλό χαρακτηρισμό της απόδοσης του κάθε ενδιαφερομένου μέρους κατά την προφορική εξέταση. Παρέθεσε και ειδικά σχόλια, ανάλογα με την περίπτωση, για να εξηγήσει την άποψή της για τον καθένα. Το ίδιο έπραξε και για την εφεσείουσα για την οποία, μάλιστα, κατέγραψε και ορισμένα αρνητικά δεδομένα». Η Συμβουλευτική Επιτροπή, εν προκειμένω, όπως στην υπόθεση Ιωαννίδου, κατέγραψε τα αρνητικά δεδομένα σε σχέση με την εφεσείουσα όπως το γεγονός πως σε κάποιες ερωτήσεις δεν έδωσε πλήρη απάντηση. Στη δε υπόθεση Βασιλειάδης ν. Κληρίδου-Τσιάππα
(2005)3 Α.Α.Δ. 403 αναφέρθηκε πως «ο βαθμολογικός έλεγχος ... δεν εμπίπτει στα πλαίσια ενός ακυρωτικού δικαστηρίου». Στη βάση λοιπόν της επαρκούς αιτιολογίας που δόθηκε επί του προκειμένου, στα πλαίσια της νομολογίας, το σχετικό παράπονο της εφεσείουσας δεν ευσταθεί. Κατά τα λοιπά κρίνεται ορθή η πρωτόδικη επικύρωση της καθολικής εξέτασης και κατάταξης των κριτηρίων για τα Ε.Μ. και την εφεσείουσα. Συμφωνούμε πως ορθά κρίθηκε ως σχετική πείρα, αυτή που αποκτήθηκε κατά την άσκηση καθηκόντων Πολιτικού Μηχανικού και όχι η πείρα καθηκόντων τεχνικού, αφού η πείρα που απέκτησε η εφεσείουσα ως τεχνικός στο Τμήμα Ανάπτυξης Υδάτων δεν ήταν σχετική με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης. Εν αντιθέσει, προσμετρήθηκε στα ορθά πλαίσια, της ως Πολιτικός Μηχανικός. Ως προς τον ισχυρισμό της εφεσείουσας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε επί της παράλειψης να εξετάσει τη θέση της πως δεν της πιστώθηκε καμιά μονάδα για το πρόσθετο προσόν certificate ημερ. 24.6.1986, Advanced Quantity Surveyor, παρατηρούμε πως ορθά το πιστοποιητικό αυτό δεν πιστώθηκε στην εφεσείουσα ως πλεονέκτημα αφού πρόκειται για παρακολούθηση «προγράμματος» και όχι πανεπιστημιακού επιπέδου δίπλωμα. Εν κατακλείδι έχουμε να εξετάσουμε τον ισχυρισμό για λανθασμένη βαθμολόγηση των Ε.Μ. XXXX Παπαγιάννη και XXXXX Χρίστου, διότι «τους προσδόθηκαν μονάδες για πλεονέκτημα ή για πρόσθετο προσόν σε προσόντα που αναγνωρίστηκαν ως master από το ΚΥΣΑΤΣ μετά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και σε προσόντα που μέτρησαν ως απαιτούμενα προσόντα». Για το θέμα αυτό (7ος λόγος έφεσης) κρίνουμε πως έχουν δίκαιο η εφεσίβλητη και τα Ε.Μ. ότι δηλαδή, δεν προβλήθηκε ειδικά ως λόγος ακύρωσης στην Αίτηση και δεν θα έπρεπε να τίθεται τώρα στο Εφετείο για πρώτη φορά. Κάτι τέτοιο, ως νομολογιακά έχει τεθεί, είναι ανεπίτρεπτο. Στην (ΕΔΥ ν. Ευγενίου
(2005)3 Α.Α.Δ. 257) λέχθηκε πως: «"Το δικαιοδοτικό πλέγμα στο οποίο στηρίζει το δικαστήριο τις ενέργειες του καθορίζεται εξειδικευμένα από την αίτηση και δεν μπορεί η δραστηριότητα να περιπλανάται προς όλες τις κατευθύνσεις. Με την εξαίρεση φυσικά θεμάτων δημόσιας τάξης, που η νομολογία δέχεται δεν μπορεί να ελεγχθούν αυτεπάγγελτα." Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €2,500 υπέρ της εφεσίβλητης. ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ. ΠΑΝΑΓΗ, Δ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.