ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ, ΑΝΑΦΟΡΑ ΑΡ. 6/2018, 1/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2019:C69 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ (ΑΝΑΦΟΡΑ ΑΡ. 6/2018) Αναφορικά με το Άρθρο 140 του Συντάγματος. 1 Μαρτίου, 2019 [ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π., ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, ΠΑΝΑΓΗ, ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΛΙΑΤΣΟΣ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΓΙΑΣΕΜΗΣ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ/στές] ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αιτητής ΚΑΙ ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ, Καθ΄ ης η αίτηση. ______________________ Γνωμάτευση κατά πόσον «Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018» βρίσκεται σε αντίθεση και ασύμφωνος προς τις διατάξεις των Άρθρα 35, 54, 61, 80.2 και 179 του Συντάγματος της Δημοκρατίας και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών από την οποία διαπνέεται το Σύνταγμα της Δημοκρατίας. _____________________ Γ. Χ΄΄ Χάννα (κα.), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Αιτητή. Στ. Καρακατσιάνη (κα.) για Α. Ιωάννου ΔΕΠΕ, για την Καθ΄ ης η αίτηση. ______________________ Η Γνωμάτευση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Νικολάτο, Π. ______________________ Γ Ν Ω Μ Α Τ Ε Υ Σ Η ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π.: Με την παρούσα Αναφορά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ζητά Γνωμάτευση κατά πόσον «ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018» (στη συνέχεια ο Νόμος), βρίσκεται σε αντίθεση και/ή είναι ασύμφωνος προς τις διατάξεις των Άρθρων 35, 54, 61, 80.2 και 179 του Συντάγματος της Δημοκρατίας και την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών από την οποία διαπνέεται το Σύνταγμα. Το σχετικό Νομοσχέδιο υποβλήθηκε από την Κυβέρνηση με σκοπό την αντιμετώπιση του θέματος της πιθανής αντισυνταγματικότητας του βασικού Νόμου που προέκυπτε από την άνιση μεταχείρισης της γυναίκας με τον άνδρα στο δικαίωμα χηρείας. Η Καθ΄ ης η αίτηση απάλειψε από το Νόμο, και συγκεκριμένα το άρθρο 41, τις λέξεις για θανάτους «κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2018», με αποτέλεσμα να διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής των νέων προνοιών σε όλους τους χήρους ανεξάρτητα από την ημερομηνία θανάτου των συζύγων τους[1]. Είναι η θέση του Αιτητή ότι με την προαναφερόμενη απάλειψη, που έγινε από την Καθ΄ ης η αίτηση, παραβιάζεται το Άρθρο 80.2 του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ότι ουδεμία πρόταση Νόμου, συνεπαγόμενη αύξηση των προβλεπόμενων εξόδων του Προϋπολογισμού, δύναται να υποβληθεί από Βουλευτή. Στην προκείμενη περίπτωση, η προαναφερόμενη τροποποίηση, δια της απαλείψεως της προαναφερόμενης ημερομηνίας και η συνεπαγόμενη επιβάρυνση του Προϋπολογισμού με την επέκταση του δικαιώματος χηρείας σε όλους του χήρους, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας θανάτου της συζύγου τους, έγινε από τη Βουλή. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (αρ. 2)
(2001)3 ΑΑΔ, 519, αποφασίστηκε ότι, εξ αντικειμένου, είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί διάκριση μεταξύ σχεδίων Νόμου που έχουν αφετηρία βουλευτική πρόταση και βουλευτικών προτάσεων για την τροποποίηση ή αναμόρφωση Κυβερνητικού Νομοσχεδίου, αμφοτέρων επαγομένων αύξηση των δαπανών. Αποδοχή της θέσης της Βουλής ότι ο όρος «Πρόταση Νόμου» δεν περιλάμβανε Κυβερνητικά Νομοσχέδια, τα οποία τροποποιήθηκαν μετά από βουλευτική πρόταση ή βουλευτικές προτάσεις, θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη αναγνώριση ευχέρειας, στη Βουλή να προβαίνει σε ρυθμίσεις επαγόμενες αύξηση των δαπανών, στο πλαίσιο κάθε Κυβερνητικού Νομοσχεδίου το οποίο κατατίθεται. Η Καθ΄ ης η αίτηση δεν αμφισβητεί ότι με το Νόμο επιβαρύνονται οι κυβερνητικές δαπάνες δυνάμει του Προϋπολογισμού, ούτε και αμφισβητεί την εμβέλεια του Άρθρου 80.2 του Συντάγματος. Εισηγείται όμως ότι, ενόψει συγκεκριμένων προνοιών του Ενωσιακού Δικαίου το οποίο δυνάμει του Άρθρου 1Α του Συντάγματος, έχει υπεροχή έναντι και του ιδίου του Συντάγματος, η τροποποίηση που έγινε από την Καθ΄ ης η αίτηση στο Κυβερνητικό Νομοσχέδιο, διασώζεται. Ειδικά η Καθ΄ ης η αίτηση αναφέρεται στις πρόνοιες του Ενωσιακού Δικαίου για ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών σύμφωνα με τα Άρθρα 119 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε ΕΟΚ και 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Το Άρθρο 157 της ΣΛΕΕ (το οποίο ενσωματώνει και τις αρχές του Άρθρου 119 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης (της ΕΟΚ), προνοεί τα εξής: «
- Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας ή αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας.
- Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «αμοιβή» νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας. Η ισότητα αμοιβής, χωρίς διακρίσεις φύλου συνεπάγεται: (α) ότι η αμοιβή που παρέχεται για όμοια εργασία που αμείβεται κατ΄ αποκοπή καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως EL 26.10.2012 Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 326/117, (β) ότι η αμοιβή που παρέχεται για εργασία που αμείβεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας.» Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στη νομολογία του διευκρίνισε ότι η έννοια της αμοιβής (στο δεύτερο εδάφιο του Άρθρου 119 της Συνθήκης) περιλαμβάνει όλα τα οφέλη σε χρήμα ή σε είδος, τωρινά ή μελλοντικά, αρκεί να καταβάλλονται έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο, λόγω της εργασίας του τελευταίου (Δέστε την Υπόθεση C-262/88 (Barber)). Στην Υπόθεση C-267/06 (Maruko) το ΔΕΕ αναγνώρισε ότι σύνταξη που προβλέπεται από επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, θεσπισθέν με συλλογική σύμβαση, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 119 της Συνθήκης. Στη Maruko (ανωτέρω) επίσης τονίστηκε ότι για να κριθεί αν μια σύνταξη γήρατος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 157 της ΣΛΕΕ, αποφασιστικό κριτήριο αποτελεί μόνον η διαπίστωση ότι η σύνταξη καταβάλλεται στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας μεταξύ αυτού και του πρώην εργοδότη του. Είναι προφανές, από τη νομολογία του ΔΕΕ, ότι η απαγόρευση κάθε διάκρισης ως προς τις αμοιβές μεταξύ ανδρών και γυναικών, η οποία διαλαμβανόταν στο Άρθρο 119 της Συνθήκης και σήμερα στο Άρθρο 157 της ΣΛΕΕ και η οποία αναγνωρίζει ότι στον όρο «αμοιβή» περιλαμβάνεται και σύνταξη επιζώντος συζύγου, αφορά σε συντάξεις οι οποίες καταβάλλονται από τον πρώην εργοδότη στον επιζώντα σύζυγο εξαιτίας της εργασιακής σχέσης μεταξύ του εργοδότη και του αποβιώσαντος εργοδοτουμένου του. Στην προκείμενη περίπτωση η σύνταξη χηρείας που παρέχεται από το Κράτος, δυνάμει του Νόμου, δεν εμπίπτει στις παραμέτρους που καθόρισε η νομολογία του ΔΕΕ, εφόσον πρόκειται για κυβερνητική χορηγία ανεξάρτητη από οποιαδήποτε εργασιακή σχέση μεταξύ εργοδότη και αποβιώσαντος εργοδοτούμενου ή επιζήσαντος συζύγου του εργοδοτούμενου. Η παρούσα Αναφορά προσομοιάζει σε πολλά σημεία με τις Αναφορές 2/2018 και 3/2018, στις οποίες δόθηκε Γνωμάτευση στις 6.2.
- Εξάλλου η ευπαίδευτη συνήγορος που εμφανίζεται για την Καθ΄ ης η αίτηση παραδέχθηκε την άμεση σχετικότητα της παρούσας Αναφοράς με τις Αναφορές 2/2018 και 3/2018, στις οποίες οι εξετασθέντες Νόμοι κρίθηκαν ως αντισυνταγματικοί εξαιτίας της παραβίασης του Άρθρου 80.2 του Συντάγματος και της μη διάσωσης τους από το Ενωσιακό Δίκαιο. Με τις προαναφερόμενες σκέψεις καταλήγομε στο συμπέρασμα ότι με την τροποποίηση που έγινε στο Νόμο από την Καθ΄ ης η αίτηση παραβιάζεται το Άρθρο 80.2 του Συντάγματος για τους λόγους που επικαλέστηκε ο Αιτητής και η παραβίαση δεν δικαιολογείται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από το Ενωσιακό Δίκαιο. Επομένως ο Νόμος, όπως τροποποιήθηκε από την Καθ΄ ης η αίτηση, είναι αντισυνταγματικός. Υπό τις περιστάσεις δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στην εξέταση των άλλων λόγων αντισυνταγματικότητας που επικαλείται ο Αιτητής. Η παρούσα Γνωμάτευση κοινοποιείται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.2 του Συντάγματος, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Μ.Μ. ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π. ΣΤ. ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ. Κ. ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ. Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ. Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, Δ. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ. Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ. Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ. Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ. Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ. /ΕΑΠ. [1] Το άρθρο 41 του βασικού Νόμου τροποποιείται ως ακολούθως: (α) με την αντικατάσταση του εδαφίου
(1)με το ακόλουθο νέο εδάφιο
(1): «
(1)Χήρα η οποία κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της, ή χήρος ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου της συζύγου του, ο οποίος ή η οποία απεβίωσε κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2018, συζούσε με αυτόν ή αυτήν ή συντηρούταν από τον/την αποβιώσαντα/σα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, δικαιούται σύνταξη χηρείας.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο