Pafilia Property Developers Ltd ν. Υπουργείο Οικονομικών κ.α., Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 105/2013, 9/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2019:C292 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 105/2013) (Υπ. Αρ. 1172/11) 9 Ιουλίου, 2019 [ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π., ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΛΙΑΤΣΟΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ/στές] Pafilia Property Developers Ltd Εφεσείοντες / Αιτητές ΚΑΙ Κυπριακή Δημοκρατία μέσω
- Υπουργείο Οικονομικών
- Υπουργού Οικονομικών
- Γενικού Διευθυντή Υπουργείου Οικονομικών
- Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Εφεσίβλητων / Καθ'ων η αίτηση _________________________ Αντ. Γεωργίου για Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τους Εφεσείοντες-Αιτητές Ελ. Συμεωνίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για τους Εφεσίβλητους-Καθ'ων η Αίτηση __________________________ Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Νικολάτος, Π. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π.: To Υπουργείο Οικονομικών (1ος Εφεσίβλητος - Καθ'ου η Αίτηση), με επιστολή του ημερομηνίας 21.6.2011, ενημέρωσε τους Εφεσείοντες - Αιτητές ότι απορρίφθηκε η ένσταση που υπέβαλαν για την αλλαγή της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της εγγραφής τους στο Μητρώο ΦΠΑ. Σκοπός της Ένστασης ήταν, όπως η ημερομηνία εγγραφής μη τροποποιηθεί από 1.5.2004 σε 1.2.1998, όπως ήταν η απόφαση του Υπουργείου. Οι Εφεσείοντες - Αιτητές είχαν υποβάλει αίτηση για εγγραφή στο Μητρώο ΦΠΑ με ισχύ από την 1.5.
- Λειτουργοί του Επαρχιακού Γραφείου ΦΠΑ Πάφου ζήτησαν από τους Εφεσείοντες - Αιτητές να παρουσιάσουν στοιχεία αναφορικά με τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Μετά από ανταλλαγή απόψεων και διαβουλεύσεις, το Τμήμα ΦΠΑ θεώρησε ότι η υποχρέωση των Εφεσειόντων - Αιτητών για εγγραφή στο Μητρώο ΦΠΑ άρχιζε από 1.8.1996 αντί από 1.5.
- Οι Εφεσείοντες - Αιτητές υπέβαλαν πρώτη ένσταση και ο Έφορος ΦΠΑ αποφάσισε τελικά, στη βάση των στοιχείων που οι Εφεσείοντες - Αιτητές παρουσίασαν, όπως η εγγραφή τους στο Μητρώο ΦΠΑ ισχύει από 1.2.
- Οι Αιτητές υπέβαλαν δεύτερη ένσταση στον Υπουργό Οικονομικών, την οποία ο Υπουργός απέρριψε την 21.6.
- Εκείνη την απόφαση προσέβαλαν με την προσφυγή τους οι Εφεσείοντες - Αιτητές. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε τα ενώπιον του στοιχεία, απέρριψε την προσφυγή των Εφεσειόντων - Αιτητών και επικύρωσε την προσβληθείσα πράξη. Το κύριο θέμα που εξέτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν η, κατ' ισχυρισμό, έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας εκ μέρους των Εφεσιβλήτων - Καθ΄ων η αίτηση. Ήταν η θέση των Αιτητών, ότι τα έγγραφα που είχαν δοθεί από αυτούς στου Καθ' ων η Αίτηση, δεν έδειχναν φορολογητέες εισπράξεις πέραν των £12.000 για το έτος 1997, που ήταν το όριο εγγραφής στον ΦΠΑ, ώστε να προκύπτει υποχρέωση εγγραφής τους από 1.2.1998, ως η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση - Εφεσίβλητοι εισηγήθηκαν, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, από το σύνολο των εγγράφων που τους δόθηκαν από τους Αιτητές - Εφεσείοντες, διαπιστώθηκε η ύπαρξη δύο ποσών, εντός του 1997, που καθιστούσαν την εγγραφή των Αιτητών, από 1.2.1998, δικαιολογημένη, διότι αφορούσαν σε παροχές υπηρεσιών σε τρίτους, όπως υπηρεσίες «Project Management» με ύψος αμοιβής £14.981 και «Other Services rendered», ύψους £1.500 για υπηρεσίες ενοικίασης αυτοκινήτων. Το προαναφερόμενο ποσό των £14.981 καταγραφόταν, στις οικονομικές καταστάσεις που υπέβαλαν οι Εφεσείοντες - Αιτητές, ως «άλλο εισόδημα», εισπρακτέο ποσό για παρασχεθείσες υπηρεσίες. Για το ποσό των £1.500, η εξήγηση ήταν «παροχή υπηρεσιών ενοικίασης αυτοκινήτων». Κατά την ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου διαδικασία, οι Εφεσείοντες - Αιτητές, εισηγήθηκαν ότι το ποσό των £1.500 ήταν το προϊόν δέκα περιπτώσεων ενοικιάσεων αυτοκινήτων, για τις οποίες, όμως, οι Αιτητές δεν εισέπραξαν οποιονδήποτε ποσό, καθότι παρασχέθηκαν ως πίστωση, ενώ για το ποσό των £14.981, δεν ζητήθηκαν οποιεσδήποτε εξηγήσεις από τους Αιτητές ως προς το τι ακριβώς αντιπροσώπευε το ποσό αυτό, το οποίο αφορούσε σε «παρασχεθείσες υπηρεσίες εισπρακτέες». Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά παρατήρησε ότι το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, ούτε έχει σκοπό ή στόχο την αναμόρφωση των δεδομένων ή την πρωτογενή διαπίστωση γεγονότων, και έκανε σχετική αναφορά στις αποφάσεις Παπαντωνίου κ.α. v. Δήμου Λευκωσίας (αρ. 2),
(2010)3 Α.Α.Δ. 113, και Θεμιστού v. Δημοκρατίας,
(2011)3(Β) Α.Α.Δ.
- Ιδιαιτέρως σε τεχνικά ζητήματα, όπως είναι, κατ' εξοχήν, τα φορολογικά ζητήματα, το Ακυρωτικό Δικαστήριο δεν επεμβαίνει. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο επεμβαίνει όταν διαπιστώσει ότι η νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης πάσχει εξαιτίας ανεπαρκούς έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και λήψης υπόψιν λανθασμένων γεγονότων. Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι Εφεσίβλητοι - Καθ' ων η Αίτηση βασίστηκαν σε στοιχεία που οι ίδιοι οι Εφεσείοντες - Αιτητές έδωσαν στον Έφορο ΦΠΑ και, επομένως, οι οποιεσδήποτε ελλείψεις ως προς την επεξήγηση στοιχείων και δεδομένων βάρυναν, πρωτίστως, τους Εφεσείοντες - Αιτητές. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Έφορος ΦΠΑ είχε επαρκή στοιχεία ενώπιον του για να διαπιστώσει ότι υπήρχαν ποσά άνω των £12.000, εντός του 1997, που οδηγούσαν ευλόγως στο συμπέρασμα ότι η εγγραφή των Αιτητών έπρεπε να αρχίζει από την 1.2.
- Κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, η παροχή πίστωσης είναι φορολογητέα συναλλαγή, για σκοπούς ΦΠΑ, και οι Αιτητές όφειλαν να επιβάλουν ΦΠΑ, όσον αφορά το προαναφερόμενο ποσό των £1.500, έστω και αν εκμίσθωσαν τα οχήματα, σε τρίτα πρόσωπα, χωρίς τη δημιουργία κέρδους. Όσον αφορά το μεγαλύτερο ποσό των £14.981, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι είναι οι ίδιοι οι Αιτητές που ενέγραψαν το ποσό αυτό, στις οικονομικές τους καταστάσεις, ως προερχόμενο «από άλλο εισόδημα». Υπήρξαν, επομένως, δικές τους επιχειρηματικές δραστηριότητες που καταγράφηκαν στους λογαριασμούς τους κάτω από την επικεφαλίδα «άλλο εισόδημα» και ως «παρασχεθείσες υπηρεσίες εισπρακτέες». Ήταν προφανές, κατά τον ευπαίδευτο πρωτόδικο Δικαστή, ότι υπήρχαν φορολογητέες συναλλαγές πέραν των £12.000, εντός του
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε και στον έλεγχο που έγινε από τους Εφεσίβλητους - Καθ' ων η Αίτηση, στη βάση πληροφοριών που έδωσαν οι λογιστές των Εφεσειόντων - Αιτητών. Έγινε, δηλαδή, έλεγχος, εκ μέρους των Εφεσιβλήτων - Καθ'ων η Αίτηση και λήφθηκαν και πληροφορίες από τους λογιστές των Εφεσειόντων - Αιτητών. Με αυτά τα δεδομένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι, έγινε, δέουσα έρευνα. Άλλωστε, εναπόκειτο στους ίδιους τους Αιτητές, ως έχοντες το βάρος, να εξηγήσουν και να παραθέσουν στοιχεία που να διαφοροποιούν ή να δίνουν νέα διάσταση στο ότι το ποσό των £14.981 δεν ήταν φορολογητέα συναλλαγή, για σκοπούς ΦΠΑ, όπως τόνισε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Συμπερασματικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο είπε ότι, και δέουσα και επαρκής αιτιολογία δόθηκε για την προσβαλλόμενη πράξη, που συμπληρώνεται, ευλόγως, στη βάση σύγχρονων στοιχείων από τον διοικητικό φάκελο. Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται ως εσφαλμένη, με τρεις λόγους έφεσης: Πρώτον, διότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι η έρευνα στην οποία προέβησαν οι Εφεσίβλητοι - Καθ'ων η Αίτηση ήταν επαρκής. Αυτός ο λόγος αφορά στο εύρημα ότι ο Έφορος ΦΠΑ είχε επαρκή στοιχεία ενώπιον του για να διαπιστώσει ότι υπήρχαν ποσά άνω των £12.000 εντός του 1997, που οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η εγγραφή των Αιτητών έπρεπε να αρχίζει από την 1.2.
- Δεύτερον, διότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτιολογία που δόθηκε από τους Εφεσίβλητους - Καθ' ων η Αίτηση ήταν επαρκής και Τρίτον, διότι εσφαλμένα έκρινε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι οι οποιεσδήποτε ελλείψεις σε επεξήγηση στοιχείων και δεδομένων, βάρυναν τους Εφεσείοντες - Αιτητές. Εξετάσαμε με πολλή προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία, υπό το φως των ικανών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Ως προς το ζήτημα της επάρκειας της έρευνας, παρατηρούμε ότι οι Εφεσίβλητοι - Καθ' ων η Αίτηση, είχαν ενώπιον τους τις οικονομικές καταστάσεις των Εφεσειόντων - Αιτητών, περαιτέρω προέβησαν σε έρευνα και πήραν πληροφορίες και στοιχεία από τους λογιστές των Εφεσειόντων - Αιτητών. Ανεξάρτητα από την ορθότητα του λογισμού του προαναφερόμενου ποσού των £1.500, ως προϊόντος φορολογητέας συναλλαγής, θεωρούμε πως, για το ποσό των £14.981, το οποίο παρουσιάστηκε από τους ίδιους τους Εφεσείοντες - Αιτητές ως «άλλο εισόδημα» και ως «παρασχεθείσες υπηρεσίες εισπρακτέες» έγινε επαρκής έρευνα εκ μέρους των Εφεσιβλήτων - Καθ' ων η αίτηση οι οποίοι, ορθά, κατέληξαν πως το ποσό αυτό συνιστούσε φορολογητέες συναλλαγές πέραν των £12.000, εντός του
- Το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Εφεσείοντες - Αιτητές παρουσίαζαν το προαναφερόμενο ποσό των £14.981 ως «άλλο εισόδημα από παρασχεθείσες υπηρεσίες εισπρακτέες», κατά την κρίση μας, έδινε κάθε δικαίωμα στους Εφεσίβλητους - Καθ' ων η αίτηση να θεωρήσουν το ποσό εκείνο ως προϊόν φορολογητέας συναλλαγής για σκοπούς ΦΠΑ, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι Εφεσίβλητοι - Καθ'ων η αίτηση, στην έρευνα τους, πήραν πληροφορίες και από τους λογιστές των Εφεσειόντων - Αιτητών, ενώ έγινε και περαιτέρω έλεγχος. Υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν έγινε δέουσα έρευνα. Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς την επάρκεια της έρευνας και συμφωνούμε επίσης, με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι, υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, εναπόκειτο στους ίδιους τους Εφεσείοντες - Αιτητές να εξηγήσουν και να παραθέσουν στοιχεία που να διαφοροποιούν ή να δίδουν νέα διάσταση στο ότι το ποσό των £14.981 δεν ήταν φορολογητέα συναλλαγή για σκοπούς ΦΠΑ, αλλά κάτι άλλο που δεν υπόκειτο σε ΦΠΑ, πράγμα που δεν έπραξαν. Η αιτιολογία που δόθηκε από τους Εφεσίβλητους - Καθ' ων η αίτηση, και η οποία συμπληρώνεται από τα στοιχεία του σχετικού φακέλου, είναι ότι, οι Εφεσείοντες - Αιτητές, εντός του έτους 1997, είχαν, σύμφωνα με τα στοιχεία που οι ίδιοι υπέβαλαν, φορολογητέες εισπράξεις πέραν των £12.000 που ήταν το όριο εγγραφής στον ΦΠΑ. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, προέκυπτε η υποχρέωση εγγραφής τους από 1.2.
- Όπως ήδη παρατηρήσαμε, με την παρούσα έφεση προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με την επάρκεια της έρευνας, αναφορικά με την επάρκεια της αιτιολογίας, και αναφορικά με το βάρος της απόδειξης οποιωνδήποτε ελλείψεων, στα στοιχεία και τα δεδομένα που έδωσαν οι Εφεσείοντες-Αιτητές, λόγοι που δεν ευσταθούν. Με την παρούσα Έφεση δεν προσβάλλεται η ορθότητα της συμπερίληψης του προαναφερόμενου ποσού των £1.500 ως φορολογητέα συναλλαγή. Παρατηρούμε, όμως, ότι ο όρος «συναλλαγή», σύμφωνα με το άρθρο 8
(2)(α) του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95
(1)/2000), όπως τροποποιήθηκε, περιλαμβάνει όλα τα είδη παράδοσης ή παροχής αγαθών ή υπηρεσιών, εξαιρεί όμως οτιδήποτε πραγματοποιείται χωρίς αντιπαροχή. Σχετική είναι και η απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση Societe Thermale d' Eugenie-les-Bains και Ministere de l'Economie, des Finances et de I'Industrie, Υπόθεση C-277/
- Δέστε επίσης C.M.A. Holdings Ltd v. Δημοκρατία, Υπόθ. Αρ. 146/2009, ημερ. 4.5.
- Η θέση των Εφεσειόντων - Αιτητών ήταν ότι δεν είχαν αντιπαροχή ή κέρδος από τη συναλλαγή εκείνη, των £1.
- Το ζήτημα όμως αυτό έχει μόνο θεωρητική σημασία στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον, για το προαναφερόμενο ποσό των £14.981, δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα έλλειψης αντιπαροχής, δεδομένου ότι οι ίδιοι οι Εφεσείοντες-Αιτητές το παρουσίασαν ως προϊόν «παρασχεθεισών υπηρεσιών εισπρακτέων» και δεν έδωσαν οποιανδήποτε εξήγηση ή ερμηνεία περί του αντιθέτου, και το ποσό εκείνο υπερβαίνει τις £12.000 που ήταν το όριο για την εγγραφή στο Μητρώο ΦΠΑ, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Για τους προαναφερόμενους λόγους, θεωρούμε ότι, όλοι ο λόγοι έφεσης είναι αβάσιμοι και, κατά συνέπεια, η έφεση απορρίπτεται, με €2.500 έξοδα εις βάρος των Εφεσειόντων-Αιτητών. Μ.Μ. Νικολάτος, Π. Λ. Παρπαρίνος, Δ. Μ. Χριστοδούλου, Δ. Α. Ρ. Λιάτσος, Δ. Τ. Θ. Οικονόμου, Δ. /ΜΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο