← Κύπρος

ΠΑΥΛΑΚΗ κ.α. ν. ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΑΠΑΣ, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 14/2013, 9/10/2019

ΠΑΥΛΑΚΗ κ.α. ν. ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΑΠΑΣ, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 14/2013, 9/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2019:C417 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 14/2013) 9 Οκτωβρίου 2019 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ/στές]

  1. xxx ΠΑΥΛΑΚΗ,
  2. xxx ΠΑΥΛΑΚΗ, Εφεσείουσες-Αιτήτριες - ΚΑΙ - ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΑΠΑΣ, Εφεσιβλήτου-Καθ΄ ου η αίτηση ---------------------------------------------- Ειρ. Δρυμιώτου (κα), για τις Εφεσείουσες. Α. Μακεδόνα-Βαλανίδου με Μ. Βαλανίδη, για τον Εφεσίβλητο. ----------------------------------------------- (Σημείωση: Η έφεση απορρίφθηκε ομόφωνα και συνοπτικά από την έδρα στο τέλος της συζήτησης. Ακολουθεί το σκεπτικό.) Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Οι εφεσείουσες επιδιώκουν την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης στη βάση δύο λόγων έφεσης ο πρώτος εκ των οποίων αφορά στην εσφαλμένη, κατά την εισήγηση, απόφαση ότι στερούνταν εννόμου συμφέροντος να επιδιώξουν την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ο δε δεύτερος ότι πεπλανημένα αποφασίστηκε ότι εξέλιπε το έννομο συμφέρον διότι η ιδιότητα του ιδιοκτήτη είχε απωλεσθεί λόγω αλλαγής στην ιδιοκτησία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε αίτηση ακυρώσεως που αφορούσε την άρνηση και/ή παράλειψη του εφεσίβλητου Δήμου να ανακαλέσει προηγηθείσα απαλλοτρίωση και να επιστρέψει στις αιτήτριες-εφεσείουσες μέρος του κτήματος το οποίο είχε απαλλοτριωθεί για σκοπούς κατασκευής δρόμου στην περιοχή, πλην, όμως, δεν είχε χρησιμοποιηθεί στα καθοριζόμενα από το Σύνταγμα και το Νόμο χρονικά περιθώρια και/ή ο σκοπός για τον οποίο απαλλοτριώθηκε είχε καταστεί ανέφικτος και μη αναγκαίος. Τα γεγονότα που περιέβαλλαν την πρωτόδικη προσφυγή παρέπεμπαν σε Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης υπ΄ αρ. 139/5.2.1993, καθώς και σε Διάταγμα Απαλλοτρίωσης αρ. 1175/16.7.93, με τα οποία απαλλοτριώθηκε μέρος του τεμαχίου υπ΄ αρ. 1x3 τεμάχιο x7 Φ/Σχ. 42/13Ε2, στην Αγία Νάπα Αμμοχώστου με σκοπό την κατασκευή δρόμου διά μέσου του τεμαχίου. Το τεμάχιο απέκτησε νέο αριθμό εγγραφής 0/4xx4, τεμάχια 4x9 και 4x0, Σχέδιο 2-288-374, Τμήμα
  3. Προς τη μητέρα των αιτητριών-εφεσειουσών και τότε ιδιοκτήτρια του τεμαχίου ουδέν ποσόν κατεβλήθη ως αποζημίωση, το δε μέρος του τεμαχίου μετεβιβάσθη επ΄ ονόματι του εφεσίβλητου Δήμου στις 17.6.
  4. Επιδιώκετο, επομένως, η επιστροφή του μέρους του τεμαχίου με ανάκληση της απαλλοτρίωσης εφόσον μετά την παρέλευση 16 και πλέον ετών, το μέρος του τεμαχίου δεν είχε χρησιμοποιηθεί για το σκοπό για τον οποίο απαλλοτριώθηκε. Ο εφεσίβλητος Δήμος ήγειρε προδικαστικές ενστάσεις περί της νομιμοποίησης των εφεσειουσών να προσβάλουν την επίδικη πράξη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος τόσο διότι αυτό δεν ήταν άμεσο και ενεστώς, όσο και διότι οι ίδιες είχαν προκαλέσει με τις πράξεις ή παραλείψεις τους την έκδοση της πράξεως και είχαν αποδεχθεί τις επί του θέματος πράξεις του αρμοδίου εφεσίβλητου Δήμου. Κατά τα λοιπά, η ένσταση αναδείκνυε το ορθό και νόμιμο της διοικητικής πράξεως ως απόλυτα σύμφωνης με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, ληφθείσας με πλήρη αιτιολογία και μετά από δέουσα έρευνα στα δεδομένα και γεγονότα της υπόθεσης. Σύμφωνα με τα γεγονότα με τη Γνωστοποίηση και το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης είχε απαλλοτριωθεί μέρος του ακινήτου για τη δημιουργία δρόμου και την ανάπτυξη των συγκοινωνιών στην περιοχή του ακινήτου. Η σχετική πολεοδομική άδεια που δόθηκε για τη διάνοιξη και κατασκευή του δρόμου διέπετο, μεταξύ άλλων, από σχετικό όρο ότι θα έπρεπε να εξασφαλιστούν οι συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών των επηρεαζομένων τεμαχίων, ή, να απαλλοτριώνονταν ανάλογα. Οι εφεσείουσες και/ή οι πρώην ιδιοκτήτες του τεμαχίου συγκατατέθηκαν στην εγγραφή της ακίνητης ιδιοκτησίας τους που απαλλοτριώθηκε στο όνομα της απαλλοτριούσας αρχής. Στη συνέχεια εκδόθηκε σχετική πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής για ανέγερση διόροφης κατοικίας στο τεμάχιο των εφεσειουσών, οι οποίες άδειες δόθηκαν αφού προηγουμένως είχε εκδοθεί η πολεοδομική άδεια για τη διάνοιξη του δρόμου και ακολούθησε η απαλλοτρίωση μέρους του τεμαχίου και ενώ επί τόπου είχε προχωρήσει η κατασκευή μέρους του οδικού δικτύου με χωματουργικές εργασίες. Στην άδεια οικοδομής που αφορούσε το ακίνητο των εφεσειουσών είχε τεθεί όρος όπως παραχωρηθεί και εγγραφεί στο δημόσιο τα μέρη που επηρεάζονταν από την απαλλοτρίωση και το μέρος του τεμαχίου που επηρεαζόταν από χώρο πρασίνου. Οι εφεσείουσες δεν συμμορφώθηκαν με τους σχετικούς όρους και αντίθετα ζήτησαν όπως τροποποιηθεί το οδικό δίκτυο, αίτημα που απορρίφθηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως. Νέα αίτηση για πολεοδομική άδεια για δεύτερη κατοικία απερρίφθη διότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με το ισχύον τοπικό σχέδιο το οποίο είχε δημοσιευθεί και αφορούσε, μεταξύ άλλων, και το οδικό δίκτυο της περιοχής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η προδικαστική ένσταση περί εννόμου συμφέροντος ευσταθούσε δεδομένου ότι είχαν εκδοθεί δύο πολεοδομικές άδειες και άδειες οικοδομής προς ανέγερση ισαρίθμων κατοικιών στο ακίνητο το εφεσειουσών, με όρο σε όλες τις άδειες, ότι το επηρεαζόμενο τμήμα του τεμαχίου θα έπρεπε να παραχωρηθεί και να εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα των ενεργειών των ιδίων των εφεσειουσών και είχε τεθεί και ως όρος στη ζητηθείσα και εκδοθείσα προς όφελος τους πολεοδομική άδεια. Επομένως, οι εφεσείουσες δεν ήταν πλέον ιδιοκτήτριες του σχετικού μέρους του τεμαχίου. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι τους επιβληθέντους όρους στην πολεοδομική άδεια και την άδεια οικοδομής οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου δεν τους είχαν προσβάλει. Έπετο ότι όποια δικαιώματα τους είχαν ήδη επηρεαστεί από τους όρους που επιβλήθηκαν και συνεπώς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης δεν θα διαφοροποιούσε την κατάσταση αφού στο μεταξύ είχαν απωλέσει και την ιδιότητα του ιδιοκτήτη από άλλη αιτία. Συνεπώς η προσφυγή απερρίφθη γι΄ αυτό το λόγο χωρίς εξέταση της ουσίας των όσων οι εφεσείουσες διατείνονταν. Με την έφεση όπως έχει ήδη αναφερθεί επιδιώκεται η ανατροπή της πρωτόδικης κρίσης στη βάση του ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι οι εφεσείουσες δεν είχαν έννομο συμφέρον και ότι είχαν απωλέσει την ιδιότητα του ιδιοκτήτη από οποιαδήποτε αιτία. Υποστηρίζοντας την έφεση η ευπαίδευτη συνήγορος τόνισε το δεδομένο ότι η απαλλοτρίωση για την κατασκευή του ευρύτερου οδικού δικτύου στην περιοχή αποτελούσε ανεξάρτητο ζήτημα από τις μεταγενέστερες ζητηθείσες και εκδοθείσες άδειες οικοδομής για την ανέγερση κατοικιών εντός του τεμαχίου του εφεσειουσών. Επίσης ότι η εξασφάλιση των αδειών αυτών δεν αναιρούσε τα δικαιώματα των εκάστοτε ιδιοκτητών που συγκατατέθηκαν στην απαλλοτρίωση. Η θέση που επίσης προβάλλει είναι ότι η πολεοδομική άδεια που δόθηκε για τη διάνοιξη και κατασκευή του δρόμου υπό όρους είχε λήξει μετά την παρέλευση τριετίας και επομένως μετέπειτα κατέστη ανυπόστατη και άκυρη και εν πάση περιπτώσει η συγκατάθεση που είχε δοθεί από τους γονείς των εφεσειουσών στην απαλλοτρίωση ήταν στη βάση διαφόρων δεσμεύσεων του αρμοδίου οργάνου ως προς τον τρόπο κατασκευής του δρόμου που θα ήλαυνε έμπροσθεν του τεμαχίου τους ενώνοντας δύο κύριες οδικές αρτηρίες της περιοχής, αναβαθμίζοντας έτσι και την περιοχή και την ιδιοκτησία τους με την κατασκευή πρόσθετα πεζοδρομίων, αποχετεύσεων, φωτισμού και άλλων παροχών. Η αντίθετη θέση του εφεσίβλητου Δήμου είναι ότι οι τότε ιδιοκτήτες του τεμαχίου είχαν συγκατατεθεί στην εγγραφή του επηρεαζομένου από την απαλλοτρίωση μέρους στο όνομα της απαλλοτριούσας αρχής και ότι μετέπειτα ζητήθηκαν και εγκρίθηκαν δύο πολεοδομικές άδειες για την ανέγερση αρχικά διόροφης κατοικίας και μετέπειτα ακόμη μιας με τις οποίες είχαν τεθεί όροι ότι το τμήμα του τεμαχίου που επηρεαζόταν από το σχέδιο απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη του δρόμου θα έπρεπε να παραχωρηθεί και να εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος, ενώ υπήρχε και πρόσθετος όρος για την παραχώρηση πρασίνου από το τεμάχιο το οποίο επίσης θα εγγραφόταν στην αρμοδία αρχή. Οι εφεσείουσες δεν είχαν συμμορφωθεί με τους όρους αυτούς και αντ΄ αυτού ζήτησαν τροποποίηση του οδικού δικτύου αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας. Το ευρύτερο δε έργο της απαλλοτρίωσης για το σκοπό της δημιουργίας δρόμου και της ανάπτυξης των συγκοινωνιών ως σκοπός δημοσίας ωφελείας ουδέποτε εγκαταλείφθηκε αλλά το έργο προχώρησε μέχρι του σημείου του τεμαχίου των εφεσειουσών οι οποίες ανέκοψαν το οδικό δίκτυο με την επέμβαση που έκαμαν και τη συνεχή άρνηση τους να κατασκευάσουν, ως όφειλαν, το μέρος του τεμαχίου τους σύμφωνα με τους όρους που τέθηκαν στις πολεοδομικές άδειες. Το οδικό δίκτυο της περιοχής που έχει κατασκευαστεί εκτός του σημείου που ανεκόπη από τις πράξεις των εφεσειουσών εγγράφηκε ως δημόσιος δρόμος και αποτελεί μέρος του ισχύοντος τοπικού δικτύου Αγίας Νάπας όπως ενεκρίθη από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η έφεση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη στα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον της Ολομέλειας. Ενώ πράγματι η απαλλοτρίωση ήταν αρχικά ένα χωριστό δεδομένο από τις άδειες οικοδομής που ακολούθησαν, το γεγονός παραμένει ότι οι εφεσείουσες, ως οι μεταγενέστερες ιδιοκτήτριες του τεμαχίου, απώλεσαν το έννομο συμφέρον τους να προσβάλλουν την πράξη της απαλλοτρίωσης λόγω των πολεοδομικών αδειών και των αδειών οικοδομής που οι ίδιες ζήτησαν προς ανάπτυξη του τεμαχίου τους με την ανέγερση κατοικιών και στις οποίες είχαν τεθεί συγκεκριμένοι όροι, μεταξύ των οποίων, και ότι το μέρος που επηρεαζόταν από το οδικό δίκτυο θα παραχωρείτο και θα ενεγραφόταν στην αρμοδία αρχή. Αυτούς τους όρους όπως αναφέρει και ο εφεσίβλητος Δήμος ουδέποτε αμφισβήτησαν οι εφεσείουσες ούτε τους προσέβαλαν με οποιοδήποτε τρόπο. Και αυτό είναι στην ουσία παραδεκτό και από τη συνήγορο των εφεσειουσών. Επομένως στο βαθμό που συμπίπτουν η απαλλοτρίωση και οι εκδοθείσες οικοδομικές άδειες, οι εφεσείουσες δεν μπορούν εκ των υστέρων να προσβάλλουν τους όρους που τέθηκαν στις άδειες οικοδομής προσπαθώντας να ανατρέψουν την προ πολλού δεδομένη απαλλοτρίωση που επηρέαζε το τεμάχιο τους. Να σημειωθεί δε ότι ουδέποτε φαίνεται να προσέβαλαν και την άρνηση της πολεοδομικής αρχής να διαφοροποιήσει το οδικό δίκτυο όπως αιτήθηκαν κατά τον τρόπο που οι ίδιες θεωρούσαν ότι εξυπηρετούσε το τεμάχιο τους. Ορθά η συνήγορος του εφεσίβλητου Δήμου εισηγείται ότι η δημιουργία του δρόμου ως αποτέλεσμα της απαλλοτρίωσης ήταν άμεσα συνδεδεμένη και ήταν αναγκαία προϋπόθεση της έκδοσης όλων των αδειών που λήφθηκαν από τις εφεσείουσες προς ανάπτυξη του ακινήτου τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η έφεση απορρίπτεται με €2.500 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον των εφεσειουσών. Δ. Δ. Δ. Δ. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.