KUZICHAVA κ.α. v. ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.107/2020, 1/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2022:A38 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.107/2020) 1 Φεβρουαρίου, 2022 [ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ/στές]
- KUZICHAVA MARCOU χχχ (ΥΠΟΘ. ΑΡ. 200/19),
- KUZICHAVA χχχ (ΥΠΟΘ. ΑΡ. 201/19), Εφεσείουσες/Αιτήτριες, ν. ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Εφεσίβλητοι/Καθ΄ων η Αίτηση. ____________________ Α. Παπαχαραλάμπους, για τις Εφεσείουσες. Α. Αιμιλιανίδης, για τους Εφεσίβλητους. ____________________ Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τη Σταματίου, Δ. ____________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣTAMATIOY, Δ.: Οι εφεσείουσες είναι αδελφές, οι οποίες κατάγονται από τη Λευκορωσία και είναι απόφοιτοι ιατρικής από το Κρατικό Ιατρικό Πανεπιστήμιο Γκόμελ, στη Λευκορωσία. Μετά από σχετική αίτησή τους προς το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου, ενεγράφησαν στο Μητρώο Ιατρών, δυνάμει του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου, Κεφ.
- Η εφεσείουσα 1, μετά την εγγραφή της στο Μητρώο Ιατρών, με επιστολή της ημερομηνίας 8.7.2010, υπέβαλε προς τον Υπουργό Υγείας ερώτημα ως προς τους απαραίτητους χρόνους για σκοπούς αναγνώρισης τίτλου ειδικότητας. Το ερώτημα απαντήθηκε από την Έφορο του Ιατρικού Συμβουλίου, με επιστολή ημερομηνίας 17.8.2010[1]. Η εφεσείουσα 1, υπέβαλε την 6.2.2015 προς το Ιατρικό Συμβούλιο αίτηση για αναγνώριση του τίτλου ειδικότητας στη Γενική Ιατρική, αναφέροντας πως είχε συμπληρώσει μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο Κρατικό Νοσοκομείο Λευκορωσίας, στο Γκόμελ, τεσσάρων χρόνων. Επισύναψε στην αίτησή της πιστοποιητικό από το πιο πάνω αναφερόμενο εκπαιδευτικό ίδρυμα σε σχέση με το πρόγραμμα εκπαίδευσής της σε διάφορα τμήματα κλινικών νοσοκομείων και κλινικών, για την πιο πάνω αναφερόμενη χρονική περίοδο, η οποία, όπως προκύπτει από το ίδιο το έγγραφο, ήταν συνεχής, χωρίς καμία διακοπή, από 14.12.2010 μέχρι 14.10.
- Ομοίως, η εφεσείουσα 2 υπέβαλε την 9.2.2015 προς το Ιατρικό Συμβούλιο αίτηση για αναγνώριση του τίτλου ειδικότητας, επίσης στη Γενική Ιατρική, αναφέροντας ότι είχε συμπληρώσει μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο κρατικό Νοσοκομείο Λευκορωσίας, στο Γκόμελ, τεσσάρων χρόνων. Και αυτή επισύναψε στην αίτησή της πιστοποιητικό από το εν λόγω εκπαιδευτικό ίδρυμα, σε σχέση με το πρόγραμμα εκπαίδευσής της, σε διάφορα τμήματα κλινικών νοσοκομείων και πολυκλινικών για την εν λόγω χρονική περίοδο και, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση, αυτή ήταν συνεχής, μεταξύ 23.10.2010 και 23.12.
- Στις 19.2.2015 το Ιατρικό Συμβούλιο ενέκρινε τις αιτήσεις των εφεσειουσών και εξέδωσε την ίδια μέρα πιστοποιητικά αναγνώρισής τους ως κατέχουσες την ειδικότητα της Γενικής Ιατρικής. Στις 7.1.2016 τέθηκε ενώπιον του Ιατρικού Συμβουλίου γραπτή καταγγελία μέσω δικηγόρου από το σύζυγο της εφεσείουσας 1, στην οποία ο καταγγέλων ισχυρίστηκε ότι η εφεσείουσα 1 δεν ήταν στη Λευκορωσία κατά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που είχε δηλώσει ότι παρακολουθούσε τη μεταπτυχιακή της εκπαίδευση, αλλά ότι αυτή βρισκόταν στην Κύπρο, επισυνάπτοντας σχετικές σημειώσεις που τηρήθηκαν από αυτόν, μαζί με συνοδευτικά έγγραφα, υποστηρίζοντας, ανάμεσα σε άλλα, ότι στο διάστημα των τεσσάρων χρόνων για την απόκτηση της ειδικότητας και οι δύο εφεσείουσες είχαν εγκυμοσύνες και τοκετούς στην Κύπρο. Το Ιατρικό Συμβούλιο προώθησε την καταγγελία προς τον Αρχηγό Αστυνομίας και απέστειλε επιστολή στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, με την οποία ζητούσε ενημέρωση αναφορικά με τις ημερομηνίες εισόδου και εξόδου από τη Δημοκρατία των δύο εφεσειουσών για τη χρονική περίοδο Νοεμβρίου του 2010 - Ιανουαρίου του
- Το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης απάντησε στις 30.6.2017 ότι η καταγραφή των αφιξοαναχωρήσεών τους γινόταν μόνο εάν κατά τη μετακίνησή τους γινόταν χρήση των ταξιδιωτικών εγγράφων της χώρας τους. Η εφεσείουσα 1 κατείχε και Κυπριακό διαβατήριο, από 26.10.2010, ενώ η εφεσείουσα 2 το απέκτησε μόλις την 20.1.
- Παράλληλα, το Ιατρικό Συμβούλιο απέστειλε, μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών, γραπτό ερώτημα προς το εκπαιδευτικό ίδρυμα της Λευκορωσίας, ζητώντας να επιβεβαιωθεί η αυθεντικότητα των τίτλων ειδικότητας που απέκτησαν οι εφεσείουσες, καθώς και επιβεβαίωση της χρονικής περιόδου αυτής της εκπαίδευσης. Το Σεπτέμβριο του 2017, με επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Λευκορωσίας, επιβεβαιώθηκε η αυθεντικότητα των τίτλων σπουδών των εφεσειουσών. Το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων απέστειλε αίτημα δικαστικής συνδρομής προς τις Αρχές της Λευκορωσίας, από τις οποίες ζητήθηκε η διενέργεια εξετάσεων σε σχέση με το πτυχίο των εφεσειουσών, καθώς επίσης και κατά πόσο αυτές βρίσκονταν στη Λευκορωσία κατά την περίοδο Δεκεμβρίου του 2010 μέχρι Δεκεμβρίου του 2014 και διενεργούσαν την πρακτική τους εξάσκηση για απόκτηση ειδικότητας. Στις απαντήσεις που λήφθηκαν δεν διδόταν σαφής απάντηση, αλλά, σύμφωνα με την Κρατική Παραμεθόριο Επιτροπή της Λευκορωσικής Δημοκρατίας και από τις πληροφορίες που υπάρχουν στο αυτοματοποιημένο σύστημα παραμεθόριου ελέγχου για τη διέλευση από την Κρατική Παραμεθόρια της Λευκορωσικής Δημοκρατίας, διαπιστώνεται, όπως αναφέρεται, ότι για τη χρονική περίοδο 14.12.2010 μέχρι 14.12.2014 η εφεσείουσα 1 εισήλθε στη χώρα σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις, που το σύνολό τους δεν ξεπερνούσε τους επτά μήνες διαμονής, ενώ σε σχέση με την εφεσείουσα 2, αυτή εισήλθε σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους, που το σύνολό τους επίσης ανέρχετο σε επτά μήνες διαμονής. Επισημάνθηκε, επιπρόσθετα, ότι τα όργανα της Παραμεθόριας Υπηρεσίας δεν ελέγχουν τη διέλευση προσώπων μέσω των συνόρων της Λευκορωσικής Δημοκρατίας στη Ρωσική Ομοσπονδία. Το Ιατρικό Συμβούλιο, σε συνεδρία του ημερομηνίας 14.11.2017, αποφάσισε όπως ανακαλέσει την αναγνώριση της ειδικότητας της Γενικής Ιατρικής για τις δύο εφεσείουσες, αποφασίζοντας, παράλληλα, και τη διαγραφή τους από το Μητρώο Ιατρών Κύπρου. Η απόφαση γνωστοποιήθηκε στις εφεσείουσες με επιστολή ημερομηνίας 27.11.2017 και αυτές καταχώρησαν τις προσφυγές υπ' αριθμό XXXXX/2017 και XXXXX/
- Στις 7.12.2017 το Ιατρικό Συμβούλιο, σε συνεδρία του, ανακάλεσε την πιο πάνω απόφαση, λόγω του ότι οι εφεσείουσες δεν είχαν κληθεί σε ακρόαση ενώπιον του Ιατρικού Συμβουλίου. Στις 13.2.2018, οι εφεσείουσες κλήθηκαν και παρουσιάστηκαν μαζί με το δικηγόρο τους, ο οποίος έθεσε αριθμό προδικαστικών ενστάσεων σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και, στη συνέχεια, το Συμβούλιο έθεσε προς αυτές ερωτήσεις ως προς το χρόνο παρουσίας τους στη Λευκορωσία για την απόκτηση της ειδικότητάς τους. Μετά το πέρας της ακρόασης, το Ιατρικό Συμβούλιο αποφάσισε την παραπομπή του θέματος στο νέο Ιατρικό Συμβούλιο που θα διορίζετο από το Υπουργικό Συμβούλιο, λόγω του ότι απαιτείτο περαιτέρω διερεύνηση. Κατά τη συνεδρία του νέου Ιατρικού Συμβουλίου στις 15.5.2018 αποφασίστηκε όπως κληθούν εκ νέου οι εφεσείουσες για ακρόαση. Στις συνεδρίες που ακολούθησαν, κλήθηκε και παρουσιάστηκε ο καταγγέλων την υπόθεση, καθώς και οι γυναικολόγοι και παιδίατρος που εξέταζαν τις εφεσείουσας και τα παιδιά τους στην Κύπρο σε συγκεκριμένες ημερομηνίες που είχαν δηλώσει ότι βρίσκονταν στη Λευκορωσία. Δόθηκε, επίσης, μαρτυρία από πρώην γείτονα και οικογενειακούς φίλους της εφεσείουσας 1 που επιβεβαίωσαν την παρουσία της στην Κύπρο, για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα μέσα στην περίοδο που ενδιαφέρει. Οι εφεσείουσες, ενώ είχαν κληθεί να παρουσιαστούν εκ νέου στις 3.12.2018 ενώπιον του Ιατρικού Συμβουλίου, δεν παρουσιάστηκαν. Παρουσιάστηκε ο δικηγόρος τους, ο οποίος, αφού ακούστηκε, αποχώρησε. Το Ιατρικό Συμβούλιο έλαβε απόφαση όπως ανακληθεί η αναγνώριση του τίτλου ειδικότητας των εφεσειουσών και το θέμα να παραπεμφθεί στην Αστυνομία. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στις εφεσείουσες με επιστολή ημερομηνίας 30.1.2019, η νομιμότητα της οποίας αποτέλεσε αντικείμενο των δύο, υπό έφεση, προσφυγών. Οι προσφυγές συνεκδικάστηκαν. Οι εφεσείουσες προέβαλαν ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατά πλάνη περί το Νόμο και καθ΄ υπέρβαση εξουσίας. Περαιτέρω, με την απόφαση δεν πληροφορήθηκαν για τα ένδικα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους και ότι υπήρξε παραβίαση των διατάξεων του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Το Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε πως δεν είχε στοιχειοθετηθεί οποιοσδήποτε λόγος ακυρότητας και απέρριψε τις προσφυγές, επικυρώνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση. Με πέντε λόγους έφεσης αμφισβητείται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Συγκεκριμένα, οι εφεσείουσες προβάλλουν πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι οι εφεσίβλητοι, ανακαλώντας την ειδικότητα των εφεσειουσών, εφάρμοσαν την ενδιάθετη εξουσία τους για ανάκληση διοικητικής πράξης που ενέπιπτε στη δική τους αρμοδιότητα ως εκδίδων διοικητικό όργανο (1ος λόγος έφεσης). Προβάλλουν ακόμη ότι τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι εφεσείουσες, αφενός, δεν δικογράφησαν τους ισχυρισμούς τους περί ανυπαρξίας ένδικων μέσων και, αφετέρου, ότι υπέπεσαν σε αντιφάσεις αναφορικά με αυτούς, είναι λανθασμένα και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (2ος λόγος έφεσης). Διατείνονται, περαιτέρω, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν δέχτηκε τον ισχυρισμό των εφεσειουσών ότι οι εφεσίβλητοι παραβίασαν το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη. Λανθασμένα περιορίστηκε στο να παρατηρήσει, αφενός, ότι ούτε αυτός ο ισχυρισμός δικογραφήθηκε και, αφετέρου, ότι η πειθαρχική διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν ορθή και εντός των πλαισίων του Νόμου (3ος λόγος έφεσης). Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι λανθασμένα παρέλειψε να εξετάσει λόγο ακύρωσης ότι οι εφεσίβλητοι κατά την ακρόαση της υπόθεσης παραβίασαν τις αρχές της καλής πίστης, χρηστής διοίκησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων (4ος λόγος έφεσης) και λανθασμένα αρκέστηκε στο να δηλώσει ότι οι εφεσείουσες έτυχαν μιας καθόλα δίκαιης δίκης, αφού έθεσαν δια ζώσης τις θέσεις τους και έδωσαν εξηγήσεις σε σχέση με τα γεγονότα με την υποστήριξη του δικηγόρου τους (5ος λόγος έφεσης). Με τον πρώτο λόγο έφεσης οι εφεσείουσες παραπονούνται ότι με την απόφασή του το Ιατρικό Συμβούλιο έκρινε ότι υπήρχε παραβίαση του Άρθρου 12 του Κεφ. 250, χωρίς όμως να επιβάλει καμία από τις ποινές που αναφέρονται στο συγκεκριμένο άρθρο, αλλά προχώρησε και ανακάλεσε την ειδικότητά τους, κάτι που δεν είχε εξουσία να πράξει. Και αυτό, σύμφωνα πάντοτε με την εισήγηση, ενώ οι εφεσίβλητοι δεν αμφισβήτησαν τον τίτλο ειδικότητας των εφεσειουσών, γεγονός που αναγνωρίστηκε και από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Οι εφεσίβλητοι, από την άλλη, υποστήριξαν την πρωτόδικη απόφαση, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει πρόνοια στο Κεφ. 250 που να ρυθμίζει το θέμα της ανάκλησης της συγκεκριμένης διοικητικής πράξης. Οι εφεσίβλητοι, εν προκειμένω, σύμφωνα με την εισήγηση, ενεργοποίησαν τη διαδικασία που ήταν αναγκαία ώστε να διαγνώσουν την παρανομία της πράξης, δυνάμει της διαδικασίας του Άρθρου 12 του Κεφ. 250, και, αφού διαπίστωσαν ότι ήταν παράνομη, συνεπεία δόλιας ή απατηλής ενέργειας των εφεσειουσών και εν γνώσει τους ότι ήταν παράνομη κατά τρόπο που συνιστούσε επονείδιστη διαγωγή, αντί να επιβάλουν στις εφεσείουσες βαρύτερη ποινή, με βάση το Άρθρο 12, αποφάσισαν να περιοριστούν στην ανάκληση της παράνομης πράξης, ως είχαν δικαίωμα, δυνάμει του Ν.158(Ι)/1999 και ως απαιτούσε το δημόσιο συμφέρον. Με βάση των περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) Κανονισμών του 2003, Κ.Δ.Π. 357/2003 (που εκδόθηκαν δυνάμει του Κεφ. 250), όπως τροποποιήθηκαν, ιατρός θεωρείται ότι κατέχει ειδικότητα, εάν ικανοποιήσει το Ιατρικό Συμβούλιο ότι έχει, μεταξύ άλλων, μεταπτυχιακή εκπαίδευση διάρκειας που προδιαγράφεται στον Πρώτο Πίνακα των Κανονισμών, που στην περίπτωση της Γενικής Ιατρικής απαιτείται μεταπτυχιακή εκπαίδευση τεσσάρων χρόνων. Στη βάση δε του Καν. 8Δ για την αναγνώριση του τίτλου Ιατρού Γενικής Ιατρικής, οι προϋποθέσεις που προδιαγράφονται στο Τέταρτο Παράρτημα, περιλαμβάνουν ρητά, μεταξύ άλλων, ότι απαιτείται πλήρης απασχόληση από τον ιατρό και ότι η εκπαίδευση συνεπάγεται προσωπική συμμετοχή του υποψηφίου στην επαγγελματική δραστηριότητα και στις ευθύνες των προσώπων με τα οποία εργάζεται. Το Ιατρικό Συμβούλιο έχει, με βάση τις πρόνοιες των Άρθρων 6 και 23 του Κεφ. 250, την αρμοδιότητα, με απόφασή του να αναγνωρίζει ιατρική ειδικότητα. Αυτό έπραξε, εν προκειμένω, με την απόφασή του ημερομηνίας 19.2.
- Το Άρθρο 12 του Κεφ. 250 προνοεί τις εξουσίες του Ιατρικού Συμβουλίου για διεξαγωγή έρευνας για ανάρμοστη συμπεριφορά[2]. Στην παρούσα περίπτωση, εφόσον υπήρχε καταγγελία ότι οι εφεσείουσες δεν είχαν συμπληρώσει τον απαιτούμενο από τη σχετική δευτερογενή νομοθεσία χρόνο εκπαίδευσης για απόκτηση της ειδικότητας, παρά το ότι αυτές είχαν παρουσιάσει βεβαίωση από εκπαιδευτικό ίδρυμα ότι βρίσκονταν στη Λευκορωσία για πρακτική εξάσκηση, το Ιατρικό Συμβούλιο προέβη σε διερεύνηση για ανάρμοστη συμπεριφορά εκ μέρους των εφεσειουσών, δυνάμει του πιο πάνω άρθρου. Είναι σαφές από την απόφαση του Συμβουλίου ότι αυτό, στη βάση των στοιχείων που είχε ενώπιόν του, διαπίστωσε ότι η αναγνώριση της ειδικότητας των εφεσειουσών έγινε υπό την λανθασμένη αντίληψη ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις του Νόμου και των Κανονισμών και, συνεπώς, ήταν παράνομη, εύρημα που δεν αμφισβητείται με την παρούσα έφεση. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβητείται είναι η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το Συμβούλιο προέβη σε ανάκληση της ειδικότητάς τους, εφαρμόζοντας «ενδιάθετη εξουσία για ανάκληση μίας διοικητικής πράξης που ενέπιπτε στη δική τους αρμοδιότητα, ως εκδίδον διοικητικό όργανο, επαναφέροντα, έτσι, τη δημόσια τάξη.» Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε ουσιαστικά ανάκληση της παράνομης διοικητικής πράξης με την οποία εγκρίθηκαν οι αιτήσεις των εφεσειουσών για αναγνώριση ιατρικής ειδικότητας, οι οποίες, σύμφωνα με την απόφαση του Ιατρικού Συμβουλίου, λήφθηκαν εκτός του πλαισίου της δευτερογενούς νομοθεσίας. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε ορθά στις αρχές που διέπουν την ανάκληση παράνομων πράξεων και κατέληξε ότι η ανάκληση έγινε εντός των ορθών πλαισίων. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α.Ε. 123/2010, Κοινοπραξία Ηλέκτωρ Α.Ε. - Ελληνική Τεχνοδομική ΤΕΒ Α.Ε.- Cybarco PLC κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 17.7.2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:- «Στις παράνομες πράξεις, σύμφωνα με τον Ε. Π. Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος 1 (14η έκδοση), παράγραφο 177, σελ. 186, περιλαμβάνονται και εκείνες «.που έχουν εκδοθεί κατά πλάνη περί τα πράγματα, δηλαδή, βάσει προφανώς εσφαλμένης αντίληψης (που προκύπτει από αναμφισβήτητα στοιχεία του φακέλου) για τη συνδρομή των πραγματικών δεδομένων τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση της έκδοσης τους». Επί του ίδιου ζητήματος αναφέρεται στο σύγγραμμα του Π.Δ. Δαγτόγλου, «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο» 5η έκδ.
(2004)σελ. 373 παρ. 685, πλάνη περί τα πράγματα, νοείται «.... η πλήρως εσφαλμένη αντίληψη της διοικήσεως για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη των πραγματικών προϋποθέσεων της διοικητικής πράξεως, είτε αυτές απαιτούνται αμέσως από το νόμο, είτε στήριξε σε αυτές η διοίκηση την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας». Εν προκειμένω, τα δεδομένα στα οποία στηρίχθηκε η διοίκηση για να εκδώσει την αρχική της απόφαση, δηλαδή τα περιορισμένα έγγραφα που παρουσίασαν οι εφεσείοντες, δημιούργησαν πλάνη περί τα πράγματα - εύρημα το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί με την έφεση - γεγονός που κατέστησε την αρχική απόφαση της διοίκησης παράνομη. Στην παραπλάνηση αυτή συνετέλεσαν, μη ηθελημένα, και οι εφεσείοντες.» Στο σύγγραμμα του καθηγητή Π. Δ. Δαγτόγλου «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο», 3η έκδοση, σελ. 375, § 690-691, αναφέρονται τα εξής σχετικά:- «Η αρχή της νομιμότητας, συνεπώς εφαρμοζόμενη, απαιτεί από την διοίκηση όχι μόνο να τηρεί το δίκαιο κατά την έκδοση των πράξεών της, αλλά και να ανακαλεί τυχόν εκδοθείσα παράνομη πράξη, αποκαθιστώντας έτσι την έννομη τάξη. Η βασική αυτή υποχρέωση της διοικήσεως προς αποκατάσταση της νομιμότητας υπάρχει ανεξαρτήτως προσφυγής του θιγόμενου ιδιώτη και παραμένει υφιστάμενη και μετά την πάροδο της προθεσμίας της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.» Ως προς το χρόνο της ανάκλησης, η ανάκληση ακόμη και παράνομης διοικητικής πράξης, δεν είναι επιτρεπτή μετά την πάροδο εύλογου χρόνου, κρινόμενου κατά τις εκάστοτε συνθήκες, εάν στο μεταξύ η πράξη αυτή δημιούργησε δικαιώματα και γενικά ευνοϊκές για το διοικούμενο καταστάσεις (άρθρο 54
(1)του Ν. 158(Ι)/1999 και Charalambides v. Republic
(1964)C.L.R. 326). Το κριτήριο του εύλογου χρόνου είναι αντικειμενικό και ο τελικός κριτής είναι το Δικαστήριο. Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη και τη συμπεριφορά των ίδιων των αιτητριών, αλλά και το γεγονός ότι μεσολάβησε γραπτή καταγγελία η οποία αποτέλεσε και το εφαλτήριο της έναρξης διερεύνησης, ο διαρρεύσας χρόνος από την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 19.2.15 μέχρι και την έκδοση της ανακλητικής αυτής διοικητικής πράξης, ημερομηνίας 3.12.2018, κρίνεται, υπό τις περιστάσεις, εύλογος. Με τούτο ως δεδομένο, καταλήγω ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνίας 30.1.2019, υπήρξε ουσιαστικά ανάκληση της παράνομης διοικητικής πράξης που ελήφθη κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 19.2.2015 προβαίνοντας σε έγκριση των αιτήσεων των αιτητριών για αναγνώριση ιατρικής ειδικότητας, οι οποίες ελήφθησαν εκτός του πλαισίου της δευτερογενούς νομοθεσίας, όπως καταλήγει το Συμβούλιο, κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 3.12.2018.» Το Δικαστήριο εξέτασε το εγερθέν ζήτημα στην ορθή του διάσταση και κατάληξε στο ορθό συμπέρασμα. Το Ιατρικό Συμβούλιο, ως το αρμόδιο σώμα να εγκρίνει την εγγραφή ιατρού με τον επίδικο τίτλο ειδικότητας, εφόσον έκρινε, στη βάση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν του, ότι η εγγραφή επιτεύχθηκε κατά παράβαση της νομοθεσίας, είχε την εξουσία να ανακαλέσει την απόφασή του για εγγραφή. Οι αρχές, με βάση τις οποίες δικαιολογείται η ανάκληση απόφασης διοικητικού οργάνου, έχουν παρατεθεί ορθά από το πρωτόδικο Δικαστήριο και, στην βάση αυτών, κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα. Θα προσθέταμε ότι, εφόσον η ανάκληση της απόφασης δεν ρυθμίζεται ειδικότερα στο Κεφ. 250, εφαρμόζονται οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, όπως αυτές έχουν κωδικοποιηθεί στο Ν.158(Ι)/
- Βλ. σχετικά την απόφαση ΧΧΧ Νικόλα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθεωρ. Έφεση Αρ. 48/2015, ημερομηνίας 1.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:C536, στην οποία, μεταξύ άλλων, τονίσθηκε η νομολογιακή αρχή που αναγνωρίζει στη Διοίκηση σύμφυτο δικαίωμα για ανάκληση διοικητικών πράξεων εφόσον προκύπτουν νέα γεγονότα που διασαλεύουν το θεμέλιο της απόφασης. Το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν επέβαλε οποιαδήποτε από τις ποινές που προνοούνται στο Άρθρο 12 του Νόμου, αλλά προχώρησε στην ανάκληση της απόφασης που το ίδιο εξέδωσε, δεν καθιστά την απόφασή του για ανάκληση τρωτή, έτσι ώστε να δικαιολογείται η παρέμβαση του Εφετείου. Για τους πιο πάνω λόγους, ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται. Με το δεύτερο λόγο έφεσης οι εφεσείουσες προβάλλουν ότι οι εφεσίβλητοι όφειλαν να τις ενημερώσουν για τα ένδικα μέτρα που είχαν στην διάθεσή τους και, συγκεκριμένα, αυτά που προβλέπονται στο Άρθρο 13 του Κεφ. 250, το οποίο προβλέπει για δικαίωμα αναστολής της απόφασης. Προβάλλουν, περαιτέρω, ότι το Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε ότι δεν δικογράφησαν τον ισχυρισμό τους περί ανυπαρξίας ένδικων μέσων και ότι υπέπεσαν σε αντιφάσεις σε σχέση με αυτόν. Αποτελεί θέση των εφεσειουσών ότι στην επιστολή που τους στάληκε δεν γινόταν αναφορά στις θεραπείες που είχαν στη διάθεσή τους, κατά παράβαση του Άρθρου 5 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν.158(Ι)/
- Οι εφεσείουσες ζήτησαν να μάθουν για τις θεραπείες που μπορούσαν να αξιώσουν, χωρίς όμως οι εφεσίβλητοι να τους απαντήσουν. Είναι γεγονός ότι στην επιστολή με την οποία γνωστοποιήθηκε στις εφεσείουσες η απόφαση των εφεσιβλήτων δεν γινόταν αναφορά στις θεραπείες που είχαν στη διάθεσή τους, κατά παράβαση των επιταγών του Άρθρου 5 του Ν.158(Ι)/1999[3]. Αυτό όμως, όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα, εφόσον οι εφεσείουσες καταχώρησαν προσφυγή, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Συνεπώς, δεν υπήρξε δυσμενής επηρεασμός οποιουδήποτε δικαιώματός τους. Αναφορικά με τις θεραπείες που προβλέπονται στο Άρθρο 13 του Κεφ. 250, αυτές δεν ήταν διαθέσιμες, εφόσον ουδεμία ποινή επιβλήθηκε σ΄ αυτές, δυνάμει του Άρθρου
- Συνακόλουθα, απορρίπτεται και ο δεύτερος λόγος έφεσης. Με τον τρίτο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως λανθασμένη η κατάληξη του Δικαστηρίου να απορρίψει τις εισηγήσεις των εφεσειουσών περί παραβίασης της δίκαιης δίκης. Συγκεκριμένα, προβάλλουν ότι οι εφεσίβλητοι ενήργησαν ως κατήγοροι, εξεταστές και κριτές, κατά παράβαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης. Κατά τη διάρκεια λήψης της μαρτυρίας από τον καταγγέλλοντα και τους υπόλοιπους μάρτυρες, οι εφεσείουσες ήταν απούσες και δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να αντεξετάσουν τους μάρτυρες, κατά παράβαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 43 του Ν.158(Ι)/
- Περαιτέρω, αναφέρθηκαν στην απόφαση ημερομηνίας 14.11.2017, με την οποία οι εφεσίβλητοι ανακάλεσαν την ειδικότητα των εφεσειουσών και αφαίρεσαν το όνομά τους από το Μητρώο, απόφαση που ανακλήθηκε στη συνέχεια, επειδή δεν είχε δοθεί στις εφεσείουσες δικαίωμα ακρόασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τον ισχυρισμό των εφεσειουσών περί παραβίασης του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και κατέληξε ως ακολούθως: «Αλλά ούτε και παραβίαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ διαπιστώνω, αφού από τον έλεγχο του συνόλου των ενώπιον μου Τεκμηρίων, αλλά κυρίως από το σύνολο των πρακτικών συνεδρίας του Συμβουλίου, διαπιστώνεται ότι οι αιτήτριες έτυχαν μίας καθόλα δίκαιης δίκης, αφού ζητήθηκε η διερεύνηση των γεγονότων που εκτίθεντο στη γραπτή καταγγελία που είχε υποβληθεί εναντίον τους, τόσο από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού, όσο και από την Αστυνομία, από το Πανεπιστήμιο και από τις επίσημες αρχές της Λευκορωσίας, οι αιτήτριες είχαν την ευκαιρία να θέσουν δια ζώσης τις θέσεις τους και να δώσουν εξηγήσεις σε σχέση με γεγονότα και άλλα δεδομένα, με την υποστήριξη του δικηγόρου τους, ενώ αδυνατούσαν να προσκομίσουν στοιχεία ικανά που να αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς τους. Πρέπει βεβαίως να τονιστεί, ότι η παρούσα διαδικασία δεν ήτο πειθαρχική, ούτε και επιβλήθηκε στις αιτήτριες οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ή κύρωση, αλλά όπως έχω ήδη αναφέρει, το Συμβούλιο προέβη σε ανάκληση μίας διοικητικής πράξης, παράνομης, αποκαθιστώντας ουσιαστικά την έννομη τάξη.» Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ορθή επί του προκειμένου και δεν διαπιστώνουμε πεδίο επέμβασής μας. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονιστεί, όπως ορθά ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσιβλήτων, ότι το Συμβούλιο προέβη ουσιαστικά σε ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης, όπου δεν υπάρχει υποχρέωση ακρόασης (βλ. Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1999)3 ΑΑΔ 361). Η δε απόφαση για ανάκληση μόνο από το Συμβούλιο μπορούσε να επιτευχθεί, εφόσον αυτό ήταν το όργανο που εξέδωσε την πρώτη απόφαση. Ως εκ των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται. Με τον τέταρτο λόγο οι εφεσείουσες παραπονούνται ότι το Δικαστήριο δεν εξέτασε το λόγο ακύρωσης που προέβαλαν περί παραβίασης των αρχών της καλής πίστης, χρηστής διοίκησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων. Προς τούτο προβάλλουν ότι υπήρξε καθυστέρηση στη διερεύνηση της υπόθεσης από το χρόνο υποβολής της καταγγελίας. Στη συνέχεια, οι εφεσίβλητοι δεν ξεκαθάρισαν στη βάση ποίου Νόμου και Κανονισμού διώκονται. Η ΚΔΠ 357/2003 δεν προνοεί για πειθαρχική δίωξη, διεξαγωγή έρευνας ή σύγκλιση του Ιατρικού Συμβουλίου. Επίσης, ενώ διενεργήθηκε ακροαματική διαδικασία και επιφυλάχθηκε απόφαση στις 13.2.2018, οι εφεσίβλητοι, χωρίς καμία ενημέρωση, αποφάσισαν να διεξάγουν συμπληρωματική έρευνα για να προσκομιστούν περαιτέρω στοιχεία. Επαναλαμβάνεται και το παράπονό τους ότι δεν τους έδωσαν το δικαίωμα να αντεξετάσουν τους μάρτυρες. Το Δικαστήριο εξέτασε τον ισχυρισμό παράβασης της καλής πίστης και χρηστής διοίκησης αναφέροντας τα ακόλουθα: «Ούτε ο ισχυρισμός για παράβαση της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης με βρίσκει σύμφωνη. Οι αιτήτριες, όπως άλλωστε είναι παραδεκτό, δεν έχουν διαγραφεί από το Μητρώο Ιατρών. Έχει ανακληθεί η αναγνώριση της ιατρικής τους ειδικότητας, ορθά, όπως έχει ήδη κριθεί. Οι αιτήτριες είχαν αποκτήσει δικαιώματα από μία παράνομη απόφαση, η οποία ανακλήθηκε και οι αρχές της καλής πίστης δεν παραβιάζονται, όταν μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα ανακληθεί μία παράνομη διοικητική πράξη.» Ως προς την καθυστέρηση που επικαλούνται οι εφεσείουσες, αυτή εξετάστηκε από το Δικαστήριο και το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση παρατίθεται πιο πάνω κατά την εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης. Τονίζεται ότι οι εφεσείουσες δεν τεκμηρίωσαν τυχόν ζημιά που έχουν υποστεί από την καθυστέρηση, με τους ισχυρισμούς τους να παραμένουν στη σφαίρα της γενικότητας. Το δε παράπονό τους ότι δεν τους δόθηκε δικαίωμα αντεξέτασης των μαρτύρων έχει ήδη απαντηθεί κατά τη συζήτηση του τρίτου λόγου έφεσης. Όπως προκύπτει από το διοικητικό φάκελο και διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο, το Συμβούλιο απέστειλε στις εφεσείουσες όλη τη μαρτυρία, τόσο την αρχική, όσο και την επιπρόσθετη, και τις κάλεσε να δώσουν τη θέση τους, χωρίς όμως αυτές να ανταποκριθούν. Ως εκ των ανωτέρω, απορρίπτεται και ο τέταρτος λόγος έφεσης. Με τον πέμπτο λόγο προβάλλεται ότι το Δικαστήριο λανθασμένα δέχτηκε το ατεκμηρίωτο συμπέρασμα των εφεσιβλήτων ότι οι εφεσείουσες δεν είχαν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο πρακτικής εξάσκησης στη Λευκορωσία, καθώς δεν υπήρχαν τα απαραίτητα προς τούτο στοιχεία ενώπιον των εφεσιβλήτων. Η γνησιότητα του τίτλου σπουδών, για την οποία δόθηκε βεβαίωση από το Πανεπιστήμιο, δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς, σύμφωνα με την εισήγηση, δεν υπήρχε δυνατότητα, ούτε δικαίωμα ανάκλησης γνήσιου τίτλου σπουδών. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Το Συμβούλιο αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι δεν αμφισβητεί τη γνησιότητα του τίτλου σπουδών τους, η οποία και δεν τους αφαιρέθηκε. Αυτό που έπραξε το Συμβούλιο ήταν να ανακαλέσει την απόφασή του ημερομηνίας 19.2.2015, με την οποία αναγνώρισε τον τίτλο ειδικότητάς τους. Προκύπτει άλλωστε σαφώς από τον Καν. 3 ότι ο τίτλος σπουδών δεν εξασφαλίζει, άνευ ετέρου, αναγνώριση στην ειδικότητα. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται, με €3,000 έξοδα εναντίον των εφεσειουσών. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ. /ΧΤΘ [1] «[.] το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου αναγνωρίζει ειδικότητα σε ιατρό που πληροί τις προϋποθέσεις των περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) Κανονισμών του 2003. 2. Σύμφωνα με τον Καν. 3 «Ιατρός θεωρείται ότι κατέχει ειδικότητα, να ικανοποιεί το Ιατρικό Συμβούλιο ότι- «(α)(ι) Έχει μεταπτυχιακό τίτλο, δίπλωμα, πτυχίο ή πιστοποιητικό σε κλάδο της ιατρικής, που χορηγήθηκε σ' αυτόν ύστερα από επιτυχία σε εξετάσεις και το οποίο παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να αναγνωρίζεται ως ειδικός στον κλάδο αυτό στη χώρα στην οποία χορηγήθηκε? ή (ιι) έχει μεταπτυχιακό τίτλο, δίπλωμα, πτυχίο ή πιστοποιητικό σε κλάδο της ιατρικής, που χορηγήθηκε σ' αυτόν ύστερα από επιτυχία σε εξετάσεις και το οποίο στη χώρα στην οποία χορηγήθηκε, αναγνωρίζεται ότι παρέχει ένδειξη ειδικής επιστημονικής κατάρτισης σε κλάδο της ιατρικής? και (β) έχει μεταπτυχιακή εκπαίδευση σε κλάδο της ιατρικής, αναφερόμενο στην πρώτη στήλη του Πρώτου Πίνακα, όχι μικρότερης χρονικής διάρκειας από την αναφερόμενη στη δεύτερη στήλη του Πίνακα αυτού για τον αντίστοιχο κλάδο (αντίγραφο του πίνακα επισυνάπτεται). 3. Σημειώνεται ότι το Ιατρικό Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη και τον τρόπο της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του Κανονισμού 3 (αντίγραφο της σχετικής νομοθεσίας επισυνάπτεται για ενημέρωσής σας). 4. Για την αναγνώριση της ειδικότητας είναι απαραίτητο να προσκομιστεί σε πιστοποιημένο αντίγραφο ο Τίτλος Ειδικότητας και βεβαιώσεις από τα Νοσοκομεία όπου θα εργαστείτε κατά τη διάρκεια της ειδίκευσης σας που να βεβαιώνουν το χρόνο άσκησης σας». [2] 12.-
(1)Αv oπoιoσδήπoτε εγγεγραμμέvoς γιατρός καταδικαστεί για οποιοδήποτε αδίκημα τo oπoίo κατά τη γνώμη του Iατρικoύ Συμβουλίου αποτελεί αδίκημα ηθικής αισχρότητας ή ευρεθεί, κατόπιν δέουσας έρευνας από τo Iατρικό Συμβούλιο, έvoχoς ατιμωτικής ή επovείδιστης διαγωγής από οποιαδήποτε επαγγελματική άποψη ή ότι έχει εξασφαλίσει εγγραφή με ψευδή ή δόλια παράσταση ή αν Εταιρεία Ιατρών έχει εξασφαλίσει εγγραφή με ψευδή ή δόλια παράσταση, τo Iατρικό Συμβούλιο δύναται να διατάξει όπως o ιατρός επιτιμηθεί ή όπως διαγραφεί το όvoμα του από το Μητρώο ή όπως αυτός παύσει να ασκεί το επάγγελμα του για τέτοια περίoδo τηv oπoία ήθελε αυτό θεωρήσει κατάλληλη ή, ανάλογα με την περίπτωση, όπως η εγγραφή Εταιρείας Ιατρών στο Μητρώο Εταιρειών Ιατρών ανασταλεί για τέτοια περίοδο την οποία αυτό ήθελε θεωρήσει κατάλληλη ή όπως ακυρωθεί.
(2)..
(3)Σε οποιαδήποτε έρευνα διεξάγεται δυνάμει του εδαφίου
(1), ο γιατρός εναντίον του οποίου υπάρχει ισχυρισμός ότι διέπραξε το αδίκημα αυτό, ότι επέδειξε τέτοια ανάρμοστη διαγωγή ή προέβη σε τέτοιες ψευδείς παραστάσεις ή, ανάλογα με την περίπτωση, η Εταιρεία Ιατρών δικαιούται να εμφανιστεί και να τύχει ακρόασης ενώπιον του Ιατρικού Συμβουλίου. [3] 5. Η διοίκηση οφείλει στο έγγραφο με το οποίο κοινοποιείται η πράξη να ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για τις θεραπείες που έχει για να προσβάλει την πράξη. Στο έγγραφο πρέπει να καθορίζεται η φύση και η μορφή της θεραπείας, η προθεσμία που τάσσει το Σύνταγμα ή ο νόμος και το αρμόδιο δικαστήριο ή διοικητικό όργανο προς το οποίο μπορεί να απευθυνθεί ο ενδιαφερόμενος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο