ΣΑΒΒΙΤΣΙΚΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ,, Εφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 29/2018, 17/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2022:A118 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (΄Εφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 29/2018) 17 Μαρτίου, 2022 [ΛΙΑΤΣΟΣ, ΓΙΑΣΕΜΗΣ, ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ/στές] XXX ΣΑΒΒΙΤΣΙΚΗΣ, Εφεσείων-Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Εφεσιβλήτων-Καθ' ων η Αίτηση. ____________________ Χριστάκης Θ. Χριστάκη, για τον Εφεσείοντα. Μάριος Στυλιανού, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Εφεσίβλητους. ____________________ ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Γ.Ν. Γιασεμής. ____________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.: Ο εφεσείων, με την παρούσα έφεση, επιδιώκει την ακύρωση της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, (το Δικαστήριο), στην προσφυγή αρ. 759/2016, με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση του Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, (ο Διευθυντής), για μη παραχώρηση προς τον ίδιο σύνταξης ανικανότητας. Αυτή εκδόθηκε κατόπιν επανεξέτασης, μετά από ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή αρ. 30/2012, και τού κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 11.4.2016. Σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, ο εφεσείων, κατά τον ουσιώδη χρόνο, επαγγελλόταν το φρουρό ασφαλείας. Στις 13.5.2011, υπέβαλε, για δεύτερη φορά, αίτηση για σύνταξη ανικανότητας, προσκομίζοντας, προς υποστήριξή της, εκθέσεις των θεραπόντων ιατρών του, ήτοι γαστρεντερολόγου και νευρολόγου - ψυχιάτρου. Σύμφωνα με αυτές, ήταν ανίκανος να ασκεί το προαναφερθέν επάγγελμά του. Κατά τη διενεργηθείσα εξέταση της αίτησής του, εξετάστηκε, διαδοχικά, από τρία Ιατρικά Συμβούλια, διαφορετικής ειδικότητας το κάθε ένα. Γνωμάτευσαν και τα τρία ότι αυτός ήταν ικανός να εργάζεται ως φρουρός ασφαλείας. Ο Διευθυντής, αφού έλαβε υπόψη τις προαναφερθείσες ιατρικές γνωματεύσεις, αποφάσισε, στις 19.12.2011, την απόρριψη της αίτησής του. Ο εφεσείων, αντιδρώντας στην πιο πάνω απόφαση του Διευθυντή, καταχώρισε την προσφυγή αρ. 30/2012. Αυτή εξετάστηκε και, στις 20.12.2013, έγινε δεκτή. Κρίθηκε ότι, κατά παράβαση του Κ. 3
(3)των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ιατρικά Συμβούλια, Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο και Ειδικοί Ιατροί) Κανονισμών του 2010, (Κ.Δ.Π. 286/2010), δεν υπήρχε καταγεγραμμένη απόφαση του Διευθυντή, με την οποία να οριζόταν η σύνθεση των Ιατρικών Συμβουλίων που είχαν εξετάσει τον εφεσείοντα. Συνακόλουθα, η απορριπτική απόφαση του Διευθυντή της 19.12.2011 κρίθηκε άκυρη, αφού αυτή είχε στηριχθεί στις γνωματεύσεις των εν λόγω Συμβουλίων. Ακολούθησε επανεξέταση της αίτησης του εφεσείοντος, κατά την οποία συνήλθαν, εκ νέου, τα τρία Ιατρικά Συμβούλια που τον είχαν εξετάσει, αρχικά, σε διαφορετική ημερομηνία το κάθε ένα, κατόπιν ορισμού των μελών τους από το Διευθυντή. Αυτά γνωμάτευσαν ότι ο εφεσείων ήταν ικανός για εργασία. Ο Διευθυντής, βασιζόμενος στις εν λόγω γνωματεύσεις, αποφάσισε, στις 11.4.2016, την απόρριψη, και πάλι, της αίτησης του εφεσείοντος. Η πιο πάνω απόφαση δε βρήκε σύμφωνο τον εφεσείοντα, ο οποίος, προς το σκοπό ακύρωσής της, καταχώρισε την προσφυγή αρ. 759/
- Ούτε, όμως, η προσπάθειά του αυτή είχε θετικό αποτέλεσμα, οπότε καταχώρισε εναντίον της απορριπτικής απόφασης την παρούσα έφεση, αμφισβητώντας την ορθότητά της, με πέντε, συνολικά, λόγους. Βρίσκεται, έτσι, αντιμέτωπος με τους εφεσίβλητους, οι οποίοι υποστηρίζουν την ορθότητά της. Ισχυρίζονται ότι η υπό αναφορά απόφαση του Διευθυντή, ημερομηνίας 11.4.2016, είναι ορθή. ΄Εχει ληφθεί δυνάμει των σχετικών προνοιών του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010, (Ν. 59(Ι)/2010), (ο «Νόμος»), και της Κ.Δ.Π. 286/2010, καθώς, επίσης, στη βάση των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης. Ο εφεσείων, με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβάλλει πως το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εξέτασε τη θέση του ότι έπασχε «η διαδικασία εξέτασης του αιτήματος του για παροχή σύνταξης ανικανότητας, με εξέταση του από τρία ξεχωριστών ειδικοτήτων Ιατρικά Συμβούλια αντί από ένα, στο οποίο να μετέχουν ταυτόχρονα ως μέλη ιατροί, ειδικοί επί των κύριων παθήσεων του», επειδή ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης δεν είχε προβληθεί στην προηγούμενη προσφυγή του αρ. 30/
- Το Δικαστήριο έκρινε, σχετικά, πως δεν ήταν νομικά επιτρεπτό να προβεί στην εξέταση του εν λόγω ζητήματος, με δεδομένη την παράλειψη προβολής του από τον εφεσείοντα στην προηγηθείσα προσφυγή του αρ. 30/
- ΄Οπως παρατήρησε, ο εφεσείων, σε σχέση με τον πιο πάνω χειρισμό του, «ουδέν προέβαλε επ' αυτού παρά μόνο θέτει το συγκεκριμένο ζήτημα για πρώτη φορά διά της παρούσας προσφυγής», (αρ. 759/2016). Προς υποστήριξη της πιο πάνω κρίσης του, αναφέρθηκε στην υπόθεση Παπαδόπουλος ν. Οργ. Χρημ. Στέγης
(1998)3 Α.Α.Δ. 608. Σε αυτήν, είχαν αναφερθεί, σχετικά, τα εξής, στις σελίδες 612 έως 613:- «Είναι η γνώμη μας πως ο πρωτόδικος δικαστής ορθά έκρινε πως δημιουργήθηκε δεδικασμένο από την προηγούμενη απόφαση σε υποθέσεις μεταξύ των ιδίων διαδίκων για το ίδιο ζήτημα. Και εννοούμε δεδικασμένο inter partes. Στην προσφ. αρ. 545/91 κρίθηκαν όλα τα επίδικα θέματα που έθεσε ο εφεσείων. Δεν είναι επιτρεπτό ο διάδικος να θέτει νέο θέμα, όποτε το ανακαλύπτει ή όποτε το επιθυμεί. Και στην προκείμενη περίπτωση όλα τα 'νέα θέματα' θα μπορούσαν να προβληθούν στην προσφ. αρ. 545/91.» Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Ναζίρης ν. Ρ.Ι.Κ.
(2007)3 Α.Α.Δ. 38. Η αρχή στην οποία γίνεται αναφορά ισχύει και στην παρούσα περίπτωση. Κατά συνέπεια, η απόφαση, σχετικά, του Δικαστηρίου κρίνεται ορθή. Το Δικαστήριο, αφού κατέληξε ως ανωτέρω, αναφέρθηκε, παρεμπιπτόντως, στο ζήτημα που θίγεται στον πρώτο λόγο έφεσης και η ουσία του αποτελεί το αντικείμενο του δεύτερου λόγου έφεσης. Ο συγκεκριμένος λόγος θα μπορούσε και να μην εξεταστεί· δεν υπήρξε αντικείμενο οριστικής κρίσης από το Δικαστήριο. Ωστόσο, πρόκειται για θέμα μείζονος σημασίας, αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας των Ιατρικών Συμβουλίων, όταν εμπλέκονται πέραν του ενός, σε σχέση με κάποια περίπτωση. Προφανώς, στη βάση αυτή, εξετάστηκε πρωτοδίκως. Σχετικές επί τούτου είναι οι πρόνοιες του άρθρου 71
(1)του Νόμου και του Κ. 3
(1)της Κ.Δ.Π. 286/2010. Το άρθρο 71
(1)προβλέπει ότι:- «Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου συνιστώνται Ιατρικά Συμβούλια και Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο, η σύνθεση και λειτουργία των οποίων ρυθμίζεται με Κανονισμούς.» Ακολούθως, ο Κ. 3
(1)αναφέρει ότι:- «Για τους σκοπούς του Νόμου, συνιστώνται Ιατρικά Συμβούλια που απαρτίζονται από δύο
(2)ειδικούς ιατρούς, από τους οποίους ο ένας εκτελεί καθήκοντα Προέδρου.» Από την ανάγνωση των πιο πάνω προνοιών, προκύπτει, με σαφήνεια, ότι το κάθε Ιατρικό Συμβούλιο συστήνεται και λειτουργεί ξεχωριστά, έστω και αν η περίπτωση συγκεκριμένου αιτητή απαιτεί την εξέτασή του από πέραν του ενός Ιατρικά Συμβούλια. Επομένως, στη βάση των προλεχθέντων, η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο στις πιο πάνω πρόνοιες είναι ορθή. Ο εφεσείων, με τον τρίτο λόγο έφεσης, παραπονείται ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας από το Διευθυντή, κατά τη λήψη της υπό αναφορά απόφασής του. Αιτιολογεί τη θέση του, ανωτέρω, στη βάση ότι, στις εκθέσεις των Ιατρικών Συμβουλίων, «..., δεν υπάρχει αιτιολογία και δέουσα έρευνα, ενώ υπάρχει και πλάνη ιδιαίτερα αφού αγνοήθηκαν χωρίς μάλιστα ειδική ή πειστική αιτιολογία και οι ιατρικές γνωματεύσεις σύμφωνα με τις οποίες ο Εφεσείων/Αιτητής δεν ήταν ικανός να ασκεί το επάγγελμα του.» Τούτο, προστίθεται, «... οφείλεται και εν πολλοίς στη διαδικασία που ακολουθήθηκε, ..., η οποία είχε ως αποτέλεσμα την μη συνολική εξέταση της κατάστασης της υγείας του Εφεσείοντα/Αιτητή.» Η τελευταία αυτή πτυχή παραπέμπει στη θέση που έχει προταθεί με το δεύτερο λόγο έφεσης, βασικά, περί λανθασμένου νομικά τρόπου λειτουργίας των Ιατρικών Συμβουλίων, στην περίπτωση του εφεσείοντος, προκειμένου να υποστηριχθεί η θέση περί μη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας. Υπενθυμίζεται, όμως, πως ο λόγος εκείνος κρίθηκε αβάσιμος, όπως έχει, ήδη, εξηγηθεί. Επομένως, αβάσιμη κρίνεται και η υπό αναφορά πτυχή. ΄Οσον αφορά την πρώτη πτυχή της πιο πάνω εισήγησης, όπου το ζήτημα τίθεται ειδικά, πλέον, ήτοι κατά πόσο τα Ιατρικά Συμβούλια, στο πλαίσιο της διαμόρφωσης της γνωμάτευσής τους, αγνόησαν τις εκθέσεις των θεραπόντων ιατρών του εφεσείοντος, ώστε να θεωρείται ότι λήφθηκε πεπλανημένα η απόφαση του Διευθυντή, το Δικαστήριο παρατήρησε τα εξής:- «Από το σύνολο δε των ενώπιον μου στοιχείων προκύπτει ότι σαφώς και το εν λόγω ιατροσυμβούλιο[1] είχε ενώπιον του και τις εκθέσεις και/ή πιστοποιητικά των θεραπόντων ιατρών του αιτητή, τα οποία, ως ρητά αναφέρει και ο Διευθυντής στην επίδικη επιστολή του προς τον αιτητή, ημερομηνίας 11.4.2016, έλαβε υπόψη του, όπως επίσης και την κλινική εξέταση που είχε διενεργηθεί στις 29.6.2011.» Συνεχίζοντας δε, πρόσθεσε και τα εξής:- «Τα ίδια εν πολλοίς μπορούν να λεχθούν και όσον αφορά τις ιατρικές εκθέσεις των άλλων δύο ιατροσυμβουλίων, όπου διαπιστώνεται η ίδια επιμέλεια: τόσο στην έκθεση του Γαστρεντερολογικού όσο και σε αυτήν του Χειρουργικού Ιατρικού Συμβουλίου, περιέχεται λεπτομερής καταγραφή του ιστορικού και των ευρημάτων από την εξέταση του αιτητή, καταγράφεται η διάγνωση εκάστου Συμβουλίου, ενώ επιβεβαιώνεται από τους αρμόδιους ιατρούς ότι κατά τη νέα συνεδρία τους, τα υπό αναφορά ιατροσυμβούλια βασίστηκαν στα στοιχεία, εξετάσεις, ιατρικές εκθέσεις και τις κλινικές εξετάσεις του ουσιώδους χρόνου, η δε γνωμάτευσή τους παρέμενε η ίδια, ότι δηλαδή ο αιτητής ήταν ικανός για την άσκηση του επαγγέλματός του.» Δεδομένων των πιο πάνω, δεν προκύπτει ότι, στην παρούσα περίπτωση, μπορεί να τεθεί ζήτημα έλλειψης δέουσας έρευνας, σε σχέση με την απόφαση του Διευθυντή. Εμφανώς, σε αυτή, γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στις ιατρικές εκθέσεις των τριών Ιατρικών Συμβουλίων που εξέτασαν τον εφεσείοντα και στις γνωματεύσεις των θεραπόντων ιατρών του, καθώς, επίσης, σε όλες τις εξετάσεις που είχαν πραγματοποιηθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι οποίες συνεκτιμήθηκαν δεόντως. Επομένως, ορθά το Δικαστήριο έκρινε ότι η διεξαχθείσα, σχετικά, έρευνα ήταν επαρκής. Δεν ήταν, άλλωστε, επιτρεπτό το ίδιο να υποκαταστήσει την απόφαση του Διευθυντή με δική του, ούτε να προβεί στη διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων, (βλ. Παπαντωνίου κ.ά. ν. Δήμου Λευκωσίας (Αρ. 2)
(2010)3 Α.Α.Δ. 476). Επιπρόσθετα, προκύπτει ότι ο Διευθυντής, αφού έλαβε υπόψη όλα τα δεδομένα, αιτιολόγησε, δεόντως, την απόφασή του. ΄Ετυχε, έτσι, εφαρμογής η παρατήρηση στην υπόθεση Motorways Ltd ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 447, σελίδα 450, ότι: «Η αιτιολογία πρέπει να προσδιορίζει τη βάση της απόφασης και τους λόγους οι οποίοι τη στοιχειοθετούν.» Συνεπώς, δε δύναται να τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα έλλειψης αιτιολογίας της απόφασης του Διευθυντή, ειδικά, σε σχέση με τη μη υιοθέτηση των γνωματεύσεων των θεραπόντων ιατρών του εφεσείοντος. Ο τέταρτος λόγος έφεσης αφορά στο γεγονός ότι η γνωμάτευση του Ψυχιατρικού Ιατρικού Συμβουλίου ως προς την ικανότητα του εφεσείοντος να εργάζεται υπήρξε διαφορετική από άλλη προηγούμενη γνωμάτευση του ψυχιάτρου XXXXX Κραμβή, μέλους του εν λόγω Συμβουλίου. Αυτός είχε εξετάσει τον εφεσείοντα δύο, περίπου, μήνες προηγουμένως, κρίνοντάς τον ανίκανο να εργάζεται για περίοδο έξι μηνών. Ωστόσο, σύμφωνα με την άποψη του Δικαστηρίου, η μεμονωμένη γνωμάτευση του ψυχιάτρου Κραμβή δεν μπορούσε να αναιρέσει την ορθότητα και την εγκυρότητα του περιεχομένου της έκθεσης του συγκεκριμένου Ιατρικού Συμβουλίου. Η εν λόγω άποψη είναι, οπωσδήποτε, ορθή και ενισχύεται, αν ληφθεί υπόψη ότι η κατάσταση της υγείας του εφεσείοντος μπορούσε, κάλλιστα, με δεδομένη τη θεραπεία στην οποία αυτός υποβαλλόταν, να μεταβληθεί στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα. ΄Αλλωστε, όπως καταγράφεται ρητά στο Παράρτημα 8 της ένστασης, ο ίδιος ο εφεσείων ανέφερε βελτίωση της κατάστασής του, ως συνέπεια της αγωγής που λάμβανε τη δεδομένη χρονική περίοδο. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό ότι έπασχε η έκθεση του Ψυχιατρικού Ιατρικού Συμβουλίου, λόγω μη ύπαρξης, στην τελευταία σελίδα της, της υπογραφής του μέλους του ψυχιάτρου XXXXX Ονησιφόρου. Ούτε το παράπονο αυτό του εφεσείοντος κρίνεται δικαιολογημένο. Ανατρέχοντας, και πάλι, στο Παράρτημα 8 της ένστασης, όπου περιέχεται η εν λόγω ιατρική έκθεση, διαπιστώνεται πως, πράγματι, στην τελευταία σελίδα της, δεν υπάρχει το όνομα και η υπογραφή του ψυχιάτρου Ονησιφόρου. Εντούτοις, τα συγκεκριμένα στοιχεία, όπως και τα αντίστοιχα του ετέρου ψυχιάτρου Κραμβή, περιέχονται στη σελίδα 4 αυτής, κάτω από τα σημεία: «5 ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΙΑΤΡΩΝ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑΣ», «6 ΔΙΑΓΝΩΣΗ» και «7.1 ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΚΘΕΣΗ ...», όπου, μεταξύ άλλων, επιβεβαιώνεται από τα υπό αναφορά μέλη ότι αυτά, κατά τη νέα συνεδρία, βασίστηκαν στα στοιχεία, στις εξετάσεις, στις ιατρικές εκθέσεις και στην ψυχιατρική εξέταση που είχε πραγματοποιηθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, 29.6.2011, και η γνωμάτευσή τους παρέμεινε η ίδια. Επισημαίνεται, επίσης, ότι τα ονόματα των εν λόγω ιατρών αναγράφονται ολογράφως και στο σημείο 2 της έκθεσης, υπό τον τίτλο: «ΙΑΤΡΟΙ ΠΟΥ ΣΥΝΕΤΑΞΑΝ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ». Συνεπώς, υπό αυτά τα δεδομένα, σε συμφωνία με την κατάληξη του Δικαστηρίου, η απουσία, από την τελευταία σελίδα της έκθεσης, της υπογραφής και του ονόματος του ψυχιάτρου Ονησιφόρου θεωρείται επουσιώδης παρατυπία. ΄Οπως πολύ ορθά σημειώνεται στην πρωτόδικη απόφαση, δε θα μπορούσε μια τέτοια παράλειψη να οδηγήσει στην ακύρωση της υπό κρίση διοικητικής απόφασης. ΄Αλλωστε, σύμφωνα με πάγια νομολογία, τεκμαίρεται πως η Διοίκηση λειτουργεί σύμφωνα με το Νόμο, εκτός όπου καθαρά αποδεικνύεται πως τούτο δε συμβαίνει, (βλ. Μαυρονύχης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 801/1999, 12.3.2001). Εν προκειμένω, δεν καταδεικνύεται πως η Διοίκηση δεν ενήργησε σύμφωνα με το Νόμο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Με δεδομένη τη δήλωση, σχετικά, του συνηγόρου των εφεσιβλήτων, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Α.Ρ. Λιάτσος, Δ. Γ.Ν. Γιασεμής, Δ. Δ. Σωκράτους, Δ. /ΜΠ [1] Το Ψυχιατρικό Ιατρικό Συμβούλιο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο