← Κύπρος

Στέλλα Λυσάνδρου κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 39/2016, 23/6/2022

Στέλλα Λυσάνδρου κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 39/2016, 23/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2022:A263 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 39/2016) (Υποθ.Αρ.5781/2013) 23 Ιουνίου, 2022 [ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ/στές]

  1. Στέλλα Λυσάνδρου
  2. Κατερίνα Πασιά
  3. Ελένη Μιχαήλ
  4. Ευάγγελος Ευαγγέλου
  5. Ευαγγελία Αναστασίου
  6. Γεωργία Πέτρου
  7. Γεωργία Δημοσθένους
  8. Άννα Ευαγγέλου Εφεσείοντες/Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Εφεσείουσας/Καθ΄ης η Αίτηση, ____________________ Δ. Στεφανίδης με Φ. Εξαδάκτυλου (κα), για τους Εφεσείοντες/Αιτητές. Θ. Χατζηλούκας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη. Ε. Τόλλα (κα) για Μ. Ηλιάδη & Συνεταίροι ΔΕΠΕ, για τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 2 και
  9. ____________________ Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τη Σταματίου, Δ. ­­­ ____________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Οι εφεσείοντες, με προσφυγή τους στο Διοικητικό Δικαστήριο, επεδίωξαν την ακύρωση απόφασης της Επιτροπής Δημοσίας Υπηρεσίας («η ΕΔΥ»), που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 10.5.2013 και με την οποία προήχθησαν τα ενδιαφερόμενα μέρη Κατερίνα Φρίξου, Παυλίνα Ανδρέου και Μαρία Ανδρέου (ΕΜ) στη μόνιμη θέση Ασφαλιστικού Λειτουργού, Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. H διαδικασία πλήρωσης των επίδικων θέσεων τροχιοδρομήθηκε με επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων προς την ΕΔΥ, η οποία επιλήφθηκε του θέματος στις 14.3.2013, στην παρουσία του Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο τελευταίος προέβη σε σύσταση υπέρ των ΕΜ και αποχώρησε από τη συνεδρία. Στη συνέχεια, η ΕΔΥ, αφού εξέτασε τα στοιχεία των διοικητικών φακέλων, έκρινε ότι οι εφεσείοντες δεν ήσαν προάξιμοι υποψήφιοι, διότι δεν διέθεταν την απαιτούμενη από την παράγραφο

(1)του Σχεδίου Υπηρεσίας, «δεκαεξαετή τουλάχιστο συνολική υπηρεσία στη θέση Βοηθού Ασφαλιστικού Λειτουργού, ή/και στις προηγουμένως καλούμενες θέσεις Ασφαλιστικού Λειτουργού ή/και Ασφαλιστικού Λειτουργού 2ης και 3ης Τάξης, από την οποία πενταετής τουλάχιστον υπηρεσία στην Κλίμακα Α7» και, επίσης, δεν κάλυπταν τις εναλλακτικές πρόνοιες της Σημείωσης 1(α) και (β) του εν λόγω Σχεδίου Υπηρεσίας για «ενδεκαετή τουλάχιστον συνολική υπηρεσία στη θέση Βοηθού Ασφαλιστικού Λειτουργού ή/και στις προηγουμένως καλούμενες θέσεις Ασφαλιστικού Λειτουργού ή/και Ασφαλιστικού Λειτουργού 2ης και 3ης Τάξης από την οποία μονοετή τουλάχιστο υπηρεσία στην Κλίμακα Α7». Με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό τους ως μη προσοντούχων υποψηφίων και την επιλογή των ΕΜ, αντί αυτών, ως των μοναδικών προάξιμων και κατάλληλων υποψηφίων. Σημειώνεται ότι οι εφεσείοντες είχαν αρχικά διοριστεί την 1.1.1997 στη θέση Ασφαλιστικού Λειτουργού (προτού αυτή μετονομαστεί στις 26.7.2002 σε θέση Βοηθού Ασφαλιστικού Λειτουργού), δυνάμει του περί Εντάξεως Εκτάκτων Υπαλλήλων στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου του 1996 (Ν.107(Ι)/1996), στην οποίαν υπηρέτησαν μέχρι 23.12.1999, ημερομηνία κατά την οποίαν ακυρώθηκε και εξαφανίστηκε εξ υπαρχής ο διορισμός τους με απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ηλία κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1999)3 ΑΑΔ 884, επειδή ο περί Εντάξεως Εκτάκτων Υπαλλήλων στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμος του 1996 (Ν.107(Ι)/1996) κρίθηκε αντισυνταγματικός στην ολότητά του. Ακολούθως και πάνω στη βάση νέας διαδικασίας, οι εφεσείοντες διορίσθηκαν στη μετονομασθείσα πλέον θέση Βοηθού Ασφαλιστικού Λειτουργού, η οποία προηγείται της επίδικης, από τις 15.9.2004, χωρίς να δοθεί αναδρομική ισχύς στο νέο διορισμό. Ετέθη πρωτοδίκως ως προδικαστικό ζήτημα, το κατά πόσο κατείχαν οι εφεσείοντες έννομο συμφέρον, ενόψει του αποκλεισμού τους ως μη κατέχοντες απαιτούμενο προσόν, ήτοι τα προβλεπόμενα χρόνια υπηρεσίας της παραγράφου
(1)και της «Σημείωσης» του Σχεδίου Υπηρεσίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, ενόψει των εκατέρωθεν αντικρουόμενων ισχυρισμών, η κατοχή του επίμαχου προσόντος είχε καταστεί επίδικο ζήτημα με αποτέλεσμα, σύμφωνα και με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι εφεσείοντες να διατηρούν το έννομο συμφέρον τους για προσβολή της επίδικης πράξης, εγείροντας ισχυρισμούς που αφορούν και/ή συνδέονται με τον αποκλεισμό τους ως υποψηφίων για τις επίδικες θέσεις. Επί της ουσίας το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη θέση των εφεσειόντων ότι αναιτιολόγητα και χωρίς δέουσα έρευνα είχαν κριθεί από την ΕΔΥ ως μη προάξιμοι. Παρατήρησε ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν μεν λακωνική, αλλά μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να συμπληρωθεί με επάρκεια από τα στοιχεία των φακέλων κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν.158(Ι)/1999) και στην επί του θέματος νομολογία. Αναφερόμενο στη συνέχεια στα έγγραφα των διοικητικών φακέλων, το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε, πέραν των υπολοίπων στοιχείων και του ιστορικού του αρχικού διορισμού των εφεσειόντων στη θέση του Ασφαλιστικού Λειτουργού και της ακύρωσής του που ακολούθησε, συνεπεία της απόφασης της Ολομέλειας στην υπόθεση Ηλία κ.ά. (πιο πάνω), την ύπαρξη επιστολών της ΕΔΥ προς τους εφεσείοντες, ημερομηνίας 2.2.2000 και 17.5.2012, όπως επίσης και σχετική καταγραφή στα πρακτικά της ΕΔΥ, ημερομηνίας 15.5.2012. Με αυτές η ΕΔΥ εξέφραζε την άποψη ότι, ένεκα της δικαστικής ακυρωτικής απόφασης, η πράξη του αρχικού διορισμού τους εξαφανίστηκε και, επομένως, η τότε ενασχόλησή τους στη θέση Ασφαλιστικού Λειτουργού από 1.1.1997 μέχρι 23.12.1999, παρόλο που «μπορεί να λογιστεί ως πείρα και αποτελεί πραγματικό γεγονός, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως "υπηρεσία" ως αυτή προκύπτει από τον ορισμό που δίνεται στους όρους "θέση", "δημόσια θέση" και "δημόσια υπηρεσία" στο άρθρο 2 των περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως 2011». Ενόψει των πιο πάνω στοιχείων, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι προέκυπταν ευθέως και με σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους οι εφεσείοντες, σε αντίθεση με τα ΕΜ, κρίθηκαν από την ΕΔΥ ότι δεν ήταν προάξιμοι για τις επίδικες θέσεις, αφού δεν πληρούσαν τα απαιτούμενα προσόντα, είτε της παραγράφου
(1), είτε αυτά της Σημείωσης (α) και (β) του Σχεδίου Υπηρεσίας. Επρόκειτο, επομένως, κατά την πρωτόδικη κρίση, για αιτιολογία που μπορούσε να συμπληρωθεί ευθέως, αμέσως και επαρκώς από τα στοιχεία των φακέλων. Με αποτέλεσμα και δεδομένου ότι οι εφεσείοντες ορθά κρίθηκαν κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν ήταν προάξιμοι για τις επίδικες θέσεις, ως μη προσοντούχοι, να στερούνται του απαραίτητου έννομου συμφέροντος προώθησης της προσφυγής τους σε σχέση με όσα ακολούθησαν τον αποκλεισμό τους και, ιδιαίτερα, σε ότι αφορά την προβολή ισχυρισμών αναφορικά με την επιλογή των ΕΜ για προαγωγή στις επίδικες θέσεις. Συνακόλουθα, η προσφυγή απορρίφθηκε. Με τρεις λόγους έφεσης οι εφεσείοντες προσβάλλουν την πρωτόδικη απόφαση: Με τον 1ο λόγο έφεσης υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι οι εφεσείοντες στερούνταν του απαραίτητου έννομου συμφέροντος να προσβάλουν την επίδικη απόφαση, στη βάση της κρίσης ότι δεν ήταν προσοντούχοι και προάξιμοι, ως μη πληρούντες τα προβλεπόμενα χρόνια υπηρεσίας της Σημείωσης (α) του Σχεδίου Υπηρεσίας, που απαιτούσε και ενδεκαετή τουλάχιστον συνολική υπηρεσία στη θέση Βοηθού Ασφαλιστικού Λειτουργού, καθώς δεν θα έπρεπε, όπως έκρινε η ΕΔΥ, να προσμετρηθεί ο χρόνος υπηρεσίας τους στη βάση της σχετικής επιστολής της ΕΔΥ προς αυτούς, που υιοθετήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δηλαδή η υπηρεσία τους από τον αρχικό διορισμό τους την 1.1.1997 μέχρι τις 23.12.1999, όταν εκδόθηκε η ακυρωτική απόφαση, ως μη εμπίπτουσα στην έννοια της «υπηρεσίας» και της «δημόσιας υπηρεσίας» του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (Ν.1/1990). Αναπτύσσοντας περαιτέρω τον πιο πάνω ισχυρισμό τους, οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι, παρά την ακύρωση του διορισμού τους στη θέση του Ασφαλιστικού Λειτουργού, Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και το διορισμό τους από 15.9.2004 στη θέση Βοηθού Ασφαλιστικού Λειτουργού, χωρίς αναδρομική ισχύ, το πραγματικό γεγονός στοιχειοθέτησης της σχετικής υπηρεσίας τους από 1.1.1997 μέχρι 23.12.1999, καθώς και η συνεπαγόμενη σχετική πείρα τους, δεν έχει διαγραφεί, αλλά ενέπιπτε στην έννοια των όρων «υπηρεσία» και «δημόσια υπηρεσία» του Ν.1/1990. Κατά την άποψή τους, η περί του αντιθέτου γνώμη της ΕΔΥ, όπως αυτή εκφράστηκε στις σχετικές επιστολές της, στερείται νομικής και πραγματικής βαρύτητας ως ασύμβατη με τους πιο πάνω νομοθετικούς όρους και κατ' επέκταση, αφού συνυπολογιστεί, όπως θα έπρεπε και η επίμαχη χρονική περίοδος, οι εφεσείοντες διέθεταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, την απαιτούμενη ενδεκαετή συνολική υπηρεσία στη θέση Βοηθού Ασφαλιστικού Λειτουργού, καθώς διέθεταν συνολική υπηρεσία 11 χρόνων, 3 μηνών και 23 ημερών. Είναι, περαιτέρω, η θέση των εφεσειόντων ότι, εφόσον αυτοί πληρούσαν τα διαζευκτικά τιθέμενα προσόντα του Σχεδίου Υπηρεσίας, ήτοι διέθεταν ενδεκαετή τουλάχιστον συνολική υπηρεσία στη θέση Ασφαλιστικού Λειτουργού, αλλά και την απαιτούμενη στην παράγραφο
(2)των προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας «ακεραιότητα χαρακτήρα, οργανωτική και διοικητική ικανότητα, υπευθυνότητα, πρωτοβουλία και ευθυκρισία», θα έπρεπε να ήταν και οι μοναδικοί προάξιμοι υποψήφιοι, καθότι τα ΕΜ, σε αντίθεση με τους εφεσείοντες, δεν διέθεταν «οργανωτική και διοικητική ικανότητα», αφού ουδέποτε αξιολογήθηκαν στο συγκεκριμένο κριτήριο (αρ. 8 των Υπηρεσιακών Εκθέσεων), λόγω της χαμηλής μισθοδοτικής τους κλίμακας. Οι εφεσίβλητοι από την άλλη, επικαλούνται το περιεχόμενο των σχετικών επιστολών της ΕΔΥ προς τους εφεσείοντες, αναφορικά με το χρόνο ενασχόλησής τους στη θέση του Ασφαλιστικού Λειτουργού από 1.1.1997 έως 23.12.1999, το περιεχόμενο των οποίων επικροτούν και υιοθετούν. Προσθέτουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της ΕΔΥ υπήρξε μεν λακωνική, όμως η αιτιολογία συμπληρώνεται από τα στοιχεία των φακέλων, από τα οποία προκύπτουν ευθέως οι λόγοι για τους οποίους οι εφεσείοντες κρίθηκαν ως μη προάξιμοι. Επισημαίνεται, κατ' επέκταση, ότι ως μη προσοντούχοι, οι εφεσείοντες στερούνται του απαραίτητου έννομου συμφέροντος για να προωθήσουν την προσφυγή τους. Η ευπαίδευτη συνήγορος των ΕΜ επικροτεί ως ορθή την πρωτόδικη απόφαση και υποβάλλει ότι, πέραν των ισχυρισμών που αφορούν τον αποκλεισμό των εφεσειόντων από τη διεκδίκηση των επίδικων θέσεων, αυτοί δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν οτιδήποτε σε σχέση με τη διαδικασία προαγωγής των ΕΜ, συμπεριλαμβανομένης και της κρίσης της ΕΔΥ περί κατοχής από τα ΕΜ των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας. Επομένως, κατά την άποψή τους, ο 1ος λόγος έφεσης, στην έκταση που αφορά την κατοχή από τα ΕΜ των προσόντων της παραγράφου
(2)του Σχεδίου Υπηρεσίας και ο οποίος δεν είχε τεθεί πρωτόδικα, δεν μπορεί να εξεταστεί και θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με το 2ο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες εισηγούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι, με τις διαπιστώσεις που αφορούν τον πρώτο λόγο έφεσης, δεν ήταν απαραίτητη η εξέταση άλλων εγερθέντων ζητημάτων. Όφειλε, κατά την άποψή τους, το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα του ηθικού έννομου συμφέροντος, το οποίο είχε τεθεί στις διευκρινίσεις, ανεξάρτητα από την κρίση ότι οι εφεσείοντες δεν ήταν προσοντούχοι. Τα ΕΜ απαντούν ότι, για να εξεταστεί ζήτημα ηθικού έννομου συμφέροντος, θα πρέπει να αποδεικνύεται ιδιαίτερη σχέση με την προσβαλλόμενη απόφαση και με ποιο τρόπο θα επηρεαστούν οι εφεσείοντες και ποια δυσμένεια θα προκληθεί σε αυτούς από την πράξη, η οποία να συνδέεται ηθικά με το πρόσωπό τους. Υποβάλλουν δε ότι κάτι τέτοιο δεν έχει αποδειχθεί. Με τον 3ο λόγο έφεσης, ο οποίος αποτελεί ουσιαστικά επέκταση του 2ου λόγου, υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν έπρεπε να ασχοληθεί με την εξέταση άλλων ζητημάτων και, συνεπώς, κακώς δεν εξέτασε ως όφειλε, τον ισχυρισμό περί κακόπιστης αλλαγής του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης Ασφαλιστικού Λειτουργού. Είναι, επί του προκειμένου, η θέση των εφεσειόντων ότι, ενώ οι ίδιοι ήταν προσοντούχοι υποψήφιοι, με βάση το τότε ισχύον Σχέδιο Υπηρεσίας, εντούτοις, έγινε κακόπιστη αλλαγή του έξω και πέρα από τα αποφασισθέντα στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση του Κλάδου Προσωπικού Κοινωνικών Ασφαλίσεων της 15.11.2011, όπου είχε εγκριθεί το προτεινόμενο Σχέδιο Υπηρεσίας, με συμπερίληψη πρόσθετης «Σημείωσης 2» ότι «ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας οι υπάλληλοι θα τυγχάνουν ειδικής εκπαίδευσης και θα παρακολουθούν επιμορφωτικά μαθήματα σχετικά με τα καθήκοντα τους». Οι εφεσίβλητοι αντικρούουν τον πιο πάνω ισχυρισμό, επισημαίνοντας το νομολογιακό αξίωμα ότι δεν υπάρχει κεκτημένο δικαίωμα προαγωγής, αλλά απλή προσδοκία προαγωγής, ούτε κεκτημένο δικαίωμα για μη διαφοροποίηση των απαιτούμενων προσόντων για ορισμένη θέση. Η δυνατότητα για τροποποίηση των Σχεδίων Υπηρεσίας είναι συνακόλουθη της εξουσίας για τον καταρτισμό τους, για να ανταποκρίνεται το περιεχόμενό τους στις μεταβαλλόμενες ανάγκες. Ανεξαρτήτως τούτου όμως, εισηγούνται οι εφεσίβλητοι, η αλλαγή στις πρόνοιες του υπό αναφορά Σχεδίου Υπηρεσίας ουδόλως επηρέασε τη δυνατότητα των εφεσειόντων να διεκδικήσουν προαγωγή στις επίδικες θέσεις, αφού ούτως ή άλλως αυτοί, ούτε πριν, ούτε και μετά την τροποποίηση, πληρούσαν τα απαιτούμενα προσόντα. Εκ μέρους των ΕΜ υποβάλλεται η εισήγηση ότι οι εφεσείοντες στερούνται εννόμου συμφέροντος προβολής και προώθησης λόγου έφεσης που αφορά τη νομιμότητα του Σχεδίου Υπηρεσίας. Εφόσον οι αξιώσεις τους στηρίζονται ακριβώς στις πρόνοιες του Σχεδίου Υπηρεσίας, με βάση το οποίο υποστηρίζουν ότι ήταν προσοντούχοι για προαγωγή, η ταυτόχρονη αμφισβήτηση της νομιμότητάς του, προσκρούει στο δόγμα της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας και ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης καθίσταται γι' αυτό το λόγο αλυσιτελής. Η έφεση στερείται ερείσματος. Η ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης προϋποθέτει λανθασμένη κρίση ως προς την υπηρεσία των εφεσειόντων πριν το διορισμό τους στη μετονομασθείσα θέση Βοηθού Ασφαλιστικού Λειτουργού, η οποία προηγείται της επίδικης από τις 15.9.2004, χωρίς να δοθεί αναδρομική ισχύς στο νέο διορισμό. Οι εφεσείοντες, όπως προαναφέραμε, είχαν αρχικά διοριστεί την 1.1.1997 στη θέση του Ασφαλιστικού Λειτουργού δυνάμει του περί Εντάξεως Εκτάκτων Υπαλλήλων στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου του 1996 (Ν.107(Ι)/1996), στην οποίαν υπηρέτησαν μέχρι την 23.12.1999. Εφόσον ο Νόμος αυτός κρίθηκε αντισυνταγματικός στις υποθέσεις Ηλία κ.ά. ν. Δημοκρατίας, πιο πάνω, και ο διορισμός τους ακυρώθηκε, δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η περίοδος κατά την οποία υπηρέτησαν υπό αυτό το καθεστώς αποτελούσε «υπηρεσία» υπό την έννοια του όρου «θέση», «δημόσια θέση» και «δημόσια υπηρεσία»[1] που δίδεται στο Άρθρο 2 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (Ν.1/1990). Ο δε νέος διορισμός τους έγινε σε άλλη βάση και χωρίς αναδρομική ισχύ. Ως εκ τούτου, η υπηρεσία τους στη θέση του Ασφαλιστικού Λειτουργού από 1.1.1997 μέχρι 23.12.1999 σε μία θέση που εδράζετο σε αντισυνταγματικό νόμο, μόνο για σκοπούς πείρας θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι σαφές ότι οι εφεσείοντες δεν πληρούσαν ούτε τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα ως προς τα απαιτούμενα χρόνια συνολικής υπηρεσίας στην προηγούμενη της επίδικης θέσης, ούτε τις πρόνοιες της Σημείωσης (β), ούτε τις πρόνοιες της παραγράφου
(1)για δεκαεξαετή τουλάχιστον συνολική υπηρεσία, από την οποία μονοετής τουλάχιστον υπηρεσία στην Κλίμακα Α7. Εφόσον λοιπόν οι εφεσείοντες δεν πληρούσαν τα εκ του Σχεδίου Υπηρεσίας απαιτούμενα προσόντα στερούντο εννόμου συμφέροντος να εγείρουν οποιοδήποτε άλλο ισχυρισμό που συνδέεται με τον αποκλεισμό των ΕΜ που σχετίζεται με την επίδικη διαδικασία προαγωγής (βλ. Χριστοδούλου ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Αναθ. Έφ. Αρ. 155/2014, ημερομηνίας 17.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:C100, Χριστοδουλίδης κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθ. Έφ. Αρ. 35/2011, ημερομηνίας 5.4.2017, ECLI:CY:AD:2017:C124, Κώστα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 110). Η έφεση απορρίπτεται, με €2,500 έξοδα εναντίον των εφεσειόντων και υπέρ των εφεσιβλήτων. Ουδεμία διαταγή για έξοδα σε σχέση με τα ΕΜ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ. /ΧΤΘ [1] "δημόσια υπηρεσία" σημαίνει κάθε υπηρεσία που υπάγεται στη Δημοκρατία εκτός από τη δικαστική υπηρεσία της Δημοκρατίας, την υπηρεσία στις Έvoπλες Δυνάμεις της Δημοκρατίας ή τις Δυνάμεις Ασφάλειας της Δημοκρατίας, την υπηρεσία στη θέση του Γεvικoύ Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή του Γεvικoύ Ελεγκτή ή των Βoηθώv τους ή, τηρουμένων των παραγράφων 3 και 4 του Άρθρου 126 του Συvτάγματoς, του Γεvικoύ Λογιστή ή των Βoηθώv του ή υπηρεσία σ' οποιαδήποτε θέση αvαφoρικά με την όποια γίνεται διαφορετική πρόvoια με vόμo ή την υπηρεσία εργατών ή την υπηρεσία από πρόσωπα των oπoίωv η αμοιβή υπoλoγίζεται πάνω σε ημερήσια βάση ή την υπηρεσία από πρόσωπα τα όποια πρoσλαμβάvovται πάνω σε έκτακτη βάση δυνάμει των περί Προσλήψεως Έκτακτων Υπαλλήλων (Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία) Νόμων του 1985 έως 1991 και των περί της Διαδικασίας Πρόσληψης Έκτακτων Υπαλλήλων στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία Νόμων του 1995 έως (Αρ. 3) του 2004,όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται· cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.