ΣΑΒΒΑΣ ΣΠΥΡΟΥ v. ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΜΝΑΣΩΝΟΣ, Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 127/2015 & 134/2015, 4/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2022:C284 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 127/2015 & 134/2015) 4 Ιουλίου, 2022 [ΛΙΑΤΣΟΣ, ΓΙΑΣΕΜΗ, ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, Δ/στές] (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 127/2015) ΣΑΒΒΑΣ ΣΠΥΡΟΥ, Εφεσείων/Ενδιαφερόμενο Μέρος 2, και ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΜΝΑΣΩΝΟΣ, Εφεσίβλητος/Αιτητής, και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ'ων η Αίτηση. (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 134/2015) ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Εφεσείοντες/Καθ'ων η Αίτηση, και ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΜΝΑΣΩΝΟΣ, Εφεσίβλητος/Αιτητής. __________________________________________________________________ Α. Κωνσταντίνου, για τον Εφεσείοντα στην 127/2015 και Ενδιαφερόμενο Μέρος στην 134/
- Μ. Πανταζή (κα) για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ, για τον Εφεσίβλητο και στις δύο υποθέσεις. Δ. Εργατούδη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, με Ι. Παρίζα (κα), ασκούμενη δικηγόρο, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ'ων η Αίτηση στην 127/2015 και Εφεσείοντες στην 134/
- ___________________________________________________________________ ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Ο Εφεσίβλητος/Αιτητής πέτυχε την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, με την οποία προήχθηκαν στη μόνιμη θέση Επιθεωρητή στο Κυβερνητικό Τυπογραφείο από την 1/9/2011 τα ενδιαφερόμενα μέρη Γ. Πολυκάρπου και Σ. Σπύρου, αντί του ιδίου. Τόσο η Δημοκρατία, όσο και το ενδιαφερόμενο μέρος Σ. Σπύρου, αμφισβητούν την ορθότητα της Απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά αποτυπώθηκαν στην Απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, συνοψίζονται ως ακολούθως: Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών με επιστολή του ημερ. 18/7/2011 ζήτησε την πλήρωση δύο κενών μόνιμων θέσεων Επιθεωρητή στο Κυβερνητικό Τυπογραφείο. Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (εφεξής ΕΔΥ) επιλήφθηκε του θέματος σε συνεδρία της στις 26/7/2011, κατά την οποία προάξιμοι κρίθηκαν οι υποψήφιοι με Α/Α 1-23 του καταλόγου αρχαιότητας. Κρίθηκε επίσης ότι ο Εφεσίβλητος, ο οποίος κατείχε πτυχίο Δημοσιογραφίας, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, και ακόμη ένας υποψήφιος, διέθεταν το πλεονέκτημα του Σχεδίου Υπηρεσίας, δηλαδή «Ειδική Εκπαίδευση σε θέματα τυπογραφίας ή σε οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο θέμα, συνολικής διάρκειας ενός τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους». Στη συνεδρία κλήθηκε και παρέστη ο Διευθυντής του Τυπογραφείου, ο οποίος, μετά από μελέτη των Προσωπικών και Υπηρεσιακών Φακέλων των Υποψηφίων, σύστησε για προαγωγή τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη δίδοντας την πιο κάτω αιτιολογία: «Συστήνω μετά από μελέτη των Προσωπικών και Υπηρεσιακών Φακέλων των υποψηφίων τους Γεώργιο Πολυκάρπου και Σάββα Σπύρου, οι οποίοι υπερέχουν έναντι όλων σε αρχαιότητα και ουδενός υστερούν ή/και υπερέχουν σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις με έμφαση αυτές των τελευταίων χρόνων. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ότι οι υποψήφιοι με αρ. 10 και αρ. 21 κατέχουν το πλεονέκτημα της θέσης και ότι οι υποψήφιοι με α/α 3, 6, 15 και 16 κατέχουν σχετικά επιπρόσθετα προσόντα, τα οποία όμως δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε αποτελούν πλεονέκτημα. Ωστόσο, οι εν λόγω υποψήφιοι υστερούν σημαντικά έναντι των συστηθέντων σε αρχαιότητα και δεν υπερέχουν σε αξία.» Αφού αποχώρησε ο Διευθυντής, η ΕΔΥ προέβη σε σύγκριση και αξιολόγηση των υποψηφίων, με βάση τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων τους, τα προσόντα και την αρχαιότητα τους και, αφού έλαβε υπόψη και τη σύσταση του Διευθυντή, έκρινε ότι τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη υπερείχαν των άλλων υποψηφίων και τους επέλεξε ως τους πιο κατάλληλους για προαγωγή, δίδοντας το ακόλουθο σκεπτικό: «Σ' ότι αφορά τα προσόντα, η Επιτροπή δεν παρέλειψε να παρατηρήσει ότι οι μη επιλεγέντες υποψήφιοι Προδρόμου Αναστάσιος (α/α 10) και Μνάσωνος Στυλιανός (α/α 21) διαθέτουν το πλεονέκτημα της θέσης. Συγκρινόμενοι όμως με τους επιλεγέντες, οι εν λόγω δύο μη επιλεγέντες, υστερούν ουσιωδώς σε αρχαιότητα, η οποία ανάγεται στην παρούσα τους θέση. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή παρατήρησε ότι ο μη επιλεγείς Προδρόμου υστερεί σε αρχαιότητα έναντι του επιλεγέντα Πολυκάρπου κατά τέσσερα χρόνια και δέκα μήνες και έναντι του επιλεγέντα Σπύρου κατά τέσσερα χρόνια και έξι μήνες. Η Επιτροπή παρατήρησε, επίσης, ότι ο μη επιλεγέντας Μνάσωνος υστερεί σε αρχαιότητα έναντι του επιλεγέντα Πολυκάρπου κατά εφτά χρόνια και τέσσερις μήνες και έναντι του επιλεγέντα Σπύρου κατά εφτά χρόνια. Επιπλέον, η Επιτροπή παρατήρησε ότι οι εν λόγω μη επιλεγέντες δεν υπερέχουν έναντι των επιλεγέντων σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση αυτές των τελευταίων χρόνων στις οποίες δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα. Επιπλέον, οι εν λόγω μη επιλεγέντες δεν διαθέτουν την υπέρ τους σύσταση του Διευθυντή.» Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η υπεροχή των ενδιαφερόμενων μερών σε αρχαιότητα έναντι του Εφεσιβλήτου δεν μπορούσε να υπερκεράσει το πλεονέκτημα του Σχεδίου Υπηρεσίας που κατείχε ο Εφεσίβλητος και να αποτελέσει την απαιτούμενη αιτιολόγηση για την παράκαμψη του πλεονεκτήματος. Καθόσον δε αφορά τη σύσταση του Διευθυντή υπέρ των ενδιαφερόμενων μερών έκρινε ότι με δεδομένο ότι αυτή είχε στηριχθεί, ουσιαστικά, στην αρχαιότητα των ενδιαφερόμενων μερών, έπασχε από έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και ότι υιοθέτηση της από την ΕΔΥ, χωρίς την προσθήκη περαιτέρω ερείσματος στην αιτιολογία της, συνιστούσε πλημμελή άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας. Τόσο η Δημοκρατία, όσο και το ενδιαφερόμενο μέρος Σ. Σπύρου, με δύο Λόγους Έφεσης αμφισβητούν την ορθότητα της πρωτόδικης Απόφασης. Παρά το ότι καταχωρήθηκαν δύο Εφέσεις, οι Λόγοι Έφεσης ουσιαστικά πραγματεύονται των ιδίων θεμάτων. Με το Λόγο Έφεσης 1 προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η υπεροχή των ενδιαφερόμενων μερών σε αρχαιότητα έναντι του Εφεσιβλήτου κατά επτά και πλέον έτη και η συνεπακόλουθη πείρα του, δεν μπορούσε να υπερκεράσει και να εξουδετερώσει το πλεονέκτημα του Εφεσιβλήτου, καθώς και να αποτελέσει την απαιτούμενη αιτιολογία για την παράκαμψή του. Μέσω του Λόγου Έφεσης 2 προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τη σύσταση του Διευθυντή ως πάσχουσα λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολόγησης, στη βάση του ότι στηρίχθηκε, ουσιαστικά, στην αρχαιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους, καθώς επίσης και την απόφαση της ΕΔΥ η οποία υιοθέτησε την πάσχουσα, όπως προβάλλεται, σύσταση, χωρίς να προσθέσει περαιτέρω έρεισμα στην αιτιολογία της. Αποτελεί θέση τόσο της Δημοκρατίας, όσο και του Ενδιαφερόμενου Μέρους, ότι με δεδομένο ότι στην προκείμενη περίπτωση οι υποψήφιοι ήσαν περίπου ισότιμοι σε αξία, η σημαντική διαφορά σε αρχαιότητα που υπήρχε μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών και του Εφεσιβλήτου της τάξης των επτά και πλέον χρόνων, με τη συνεπακόλουθη πείρα που αυτή φέρει μαζί της, ιδιαίτερα όταν έχει αποκτηθεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων σε θέση που προηγείται της επίδικης, όπως εν προκειμένω, μπορούσε να αποτελέσει λόγο παράκαμψης του πλεονεκτήματος τόσο από το Διευθυντή όσο και από την ΕΔΥ. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Εφεσιβλήτου από την άλλη, εισηγήθηκε ότι η Απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να κρίνει με τα ενώπιον του στοιχεία ότι η υπεροχή των ενδιαφερόμενων μερών κατά επτά χρόνια έναντι του Εφεσιβλήτου, δεν ήταν συντριπτική για να παρακάμψει το πλεονέκτημα, ήταν εύλογη και δεν χωρεί επέμβαση του Εφετείου. Με δεδομένο ότι ο Εφεσίβλητος κατείχε το πλεονέκτημα, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε σε νομολογία σχετική με τις αρχές που διέπουν την παράκαμψη του πλεονεκτήματος, ως ακολούθως: «Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας ότι το πλεονέκτημα αποτελεί σημαντικό στοιχείο στο οποίο αποδίδεται ουσιώδης σημασία και ο κάτοχος του αποκτά προβάδισμα έναντι ανθυποψηφίου του που δεν το κατέχει (βλ., μεταξύ άλλων, Παναγή ν. Δημοκρατίας
(2011)3 Α.Α.Δ. 163). Για να παραγνωριστεί το πλεονέκτημα πρέπει να υπάρχει ειδική αιτιολογία (βλ., μεταξύ άλλων, Ζωδιάτης ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 406). Η ειδική αιτιολόγηση σκοπεί στην εξειδίκευση των λόγων που αντισταθμίζουν το πλεονέκτημα που παρέχει το πρόσθετο προσόν για την εκτέλεση των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσης (βλ. Δημοκρατία ν. Υψαρίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 347). Ειδική αιτιολογία ενυπάρχει όταν επιλέγεται άτομο που δεν διαθέτει πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους παραγνωρίστηκε η ύπαρξη του εν λόγω προσόντος. Οι λόγοι πρέπει να προκύπτουν άμεσα από το πρακτικό της απόφασης και να είναι πειστικοί και επαρκείς.» Από τη νομολογία προκύπτει, επίσης, ότι η κατοχή πλεονεκτήματος δεν συνεπάγεται, χωρίς άλλο, και το διορισμό ή προαγωγή του υποψηφίου αυτού. Στην υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(2011)3 Α.Α.Δ. 639 τονίσθηκε ότι «η κατοχή πλεονεκτήματος δεν φέρει μαζί του και αυτόματη υπεροχή κατά τρόπο που να προεξοφλά την καταλληλότητα για τη θέση. Εκείνο που αποκτά σημασία είναι η εξέταση του πλεονεκτήματος υπό το φως και των υπολοίπων στοιχείων». Ενώ λοιπόν η κατοχή πρόσθετου προσόντος που προβλέπει το Σχέδιο Υπηρεσίας έχει ουσιώδη σημασία και επαυξάνει σημαντικά τις διεκδικήσεις του κατόχου για διορισμό ή προαγωγή, το πλεονέκτημα συσταθμίζεται με όλα τα νόμιμα στοιχεία κρίσης προς ανεύρεση του κατάλληλου για τη θέση, κατά την κρίση του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, υποψηφίου. Το διορίζον όργανο δεν είναι υπόχρεο να διορίσει υποψήφιο που διαθέτει το πρόσθετο προσόν, αν, αφού αξιολογήσει όλα τα υπόλοιπα στοιχεία, κρίνει ότι άλλος είναι καταλληλότερος για διορισμό (Ζωδιάτης ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 406). Όπως, συναφώς, έχει τονιστεί στην υπόθεση Γιωργούδης ν. Δημοκρατίας
(2009)3 Α.Α.Δ. 116, για την ανεύρεση του καταλληλότερου ατόμου για την πλήρωση θέσης συνυπολογίζονται όλα τα σχετικά κριτήρια. Η δε βαρύτητα που προσδίδεται σε ορισμένο στοιχείο κρίσης δεν μπορεί να προκαθοριστεί, αλλά πρέπει να είναι το αποτέλεσμα συσχετισμών στη βάση του συνόλου των δεδομένων της κάθε περίπτωσης (Γρηγορίου (Μιχαηλίδου) ν. Δημοκρατίας
(2007)3 Α.Α.Δ. 275 και Δημοκρατία ν. Μιχαήλ
(2008)3 Α.Α.Δ. 341). Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τη δική του κρίση αναφορικά με την επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου για προαγωγή ή διορισμό με την κρίση του αρμόδιου διοικητικού οργάνου. Εφόσον δε η απόφαση του διοικητικού οργάνου λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και ήταν εύλογα επιτρεπτή, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πετρίδη
(1991)3 Α.Α.Δ. 731). Στην παρούσα περίπτωση η ΕΔΥ θεώρησε ως ειδική αιτιολογία για παράκαμψη του πλεονεκτήματος την υπεροχή των ενδιαφερόμενων μερών σε αρχαιότητα. Όπως τονίστηκε και στην Παρτασίδου ν. Δημοκρατίας
(2015)3 , ECLI:CY:AD:2015:C318A.A.Δ. 179, η αρχαιότητα, ως ένα από τα τρία θεσμοθετημένα κριτήρια, μπορεί να αποτελέσει και λόγο παράκαμψης του πλεονεκτήματος εφόσον οι υποψήφιοι είναι περίπου ισότιμοι σε αξία (Ζωδιάτης (ανωτέρω) σελ. 411). Για να είναι αποφασιστικής σημασίας η πείρα, πρέπει να έχει αποκτηθεί κατά την εκτέλεση καθηκόντων σε θέση που προηγείται της επίδικης, όπως είναι η περίπτωση μας (Μεστάνας ν. Δημοκρατίας
(2001)3 Α.Α.Δ. 213, 218). Η πείρα, σε συνδυασμό με την αρχαιότητα, μπορεί να παρακάμψει ακόμη και το πλεονέκτημα του άλλου υποψηφίου και προς τούτο σχετική είναι η κλασσική απόφαση στην Ακκελίδου ν. Μιχαήλ
(2000)3 Α.Α.Δ. 278, 281-282. Προσμετρά δε στην αξία την οποία και επαυξάνει ακριβώς λόγω του εύρους υπηρεσίας του συγκεκριμένου υποψηφίου (Παναγή (ανωτέρω) σελ. 649). Στην Παρτασίδου (ανωτέρω) κρίθηκε απολύτως ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου που επικύρωσε την απόφαση της ΕΔΥ να προάξει το ενδιαφερόμενο μέρος αντί την Εφεσείουσα, η οποία διέθετε το πλεονέκτημα, στη βάση του ότι η μη κατοχή του πλεονεκτήματος από το ενδιαφερόμενο μέρος δεν μπορούσε να υπερακοντίσει την ουσιαστική του υπεροχή στην αρχαιότητα (6 χρόνια και 10 μήνες) έναντι της Εφεσείουσας στην προηγούμενη, της επίδικης, θέση. Παρομοίως, στην υπόθεση της Ολομέλειας Ε.Δ.Υ. ν. Ταλιώτη
(2010)3 Α.Α.Δ. 391, υπογραμμίστηκε ότι «η μεγάλη διαφορά στην αρχαιότητα υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους ήταν επαρκής αιτιολογία για παραγνώριση του πλεονεκτήματος» με την παράλληλη επισήμανση ότι η σημασία της αρχαιότητας, ως ένα από τα τρία κριτήρια, έχει κατά καιρούς άδικα υποτονηθεί. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση, η σημαντική διαφορά σε αρχαιότητα που υπήρχε μεταξύ του Εφεσείοντα και του Εφεσιβλήτου της τάξης των 7 χρόνων, ήταν ικανή να παρακάμψει το πλεονέκτημα που διέθετε ο Εφεσίβλητος των άλλων κριτηρίων όντων ίσων. Με όλο το σέβας προς το πρωτόδικο Δικαστήριο, η αναφορά του ότι η εν λόγω αρχαιότητα δεν είχε «τη χρονική ευρύτητα» που παρατηρήθηκε σε υποθέσεις της Ολομέλειας στις οποίες παρέπεμψε και ότι δεν μπορούσε «να χαρακτηρισθεί ως συντριπτική και να αποτελέσει την απαιτούμενη αιτιολόγηση για την παράκαμψη του πλεονεκτήματος», δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Ούτε, βεβαίως, η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, με δεδομένο ότι η σύσταση του Διευθυντή υπέρ των ενδιαφερόμενων μερών στηρίχθηκε ουσιαστικά στην αρχαιότητα τους, αυτή έπασχε από έλλειψη αιτιολόγησης, μας βρίσκει σύμφωνους. Αντιθέτως και με βάση τα όσα αναλύθηκαν ανωτέρω και τα οποία ισχύουν και σε σχέση με το σκεπτικό της σύστασης, ουδέν μεμπτό προκύπτει αναφορικά με αυτή. Ως εκ τούτου, η νόμιμη σύσταση του Διευθυντή, που αποτελεί σημαίνον, ανεξάρτητο στοιχείο κρίσης εφόσον στοχεύει στην ορθή καθοδήγηση του διορίζοντος οργάνου προς επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου και άπτεται της αξίας των υποψηφίων, ενίσχυσε, στην υπό κρίση περίπτωση, τα υπόλοιπα κριτήρια (Ιωαννίδης ν. Ε.Δ.Υ.
(1997)3 Α.Α.Δ. 265, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 23 και Μουρτζή ν. Δημοκρατίας
(2001)3 Α.Α.Δ. 915, 918). Καταλήγουμε ότι η επιλογή της ΕΔΥ έγινε εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Ενόψει των πιο πάνω οι Εφέσεις επιτυγχάνουν. Η πρωτόδικη Απόφαση παραμερίζεται και η επίδικη Απόφαση επικυρώνεται. Δεδομένου δε του γεγονότος ότι οι Εφέσεις, ουσιαστικά, συνεκδικάστηκαν, επιδικάζονται €2.000 έξοδα στην κάθε Έφεση, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, συμπεριλαμβανομένων των πρωτόδικων εξόδων, εναντίον του Εφεσιβλήτου. Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ. Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗ, Δ. Δ. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ. Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ. Ν. ΣΑΝΤΗΣ, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο