ΒΡΑΧΙΜΗΣ Ι. ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 33/2016, 20/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2022:A327 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 33/2016) (Προσφυγή αρ. 727/2012) 20 Ιουλίου 2022 [ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ/στές] ΒΡΑΧΙΜΗΣ Ι. ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑΣ, Εφεσείοντας/Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Εφεσίβλητης/Καθ΄ης η Αίτηση. ____________________ Ο Εφεσείων παρουσιάζεται προσωπικά. Κ. Χατζηδημητρίου (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη. ____________________ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Μαλαχτό, Δ. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Σε συμμόρφωση με την απόφαση στην Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ.3/2009, ημερ.26.5.2011[1] και κατόπιν επανεξέτασης, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, Ε.Δ.Υ., με απόφαση της ημερ.8.7.2011, που δημοσιεύτηκε την 9.9.2011, προήγαγε τον Εφεσείοντα στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, Α.Λ.Δ.Δ.Π., αναδρομικά από 15.12.1990. Ο Εφεσείων δεν ικανοποιήθηκε πλήρως και με επιστολή του ημερ.14.9.2011 ζήτησε από την Ε.Δ.Υ. να επανεξετάσει όλες τις διαδικασίες διορισμού και προαγωγής ή προαγωγής στις οποίες ήταν υποψήφιος. Η Ε.Δ.Υ. απάντησε με επιστολή της ημερ.13.3.2012. Η απάντηση, στην έκταση που αναφερόταν στις περιπτώσεις για τις οποίες δεν εκκρεμούσε οιαδήποτε δικαστική διαδικασία, για τις οποίες η Ε.Δ.Υ. ανάφερε ότι δεν επρόκειτο να προχωρήσει σε οιαδήποτε ενέργεια, προσβλήθηκε από τον Εφεσείοντα, ως άκυρη και ότι «αφού η απάντηση αυτή αποτελεί παραβίαση αποκατάστασης νομιμότητας κατά ενεργό βάση με το Άρθρο 146
(5)του Συντάγματος ως οφειλόμενη ενέργεια σε ακυρωτικό δεσμευτικό αποτέλεσμα, το παραληφθέν και οφειλόμενο θα πρέπει να εκτελεσθεί / πραγματοποιηθεί». Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε προδικαστική ένσταση της Εφεσίβλητης ότι δεν υπήρχε καμία παράλειψη από πλευράς της διοίκησης που να μπορούσε να προσβληθεί, εφόσον δεν εκκρεμούσε οιαδήποτε δικαστική διαδικασία στην οποία η διοίκηση να έπρεπε να συμμορφωθεί, την οποία και αποδέχτηκε, απορρίπτοντας την προσφυγή. Επρόκειτο ουσιαστικά για το αντικείμενο της προσφυγής, αφού η θέση του Εφεσείοντα ήταν ότι η διοίκηση είχε, στη βάση της ακυρωτικής απόφασης, περαιτέρω υποχρέωση, η οποία απορρέει από το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος, να προβεί σε πλήρη αποκατάσταση της επαγγελματικής του ανέλιξης ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που δεν εκκρεμούσε δικαστική διαδικασία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παράπεμψε στο Άρθρο 146.5 του Συντάγματος[2] και αποφάνθηκε ότι η υποχρέωση της διοίκησης για ενεργή συμμόρφωση προκύπτει μετά από δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται στα πλαίσια του Άρθρου 146.4 και για να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση της διοίκησης που απορρέει από το Άρθρο 146.5 θα πρέπει να προηγηθεί δικαστική απόφαση. Αναφέρθηκε και στις πρόνοιες του του Άρθρου 57 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν.158(Ι)/1999 ότι: «Έπειτα από ακυρωτική απόφαση η πράξη εξαφανίζεται και η διοίκηση υποχρεούται να επαναφέρει τα πράγματα στη θέση στην οποία βρίσκονταν πριν από την έκδοση της πράξης που ακυρώθηκε.», για να διαπιστώσει ότι η διοίκηση είχε συμμορφωθεί με την υπόψη ακυρωτική απόφαση διορίζοντας αναδρομικά τον Εφεσείοντα στη θέση που αποτελούσε το αντικείμενο της συγκεκριμένης δικαστικής διαδικασίας. Υπήρξε δηλαδή αποκατάσταση του Εφεσείοντα. Αποφάνθηκε στο στάδιο αυτό, ότι το ερώτημα που παρέμενε ήταν κατά πόσο «η διοίκηση, στα πλαίσια συμμόρφωσης με δικαστική απόφαση, εκτός από την αποκατάσταση του επιτυχόντα στη θέση που αποτελούσε το αντικείμενο της δικαστικής διαδικασίας οφείλει επίσης να αποκαταστήσει τον επιτυχόντα και σε άλλες θέσεις στις οποίες ενδεχομένως να μπορούσε να επιτύχει εάν είχε εξ αρχής την θέση στην οποία αποκαταστάθηκε», σημειώνοντας ότι αυτό που στην πραγματικότητα ζητούσε ο Εφεσείων από την Ε.Δ.Υ. ήταν «την ανάκληση συγκεκριμένων αυτοτελών και τετελεσμένων διοικητικών πράξεων». Σε συνάρτηση με αυτές, διαπίστωσε ότι ο Εφεσείων δεν είχε παρουσιάσει κανένα στοιχείο που να καταδείκνυε «πως σχετίζονται με την υπόθεση στην οποία πέτυχε ακυρωτικό αποτέλεσμα». Ούτε παρουσίασε οιανδήποτε μαρτυρία που να ανέτρεπε το τεκμήριο της κανονικότητας των εν λόγω πράξεων. Περαιτέρω, σημείωσε ότι προσφυγές που είχε ασκήσει ο Εφεσείων κατά ανώτερων θέσεων της θέσης Α.Λ.Δ.Δ.Π. αποσύρθηκαν, ενώ είχε στη συνέχεια καταλάβει θέση ανώτερη της θέσης Α.Λ.Δ.Δ.Π.. Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με πέντε λόγους έφεσης. Απομονώνονται συγκεκριμένες αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου και προσβάλλονται με ξεχωριστούς λόγους, όμως ένα είναι το επίδικο ζήτημα στο οποίο όλοι απολήγουν. Κατά πόσο δηλαδή η συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση επέβαλλε στη διοίκηση να πράξει κι' άλλα πέραν της επανεξέτασης για τη συγκεκριμένη θέση Α.Λ.Δ.Δ.Π. που είχε ως αποτέλεσμα την αναδρομική προαγωγή του Εφεσείοντα στη θέση αυτή. Ο Εφεσείων δεν επικαλείτο άλλη δικαστική απόφαση. Ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχε οιαδήποτε άλλη δικαστική απόφαση στην οποία να είχε υποχρέωση η διοίκηση να συμμορφωθεί, όμως δεν ήταν αυτό το ζήτημα. Αυτός δεν ήταν λόγος για να αποδεχτεί την προδικαστική ένσταση της Εφεσίβλητης (λόγος έφεσης 1). Από την άλλη, ήταν ορθό ότι για να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση της διοίκησης που απορρέει από το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος θα έπρεπε να προηγηθεί δικαστική απόφαση (λόγος έφεσης 2). Έπρεπε να είχε προηγηθεί δικαστική απόφαση και είχε προηγηθεί τέτοια. Το ζήτημα ήταν κατά πόσο η προαγωγή του Εφεσείοντα στη θέση Α.Λ.Δ.Δ.Π., αναδρομικά από 15.12.1990, συνιστούσε πλήρη συμμόρφωση με το ακυρωτικό αποτέλεσμα της απόφασης. Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι υπήρξε έτσι αποκατάσταση του Εφεσείοντα, προσβάλλεται με το λόγο έφεσης 3 και συνιστά την ουσία της έφεσης. Ότι, δηλαδή, η Ε.Δ.Υ. εκπλήρωσε την υποχρέωση της για συμμόρφωση με τη δικαστική απόφαση, διορίζοντας τον Εφεσείοντα αναδρομικά. Με το λόγο έφεσης 4, προσβάλλεται ως εσφαλμένο το συμπέρασμα, μέσα από παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι ο Εφεσείων ζητούσε την ανάκληση συγκεκριμένων αυτοτελών και τετελεσμένων διοικητικών πράξεων. Με τον ίδιο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η προσφυγή του στη βάση ότι δεν είχε παρουσιάσει κανένα στοιχείο που να καταδείκνυε πως αυτές οι πράξεις σχετίζονταν με την υπόθεση στην οποία πέτυχε ακυρωτικό αποτέλεσμα. Τέλος, με το λόγο έφεσης 5 προβάλλεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η προσφυγή του γιατί προσφυγές που είχε ασκήσει κατά ανώτερων θέσεων της θέσης Α.Λ.Δ.Δ.Π. αποσύρθηκαν, ενώ στη συνέχεια ο Εφεσείων είχε καταλάβει θέση ανώτερη της θέσης Α.Λ.Δ.Δ.Π.. Καθίσταται πρόδηλο ότι όλοι οι λόγοι έφεσης θα πρέπει να εξεταστούν μαζί. Στη Νίκολας ν. Δημοκρατία
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 983, 996-7, της Πλήρους Ολομέλειας γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα του Κυριακόπουλου, "Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον", 4η έκδ., 1961, Τόμος Γ, σελ. 155, ότι: «Η υποχρέωσις της διοικήσεως εις ακριβή συμμόρφωσιν προς ακυρωτικήν απόφασιν, εκδοθείσαν επί εκτελεσθείσης ήδη πράξεως, συνίσταται εις την εξαφάνισιν των αποτελεσμάτων ταύτης, ήτοι εις την αποκατάστασιν της προηγούμενης πραγματικής καταστάσεως. Η υποχρέωσις προς συμμόρφωσιν της διοικήσεως δεν περιορίζεται εις μόνην την λήψιν των αναγκαίων διοικητικών μέτρων προς άμεσον εκτέλεσιν της ακυρωτικής αποφάσεως· αλλ' επιβάλλει άμα εις την διοίκησιν, όπως, δια διοικητικών εκτελεστών πράξεων, αποκαταστήση τα πράγματα εις την προ της ακυρωθείσης πράξεως νομικήν κατάστασιν. Προς τούτο υποχρεούται η διοίκησις ν' ανακαλέση και πάσαν πράξιν, τελούσαν εν στενώ συνδέσμω προς την ακυρωθείσαν. Η αποκατάστασις δέον να είναι πλήρης, ήτοι να περιλαμβάνη πάντα τα ζημιούντα τον προσφυγόντα αποτελέσματα της πράξεως εξ αρχής». Στην Κουφτερός ν. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 646, 654, αναφέρθηκε ότι: «Αναπόδραστα ο αναδρομικός διορισμός μεταβάλλει την παρελθούσα πραγματικότητα αντικαθιστώντας την με τη νέα δημιουργηθείσα κατάσταση η οποία, βεβαίως, από τη φύση της δεν διατρέχει το διαρρεύσαν διάστημα παρά μόνο νοητικά. Σε ό,τι θα δικαιούτο ο εφεσείων εν προκειμένω δεν ήταν τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό που θα δικαιούταν αν κατείχε τη θέση κατά το χρόνο στον οποίο αναφέρεται η αναδρομή. Τα ωφελήματα και οι απολαβές στις οποίες θα δικαιούταν ο εφεσείων αντιστοιχούν στη θέση στην οποία προήχθηκε αναδρομικώς από την ημερομηνία διορισμού του και ο εφεσείων βρισκόταν σε ενεργό υπηρεσία, έστω σε άλλη θέση, κατά τον ουσιώδη χρόνο». Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εξέλαβε ότι παρόμοια θέματα με τα επίδικα είχαν απασχολήσει στην Ευσταθιάδης ν. Α.Η.Κ.
(2006)3 Α.Α.Δ. 657. Έτσι, παρέπεμψε σε αυτή ως υποστηρικτική της δικής του προσέγγισης, ενώ η αυθεντία, έστω εμμέσως, υποστηρίζει το αντίθετο. Στην Ευσταθιάδης το αίτημα του εφεσείοντα μετά την αναδρομική του προαγωγή στη θέση Διευθυντή Προσωπικού απορρίφθηκε ακριβώς γιατί είχε υποβληθεί ως αίτημα για περαιτέρω διορισμούς αναδρομικά στη θέση Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών και στη θέση Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή. Η έφεση του απορρίφθηκε γιατί η διοίκηση δεν είχε θετική υποχρέωση (Δήμος Λάρνακας ν. Mobil Oil Cyprus Ltd
(1995)3 A.A.Δ. 400, 402) να τον διορίσει στις θέσεις αυτές. Όπως αναφέρθηκε, το δικαίωμα που ίσως να είχε ήταν να ήταν ένας από τους υποψηφίους, ωστόσο δεν είχε ζητήσει να εξεταστεί τέτοιο δικαίωμα του, αλλά ζήτησε διορισμό και ήταν καθοριστικό ότι το αίτημα του είχε υποβληθεί με τον τρόπο που υποβλήθηκε. Στην παρούσα υπόθεση, ο Εφεσείων δεν είχε ζητήσει να διοριστεί ή προαχθεί σε οιαδήποτε θέση αλλά να επανεξεταστούν «όλες οι διαδικασίες διορισμού/προαγωγής που ήμουν υποψήφιος/δικαιούχος, μετά την ημερομηνία του νέου μου διορισμού, καθώς και οι διαδικασίες για θέσεις προαγωγής μόνον». Όπως το είχε θέσει, στην ίδια επιστολή του της 14.9.2011, «όσες πράξεις διορισμού/προαγωγής διενεργήθηκαν μετά της 15/12/1990, όπου ήμουν υποψήφιος, σ' αυτές εμφιλοχώρησε ουσιώδης πλάνη, καθότι κρίθηκε ότι κατείχα κατώτερη θέση ή έστω και ίδια θέση, αλλά με πολύ μεταγενέστερη ημερομηνία, άρα ήμουν νεότερος στην Υπηρεσία, των τότε επιλεγέντων». Στη Θεοφυλάκτου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2006)3 Α.Α.Δ. 322, μετά από ακυρωτική απόφαση και επανεξέταση, ο εφεσείων διορίστηκε το 2002 στη θέση Ακόλουθου (Εξωτερικής Υπηρεσίας) του Υπουργείου Εξωτερικών, αναδρομικά από 4.6.1996. Δεν ικανοποιήθηκε και ζήτησε ότι θα έπρεπε να είχε κατ' ακολουθία το 2000 προαχθεί στην θέση Γραμματέα Β' ή Υποπρόξενου, στη βάση ότι από το 1996 θα είχε αποκτήσει το απαιτούμενο προσόν της προϋπηρεσίας. Αποφασίστηκε ότι η έστω πλασματική του προϋπηρεσία ήταν αρκετή. Η Θεοφυλάκτου, μνημονεύεται στην Ευσταθιάδης και διακρίνεται στη βάση ότι στη Θεοφυλάκτου η ανώτερη θέση ήταν συνδυασμένη με την προηγούμενη. Η Θεοφυλάκτου βασίστηκε στη Λεοντίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 70, στην οποία αναφέρθηκε ότι (σελ.73-4): «Ο αναδρομικός διορισμός μεταβάλλει την παρελθούσα πραγματικότητα αντικαθιστώντας την με τη νέα δημιουργηθείσα κατάσταση. Η οποία βέβαια, από τη φύση της, δεν διατρέχει το διαρρεύσαν διάστημα παρά μόνο νοητικά. Η σημασία της όμως έγκειται στα παράγωγα της. Η αναγνώριση των οποίων ως προκυψάντων δικαιωμάτων εξηγεί και δικαιολογεί την αναδρομικότητα εφόσον βέβαια δεν προσβάλλεται η νομιμότητα της. Σε ό,τι αφορά δε αυτά τα παράγωγα δεν χωρεί διάκριση μεταξύ τους ανάλογα με την εκ των υστέρων διαφορική θεώρηση αποτελεσμάτων. Εν προκειμένω, ό,τι θα εδικαιούτο η εφεσείουσα αν κατείχε τη θέση κατά τον χρόνο στον οποίο αναφέρεται η αναδρομή, το δικαιούται και τώρα». Στη Θεοφυλάκτου, σελ.327, γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα της Δ. Κοντόγιωργα - Θεοχαροπούλου «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως», Ανατύπωση 1988, όπου εξηγείται, στη σελ. 275, ποια είναι η υποχρέωση της διοίκησης μετά από ακυρωτική απόφαση απόλυσης υπαλλήλου: «Διά την επαναφοράν του υπαλλήλου εις την θέσιν που θα ήτο εάν δεν είχε παρεμβληθή η ακυρωθείσα απόλυσις, η Διοίκησις οφείλει να επαναφέρη τον υπάλληλον πλασματικώς και διαδοχικώς εις όλας τας θέσεις της ιεραρχίας, τας οποίας θα είχε καταλάβει ο απολυθείς μεταξύ του χρόνου της απολύσεως και της ακυρώσεώς της. Ήτοι, η Διοίκησις υποχρεούται εις βαθμολογικήν αποκατάστασιν τούτου και συνεπώς οφείλει να κρίνη και να προαγάγη τον απολυθέντα αναδρομικώς ως μηδέποτε απομακρυθέντα εκ της υπηρεσίας, αφ' ής προήχθησαν νεώτεροί του και να επεκτείνη εις το πρόσωπόν του όλα εκείνα τα μέτρα τα εφαρμοσθέντα επί νεωτέρων του κατά το μεταξύ διάστημα και τα οποία κατέστησαν μειονεκτικήν την θέσιν αυτού έναντι τούτων, θεωρουμένου τοιουτοτρόπως του απολυθέντος ως διερχομένου πλασματικώς και διαδοχικώς από τας διαφόρους θέσεις λόγω αναδρομικών προαγωγών. Η αναδρομικότης των μέτρων αυτών είναι αναγκαία, διά να εξασφαλισθή η φυσιολογική και συνήθης εξέλιξις του υπαλλήλου». Και στη σελ. 267, σημ. 73: «Η νομολογία του ΣτΕ ακολουθεί και εις αυτό το σημείον την νομολογίαν του CdE και δη την αρχήν η οποία καθιερώθη διά της σπουδαίας αποφάσεως Rodiere, 26 dec. 1925, Les grands arrets ..., op. cit., σελ. 183 επ. Βάσει της αποφάσεως αυτής, δεν ανεγνωρίσθη μόνον η αναδρομικότης της ακυρώσεως και των πράξεων αποκαταστάσεως, αλλ' ειδικώτερον ότι η Διοίκησις οφείλει να εξασφαλίση εις τον προσφυγόντα την συνέχισιν της σταδιοδρομίας του κατά φυσιολογικόν τρόπον και με την επιβαλλομένην εξέλιξιν, λαμβανομένων υπ' όψιν τόσον των προαγωγών κατ' αρχαιότητα όσον και των κατ' εκλογήν. Περαιτέρω, ορίζεται ότι ο εν λόγω υπάλληλος έχει δικαίωμα εις μίαν ανάλογον εξέλιξιν σύμφωνον τόσον ως προς το δεδικασμένον της ακυρωτικής αποφάσεως του CdE, όσον και ως προς τα άλλα δικαιώματα των λοιπών υπαλλήλων επί των οποίων η ακύρωσις έχει αμέσους ή εμμέσους επιπτώσεις». Στη Καραγιώργης κ.ά ν. Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 1669, 1684-5, αναφέρθηκε ότι: «Η αρχή του Διοικητικού Δικαίου είναι ότι, μετά την ακύρωση ενός διορισμού ή μιας προαγωγής υπαλλήλου, η Διοίκηση έχει καθήκον να αποκαταστήσει τη σταδιοδρομία, όπως αυτή θα εξελισσόταν αν δεν μεσολαβούσε η ακυρωτική απόφαση χωρίς δική του υπαιτιότητα. Στο σύγγραμμα του Odent Contentieux Administratif, σελ. 2049-2050 αναφέρεται:- Η αποκατάσταση αυτή συνίσταται στον υπολογισμό όσο είναι δυνατόν καλύτερα αν όχι της πραγματικής τουλάχιστον της πιθανής εξέλιξης της σταδιοδρομίας του ενδιαφερομένου υπαλλήλου: αυτό με τη σειρά του σημαίνει την εξέταση των θέσεων προαγωγής κατ' επιλογή που θα μπορούσε να διεκδικήσει και κατά πόσο θα μπορούσε υπό ομαλάς συνθήκας να πετύχαινε να τις πάρει. Για το σκοπό αυτό η διοίκηση και το δικαστήριο οφείλουν να βασιστούν σ' ένα πρότυπο σταδιοδρομίας των συναδέλφων του ενδιαφερομένου που κατείχαν την ίδια θέση μ' αυτό πριν την ακύρωση της προαγωγής του και είχαν παρόμοια προσόντα και αρχαιότητα. Αυτό το πρότυπο σταδιοδρομίας θα χρησιμοποιηθεί για σκοπούς αναφοράς για τον υπολογισμό της εξέλιξης της σταδιοδρομίας που ο ενδιαφερόμενος θα μπορούσε κανονικά να είχε αν η ακυρωθείσα απόφαση δεν ελάμβανε χώρα έχοντας υπόψη τα ευμενή και δυσμενή στοιχεία της αντίστοιχης αξίας των άλλων υπαλλήλων με βάση τις εμπιστευτικές τους εκθέσεις. Έτσι θα μπορεί να καταλήξει ένας να δεχθεί ότι αφαιρουμένων των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσης απόφασης, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος θα προάγετο κατ' επιλογή από μια συγκεκριμένη ημερομηνία ή αντίθετα δεν θα ευεργετείτο με οποιαδήποτε προαγωγή». (βλ. ακόμα Μελετίου ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, Αρ. Υπόθ.1277/2013, ημερ.4.2.2016, ECLI:CY:AD:2016:D69 και Μικελλίδης ν. Δημοκρατίας, Αρ. Υπόθ.1894/2012, ημερ.30.9.2016, ECLI:CY:AD:2016:D460). Είτε αναφερόμαστε σε ακύρωση απόλυσης για την οποία δεν είχε ευθύνη ο διοικούμενος, είτε σε αναδρομικό διορισμό του μετά από ακυρωτική απόφαση το καθήκον της διοίκησης είναι το ίδιο. Καταλήγουμε ότι η υποχρέωση που το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος εναπόθεσε με την ακυρωτική απόφαση στη διοίκηση ήταν, κατά πρώτο λόγο να επανεξετάσει κατά πόσο θα διόριζε τον Εφεσείοντα στη θέση Α.Λ.Δ.Δ.Π., αναδρομικά από 15.12.1990. Και, εφόσον έτσι τον διόριζε, κατά δεύτερο λόγο, να επανεξετάσει όλες τις διαδικασίες διορισμού και προαγωγής ή προαγωγής στις οποίες ήταν υποψήφιος, όπως ο ίδιος είχε θέσει το ζήτημα και να αποκαταστήσει τη νομιμότητα. Η σχέση μεταξύ της ακυρωτικής απόφασης και των διαδικασιών αυτών, ήταν ότι ο αναδρομικός διορισμός του Εφεσείοντα διαφοροποίησε τα γεγονότα που αφορούσαν τον Εφεσείοντα ως υποψήφιο στις διαδικασίες αυτές που ακολούθησαν χρονικά τη 15.12.1990. Ότι προσφυγές που είχε ασκήσει ο Εφεσείων κατά ανώτερων θέσεων της θέσης Α.Λ.Δ.Δ.Π. αποσύρθηκαν, ενώ είχε στη συνέχεια καταλάβει θέση ανώτερη της θέσης Α.Λ.Δ.Δ.Π., συνιστούν μέρος των γεγονότων που θα ληφθούν υπόψη κατά τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθήσει και όχι λόγο ώστε αυτή να μην πραγματοποιηθεί. Η Χατζηχάννας ν. Ε.Δ.Υ. (Αρ.2)
(2004)3 Α.Α.Δ.658 και η Ε.Δ.Υ. ν.Ιωσηφίδης
(2006)3 Α.Α.Δ. 702, στις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε προς υποστήριξη της θέσης του ότι η αποκατάσταση που ζητούσε ο Εφεσείων «θα πραγματοποιείτο μέσω ανάκλησης πράξεων, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη διαδικασία και δεν σχετίζεται με τη διαδικασία επανεξέτασης η οποία πραγματοποιείται στα πλαίσια του Άρθρου 146.5», αφορούσαν ένα διαφορετικό ζήτημα. Η Χατζηχάννας
(2004)ότι δεν μπορούσε να προσβληθεί η προαγωγή ενδιαφερόμενου μέρους που έγινε κατ' εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 45 του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου του 1990, Ν.1/1990, γιατί η πρόνοια για προαγωγή εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με το δημόσιο υπάλληλο που έχασε άλλη προαγωγή του και η Ιωσηφίδης ότι το Άρθρο 45 εφαρμόζεται μόνο για περίπτωση ακύρωσης προαγωγής και όχι διορισμού (Δημητριάδου ν. Καριόλου κ.ά., Αναθ. Έφ.124/2010, ημερ.5.6.2015, ECLI:CY:AD:2015:C395). Η έφεση επιτυγχάνει και η απάντηση της Ε.Δ.Υ., με επιστολή της ημερ.13.3.2012, στην έκταση που αναφερόταν στις υποθέσεις για τις οποίες δεν εκκρεμούσε οιαδήποτε δικαστική διαδικασία, ότι δεν επρόκειτο να προχωρήσει σε οιαδήποτε ενέργεια ακυρώνεται. Η πρωτόδικη διαταγή ως προς τα έξοδα παραμερίζεται και τα έξοδα, της πρωτόδικης διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον της Εφεσίβλητης για το ίδιο ποσό που αποφασίστηκε πρωτόδικα. Περαιτέρω, επιδικάζονται υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον της Εφεσίβλητης €2.500 έξοδα της έφεσης. Κ. Σταματίου, Δ. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ. Χ. Μαλαχτός, Δ. [1] Και όχι στην Α.Ε.3871 (Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας
(2007)3 Α.Α.Δ. 373) όπως, εκ παραδρομής, αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση. [2] Η κατά την τέταρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις δεσμεύει παν δικαστήριον, όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία, και τα περί ων πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο