ΑΝΤΗ ΣΦΗΚΑ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 34/2016, 12/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2022:A382 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 34/2016) 12 Οκτωβρίου, 2022 [ΓΙΑΣΕΜΗΣ, ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, ΣΑΝΤΗΣ, Δ/στές] ΑΝΤΗ ΣΦΗΚΑ, Εφεσείοντα, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, Εφεσίβλητων. ...... Α. Γεωργιάδης μαζί με Ε. Κυριαζή (κα), για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα. Ζ. Κυριακίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσίβλητους. ...... ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σάντη, Δ. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣΑΝΤΗΣ, Δ.: Με την Προσφυγή 786/13 ο Αιτητής («ο Εφεσείων») είχε αιτηθεί δήλωση από το Διοικητικό Δικαστήριο («το Πρωτόδικο Δικαστήριο») «. πως η απόφαση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού . να τερματίσει την ανάθεση των υπηρεσιών που έγινε από τις Τεχνικές Υπηρεσίες (ΤΥ) του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (ΥΠΠ) με τις επιστολές με αρ. 13.25.21.61.3 (ημερ. 30/11/2011), αρ. 12.2.10.95 (ημερ. 30/11/2011) και αρ. 12.2.10119 (ημερ. 30/11/2011), .» («η προσβαλλόμενη απόφαση») είναι « . αντισυνταγματική, παράνομη και χωρίς αποτέλεσμα» (οι περικοπές είναι αυτούσιες όπως και όσες έπονται). Το Πρωτόδικο Δικαστήριο την 30.5.16 αποφάσισε το μη παραδεκτό της Προσφυγής 786/13 λόγω του ότι «. δεν στρέφεται εναντίον εκτελεστής απόφασης .» αφού «. η προσβαλλόμενη απόφαση τερματισμού των συγκεκριμένων συμφωνιών για παροχή υπηρεσιών συμβούλου και/ή εμπειρογνώμονα από τον αιτητή στους καθ' ων η αίτηση, δεν αποτελεί εκτελεστή απόφαση, κινούμενη στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου» («η Πρωτόδικη Απόφαση»). Ο Εφεσείων αμφισβητεί την Πρωτόδικη Απόφαση. Το πράττει διά τεσσάρων λόγων έφεσης. Η ουσία των όσων εκφράζονται στους λόγους έφεσης σύγκειται στο ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο, καταλήγοντας πως η προσβαλλόμενη απόφαση εμπίπτει στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου (με συνεπόμενο τούτη να μην κατατάσσεται ως εκτελεστή διοικητική πράξη), παρερμήνευσε την αφορώσα νομολογία και τα γεγονότα της υπόθεσης, μέρος των οποίων παρέλειψε κιόλας να σχολιάσει (λόγος έφεσης 1), αποτυγχάνοντας συν τω χρόνω να παραθέσει επαρκή, σαφή και σωστή αιτιολογία για την κατάληξη του (λόγος έφεσης 2), δίχως καν να επιληφθεί των νομικών σημείων επί των οποίων ο Εφεσείων είχε στηρίξει την προσφυγή του (λόγος έφεσης 3), ενασκώντας τελικώς, λανθασμένως τη διακριτική του εξουσία και «. όταν καταδίκαζε τον εφεσείοντα στα έξοδα της προσφυγής» (λόγος έφεσης 4). Σε πρώτο στάδιο, επιβάλλεται κάποια συνοπτική μνεία στα γεγονότα της υπόθεσης - όπως τα διαπίστωσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο - ώστε να καταστούν πιο κατανοητά τα όσα ακολουθούν εξ απόψεως εφετειακής πραγμάτευσης. Την 30.11.11 οι Καθ' ων η Αίτηση («οι Εφεσίβλητοι») διά τριών επιστολών, ανέθεσαν στον Εφεσείοντα υπηρεσίες συμβούλου διαιτησίας σε σχέση προς την πρόθεση παραπομπής σε διαιτησία από την απαιτήτρια εταιρεία Ν. Pavlou (Voniatis) & Co Ltd («η Εταιρεία) αναφορικώς προς το προσχέδιο του τελικού λογαριασμού τού Δημοτικού Σχολείου Λυκαβητού (για την Προσφορά 145/11), για ποσό «. €100,00/ώρα με ανώτατο όριο τις €5.000,00», και (υπό όμοιους όρους), υπηρεσίες συμβούλου εμπειρογνώμονα για τις Αγωγές 3443/09 και 7675/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μεταξύ της Εταιρείας και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (για τις Προσφορές 144/11 και 145/11 αντιστοίχως). Την 10.8.12 στην Γενική Αίτηση 442/10 (για παραμερισμό διαιτητικής απόφασης άσχετης προς την παρούσα διαδικασία) - όπου ένας εκ των Διαιτητών ήταν ο Εφεσείων - «. λόγω απρεπούς συμπεριφοράς (misconduct) των Διαιτητών και/ ή λόγω αντικανονικής και παράνομης διαδικασίας και/ ή πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων τους», αποφασίστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η ακύρωση τής διαιτητικής απόφασης. Την 3.9.12 (εν σχέσει προς την παρούσα υπόθεση),οι δικηγόροι που εκπροσωπούσαν την Εταιρεία έστειλαν επιστολή προς τον Πρόεδρο της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων και τον Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας, με την οποία τους κοινοποιούσαν την περί ης ο λόγος απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η επιστολή διαβιβάστηκε και στην Ελεγκτική Υπηρεσία, η οποία, ακολούθως - με αναφορά ακριβώς στην απόφαση εκείνη - απέστειλε προς τους Εφεσίβλητους επιστολή 21.9.12 υπογραμμίζοντας πως «. δεν ενδείκνυται η ανάθεση ή/και η συνέχιση της παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών προς το Υπουργείο, σε υποθέσεις που αφορούν σημαντικά ποσά, από σύμβουλο ο οποίος έχει καταδικαστεί πρόσφατα για πειθαρχικό παράπτωμα σε παρόμοιας φύσης υπηρεσίες που παρείχε». Την 26.2.13 το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού ενημέρωσε τον Εφεσείοντα ότι η προς αυτόν ανάθεση των επίμαχων υπηρεσιών την 30.11.11 «. τερματίζεται με την παρούσα επιστολή .» επειδή «. τα συμφέροντα του δημοσίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διασφαλίζονται με συνέχιση της ανάθεσης υπηρεσιών συμβούλου σε άτομο το οποίο αποδεδειγμένα, με απόφαση δικαστηρίου, έχει παραβιάσει τη δεοντολογία στην άσκηση μιας σημαντικής επαγγελματικής δραστηριότητας, η οποία είναι διαφορετική, αλλά συναφής με τις υπηρεσίες που του έχουν ανατεθεί από τις Τεχνικές Υπηρεσίες ...». Ακολούθησε η καταχώριση της Προσφυγής 786/13. Τούτα, αδρομερώς, ως προς τα αναντίρρητα (κατά βάσιν) γεγονότα επί των οποίων δόμησε κατά κύριο λόγο την ετυμηγορία του το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Παρεμβάλλουμε, πως (ως μας πληροφόρησε ο δικηγόρος του Εφεσείοντα κατά τις προφορικές αγορεύσεις), η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 10.8.12 στη Γενική Αίτηση 442/10 παραμερίστηκε από το Εφετείο μετά από την έκδοση της Πρωτόδικης Απόφασης (βλ. Ζωγράφου και Άλλων ν. Drosoneri Farm Ltd, Π.Ε. 379/12, ημ. 3.2.20, ECLI:CY:AD:2020:A40). Μολαταύτα εμείς - στην απουσία λόγων που θα μπορούσαν δυνητικώς να οδηγήσουν σε άλλη θεώρηση (Ges Global Environmental Solutions Ltd v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 135/14, ημ. 7.6.21, ECLI:CY:AD:2021:C237) - θα αποφασίσουμε επί της τρέχουσας έφεσης με βάση την κατάσταση πραγμάτων που ίσχυε μέχρι και τη λήψη της Πρωτόδικης Απόφασης. Αξιολογήσαμε στην πλήρη τους μορφή όλα όσα μας τέθηκαν. Το ίδιο και τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων. Θα ασχοληθούμε σωρευτικώς με τους λόγους έφεσης 1 και 2 (διότι είναι αλληλένδετοι μεταξύ τους σε ό,τι αφορά στο περιεχόμενο τους), και μετέπειτα θα καταπιαστούμε με τους λόγους έφεσης 3 και 4 ξεχωριστώς. Με τους λόγους έφεσης 1 και 2 πλήττεται η πρωτόδικη αιτιολογία για το μη εκτελεστό της προσβαλλόμενης απόφασης. Πιο συγκεκριμένα - και σε αντίθεση με όσα προέταξαν οι Εφεσίβλητοι υποστηρίζοντας το σύνολο της Πρωτόδικης Απόφασης - ο Εφεσείων ισχυρίζεται πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αποφασίζοντας το αν η προσβαλλόμενη απόφαση ενέπιπτε στο ιδιωτικό ή στο δημόσιο δίκαιο, περιορίστηκε στον τύπο και μορφή της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι στην ουσία που τούτη εξέφραζε, απολήγοντας έτσι σε λαθεμένα συμπεράσματα. Μάλιστα, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέλαβε, κακώς, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελούσε ανάκληση των αρχικών αποφάσεων ανάθεσης (με αναδρομική ισχύ), αλλά τερματισμό τους, παραγνωρίζοντας με αυτό τον τρόπο πως η ανάκληση δεν συνιστά προϋπόθεση ένταξης της προσβαλλόμενης απόφασης στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου. Προσθέτως, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αποφαινόμενο ότι οι εργασίες συμβούλου σε διαιτησίες ή και αγωγές εντάσσονται στις παραμέτρους τεχνοκρατικής συμβολής έναντι αμοιβής στην επίλυση οικονομικών διαφορών μεταξύ ιδιωτών και Δημοκρατίας, παραγνώρισε πως το δημόσιο συμφέρον διαπιστώνεται «. με το ευρύτερο περιεχόμενο της δημόσιας ωφέλειας .» εισφέροντας (αστόχως) στους συλλογισμούς του θέματα εκτελεστότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, των οποίων όμως η διερεύνηση προϋποθέτει συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εντάσσεται στο δημόσιο δίκαιο. Περιπλέον - το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε «. στην κρίση του χρησιμοποιώντας . ευρύτερη της νομολογημένης έννοια των πράξεων «. διαχείρισης περιουσίας του διοικητικού οργάνου .»», αντί μόνο των πράξεων που αποβλέπουν στο στενό ταμιευτικό συμφέρον του δημοσίου «. ενώ στην πραγματικότητα δεν εντόπισε η προσβληθείσα απόφαση να επιδιώκει ταμιευτικό σκοπό .». Αποκλίνουμε, με κάθε σεβασμό, από τις θέσεις του Εφεσείοντα. Εξηγούμε. Κατ' αρχάς, το Πρωτόδικο Δικαστήριο - καθότι είδε το ζήτημα ως δημόσιας τάξης ένεκα της δικαιοδοτικής του χροιάς - προχώρησε με ίδια πρωτοβουλία σε επανάνοιγμα της υπόθεσης προκειμένου να δώσει την ευκαιρία στα μέρη να τοποθετηθούν στο ερώτημα (το οποίο δεν είχε τεθεί «. σε κανένα στάδιο της διαδικασίας μέχρι και την επιφύλαξη της απόφασης .»), αν «. η προσβαλλόμενη απόφαση εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και υπέχει εκτελεστότητας». Δεν εντοπίζουμε αστοχία στο σκεπτικό και μεθοδολογική αλληλουχία που ορθολογικώς υιοθέτησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο επί της ουσίας (Κοινοπραξία Παναγιώτης Χαπέσιης & Κώστας Α. Ζαχαρίας Λτδ ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 59/15, ημ. 4.4.22, ECLI:CY:AD:2022:C139, Δημοκρατία ν. Ματθαίου
(1990)3(Δ) Α.Α.Δ. 2452, 2464). Μήτε και στη δικονομία που εφάρμοσε σχετικώς. Που ήταν (και αυτή) η ενδεδειγμένη (Ges Global Environmental Solutions Ltd v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 135/14, ημ. 7.6.21, ECLI:CY:AD:2021:C237). Κατά τα άλλα, απέγραψε προσέτι το Πρωτόδικο Δικαστήριο, πως σύμφωνα με τα γεγονότα και έγγραφα που του παρουσιάστηκαν, οι αρχικές αποφάσεις ανάθεσης υπηρεσιών συμβούλου διαιτησίας ή και εμπειρογνώμονα στον Εφεσείοντα, ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, τονίζοντας ωστόσο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί ανάκληση των αρχικών αποφάσεων ανάθεσης με αναδρομική ισχύ αλλά τερματισμό ιδιωτικής φύσης συμφωνιών (οι βασικοί όροι των οποίων αναφέρονται στις επιστολές ανάθεσης μεταξύ των μερών), για παροχή ανάλογων υπηρεσιών για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις, με τον Εφεσείοντα να αποδέχεται τις συμφωνίες και να παρέχει και εκτελεί τις αναληφθείσες υπηρεσίες, προβαίνοντας και σε έξοδα για λογαριασμό των Εφεσίβλητων. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο με επίκληση την Epistele Communications and Media Ltd v. Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού, Υπόθ. Αρ. 177/08, ημ. 19.10.11 (και την εκεί αναφερόμενη νομολογία), έκρινε κατ' ουσίαν πως τα όσα επακολούθησαν των αρχικών αποφάσεων ανάθεσης (και συνέθεσαν τους λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση) άπτονταν υστερόχρονων θεμάτων και ενεργειών, τέτοιας φύσης και αντικειμένου, που δεν μπορούσαν να προσβληθούν με αίτηση ακυρώσεως αφού ρυθμίζονται (κατά την νομολογία) «. από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου .», των οποίων η επίλυση ανήκει «. στην αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων σαν θέματος πλέον ιδιωτικού δικαίου» (Δρ. Γεωργίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1995)3 Α.Α.Δ. 424, 436, Κυθραιώτης & Συνεργάτες και Άλλοι ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
(1989)3(Β) Α.Α.Δ. 118, 123, George P. Zachariades Ltd v. The Republic
(1987)3(A) C.L.R. 68, 70-71). Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αιτιολογώντας περαιτέρω τη σκέψη του, είπε: «................................ Η Δημοκρατία, όμως, ενεργεί, σε τέτοια περίπτωση, ως ιδιώτης και όχι κυριαρχικά προς διαφύλαξη των οικονομικών της συμφερόντων (fiscus). Οι πράξεις διαχείρισης περιουσίας του διοικητικού οργάνου εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου όταν το όργανο ενεργεί για προστασία των οικονομικών του συμφερόντων (fiscus) και αυτό γιατί οι πράξεις αυτές βασίζονται όχι στην εξουσία του οργάνου (imperium), αλλά στα περιουσιακά του δικαιώματα με βάση το αστικό δίκαιο (Ναυτικός ΄Ομιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου, ανωτέρω). Πράξεις διαχείρισης της κρατικής περιουσίας εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημόσιου δικαίου και ως εκ τούτου δεν μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή κάτω από το Άρθρο 146 του Συντάγματος (Tekkis v. Republic
(1982)3 C.L.R. 680). Οι πράξεις που δεν αποτελούν προϊόν άσκησης της δημόσιας εξουσίας, αλλά ενεργούνται από την Πολιτεία ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αναγομένων στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, δεν είναι προσβλητές διά αιτήσεως ακυρώσεως. Της προσβολής διαφεύγουν όχι μόνο οι πράξεις διαχείρισης του κράτους, αλλά και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Δρ. Γεωργίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1995)3 Α.Α.Δ. 424; Βλ. επίσης Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 232 και 233). Η ουσία και όχι ο τύπος ή η μορφή που λαμβάνει η πράξη συνιστά το κριτήριο για την κατάταξή της σε πράξεις εξουσίας ή πράξεις διαχείρισης (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882, 893). Ο σκοπός για τον οποίο λαμβάνεται η απόφαση, σε συνάρτηση με τις εξουσίες της δημόσιας αρχής αποτελεί το γνώμονα για την ταξινόμησή τους στο ένα ή το άλλο πεδίο του δικαίου. Και δημόσιος σκοπός είναι εκείνος για τον οποίο εξ αντικειμένου το κοινό ή τμήμα του έχουν, εκ της φύσης των πραγμάτων, συμφέρον στην απόφασή του (Shoham (Cyprus) Ltd v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 404). Η επίκληση του δημοσίου συμφέροντος από τους καθ' ων η αίτηση ως λόγο τερματισμού των συμφωνιών που σύναψε με τον αιτητή για παροχή υπηρεσιών συμβούλου και/ ή εμπειρογνώμονα για τις συγκεκριμένες αγωγές και/ ή διαιτησίες δεν διαφοροποιούν τα δεδομένα, αφού ούτε το κοινό, ούτε τμήμα του, ως εκ της φύσεως των πραγμάτων, επηρεάζονται. Η εν λόγω αναφορά δεν μπορεί παρά να ειδωθεί υπό το πρίσμα και έννοια της διαφύλαξης των αμιγώς οικονομικών συμφερόντων του δημοσίου ως σκοπό και, αν η εν λόγω επίκληση αποτελεί αποδεκτός λόγος τερματισμού των συμβάσεων μεταξύ αιτητή και των καθ' ων η αίτηση ή όχι, δεν μπορεί να κριθεί στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου. ..............................». Αναφύεται από τα ανωτέρω πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο πραγματεύθηκε το εγερθέν θέμα δεόντως και κατά τις προσταγές της νομολογίας δίχως ποσώς να περιορίζεται σε ανελαστικές προσεγγίσεις και αφορισμούς, ως αφέθηκε να νοηθεί από τον Εφεσείοντα. Δε εγκλωβίστηκε στους τύπους αλλά κοίταξε και αντιλήφθηκε την ουσία. Τούτο, αξιολογώντας κανείς κατά τα πρέποντα, το σύνολο της Πρωτόδικης Απόφασης (και όχι αποσπασματικά), προκύπτει καθαρά τόσο από την εξήγηση των γεγονότων στην οποία περιεκτικώς προέβη το Πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και από την ερμηνευτική που τούτο προσέδωσε στην ισχύουσα νομολογία - με κυριότερη την Shoham (Cyprus) Ltd v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 404, 412-415 και την Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882, 893 - η οποία ακολουθήθηκε αδιάθλαστα από την Ολομέλεια και ύστερα από την Πρωτόδικη Απόφαση (Κωνσταντινίδη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 6/13, ημ. 10.7.19, ECLI:CY:AD:2019:C300, Δημοκρατία ν. Ιωαννίδη και Άλλου
(2016)3 Α.Α.Δ. 319, ECLI:CY:AD:2016:C361, 325). Δεν χωρεί επέμβαση σε όσα αποφάσισε το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Επιπλέον - και επί ενός διαφορετικού επιπέδου ανάλυσης - σημειώνουμε πως η γενικότερη αντιμετώπιση τής συζητούμενης θεματικής περί διάκρισης μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου από το Πρωτόδικο Δικαστήριο συνάδει (και αυτή) με πιο επίκαιρη νομολογία, όπως η Παγκύπριος Οργανισμός Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Λτδ ν. Κυπριακού Οργανισμού Αγροτικών Πληρωμών (ΚΟΑΠ) και Άλλου, Α.Ε. 35/15, ημ. 3.6.22, ECLI:CY:AD:2022:C222, όπου η Ολομέλεια αποφάσισε και τα εξής: «................................ Ως απόσταγμα της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, μπορεί να καταγραφεί ότι η κατάταξη νομικής σχέσης κάτω από το πρίσμα του ιδιωτικού ή του δημόσιου δικαίου είναι έργο δύσκολο, το οποίο κινείται σε πολύ λεπτές γραμμές. «. το πεδίο του Δημόσιου Δικαίου διακρίνεται από το Ιδιωτικό Δίκαιο ανάλογα με τον σκοπό τον οποίο η νομοθεσία αποβλέπει να προάξει και το ενδιαφέρον του κοινού στη συγκεκριμένη λειτουργία και αποφάσεις.» (Tamasos Tobaco Supplies v. Δημοκρατίας
(1991)3 ΑΑΔ 407, 413). «Το κύριο κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ πράξεων δημοσίου δικαίου και πράξεων ιδιωτικού δικαίου, είναι η φύση της ίδιας της πράξης και ο επιδιωκόμενος με την πράξη αυτή σκοπός.». Ο καθορισμός των αστικών δικαιωμάτων των πολιτών από πράξη ή απόφαση διοικητικού οργάνου κατά την άσκηση της εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας του, εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου κάτω από το Άρθρο 146 του Συντάγματος (Δρ. Γεωργίου ν. ΑΗΚ
(1995)3 ΑΑΔ 424, 434). Πράξεις των οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους ή άλλου δημοσίου νομικού προσώπου, που αφορούν στην ερμηνεία ή την εκτέλεση συμβάσεων, όπου το κράτος ή το δημόσιο νομικό πρόσωπο είναι συμβαλλόμενοι, δεν προσβάλλονται δι΄ αιτήσεως ακυρώσεως υπό του αντισυμβαλλομένου (Σπηλιωτόπουλου, «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Δεύτερη Έκδοση, Παράγραφος 426). .................................». Αλάθητη ήταν και η πρωτόδικη κρίση επί του θέματος της διαπίστωσης ότι, εν προκειμένω, οι υπηρεσίες του Εφεσείοντα ήταν βασικώς τεχνοκρατικής υφής (έναντι αμοιβής) στοχεύοντας στην επίλυση οικονομικών διαφορών μεταξύ ιδιωτών και Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό, γιατί, η απόληξη απέρρευσε και από δεδομένα που είχαν τεθεί ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου - όπως λόγου χάριν τα Παραρτήματα 2, 3 και 9 της Ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων (διά των οποίων ανατέθηκε προς τον Εφεσείοντα ο ρόλος του «Σύμβουλου Εμπειρογνώμονα» για να συμβουλεύει και στο τεχνικό μέρος της διαιτησίας) - δίχως πάντως τα εν λόγω γεγονότα να αμφισβητηθούν από τον Εφεσείοντα. Τέλος, αβάσιμη κρίνεται και η θέση του Εφεσείοντα πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο «. κατέληξε στην κρίση του χωρίς να σχολιάσει .» την αναφορά «. στην προσβληθείσα απόφαση, ημερ. 26/02/13 . ". έκρινε ότι τα συμφέροντα του Δημοσίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διασφαλίζονται με συνέχιση της ανάθεσης υπηρεσιών συμβούλου σε άτομα."». Προωθώντας τη στάση αυτή, ο Εφεσείων πρότεινε (κατά τα συμφραζόμενα των εισηγήσεων του), πως η προσβαλλόμενη απόφαση εκτείνεται πέραν του τερματισμού των συμφωνιών σε μια γενικότερη απαγόρευση ανάθεσης μελλοντικών συμφωνιών προς αυτόν. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο σωστά θεώρησε ότι η προβληματική εκ πλευράς Εφεσείοντα δεν καλυπτόταν από το αιτητικό στην Προσφυγή 786/13, μια και τούτο «. περιορίζεται στην απόφαση «... να τερματίσει την ανάθεση των υπηρεσιών που έγινε από τις Τεχνικές Υπηρεσίες (ΤΥ) του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (ΥΥΠ) με τις επιστολές με αρ. 13.25.21.61.3 (ημερ. 30/11/2011), αρ. 12.2.10.95 (ημερ.30/11/2011) και άρ. 12.2.10119 (ημερ. 30/11/2011...)» και δεν επεκτείνεται σε απόφαση για αποκλεισμό του αιτητή από μελλοντικές αναθέσεις, πέραν αυτών των προαναφερόμενων επιστολών. Τέτοια απόφαση αποκλεισμού για το μέλλον , ωστόσο, αν και φαίνεται από την επιστολή της Διευθύντριας ημερομηνίας 26.2.2013 (supra) να έχει ενδεχομένως ληφθεί όχι από αυτή αλλά από την Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων (βλ. στο τέλος της λόγω επιστολής, «. Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων για μη έγκριση προτάσεων ανάληψης εκ μέρους σας, θεμάτων που σχετίζονται με διαιτησίες, στις οποίες εμπλέκεται το δημόσιο, είναι επίσης σχετική..», παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο, αν κοινοποιήθηκε αυτοτελώς και συγκεκριμένα στον αιτητή και αν αυτός την προσέβαλε με άλλη προσφυγή), χωρίς αμφιβολία δεν έχει προσβληθεί με την παρούσα προσφυγή, ως φανερώνει το σαφές λεκτικό της αιτούμενης θεραπείας, και δεν δικαιούται το Δικαστήριο, χωρίς να έχει προσβληθεί- με τον δέοντα δικονομικό τρόπο στα πλαίσια της αιτούμενης θεραπείας- να την εξετάσει, είτε ως προς την φύση της, είτε ως προς την ουσία της» (οι υπογραμμίσεις είναι του Πρωτόδικου Δικαστηρίου). Ο χειρισμός αυτός, δοσμένης της απουσίας προσήκουσας δικογράφησης από τον Εφεσείοντα, ήταν δικονομικώς ταυτισμένος και με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η οποία ευθυγραμμίστηκε και διευκρινίστηκε υστερότερα από την Ολομέλεια στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Α.Ε. 95/12, ημ. 6.7.18, ECLI:CY:AD:2018:C344 (βλ. και Λεοντίου ν. Δημοκρατία, Α.Ε. 157/14, ημ. 25.6.21). Οι λόγοι έφεσης 1 και 2 απορρίπτονται. Παραπονείται ο Εφεσείων με τον λόγο έφεσης 3 και για το ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επιλήφθηκε σειρά νομικών σημείων που τούτος προέταξε στο έντυπο της αίτησης ακυρώσεως (ως ο εκεί συνημμένος Πίνακας Ι), για υποστήριξη της υπόθεσης του. Μήτε και αυτή η θέση ευσταθεί. Η Πρωτόδικη Απόφαση για το μη εκτελεστό της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήρως αιτιολογημένη ως ήταν έτσι κι αλλιώς, κατέστησε (ως εκ του αποτελέσματος της), θεωρητική την ενασχόληση με όσα θέματα ήγειρε ο Εφεσείων (και τα οποία συμπαρασύρονταν ούτως ή άλλως ως εκ της πρωτόδικης κρίσης), δοσμένου και του ότι ο Εφεσείων δεν πέτυχε να αναδείξει αρκούντως την όποια αναγκαιότητα απόφανσης επί των αντίστοιχων επιχειρημάτων που προέταξε. Ο λόγος έφεσης 3 απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα (βλέψη του λόγου έφεσης 4), το Πρωτόδικο Δικαστήριο καλώς είναι που ασπάστηκε την αρχή ότι κατά κανόνα - που στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε λελογισμένη αιτία να παρακαμφθεί μια και μεταξύ άλλων το ζήτημα που αυτεπαγγέλτως έθεσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο ηγέρθη μετά από την αρχική επιφύλαξη της απόφασης - τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα (Αναφορικά με την Αίτηση των Νεοφύτου και Άλλων, Π.Ε. 7/20, ημ. 7.6.21, ECLI:CY:AD:2021:A239, Mehmet v. Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, Α.Ε. 33/13, ημ. 14.3.19, ECLI:CY:AD:2019:C84). Ο λόγος έφεσης 4 απορρίπτεται. Εν κατακλείδι. Δεν παρέχεται πεδίο για ανατροπή της Πρωτόδικης Απόφασης. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε, ορθώς, εντός της δικαιοδοσίας και εξουσιών του. Η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζουμε υπέρ των Εφεσίβλητων και κατά του Εφεσείοντα, έξοδα ύψους €2.500,00. Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ. Δ. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ. Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο