ELIAS MARINE CONSULTANTS LTD v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ - ΤΜΗΜΑ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ & ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ, ΄Eφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 41/2016, 26/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2022:A406 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (΄Εφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 41/2016) 26 Οκτωβρίου, 2022 [ΓΙΑΣΕΜΗΣ, ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, ΣΑΝΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ] ELIAS MARINE CONSULTANTS LTD Εφεσείουσα ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ - ΤΜΗΜΑ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ & ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ Εφεσιβλήτων .... Δ. Ιατρίδου (κα) για Α. Καριτζιή & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την εφεσείουσα Ε. Φλουρέντζου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα, για την εφεσίβλητη ......... ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Σωκράτους, Δ. ....... Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ: Με την κρινόμενη έφεση επιδιώκεται ανατροπή της απόφασης Δικαστή του Διοικητικού Δικαστηρίου, στο εξής η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απέρριψε την προσφυγή της εφεσείουσας στρεφόμενης κατά της απόρριψης της ένστασης της για την επιβολή τέλους εγγραφής τίτλου επ' ονόματι της, το οποίο της επιβλήθηκε με τη δήλωση μεταβίβασης υπ' αρ. Π2272/
- Τα γεγονότα, όπως αυτά αδιαμφισβήτητα προκύπτουν από τη δικογραφία και το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης ακολουθούν. Στις 26/10/2012 προσκομίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού δήλωση μεταβίβασης δύο ακινήτων δυνάμει πώλησης, η οποία έλαβε τον αριθμό Π2272/
- Αγοραστής/δικαιοδόχος στην πιο πάνω δήλωση μεταβίβασης ήταν η εφεσείουσα, ενώ πωλητής/δικαιοπάροχος ήταν κάποια άλλη εταιρεία. Για την εν λόγω δήλωση μεταβίβασης καταβλήθηκαν στις 26.10.2012 μεταβιβαστικά τέλη και για τα δύο ακίνητα συνολικού ύψους €106.331,19, (€17,165.59 για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής, ως αναφέρεται στη δήλωση μεταβίβασης, 0/30751 και €89,165.60 για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής, ως αναφέρεται στη δήλωση μεταβίβασης, 0/26985). Προέκυψε ως αποδεκτό γεγονός και από τις δύο πλευρές, ότι τα εν λόγω μεταβιβαστικά τέλη επιβλήθηκαν χωρίς να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του άρθρου 10 του περί Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος (Τέλη και Δικαιώματα) Τροποποιητικού Νόμου Ν. 156 (Ι)/
- Στις 30.10.2012 η εφεσείουσα, με επιστολή του διευθυντή της ιδίας ημερομηνίας προς την εφεσίβλητη, υπέβαλε «ένσταση» αναφορικά με τα πιο πάνω μεταβιβαστικά τέλη ύψους €89,165.60 σε σχέση με το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/26985, τα οποία κατέβαλε στις 26.10.2012, ισχυριζόμενη, ότι τα κατέβαλε υπό διαμαρτυρία και ότι αυτά δεν έπρεπε να καταβληθούν, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (περί Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος (Τέλη και Δικαιώματα) Τροποποιητικού Νόμου, Κεφ. 219), ως επεξηγείται στην επιστολή, ζητώντας την επιστροφή τους. Η εφεσίβλητη με επιστολή της ημερ. 8/1/2013 απάντησε στην ως άνω επιστολή της εφεσείουσας αναφέροντας ότι η συγκεκριμένη περίπτωση «δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 10
(3)του Νόμου Κεφ. 219, όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 156(Ι)/2011, σύμφωνα και με γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.» Η εφεσείουσα με επιστολή του συνηγόρου της, ημερ. 14/2/2013 προς την εφεσίβλητη, ζήτησε να πληροφορηθεί εάν η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα τη δεσμεύει και εάν η τελική απόφαση της είναι η απόρριψη της ένστασης των πελατών της. Σημειώθηκε στην ίδια την επιστολή της πως η εφεσείουσα υπέβαλε γραπτώς την ένσταση της κατόπιν οδηγιών των λειτουργών του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, οι οποίοι δεν δέκτηκαν να ακούσουν την προφορική ένσταση της κατά την επιβολή των μεταβιβαστικών τελών, ενημερώνοντας την ότι για να μπορέσει να προχωρήσει η μεταβίβαση, η ορθή, νομότυπη ή/και εθιμοτυπική διαδικασία, επιβάλλει την υποβολή ένστασης γραπτώς, αφού προηγουμένως καταβληθούν τα επιβληθέντα μεταβιβαστικά τέλη, τα οποία και κατέβαλεν αμέσως η εφεσείουσα, με τη ρητή όμως εκφρασθείσα επιφύλαξη των δικαιωμάτων της. Ζητήθηκε με την ίδια επιστολή, από την εφεσίβλητη να την εφοδιάσει με αντίγραφο της γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα. Η ως άνω επιστολή και αίτημα του συνηγόρου της εφεσείουσας απαντήθηκε με επιστολή ημερ. 19/3/13 την οποίαν η εφεσίβλητη απέστειλε προς αυτόν ενημερώνοντας τον ότι «..η αρχική μου απάντηση για το πιο πάνω θέμα, που δόθηκε στην επιστολή μου ημερ. 8/1/13, παραμένει η ίδια..» και πληροφορώντας τον πως δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή η απαίτηση του για να του παραχωρήσει αντίγραφο της Γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα, πλην όμως τον ενημέρωνε ότι είχαν τη δυνατότητα να περάσουν από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ώστε να την μελετήσουν. Μετά τη λήψη της επιστολής αυτής ασκήθηκε η προσφυγή στις 26/3/2013, η απόφαση επί της οποίας αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας έφεσης. Η εφεσίβλητη είχε εγείρει με την ένσταση της δύο προδικαστικές ενστάσεις. Με την πρώτη αμφισβητούσε την εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης και προέτασσε τη θέση ότι η εφεσείουσα στερείτο εννόμου συμφέροντος σε σχέση με την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι κατά το χρόνο καταβολής των επιδίκων μεταβιβαστικών τελών στις 26/10/12, δεν κατέβαλε αυτά υπό διαμαρτυρία ή επιφύλαξη. Με τη δεύτερη εγειρόταν η ένσταση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 8/1/2013 ήταν βεβαιωτική πράξη της απόφασης επιβολής τελών ημερ. 26/10/2012. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέκτηκε την ένσταση της εφεσίβλητης. Έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί εκτελεστό αλλά αποτελούσε επιβεβαιωτική και/ή πληροφοριακή προηγούμενης, ήτοι της ληφθείσας στις 26/10/12 απόφασης. Ενόψει τούτου απέρριψε την προσφυγή. Με δύο λόγους έφεσης προσβάλλεται η πρωτόδικη κρίση, οι οποίοι αμφότεροι πλήττουν την εσφαλμένη κατά την εισήγηση τους προσέγγιση και μη ορθή αντιμετώπιση των ιδιαίτερων περιστατικών και γεγονότων της υπόθεσης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης αποδίδεται στο Δικαστήριο εσφαλμένη κρίση για το εκτελεστό της διοικητικής πράξης ημερ. 26/10/12 και καταλογίζεται σε αυτό λανθασμένη εκτίμηση των γεγονότων. Συναφής με τον πρώτο είναι ο δεύτερο λόγος, με τον οποίον η εφεσείουσα διατείνεται πως κατ' εσφαλμένο και πάλιν τρόπο το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως η απόφαση ημερ. 26/10/12 γνωστοποιήθηκε και/ή κοινοποιήθηκε δεόντως στην εφεσείουσα. Η αιτιολογία του τελευταίου λόγου, παραπέμπει στην αιτιολόγηση του πρώτου. Λόγω της συνάφειας και ταυτόσημης θέσης που εγείρεται και άπτεται της μη εκτελεστότητας της διοικητικής πράξης ημερ. 26/20/12 ακολουθεί ενιαία εξέταση αμφοτέρων. Αναπτύσσοντας τους λόγους έφεσης η συνήγορος των εφεσειουσών υπέδειξε πως ο πρωτόδικος Δικαστής δεν εξήγησε και δεν αιτιολόγησε την κρίση του περί εκτελεστότητας της διοικητικής πράξης ημερ. 26/10/12 όπως αυτή προέκυπτε «από τα ενώπιον του έγγραφα» παραλείποντας να αναφέρει το γεγονός ή τα στοιχεία τα οποία δικαιολογούσαν την εξαγωγή του συμπεράσματος ότι η απόφαση 26/10/12 «δεν αποτελούσε προκαταρκτική πράξη ή πρόθεση μελλοντικής ενέργειας, αλλά σαφή και συγκεκριμένη υπολογισμένη απαίτηση των καθ' ων η αίτηση άνευ οποιασδήποτε αιρέσεως ή επιφύλαξης επί του ύψους ή αυτής ταύτης της υποχρέωσης καταβολής μεταβιβαστικών τελών, προς διενέργεια της επίδικης πράξης μεταβίβασης αναφορικά με το εδώ επίδικο ακίνητο.» Επέμενε πως η παράθεση των γεγονότων όπως καταγράφονται στην προσφυγή τους, ήτοι η αρχική διαμαρτυρία της εφεσείουσας για το επιβληθέν τέλος, η προτροπή των λειτουργών του Κτηματολογίου να τα καταβάλουν και υποβάλουν γραπτώς την ένσταση τους, η οποία προτροπή την οδήγησε να τα καταβάλει για να διεκπεραιωθεί η πράξη αγοράς δικαιολογούν και ενισχύουν τη θέση της ότι η επιβολή τέλους στις 26/10/12 δεν ήταν τελειωτική πράξη. Συμπλήρωσε δε η συνήγορος κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση πως η επιστολή της εφεσίβλητης ημερ. 8/1/2013 εκδόθηκε αφού η εφεσίβλητη προέβη σε έρευνα λαμβάνοντας νέα στοιχεία υπόψη της τα οποία δόθηκαν με την ένσταση και συνεπώς απορρόφησε την πρώτη. Εισηγείται περαιτέρω η συνήγορος της εφεσείουσας πως το Κτηματολόγιο, προτρέποντας την εφεσείουσας να καταβάλει το τέλος και μετά να καταχωρήσει ένσταση, ουσιαστικά την παραπλάνησε. Σημείωσε όμως, πως η επιχειρηματολογία αυτή, έχει ως υπόθεση ότι η απόφαση του Κτηματολογίου για επιβολή τέλους λήφθηκε στις 26/10/12 και όχι στις 8/1/13 και διευκρίνισε ότι η επιχειρηματολογία περί εξαπάτησης δεν αποσκοπεί και δεν δικαιολογεί από μόνη της, την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης της εφεσίβλητης, αλλά θα πρέπει να επιδράσει επί της προθεσμίας άσκησης προσφυγής. Την αντίθετη άποψη εκφράζει η συνήγορος της εφεσίβλητης, η οποία υποδεικνύει, αφού ενστερνίζεται την πρωτόδικη απόφαση πως το Δικαστήριο είχε ενώπιον του όλα τα απαραίτητα έγγραφα από τα οποία ορθά, μπόρεσε να εξάξει τα συμπεράσματα στα οποία ήχθηκε. Σχολιάζοντας τη θέση της εφεσείουσας ότι η εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας έγινε επ' ονόματι της, στις 31/10/12 και όχι στις 26/10/12 και άρα δεν είχε συντελεστεί την ανωτέρω ημερομηνία η εκτέλεση της πράξης, ανέφερε πως η λόγω εγγραφή ήταν πράξη εκτέλεσης η οποία δεν επιδρά στην εκτελεστότητα της απόφασης. Παρέπεμψε δε σε νομολογία στην οποία γίνεται διάκριση μεταξύ εκτελεστής διοικητικής πράξης και πράξης εκτελέσεως. Ιδιαίτερη μνεία για το θέμα τούτο έγινε στην απόφαση Δημοκρατία ν. Sunoil Bunkering Ltd.
(1994)3 ΑΑΔ 26, όπου λέχθηκε πως «Το κριτήριο για την εκτελεστότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης είναι η παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, δηλαδή η γένεση εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Πράξη είναι εκτελεστή εφόσον επιβάλλει υποχρεώσεις στο διοικούμενο, μη υφιστάμενες πριν την έκδοση της, η μη εκπλήρωση των οποίων παρέχει το δικαίωμα στη Διοίκηση να επικαλεσθεί τα μέσα του δικαίου για την εκτέλεσή τους. Πράξη εκτέλεσης είναι εκείνη που έχει ως λόγο την εφαρμογή εκτελεστής πράξης. Διοικητικά μέτρα για την εφαρμογή εκτελεστής πράξης συνιστούν πράξη εκτέλεσης που όπως υποδηλώνει ο όρος η πράξη δεν είναι αφ' αυτής γενεσιουργός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αλλά μοχλός για την υλοποίηση της γενέτειρας πράξης ή απόφασης. (Βλ. ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 1929-1959, σελ. 240, Τσάτσος - Η ΑΙΤΗΣΙΣ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, σελ. 127 κ.επ., και Στασινόπουλος - ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ, σελ. 125).» Είναι σημαντικό να υπομνησθεί πως η πράξη προς ακύρωση της οποίας η προσφυγή καταχωρήθηκε είναι η ημερομηνία 8/1/2013. Για τούτο το Δικαστήριο, όφειλε να εξετάσει και εξέτασε, εάν έφερε τα στοιχεία εκείνα που καθιστούν και χαρακτηρίζουν μια διοικητική πράξη εκτελεστή προηγούμενης ή θεωρείται επιβεβαιωτική. Προτού εξετάσουμε και αποφανθούμε για το εκτελεστό ή βεβαιωτικό της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, θεωρούμε χρήσιμο να υπομνήσουμε τις επί του θέματος αρχές, προτού τις εφαρμόσουμε στην κρινόμενη περίπτωση. Τα στοιχεία που προσδίδουν εκτελεστότητα στην απόφαση της διοίκησης και την αποκλίνουν από τη βεβαιωτική προηγούμενης απόφασης συντίθενται στη νέα έρευνα και στα νέα ουσιώδη στοιχεία. Όπως έχει επαναβεβαιωθεί στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd. v. Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη
(2011)3 ΑΑΔ 851, η βεβαιωτική πράξη δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα και απαραδέκτως προσβάλλεται με προσφυγή. Με αναφορά στην Στέλιος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 559 και στον Ε.Π. Σπηλιωτόπουλο: «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», 12η έκδ. Τόμος Ι σελ. 127, παρ. 108, επαναλήφθηκε η γνωστή αρχή ότι οι βεβαιωτικές πράξεις εκδίδονται συνήθως ύστερα από αίτημα του διοικούμενου για το ίδιο θέμα ή άσκηση αίτησης θεραπείας ή ιεραρχικής προσφυγής. Η εμμονή της διοίκησης σε προηγούμενη της θέση αποτελεί βεβαιωτική πράξη, (Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 240). Στην υπόθεση Κωνσταντίνος Σασακάρος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών, AE 177/2009, ημερ. 2/4/2014, λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία υιοθετούμε πλήρως: «Η νομολογία, η οποία έχει καθορίσει την αρχή που διέπει το υπό εξέταση θέμα, υπήρξε διαχρονικά συνεπής. Βασίζονται σ' αυτή και οι δύο πλευρές. Ένα απόσπασμα δε από το σύγγραμμα του Μιχ. Δ. Στασινόπουλου «Δίκαιον των Διοικητικών Διαφορών», Έκδοσις 4η,
(1964), στη σελ. 176, το οποίο έχει, επανειλημμένα, υιοθετηθεί ότι αποτελεί την ορθή έκφραση της εν λόγω αρχής, προσφέρει χρήσιμη καθοδήγηση και στην περίπτωση αυτή. Αναφέρει: «Πότε υπάρχει νέα έρευνα, είναι ζήτημα πραγματικόν. Θεωρείται όμως γενικώς νέα έρευνα η λήψις υπ' όψιν νέων ουσιωδών νομικών ή πραγματικών στοιχείων, κρίνεται δε αυστηρώς το χρησιμοποιηθέν νέον υλικόν, διότι δεν πρέπει ο απολέσας την προθεσμίαν διά την προσβολήν μιας εκτελεστής πράξεως, να δύναται να καταστρατηγή την προθεσμίαν ταύτην διά της δημιουργίας νέας πράξεως, η οποία εξεδόθη κατ' επίφασιν μεν κατόπιν νέας ερεύνης, κατ' ουσίαν όμως επί τη βάσει των αυτών στοιχείων. ... Νέα έρευνα υπάρχει ιδίως εάν, προ της εκδόσεως της νεωτέρας πράξεως, λαμβάνη χώραν εξέτασις στοιχείων κρίσεως νεωστί προκυπτόντων ή πρϋπαρχόντων μεν αλλά τέως αγνώστων, άτινα νυν λαμβάνονται προσθέτως διά πρώτην φοράν υπ' όψιν.» (Δέστε επίσης την απόφαση Γ. Φάντης ν. ΕΤΕΚ, ΑΕ 119/2015 ημερ. 13/7/2022), ECLI:CY:AD:2022:C
- Η απάντηση που περιείχετο στην επιστολή της εφεσίβλητης ημερ. 8/1/13 αναφερόταν στην επιστολή που απεστάλη προς αυτήν για το τέλος που ήδη είχε επιβληθεί και είχε ήδη πληρωθεί από την εφεσείουσα. Δεν είχε προηγηθεί καμιά έρευνα όπως και η ίδια η εφεσείουσα αναφέρει στην παράγραφο 18 της αίτησης της, ώστε η πράξη να χαρακτηριστεί ως νέα αλλά περιείχε όλα τα στοιχεία της βεβαιωτικής τοιαύτης. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε ενώπιον του το διοικητικό φάκελο τον οποίο έλαβε υπόψη καθώς και την ανταλλαγείσα μεταξύ των μερών αλληλογραφία. Από τα έγγραφα του φακέλου προέκυπτε πως η εφεσίβλητη αποφάσισε στις 26/10/2012 την επιβολή των συγκεκριμένων τελών, τα οποία η εφεσείουσα, χωρίς επιφύλαξη δικαιωμάτων της κατέβαλε. Κρίνουμε πως παρά την περί αντιθέτου επιχειρηματολογία της εφεσείουσας για υπό αίρεση πράξη της διοίκησης, οι παράγρ. 11, 12 και 13 της αίτησης ακυρώσεως καταδεικνύουν το αντίθετο. Ήτοι την άνευ αιρέσεως ή επιφύλαξης έκδοσιν διοικητική πράξης, άμεσα εκτελεστής. Ενδεικτικά αναφέρεται στις ανωτέρω παραγράφους πως «Κατά τη μεταβίβαση του τεμ. 890 και εγγραφή του επ' ονόματι των αιτητών, το Κτηματολόγιο Λεμεσού επέβαλε στους αιτητές και ζήτησε από αυτούς να καταβάλουν το προβλεπόμενο από την κείμενη νομοθεσία τέλος, κρίνοντας ότι η περίπτωση τους δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις που προνοούνται στο Άρθρο 10 αυτής επειδή όπως ισχυρίστηκαν, εντός του τεμ. 890 βρισκόταν υπό ανέγερση ημιτελές κτίριο» και «με σκοπό να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και έχοντας ήδη καταβάλει στους πωλητές το τίμημα αγοράς του τεμαχίου, αναγκάστηκαν να καταβάλουν το επιβληθέν τέλος για να μπορέσει να ολοκληρωθει η δικαιοπραξία.» (οι υπογραμμίσεις είναι του Εφετείου) Δεν υπάρχει καμία αναφορά για την ύπαρξη επιφύλαξης δικαιωμάτων κατά την πληρωμή του τέλους, ούτε τέτοια εγγραφή οποιασδήποτε επιφύλαξης ή αίρεσης, αναδεικνύεται από το διοικητικό φάκελο. Συνεπώς ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, ερειδόμενο στα ενώπιον του έγγραφα ήχθη στο συμπέρασμα περί εκτελεστότητας της διοικητικής πράξης ημερ. 26/10/12 και μη ύπαρξης εκτελεστότητας της προσβαλλόμενης ημερ. 8/1/13 η οποία εκρίθη βεβαιωτική της πρώτης. Προς επίρρωση της θέσης αυτής σημειώνουμε παραπέμποντας στο Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος 1 του Επ. Σπηλιωτόπουλου, 14η έκδ. σελ. 258 πως «οι πράξεις που εκδίδονται επί απλών διοικητικών προσφυγών δεν έχουν εκτελεστό χαρακτήρα, εάν το διοικητικό όργανο εμμένει απλώς στην πράξη που προσβλήθηκε, αλλά «βεβαιωτικές πράξεις». εκτός εάν εκδόθηκαν μετά από νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης (ΣΕ 3238/1983, 3643/1987)». Εφαρμόζοντας τις εν λόγω αρχές, το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε πως η εφεσείουσα «. με την επιστολή της ημερομηνίας 30/10/12, ουσιαστικά προέβαλε νομικά επιχειρήματα προς υποστήριξη του αιτήματος της για επιστροφή του καταβληθέντος ως μεταβιβαστικά τέλη ποσού. Αυτά, όμως δεν συνιστούν, κατά την θεώρηση μου, επαρκές υπόβαθρο για να δικαιολογηθεί νέα ουσιαστική έρευνα νέων στοιχείων από τους καθ' ων η αίτηση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία και βιβλιογραφία επί του θέματος. Οι καθ' ων η αίτηση, ως προκύπτει, από την επιστολή τους 8/1/2013 (ανωτέρω) δεν προέβησαν σε έρευνα νέων πραγματικών στοιχείων ή νομικών δεδομένων αγνώστων κατά την λήψη της αρχικής απόφασης επιβολής τελών, αλλά απάντησαν ουσιαστικά εμμένοντας και/ή πληροφορώντας για την αρχική απόφαση τους ημερομηνίας 26/10/2012, αναφορικά με το κατά πόσο η περίπτωση της αιτήτριας ενέπιπτε στις νομοθετικές διατάξεις που αυτή τώρα επικαλείται και η οποία απόφαση, εν τέλει, συνίσταται στη μη εφαρμογή των εν λόγω επικαλεσθέντων διατάξεων στο συγκεκριμένο υπολογισμό και συγκεκριμένη απαίτηση επιβολής μεταβιβαστικών τελών ήδη στις 26/10/12». Ορθή κρίνουμε την προσέγγιση αυτή, και υποδεικνύουμε πως εκείνο που η εφεσείουσα επικαλέστηκε με την επιστολή την οποία τιτλοφορεί «ένσταση», ήταν η υποχρέωση της για καταβολή φόρου προστιθέμενης αξίας για την οικοδομή η οποία υπήρχε εντός του επίδικου ακινήτου. Όμως όπως διαπιστώνεται από την αίτηση μεταβίβασης που υπήρχε στο διοικητικό φάκελο, καταγράφεται σημείωση με περιγραφή της «ημιτελούς κατοικίας» στο ακίνητο και του σταδίου ανέγερσης της. Ουσιαστικά, η εφεσίβλητη ενέταξε το στοιχείο αυτό στις νομοθετικές πρόνοιες και αποφάσισε από τις 26/10/12 ότι δεν ενέπιπτε στην εξαίρεση του Άρθρου 10 του περί Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος (Τέλη και Δικαιώματα) Τροποποιητικού Νόμου Ν. 156(Ι)/
- Συνεπώς ο πρώτος λόγος κρίνεται αβάσιμος και ως τέτοιος απορρίπτεται. Συναφής όπως ελέχθη με τον πρώτο είναι και ο δεύτερος, ο οποίος επικαλείται την αιτιολογία του πρώτου, ο οποίος επίσης απορρίπτεται. Η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα ύψους €3.000 υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας. Γ. Ν. Γιασεμής, Δ. Δ. Σωκράτους, Δ. Ν. Σάντης, Δ. /Κας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο