← Κύπρος

Χρίστου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά. (1991) 4 ΑΑΔ 3388

Χρίστου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.

(1991)4 ΑΑΔ 3388 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1991)4 ΑΑΔ 3388 24 Οκτωβρίου, 1991 [ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΜΑΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ, Αιτήτριες, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ, Καθ' ων η Αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 35/88). Έκτακτοι Υπάλληλοι - Ο περί Εκτάκτων Δημοσίων Υπαλλήλων (Διορισμός σε Δημόσιες Θέσεις) Νόμος, 1985 (Ν. 160/85) -Οι ωρομίσθιοι υπάλληλοι εξαιρούνται από την έννοια του "έκτακτου υπάλληλου" που προϋποθέτει ο Νόμος - Αυτό δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας - Έννοια της ισότητας του άρθρου 28.1 του Συντάγματος -Δεν σημαίνει ακριβή μαθηματική ισότητα - Δεν αποκλείει εύλογες διαφοροποιήσεις ενόψει διαφορετικής φύσης διαφόρων καταστάσεων. Οι αιτητές προσέβαλαν με την προσφυγή τους αυτή την απόφαση της Ε.Δ.Υ. με την οποία αρνήθηκε να εξετάσει αίτημά τους για διορισμό σε κατάλληλες δημόσιες θέσεις, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εκτάκτων Δημοσίων Υπαλλήλων (Διορισμός σε Δημόσιες θέσεις) Νόμου, 1985 (Ν. 160/85). Το αιτιολογικό της επίδικης απόφασης ήταν ότι οι αιτητές ως ωρομίσθιοι εργαζόμενοι στο Τμήμα Δημοσίων Έργων δεν πληρούσαν απαραίτητη προϋπόθεση του Νόμου που ήταν η ιδιότητα του "έκτακτου υπαλλήλου". Οι αιτητές ισχυρίστηκαν ότι ο Νόμος 160/85 που μονιμοποίησε όλους τους αδιόριστους από την Ε.Δ.Υ. υπαλλήλους που υπηρετούσαν πάνω σε έκτακτη βάση αλλά εξαίρεσε από την έννοια του "έκτακτος" τους ωρομίσθιους υπαλλήλους, ήταν αντίθετος με την αρχή της ισότητας που διασφαλίζεται με το άρθρο 28 του Συντάγματος και ότι αποτελούσε αυθαίρετη δυσμενή διάκριση σε βάρος των αιτητών. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι: Η ισότητα όπως εννοείται στην παράγραφο 1 του άρθρου 28 του Συντάγματος δεν σημαίνει ακριβή μαθηματική ισότητα αλλά προστατεύει μόνο από αυθαίρετες διακρίσεις και δεν αποκλείει εύλογες διαφοροποιήσεις οι οποίες μπορούν νόμιμα να γίνουν ενόψει της διαφορετικής φύσης διαφόρων καταστάσεων. (Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας). Η εκτέλεση δημοσιοϋπαλληλικών καθηκόντων δεν είναι αρκετή για να προσδώσει στον όρο "ωρομίσθιος υπάλληλος" την απαραίτητη ομοιογένεια προς τον όρο "έκτακτος υπάλληλος", ώστε οποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση των μεν με τους δε να αποτελεί άνιση μεταχείριση, από το νομοθέτη, προσώπων τα οποία βρίσκονται στην ίδια θέση, ως προς τις συνθήκες και όρους εργασίας. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί ότι η διαφοροποίηση που γίνεται στο Νόμο μεταξύ εκτάκτων και ωρομίσθιων είναι αυθαίρετη ούτε ότι αντιστρατεύεται την αρχή της ισότητας. Προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας (Προσφυγή Αρ. 680/86 ημερ. 7/7/90)· Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αναφορά Αρ. 2/89 ημερ. 29.8.89)· Republic v. Avakian & Others
(1972)3 C.LR. 294. Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της άρνησης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας να εξετάσει το αίτημα των αιτητών για διορισμό σε κατάλληλες θέσεις σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εκτάκτων Δημοσίων Υπαλλήλων (Διορισμός σε Δημόσιες Θέσεις) Νόμο, 1985 (Νόμος Αρ. 166/85). Α. Σ. Αγγελίδης, για τους αιτητές. Π. Κληρίδης, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, Δ. ανάγνωσε την ακόλουθη απόφαση. Οι αιτητές με την παρούσα προσφυγή προσβάλλουν την απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (που θ' αναφέρεται ως η Ε.Δ.Υ.) ημερ. 2/11/1987 με την οποία αρνήθηκαν να εξετάσουν αίτημα των αιτητών για διορισμό σε κατάλληλες δημόσιες θέσεις σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εκτάκτων Δημοσίων Υπαλλήλων (Διορισμός σε Δημόσιες θέσεις) Νόμου, 1985 (Νόμος Αρ. 160 του 1985). Οι αιτητές οι οποίοι είχαν προσληφθεί ως ωρομίσθιοι στο Τμήμα Δημοσίων Έργων με επιστολή ημερ. 21/4/1987 του τότε δικηγόρου τους ζήτησαν από την Ε.Δ.Υ. όπως διοριστούν στη μόνιμη θέση Τεχνικού, 2ης Τάξης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου Αρ. 160 του 1985, τις προϋποθέσεις του οποίου πληρούσαν, αναφέροντας ότι "υπηρετούν αδιακόπως από διάφορες ημερομηνίες προ της 31/12/1984 δια μόνιμες ανάγκες της Δημοκρατίας", και ότι εκτελούν καθήκοντα μόνιμου υπάλληλου στο Τμήμα που υπηρετούν. Με νεότερη επιστολή του ο δικηγόρος τους ημερ. 28/4/1987, διευκρίνησε ότι οι πελάτες του εργάζονται στο "Εργαστήρι των Δημοσίων Έργων" και ότι πληρώνονται σαν εργάτες, αλλά η εργασία που προσφέρουν είναι Τεχνικού, 2ης Τάξης. Η Ε.Δ.Υ., με επιστολή ημερ. 7/5/1987 έθεσε υπόψη του Διευθυντή της Υπηρεσίας Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών και ζήτησε τις απόψεις τους, ενημέρωσε δε σχετικά το δικηγόρο των αιτητών. Ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, με επιστολή του προς την Ε.Δ.Υ. ημερ. 6/10/1987, ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το αίτημα για μονιμοποίηση ορισμένων ωρομίσθιων υπαλλήλων με βάση το Νόμο 160/85 και ανεξάρτητα από το θέμα όλων των ωρομίσθιων που εκτελούν δημοσιοϋπαλληλικά καθήκοντα και το οποίο ακόμα μελετάται, δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί. Η Ε.Δ.Υ. με επιστολή της ημερ. 2/11/1987 πληροφόρησε τους αιτητές για τις πιο πάνω απόψεις του Διευθυντή Υπηρεσίας Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, εξήγησε ότι σύμφωνα με το άρθρο 2
(1)του περί Εκτάκτων Δημοσίων Υπαλλήλων Νόμου του 1985 ο όρος "έκτακτος υπάλληλος" δεν περιλαβμάνει ωρομίσθιο υπάλληλο και ότι, όπως είναι διατυπωμένος ο Νόμος, δεν είναι δυνατός ο διορισμός των αιτητών σε κατάλληλες θέσεις στη Δημόσια Υπηρεσία. Είναι ο ισχυρισμός των αιτητών ότι ο Νόμος 160/85 που μονιμοποίησε όλους τους αδιόριστους από την Ε.Δ.Υ. υπαλλήλους που υπηρετούσαν πάνω σε έκτακτη βάση αλλά εξαίρεσε από την έννοια του "έκτακτος" τους ωρομίσθιους υπαλλήλους, είναι αντίθετος προς την αρχή της ισότητας που διασφαλίζεται με το άρθρο 28 του Συντάγματος και ότι αποτελεί αυθαίρετη και μη λογική δυσμενή διάκριση σε βάρος των αιτητών οι οποίοι εκτελούσαν δημοσιοϋπαλληλικά καθήκοντα και κάλυπταν μόνιμες ανάγκες για πολλά χρόνια. Η αρχή της ισότητας που καθιερώνει το άρθρο 28 του Συντάγματος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείρηση όλων των πολιτών που τελούν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία είναι επιτρεπτή η δημιουργία λογικών διακρίσεων, έχει δε καθιερωθεί ότι η ισότης όπως εννοείται στην παράγραφο 1 του άρθρου 28 του Συντάγματος "δεν σημαίνει ακριβή μαθηματική ισότητα αλλά προστατεύει μόνο από αυθαίρετες διακρίσεις και δεν αποκλείει εύλογες διαφοροποιήσεις οι οποίες μπορούν νόμιμα να γίνουν ενόψει της διαφορετικής φύσης διαφόρων καταστάσεων". (Βλ. Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, Αριθ. Υπόθεσης 680/86, ημερ. απόφασης 7/7/1990 [δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα]). Το γεγονός ότι οι αιτητές εκτελούσαν δημοσιοϋπαλληλικά καθήκοντα, όπως είναι ο ισχυρισμός τους, δεν είναι αρκετό να προσδώσει στον όρο "ωρομίσθιος υπάλληλος" την απαραίτητη ομοιογένεια προς τον όρο "έκτακτος υπάλληλος" ώστε οποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση τους μεν σε σύγκριση με τους δε να αποτελεί άνιση μεταχείριση από το νομοθέτη προσώπων τα οποία βρίσκονται στην ίδια θέση, ως προς τις συνθήκες και όρους εργασίας. Όπως έχει νομολογηθεί:- "... ο νομοθέτης έχει την διακριτική ευχέρεια να ταξινομήσει τα πράγματα ή τα υποκείμενα του δικαίου σε ξεχωριστή κατηγορία και να προβεί σε νομοθετικές ρυθμίσεις διάφορες από εκείνες που ισχύουν για άλλες συγγενικές αλλά όχι ομοιογενείς κατηγορίες προσώπων ή πραγμάτων. Τόσο η συμπερίληψη πραγμάτων ή ατόμων σε ομοιογενή κατηγορία όσο και οι διακρίσεις που γίνονται στα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις ατόμων πρέπει να έχουν, όπως ορίζει η νομολογία, λογικό έρεισμα το οποίο να πηγάζει από την ομοιότητα ή διαφορές μεταξύ των πραγμάτων ή των φορέων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων." (Βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/89 απόφαση ημερ. 29/8/1989. Επίσης Republic v. Avakian & Others
(1972)3 C.L.R. 294.) Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί ότι η διαφοροποίηση που γίνεται στο Νόμο μεταξύ εκτάκτων και ωρομίσθιων είναι αυθαίρετη ούτε ότι αντιστρατεύεται την αρχή της ισότητας. Εκ των πραγμάτων, πρόκειται περί δύο διαφορετικών κατηγοριών υπαλλήλων σύμφωνα με τη νομοθεσία και τους όρους πρόσληψής τους, και το γεγονός ότι πιθανόν σε ορισμένες περιπτώσεις να συμπίπτουν τα καθήκοντα τους αυτό δεν τις εξομοιώνει νομικά αλλά πρόκειται περί περιπτώσεως όπου μπορούν να γίνουν λογικές διαφοροποιήσεις επιτρεπτές από το Σύνταγμα. Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Καμμιά διαταγή για έξοδα. Προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.