Jehovah' s Witn. Congr. Ltd κ.ά. ν. Υπ. Εσωτερικών (Αρ.1)
(1992)4 ΑΑΔ 113 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1992)4 ΑΑΔ 113 20 Ιανουαρίου, 1992 [ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ THE JEHOVAH' S WITNESSES CONGREGATION (CYPRUS) LIMITED ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ, Αιτητές, v. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ΑΡ.1), Καθ' ου η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 306/91). Ο περί Γάμου Νόμος, Κεφ. 279 από κοινού με τον περί Γάμου (Τροποποιητικό) Νόμο 21/1986) - Άρθρα 4, 16 και γενικότερο ρυθμιστικό περιεχόμενο - Ανάλυση περιεχομένου - Η ισχύς των προνοιών του νόμου μετά τον περί Πολιτικού Γάμου Νόμο 21/90 - Μέσα από τις πρόνοιες του Ν. 21/90 δεν προκύπτει πρόθεση του νομοθέτη για κατάργηση οποιασδήποτε πρόνοιας του Κεφ. 279 - Ούτε τίθεται θέμα ασυμβίβαστου ή αντιφατικότητας μεταξύ των δύο νόμων. Ερμηνεία - Ερμηνεία Νόμου - Ο κανόνας είναι πως θεωρείται ότι μεταγενέστερος νόμος κατάργησε σιωπηρά προηγούμενο μόνον αν προκύπτει καθαρά ότι είναι τόσο αντιφατικός ή ασυμβίβαστος προς αυτόν ώστε να είναι αδύνατο να συνυπάρξουν - Πολύ λιγότερο στις περιπτώσεις που ο μεταγενέστερος νόμος είναι διατυπωμένος σε καταφατικό λόγο. Με την προσφυγή οι αιτητές, εκκλησία και λειτουργός της, αμφισβήτησαν την απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών να διαγράψει και να μην επιτρέψει την επανεγγραφή στο σχετικό κατάλογο, δυνάμει του Κεφ. 279 (περί Γάμου Νόμος) των επτά λειτουργών της Εκκλησίας των Μαρτύρων του Ιεχωβά, των αρμοδίων κατά το Νόμο να τελούν γάμους ως Εγγεγραμμένοι Λειτουργοί (Registered Ministers). Στα πλαίσια της διαδικασίας εξετάστηκε το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος της εκκλησίας να είναι μέρος στην προσφυγή καθώς και η ορθότητα της διαδικασίας της διαγραφής όπως ακολουθήθηκε από τον καθ' ου η αίτηση προτού το Δικαστήριο να εισέλθει στη διερεύνηση της ουσίας, δηλαδή του δικαιώματος της συγκεκριμένης εκκλησίας να διαθέτει εγγεγραμμένους λειτουργούς κατά τις διατάξεις του περί Γάμου Νόμου, Κεφ.
- Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση, αποφάσισε ότι:
- Η Αιτήτρια Εκκλησία έχει ενεστώς έννομο συμφέρον που προσβλήθηκε ευθέως από την επίδικη απόφαση. Το συμφέρον της Εκκλησίας δεν διέρχεται διά μέσου του συμφέροντος του Λειτουργού που διαγράφηκε ούτε αποτελεί αντανακλαστική συνέπεια της προσβολής του συμφέροντος του Λειτουργού εκείνου. Υπάρχει συμφέρον της Εκκλησίας αυτοτελές που πηγάζει από το αναγνωρισμένο, από το Κεφ. 279, δικαίωμα της να ζητεί την εγγραφή Λειτουργών της που εκείνη υποδεικνύει και που δεν μπορούν να αφαιρεθούν από τον κατάλογο αν δεν ακουστούν πρώτα και οι δικές της απόψεις. Σύμφωνα με το Άρθρο 4 του Νόμου αποτελεί προϋπόθεση για την εγγραφή τέτοιου Λειτουργού να υποβληθεί το αίτημα για την εγγραφή όχι μόνο από το Λειτουργό αλλά και από την ίδια την Εκκλησία. Τελικά, ανεξάρτητα από το κατά πόσο θα ήταν ορθό ο γάμος που τελούν οι Λειτουργοί που εγγράφονται με αυτό το Νόμο να χαρακτηριστεί ως πολιτικός ή θρησκευτικός, το γεγονός είναι ότι αυτοί οι Λειτουργοί τελούν τους γάμους κατά τα δόγματα και την τελετουργία της Εκκλησίας στην οποία ανήκουν. (Βλ. Άρθρο 16 του Νόμου). Επομένως, η οριστική διαγραφή όλων των Λειτουργών της Εκκλησίας από τον κατάλογο, σημαίνει και στέρηση της δυνατότητας τέλεσης γάμου κατά τα δόγματα και την τελετουργία της Εκκλησίας από Λειτουργό εξουσιοδοτημένο γι' αυτό από τον ίδιο το Νόμο, πράγμα που άπτεται κατά τρόπο άμεσο του συμφέροντος της Εκκλησίας.
- Ως προς τον ισχυρισμό που προβλήθηκε από τους αιτητές ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπει ο νόμος, αυτός απορρίπτεται. Είναι σαφές ότι η διαγραφή έγινε, ενπροκειμένω, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος Κεφ.
- Η διαγραφή ακολούθησε την τελική απόφαση του Υπουργού ή τουλάχιστον την ενσωματώνει.
- Με βάση το Άρθρο 4 του Νόμου, ο Υπουργός Εσωτερικών έχει υποχρέωση να εγγράψει αμέσως (forthwith) τους Λειτουργούς που υποδεικνύονται από την Εκκλησία και να τους διατηρεί στον κατάλογο. Μπορεί να αρνηθεί δε την εγγραφή ή να αποφασίσει τη διαγραφή οποιουδήποτε λειτουργού για κάποια σοβαρή ή διαβόητη αιτία. Αυτή την αιτία την αντιλαμβάνομαι να αναφέρεται στον ίδιο το Λειτουργό και όχι στο δικαίωμα που αναγνωρίζει ο Νόμος στην Εκκλησία. Η απόφαση του Υπουργού να μη εγγράψει ή να διαγράψει κάποιο Λειτουργό αφήνει άθικτο το αναγνωρισμένο δικαίωμα της Εκκλησίας να βλέπει τους Λειτουργούς της να εγγράφονται στον κατάλογο. Με την επίδικη απόφαση δεν διαγράφηκε οποιοσδήποτε Λειτουργός για λόγους που αφορούσαν τον ίδιο. Διαγράφησαν όλοι οι Λειτουργοί προκειμένου να μην εγγραφεί οποιοσδήποτε από αυτούς γιατί κρίθηκε πως δεν υπήρχε πια τέτοια υποχρέωση, ενόψει της θέσπισης του Περί Πολιτικού Γάμου Νόμου του 1990 (Ν.21/90). Γι' αυτό και απορρίφθηκε το αίτημα της αιτήτριας Εκκλησίας για επανεγγραφή των Λειτουργών της μετά τη διαγραφή τους. Αυτή η προσέγγιση δεν μπορεί να συμβιβαστεί ούτε με το γράμμα αλλά ούτε και με το πνεύμα του Νόμου. Στην πραγματικότητα, ισοδυναμεί με εξουδετέρωση του Νόμου και μάλιστα κατ' επίκληση των ίδιων των προνοιών του. Δεν είναι ζήτημα διοικητικό το κατά πόσο εξακολουθεί ή όχι να υπάρχει λόγος για την τήρηση του Νόμου.
- Το κεφ. 279 περιλαμβάνεται μεταξύ των Νόμων που διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων του Άρθρου 188 του Συντάγματος. Η συνταγματικότητα του Νόμου αυτού ελέγχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Karanikki v. Police. Στην υπόθεση εκείνη, αντίθετα με όσα προκύπτουν από την απόφαση ενός από τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Anastassios Iosif Hadjihanna v. Elizabeth Hadjihanna then Elizabeth Andreas, αποφασίστηκε ότι γάμος που τελέστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 279 μετά την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος μεταξύ μέλους της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και μάρτυρος του Ιεχωβά, ήταν έγκυρος.
- Ο κανόνας είναι πως θεωρείται ότι μεταγενέστερος νόμος κατάργησε σιωπηρά προηγούμενο μόνο αν προκύπτει καθαρά ότι είναι τόσο αντιφατικός ή ασυμβίβαστος προς αυτόν ώστε .να είναι αδύνατο να συνυπάρχουν. Πολύ λιγότερο στις περιπτώσεις που ο μεταγενέστερος νόμος είναι διατυπωμένος σε καταφατικό λόγο. Μέσα από τις πρόνοιες του Νόμου 21/90 δεν προκύπτει πρόθεση του Νομοθέτη για κατάργηση οποιασδήποτε πρόνοιας του Κεφ.
- Δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι πρόνοιες του Νόμου 21/90 είναι ασυμβίβαστες ή αντιφατικές προς τις πρόνοιες του Κεφ. 279 έτσι που οι δύο νόμοι να μην μπορούν να συνυπάρξουν. Καμιά από τις πρόνοιες του Νόμου 21/90 δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την ειδική ρύθμιση των προνοιών του Κεφ. 279 αναφορικά με την εγγραφή των Λειτουργών των Εκκλησιών που αναφέρονται σ' αυτές, προκειμένου να τελούν γάμους κατά τα δόγματα και την τελετουργία τους. Το Κεφ. 279 δίνει τη δυνατότητα τέλεσης γάμου έγκυρου, αναγνωρισμένου από την Πολιτεία, κατά τα δόγματα και την τελετουργία των Εκκλησιών που αναφέρονται σ' αυτές, από Θρησκευτικό Λειτουργό των Εκκλησιών αυτών. Δεν έχει σημασία για το θέμα που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση η ονοματολογία. Δεν διαφοροποιείται η κατάσταση ανάλογα με το αν θα ήταν ορθό αυτός ο γάμος να λέγεται πολιτικός ή θρησκευτικός ή κάτι άλλο ιδιότυπο. Δεν υπάρχουν στην περίπτωση της Κύπρου οι περιπλοκές που πηγάζουν από τη διάκριση εκείνου που συνήθως περιγράφεται ως πολιτικός γάμος από τη μια και εκκλησιαστικός γάμος από την άλλη. Ο Νόμος 21/90 δεν έχει ασχοληθεί με ο,τιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί έστω συνδεόμενο με τη δυνατότητα στην οποία αναφέρθηκα. Καμιά από τις πρόνοιες του, καταφατικά διατυπωμένες όπως είναι, δεν μπορεί να εκληφθεί ως, έστω και απομακρυσμένα, υπονοούσα πως η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να την καταργήσει. Πολύ λιγότερο να θεωρηθεί ότι από το σύνολο του νόμου είναι καθαρό ότι οι πρόνοιες του ως προς τον πολιτικό γάμο μεταξύ των ανηκόντων στην Ελληνική Κοινότητα είναι ασυμβίβαστες και αντιφατικές και ως τέτοιες μη δυνάμενες να συνυπάρξουν με τις πρόνοιες του Κεφ.
- Αυτό και με την υπόθεση ότι όλα τα μέλη της αιτήτριας Εκκλησίας είναι οπωσδήποτε μέλη της Ελληνικής Κοινότητας και έστω και αν αφήσουμε κατά μέρος της περίπτωση της δυνατότητας εφαρμογής του Κεφ. 279 και στις περιπτώσεις γάμου που τελείται μεταξύ προσώπων που δεν ανήκουν στην ίδια θρησκευτική ομάδα και πολύ περισσότερο στην Ελληνική Κοινότητα.
- Η πρόνοια για την τέλεση γάμου από τους Δημάρχους και τα μέλη των Δημοτικών Συμβουλίων υπήρχε, και στο ίδιο το Κεφ.
- Αυτοί οι Λειτουργοί ήταν εξουσιοδοτημένοι να τελούν οποιοδήποτε γάμο. Με την εξαίρεση εκείνων για τους οποίους ρητά δεν εφαρμοζόταν ο νόμος, κάθε πρόσωπο και μεταξύ τους όσοι ανήκαν στην αιτήτρια εκκλησία μπορούσαν να αποταθούν σ' αυτούς. Εντούτοις ο ίδιος ο Νόμος δεν θεώρησε πως αυτή η δυνατότητα καθιστούσε χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο την οποιαδήποτε άλλη πρόβλεψη. Έτσι, με το συνδυασμό των άρθρων 4 και 16 έδωσε τη δυνατότητα εγγραφής λειτουργών (ministers). Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται χωρίς έξοδα. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Saint Dominion Estates Ltd. και Άλλος ν. Δημοκρατίας και Άλλου (Αρ.2)
(1989)3(Γ) Α.Α.Δ. 1145· Pitsillos v. C.B.C.
(1982)3 C.L.R. 207· Cyprus Police Association and others v. Republic
(1974)3 C.L.R. 152· Merck v. Republic and Another
(1972)3 C.L.R. 548· Company Carlo Erba Spa, bia Carlo Imbonati v. Republic
(1977)3 C.L.R. 427· Karanikki v. Police
(1984)2 C.L.R. 144· Hadjihanna v. Elizabeth Hadjihanna the Elizabeth Andreas
(1973)1 C.L.R. 186· Attorney-General v. Pouris and others
(1979)2 C.L.R. 15· Louca and Another v. Republic
(1984)2 C.L.R. 386· Christodoulou v. Christodoulou
(1962)C.L.R.
- Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών με την οποία αφαίρεσε από τον ετήσιο κατάλογο των Εγγεγραμμένων Λειτουργών που συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου 21/86, όλων των εγγεγραμμένων Λειτουργών της Εκκλησίας των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Γ. Κορφιώτης, για τους αιτητές. Μ. Τσαγγαρίδης, για τους καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. Ο Δικαστής κ. Κωνσταντινίδης ανάγνωσε την ακόλουθη απόφαση. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Εγείρεται σημαντικό ζήτημα ως προς το δικαίωμα της Εκκλησίας των Μαρτύρων του Ιεχωβά να έχει εγγεγραμμένους Λειτουργούς κατά τις διατάξεις του Περί Γάμου Νόμου, Κεφ. 279 (ο Νόμος). Σύμφωνα με το Νόμο τελούνται γάμοι κατά τις διατάξεις του είτε από Λειτουργούς Γάμου (Marriage Officers) είτε από Εγγεγραμμένους Λειτουργούς (Registered Ministers). Οι πρώτοι διορίζονταν από τον Κυβερνήτη και, βέβαια κατά το Άρθρο 188 του Συντάγματος από το Υπουργικό Συμβούλιο ή τελικά από τον Υπουργό Εσωτερικών (Βλ. Κ.Δ.Π. 7/86). Τώρα, ορίστηκε να είναι οι δήμαρχοι των Δήμων ή οποιοδήποτε μέλος Δημοτικού Συμβουλίου εγγυσιοδοτημένο προς τούτο από το Δήμαρχο. (Βλ. τον Περί Γάμου (Τροποποιητικό) Νόμο του 1986 (Ν. 21/86)). Οι δεύτεροι είναι διαπιστευμένοι ή αναγνωρισμένοι Λειτουργοί οποιασδήποτε Χριστιανικής ή Ιουδαϊκής Εκκλησίας, δόγματος ή σώματος που συνήθως λειτουργούν ως τέτοιοι. To 1990 ήταν εγγεγραμμένοι στον κατάλογο που τηρείται για τους σκοπούς του Νόμου, επτά Λειτουργοί της Εκκλησίας των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Φαίνεται στο σχετικό φάκελο ότι ο αρχαιότερος από αυτούς είχε εγγραφεί στον κατάλογο το
- Το άρθρο 4 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 21/86, παρέχει στον Υπουργό Εσωτερικών την εξουσία αφαίρεσης εγγεγραμμένου Λειτουργού από τον κατάλογο εφόσο το επιθυμεί για κάποια σοβαρή ή διαβόητη αιτία (serious or notorious cause). H διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε τέτοια περίπτωση, προβλέπεται από το ίδιο το άρθρο 4 και θα αναφερθώ σ' αυτήν αργότερα. Με επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών προς την Εκκλησία των Μαρτύρων του Ιεχωβά ημερομηνία 11 Σεπτεμβρίου 1990, εκδηλώθηκε πρόθεση για αφαίρεση από τον ετήσιον κατάλογο, μεταξύ άλλων, όλων των εγγεγραμμένων Λειτουργών της Εκκλησίας αυτής και την κάλεσε, αν δε συμφωνούσε, να υποβάλει τις απόψεις της. Η αιτιολογία ήταν η ακόλουθη: "Από της εφαρμογής του νέου περί Πολιτικού Γάμου νόμου αρ. 21/90, η εγγραφή των πιο πάνω Λειτουργών κατέστη άνευ ουσιαστικού περιεχομένου γιατί, εφόσο τα μέλη της Εκκλησίας σας ανήκουν στην Ελληνική Κοινότητα, για σκοπούς τέλεσης γάμου, υπάγονται στις πρόνοιες του νέου Νόμου και έπαυσαν να υπάγονται στις πρόνοιες του Κεφ. 279". Με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 27 Σεπτεμβρίου 1990, η Εκκλησία διατύπωσε αριθμό λόγων για τους οποίους δεν θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί η διαγραφή. Εντούτοις, ο Υπουργός Εσωτερικών αφαίρεσε τους επτά λειτουργούς από τον κατάλογο. Ο νέος ετήσιος κατάλογος που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα την 25 Ιανουαρίου 1991 δεν περιλάμβανε πια τα ονόματα τους. Ακολούθησε αίτηση για επανεγγραφή, ημερομηνίας 5 Φεβρουαρίου 1991, που όμως και αυτή απορρίφθηκε. Η Εκκλησία των Μαρτύρων του Ιεχωβά και ο ένας από τους Λειτουργούς που διαγράφηκαν, προσβάλλουν την εγκυρότητα της διαγραφής. Υποστηρίζουν ότι είναι παράνομη και ότι παραβιάζει συνταγματικά τους δικαιώματα. Το Έννομο Συμφέρον της Εκκλησίας Το πρώτο που πρέπει να εξεταστεί, είναι η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση πως η εκκλησία στερείται εννόμου συμφέροντος. Υποστηρίζει ο δικηγόρος τους πως εκείνος που επηρεάστηκε άμεσα ήταν ο Λειτουργός που διαγράφηκε και όχι η Εκκλησία. Είχε δοθεί σ' αυτόν "κάποιας μορφής πολιτειακό αξίωμα" που του επέτρεπε την τέλεση πολιτικού και όχι θρησκευτικού γάμου. Επομένως, καταλήγει, η Εκκλησία η ίδια δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Παράπεμψε σχετικά στις υποθέσεις Saint Dominion Estates Ltd, and Another v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή Αρ. 67/89 - 19.5.89 και Modes-tos Pitsillos v. C.B.C.
(1982)3 C.L.R. 208 στις οποίες αναλύθηκε η έννοια του έννομου συμφέροντος όπως αυτό προσδιορίζεται στο Άρθρο 146.2 του Συντάγματος. Η διαφορετική άποψη του δικηγόρου των αιτητών υποστηρίχτηκε με επιπρόσθετη αναφορά στο Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου του Ε. Σπηλιωτόπουλου, σελ. 358, παραγρ. 395 και στην υπόθεση The Cyprus Police Association and Others v. Republic
(1974)3 C.L.R.
- Είναι η θέση της Εκκλησίας ότι έκδηλα υφίσταται ηθική βλάβη από την προσβαλλόμενη απόφαση πράγμα που, όπως σημειώνει, αναγνωρίζεται και από τον ίδιο το νόμο ο οποίος επιβάλλει υποχρέωση της διοίκησης να γνωστοποιήσει στην Εκκλησία την επιθυμία της για διαγραφή Λειτουργού προκειμένου να επανεξεταστεί το θέμα αν η Εκκλησία διαφωνεί. Η περίπτωση δεν δικαιολογεί επέκταση στη θεωρία του θέματος. Είναι καθαρό ότι η Εκκλησία έχει ενεστώς έννομο συμφέρον που προσβλήθηκε ευθέως από την επίδικη απόφαση. Το συμφέρον της Εκκλησίας δεν διέρχεται διά μέσου του συμφέροντος του Λειτουργού που διαγράφηκε ούτε αποτελεί αντανακλαστική συνέπεια την προσβολής του συμφέροντος του Λειτουργού εκείνου. Υπάρχει συμφέρον της Εκκλησίας αυτοτελές που πηγάζει από το αναγνωρισμένο, από το Κεφ. 279, δικαίωμα της να ζητά την εγγραφή Λειτουργών της που εκείνη υποδεικνύει και που δεν μπορούν να αφαιρεθούν από τον κατάλογο εκτός αν πρώτα ακουστούν και οι δικές της απόψεις. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου αποτελεί προϋπόθεση για την εγγραφή τέτοιου Λειτουργού να υποβληθεί το αίτημα για την εγγραφή όχι μόνο από το Λειτουργό αλλά και από την ίδια την Εκκλησία. Τελικά, ανεξάρτητα από το κατά πόσο θα ήταν ορθό ο γάμος που τελούν οι Λειτουργοί που εγγράφονται με αυτό το Νόμο να χαρακτηριστεί ως πολιτικός ή θρησκευτικός, το γεγονός είναι ότι αυτοί οι Λειτουργοί τελούν τους γάμους κατά τα δόγματα και την τελετουργία της Εκκλησίας στην οποία ανήκουν. (Βλ. άρθρο 16 του Νόμου). Επομένως, η οριστική διαγραφή όλων των Λειτουργών της Εκκλησίας από τον κατάλογο, σημαίνει και στέρηση της δυνατότητας τέλεσης γάμου κατά τα δόγματα και την τελετουργία της Εκκλησίας από Λειτουργό εξουσιοδοτημένο γι' αυτό από τον ίδιο το Νόμο, πράγμα που άπτεται κατά τρόπο άμεσο του συμφέροντος της Εκκλησίας. Η Διαδικασία της Διαγραφής Ο Νόμος θεσπίστηκε το
- Αναφερόταν, επομένως, στον Κυβερνήτη (Governor) και στον Διοικητικό Γραμματέα (Administrative Secretary). Οι αρχικές ενστάσεις των αιτητών σε σχέσει με την αναρμοδιότητα του Υπουργού Εσωτερικών εγκαταλείφθηκαν ενόψει της αλλαγής που επέφερε ο Νόμος 21/
- Σύμφωνα με το Νόμο αυτό, ο βασικός Νόμος "θα αναγινώσκηται, ερμηνεύηται και εφαρμόζηται ως εάν, αντί των λέξεων "Governor" "Administrative Secretary", οπουδήποτε απαντώνται, υφίσταντο οι λέξεις' Υπουργός Εσωτερικών'". Το άρθρο 4 του Νόμου πρόβλεπε πως σε πρώτο στάδιο ο Κυβερνήτης γνωστοποιούσε την επιθυμία του να διαγράψει Λειτουργό στην Εκκλησία στην οποία ανήκε και αν εκείνη δεν συμφωνούσε, το θέμα παραπεμπόταν στο Διοικητικό Γραμματέα για τελική απόφαση. Συμφώνησαν και οι δύο πλευρές και νομίζω ορθά, ότι η ανάθεση της συνολικής αρμοδιότητας στον Υπουργό Εσωτερικών δεν συνεπαγόταν και κατάργηση της διαδικασίας που πρόβλεπε τα δύο στάδια που ανέφερα. Έγινε σχετικά αναφορά σε νομολογία ως προς το επιτρεπτό της ανάθεσης της αρμοδιότητας για την εξέταση ένστασης στο ίδιο το διοικητικό όργανο που παίρνει την προσβαλλόμενη απόφαση. (Βλ. Ε. Merck v. Republic and Another
(1972)3 C.L.R. 548 The Company Carlo Erba Spa, via Carlo Imbonati v. Republic
(1977)3 C.L.R. 427). To επιχείρημα ως προς το παράνομο της διαδικασίας λήψης της επίδικης απόφασης περιορίστηκε στο εξής: Παρά τις πρόνοιες του Νόμου, δεν ακολουθήθηκε η απαιτούμενη, σε δύο στάδια, διαδικασία. Σύμφωνα με τους αιτητές, ο Υπουργός Εσωτερικών αποφάσισε τη δια μιας διαγραφή τους χωρίς να επανεξετάσει το θέμα μετά τη λήψη της γραπτής διαφωνίας των αιτητών. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή τη θέση. Είναι καθαρό ότι η διαγραφή έγινε σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος. Με την επιστολή της 11 Σεπτεμβρίου 1990 γνωστοποιήθηκε αρχικά η πρόθεση του Υπουργού. Η απόφαση για την διαγραφή προκύπτει ότι λήφθηκε μετά τη γραπτή διαφωνία της Εκκλησίας. Δεν έχει ενσωματωθεί σε κάποιο ξεχωριστό έγγραφο αλλοιώθηκε στην πράξη με τη διαγραφή των Λειτουργών από τον κατάλογο και με τη δημοσίευση του νέου καταλόγου, ο οποίος δεν περιλάμβανε πια τους Λειτουργούς αυτούς, στην Επίσημη Εφημερίδα. Αυτή η διαγραφή προϋποθέτει απόφαση που πρέπει να θεωρηθεί ότι λήφθηκε για τους λόγους που αναφέρθηκαν αρχικά και αφού κρίθηκε πως τα επιχειρήματα των αιτητών δεν ήταν βάσιμα. Δεν είναι επίσης δικαιολογημένο το παράπονο για παράβαση του Νόμου κατά το ότι, αντίθετα με τις πρόνοιες του, διαγράφηκαν οι Λειτουργοί πριν από την τελική απόφαση. Προκύπτει ότι η διαγραφή ακολούθησε την τελική απόφαση ή τουλάχιστον ότι την ενσωματώνει. Η ουσία της υπόθεσης Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση πως η διαγραφή είναι έγκυρη με βάση την επιφύλαξη στο άρθρο 4 του Νόμου που αναγνωρίζει στον Υπουργό Εσωτερικών την εξουσία μη εγγραφής ή διαγραφής Λειτουργού για οποιαδήποτε σοβαρή η διαβόητη αιτία. Υποστηρίζει ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση ότι η θέσπιση του περί Πολιτικού Γάμου Νόμου του 1990 (21/90), είναι τέτοια σοβαρή ή διαβόητη αιτία. Ενόψει της θέσπισης του Νόμου 21/90 δεν υπήρχε λόγος διατήρησης των Λειτουργών εκείνων στον κατάλογο. Τα μέλη της αιτήτριας Εκκλησίας, ως ανήκοντα στην Ελληνική Κοινότητα, υπάγονται πια, για σκοπούς τέλεσης γάμου, στις πρόνοιες του νέου Νόμου. Δε με βρίσκει σύμφωνο αυτή η θεώρηση του ζητήματος. Με βάση το άρθρο 4 του Νόμου, ο Υπουργός Εσωτερικών έχει υποχρέωση να εγγράψει αμέσως (forthwith) τους Λειτουργούς που υποδεικνύονται από την Εκκλησία και να τους διατηρεί στον κατάλογο. Μπορεί να αρνηθεί την εγγραφή ή να αποφασίσει τη διαγραφή οποιουδήποτε λειτουργού για κάποια σοβαρή ή διαβόητη αιτία. Αυτή την αιτία την αντιλαμβάνομαι να αναφέρεται στον ίδιο το Λειτουργό και όχι στο δικαίωμα που αναγνωρίζει ο Νόμος στην Εκκλησία. Η απόφαση του Υπουργού να μη εγγράψει ή να διαγράψει κάποιο Λειτουργό αφήνει άθικτο το αναγνωρισμένο δικαίωμα της Εκκλησίας να βλέπει τους Λειτουργούς της να εγγράφονται στον κατάλογο. Με την επίδικη απόφαση δεν διαγράφηκε οποιοσδήποτε Λειτουργός για λόγους που αφορούσαν τον ίδιο. Διαγράφησαν όλοι οι Λειτουργοί προκειμένου να μη εγγραφεί οποιοσδήποτε από αυτούς γιατί κρίθηκε πως δεν υπήρχε πια τέτοια υποχρέωση. Γι' αυτό και απορρίφθηκε το αίτημα της αιτήτριας Εκκλησίας για επανεγγραφή των Λειτουργών της μετά τη διαγραφή τους. Αυτή η προσέγγιση δεν μπορεί να συμβιβαστεί ούτε με το γράμμα αλλά ούτε και με το πνεύμα του Νόμου. Στην πραγματικότητα, ισοδυναμεί με εξουδετέρωση του Νόμου και μάλιστα κατ' επίκληση των ίδιων των προνοιών του. Δεν είναι ζήτημα διοικητικό το κατά πόσο εξακολουθεί ή όχι να υπάρχει λόγος για την τήρηση του Νόμου. Ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκε πως στην περίπτωση που θα φαινόταν ότι η επίδικη απόφαση ήταν αντίθετη προς τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Νόμου, υπάρχει περιθώριο για να θεωρηθεί ότι το άρθρο αυτό και γενικά ο Νόμος, στο βαθμό που αναφέρεται στους ανήκοντες στην Ελληνική Κοινότητα, και επομένως, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, και στα μέλη της αιτήτριας Εκκλησίας, έχει καταργηθεί σιωπηρά από το Νόμο 21/90. Κατά συνέπεια του Περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου του 1989 (Ν. 95/89) που πρόσφερε στους ανήκοντες στην Ελληνική Κοινότητα την ελεύθερη επιλογή πολιτικού γάμου, θεσπίστηκε ο Νόμος 21/90. Ο Νόμος αυτός ρυθμίζει τα του πολιτικού γάμου μεταξύ προσώπων που ανήκουν στην ελληνική κοινότητα. Με το άρθρο 10 ορίστηκε πως ο πολιτικός αυτός γάμος τελείται από Λειτουργό Τέλεσης Γάμου ο οποίος, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου, είναι Δήμαρχος ή μέλος Δημοτικού Συμβουλίου εγράφως εξουσιοδοτημένου για το σκοπό αυτό από το Δήμαρχο. Αφού, λοιπόν, καταλήγει η εισήγηση, μόνο από τέτοιο Λειτουργό μπορεί να τελεστεί πολιτικός γάμος και αφού ο γάμος κατά το Κεφ. 279 είναι πολιτικός, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι καταργήθηκε το Κεφ. 279 κατά το μέρος του που ανέφερα προηγουμένως. Αντιτείνουν οι αιτητές πως δεν είναι όλα τα μέλη της αιτήτριας Εκκλησίας μέλη της Ελληνικής Κοινότητας. Υποστηρίζουν πως ο γάμος από εγγεγραμμένο Λειτουργό κατά το Κεφ. 279 δεν είναι πολιτικός αφού τελείται κατά τα δόγματα και την τελετουργία της Εκκλησίας και προσθέτουν ότι η διαγραφή των Λειτουργών της Εκκλησίας από τον κατάλογο θα στερήσει από τα μέλη της τη μόνη δυνατότητα που έχουν να τελούν γάμο υποστατό κατά τα δόγματα και την τελετουργία της θρησκείας τους. Επισημαίνουν ότι και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι μέλη της Εκκλησίας που είναι και μέλη της Ελληνικής Κοινότητας θα ήταν δυνατό να τελέσουν γάμο κατά τις διατάξεις του Νομού 21/90, αυτό θα δημιουργούσε ανυπέρβλητα προβλήματα μια και οι λόγοι διαζυγίου που αναγνωρίζει ο Νόμος 21/90 είναι εκείνοι της παραγράφου 2Β του άρθρου 111 του Συντάγματος που όμως προσιδιάζουν μόνο στους ανήκοντες στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατά τον ίδιο τρόπο θα ετίθετο ζήτημα ως προς το αν τα Οικογενειακά Δικαστήρια που εγκαθιδρύθηκαν, θα μπορούσαν να εκδικάζουν και υποθέσεις προσώπων που δεν ανήκουν στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία έχοντας υπόψη τις πρόνοιες της παραγράφου 2Α του άρθρου 111 του Συντάγματος στην οποία και παραπέμπει το άρθρο 3
(1)(α) του Νόμου 21/
- Αυτά, πέρα από το γεγονός ότι το άρθρο 2Α(α) του Συντάγματος αναγνωρίζει τη δυνατότητα συμμετοχής στη σύνθεση των Οικογενειακών Δικαστηρίων, νομομαθούς διοριζομένου από την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Πρέπει να σημειώσω πως σε ό,τι αφορά αυτό το τελευταίο δεν διαφώνησε ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση. Εξέφρασε, όμως, την άποψη πως τα μέλη της αιτήτριας Εκκλησίας αφού τελέσουν γάμο κατά το Νόμο 21/90, θα υπάγονται στη δικαιοδοσία των Προέδρων των Επαρχιακών Δικαστηρίων σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), όπως τροποποιήθηκε. Τελικά, η αιτήτρια Εκκλησία επικαλείται το άρθρο 18 του Συντάγματος που κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία και την ισότητα όλων των Εκκλησιών ενώπιον του Νόμου αφού, όπως υποστηρίζει, κατά δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους ανήκοντες στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία αλλά και σε άλλες Εκκλησίες, τα μέλη της δε θα έχουν τη δυνατότητα να τελέσουν γάμο κατά τα δόγματα και την τελετουργία της Εκκλησίας τους. Πιστεύω πως δε χρειάζεται να εμπλακώ σε όσα θέματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προκύπτουν έχοντας υπόψη τις πρόνοιες των Νόμων 95/90, 21/90 και 23/
- Δε χρειάζεται ακόμα να ασχοληθώ με το νομικό καθεστώς όπως ήταν και όπως ενδεχομένως διαμορφώθηκε ως προς τις θρησκευτικές ομάδες που εμπίπτουν στο άρθρο 2
(3)του Συντάγματος ή και άλλες ή με τα επιχειρήματα ως προς το ποιοι είναι μέλη της αιτήτριας Εκκλησίας και αν όλοι είναι μέλη της Ελληνικής Κοινότητας. Θα ήταν ακόμα ακαδημαϊκής σημασίας μόνο η εξέταση, στην παρούσα υπόθεση, των θεμάτων που έχουν εγερθεί σε σχέση με το άρθρο 18 του Συντάγματος. Αυτά προϋποθέτουν ερμηνεία του Νόμου 21/90 τέτοια που να οδηγεί στην αποδοχή της εναλλακτικής άποψης του δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση ως προς τη σιωπηρή κατάργηση του Κεφ. 279 όπως τη συνόψισα πιο πάνω. Το Κεφ. 279 περιλαμβάνεται μεταξύ των Νόμων που διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 188 του Συντάγματος. Η συνταγματικότητα του Νόμου αυτού ελέγχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Karanikki v. Police
(1984)2 C.L.R. 144. Στην υπόθεση εκείνη, αντίθετα με όσα προκύπτουν από την απόφαση ενός από τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Anastassios Iosif Hadjihanna v. Elizabeth Hadjihanna then Elizabeth Andreas
(1973)1 C.L.R. 186, αποφασίστηκε ότι γάμος που τελέστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 279 μετά την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος μεταξύ μέλους της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και μάρτυρος του Ιεχωβά, ήταν έγκυρος. Ο κανόνας είναι πως θεωρείται ότι μεταγενέστερος νόμος κατάργησε σιωπηρά προηγούμενο μόνο αν προκύπτει καθαρά ότι είναι τόσο αντιφατικός ή ασυμβίβαστος προς αυτόν ώστε να είναι αδύνατο να συνυπάρχουν. Πολύ λιγότερο στις περιπτώσεις που ο μεταγενέστερος νόμος είναι διατυπωμένος σε καταφατικό λόγο. (Βλ., μεταξύ άλλων, Attorney-General v. Pouris and Others
(1979)2 C.L.R. 15, Louca and Another v. Republic
(1984)2 C.L.R. 386). Δε συμφωνώ πως μέσα από τις πρόνοιες του Νόμου 21/90 προκύπτει πρόθεση του Νομοθέτη για κατάργηση οποιασδήποτε πρόνοιας του Κεφ. 279. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι πρόνοιες του Νόμου 21/90 είναι ασυμβίβαστες ή αντιφατικές προς τις πρόνοιες του Κεφ. 279 έτσι που οι δύο νόμοι να μην μπορούν να συνυπάρξουν. Καμιά από τις πρόνοιες του Νόμου 21/90 είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την ειδική ρύθμιση των προνοιών του Κεφ. 279 αναφορικά με την εγγραφή των Λειτουργών των Εκκλησιών που αναφέρονται σ' αυτές προκειμένου να τελούν γάμους κατά τα δόγματα και την τελετουργία τους. Το Κεφ. 279 δίνει την δυνατότητα τέλεσης γάμου έγκυρου, αναγνωρισμένου από την Πολιτεία, κατά τα δόγματα και την τελετουργία των Εκκλησιών που αναφέρονται σ' αυτές, από Θρησκευτικό Λειτουργό των Εκκλησιών αυτών. Δε νομίζω ότι έχει σημασία για το θέμα που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση η ονοματολογία. Δεν διαφοροποιείται η κατάσταση ανάλογα με το αν θα ήταν ορθό αυτός ο γάμος να λέγεται πολιτικός ή θρησκευτικός ή κάτι άλλο ιδιότυπο. Θα σημείωνα εδώ την παρατήρηση του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Βασιλειάδη στην υπόθεση Phidias Christodoulou v. Katerina Christodoulou
(1962)C.L.R. 68 στη σελ. 73, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχουν στην περίπτωση της Κύπρου οι περιπλοκές που πηγάζουν από τη διάκριση εκείνου που συνήθως περιγράφεται ως πολιτικός γάμος από τη μια και εκκλησιαστικός γάμος από την άλλη. Ο Νόμος 21/90 δεν έχει ασχοληθεί με ο,τιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί έστω συνδεόμενο με τη δυνατότητα στην οποία αναφέρθηκα. Καμιά από τις πρόνοιες του, καταφατικά διατυπωμένες όπως είναι, μπορεί να εκληφθεί ως, έστω και απομακρυσμένα, υπονοούσα πως η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να την καταργήσει. Πολύ λιγότερο να θεωρηθεί ότι από το σύνολο του νόμου είναι καθαρό ότι οι πρόνοιες του ως προς τον πολιτικό γάμο μεταξύ των ανηκόντων στην Ελληνική Κοινότητα είναι ασυμβίβαστες και αντιφατικές και ως τέτοιες μη δυνάμενες να συνυπάρξουν με τις πρόνοιες του Κεφ.
- Αυτό και με την υπόθεση ότι όλα τα μέλη της αιτήτριας Εκκλησίας είναι οπωσδήποτε μέλη της Ελληνικής Κοινότητας και έστω και αν αφήσουμε κατά μέρος την περίπτωση της δυνατότητας εφαρμογής του Κεφ. 279 και στις περιπτώσεις γάμου που τελείται μεταξύ προσώπων που δεν ανήκουν στην ίδια θρησκευτική ομάδα και πολύ περισσότερο στην Ελληνική Κοινότητα. Θα πρέπει να υπενθυμίσω εδώ ότι η αιτήτρια Εκκλησία λειτουργεί στην Κύπρο ως "εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δι' εγγυήσεως άνευ μετοχικού κεφαλαίου" με την επωνυμία που αναφέρεται στον τίτλο της υπόθεσης. Τελικά, πρέπει να σημειώσω και το εξής. Η πρόνοια για την τέλεση γάμου από τους Δημάρχους και τα μέλη των δημοτικών συμβουλίων υπήρχε, όπως σημείωσα, και στο ίδιο το Κεφ.
- Αυτοί οι Λειτουργοί ήταν εξουσιοδοτημένοι να τελούν οποιοδήποτε γάμο. Με την εξαίρεση εκείνων για τους οποίους ρητά δεν εφαρμοζόταν ο νόμος, κάθε πρόσωπο και μεταξύ τους όσοι ανήκαν στην αιτήτρια εκκλησία μπορούσαν να αποταθούν σ' αυτούς. Εντούτοις ο ίδιος ο Νόμος με τις ξεχωριστές πρόνοιες στις οποίες αναφέρθηκα, δεν θεώρησε πως αυτή η δυνατότητα καθιστούσε χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο την οποιαδήποτε άλλη πρόβλεψη. Έτσι, με το συνδυασμό των άρθρων 4 και 16 έδωσε τη δυνατότητα στην οποία αναφέρθηκα. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η επίδικη απόφαση ήταν αντίθετη προς τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ.
- Η προσφυγή πετυχαίνει και η επίδικη απόφαση ακυρώνεται. Καμιά διαταγή για έξοδα. Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο