← Κύπρος

Νεοφύτου ν. Δημοκρατίας κ.α. (1992) 4 ΑΑΔ 1083

Νεοφύτου ν. Δημοκρατίας κ.α.

(1992)4 ΑΑΔ 1083 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1992)4 ΑΑΔ 1083 24 Μαρτίου, 1992 [ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΝΙΚΗ Κ. ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αιτήτρια, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 207/89). Αναγκαστική Απαλλοτρίωση - Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης - Υποβολή ένστασης - Δικαίωμα ακροάσεως - Δεν υφίσταται υποχρέωση της διοίκησης να ακούσει τον επηρεαζόμενο - Τα Άρθρα 4 και 6
(1)
(2)του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου του 1962 (Ν. 15/62) διασφαλίζουν τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Αναγκαστική Απαλλοτρίωση -Αρχή της ισότητας - Ισχυρισμός για παραβίαση της αρχής της ισότητας λόγω ανάκλησης της απαλλοτρίωσης άλλου τεμαχίου - Δεν θεμελιώνεται παραβίαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος όταν οι δύο περιπτώσεις δεν τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος - Προσβαλλόμενες πράξεις - Παρεμπίπτον έλεγχος άλλης διοικητικής απόφασης - Δεν χωρεί παρεμπίπτον έλεγχος διοικητικής απόφασης κατά την εκδίκαση προσφυγής που στρέφεται εναντίον άλλης διοικητικής πράξης - Απαράδεκτοι οι ισχυρισμοί περί παρανομίας της διοικητικής απόφασης που δεν είναι αντικείμενο της προσφυγής. Αναθεωρητική Δικαιοδοσία - Δικαστικός Έλεγχος - Τεχνικά Θέματα - Η κρίση της διοίκησης είναι ανέλεγκτη σε θέματα τεχνικά. Μετά από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία ακυρωνόταν η απόφαση της διοίκησης να απαλλοτριώσει τα επίδικα ακίνητα της αιτήτριας, λόγω μη διεξαγωγής της δέουσας έρευνας, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε να εγκρίνει εκ νέου την απαλλοτρίωση σαν "αναγκαία για την ίδρυση βιομηχανικής περιοχής. Η προσφυγή αυτή της αιτήτριας προσέβαλε το δεύτερο αυτό Διάταγμα Απαλλοτρίωσης των δύο επίδικων ακινήτων της στο χωριό Εργάτες. Ο δικηγόρος της αιτήτριας ισχυρίστηκε ότι δεν δόθηκε στην πελάτιδά του το δικαίωμα ακροάσεως αναφορικά με την ένσταση που είχε υποβάλει ούτε της δόθηκε ποτέ απάντηση σ' αυτήν παρά μόνο έμαθε για την τύχη της με τη δημοσίευση του Διατάγματος Απαλλοτρίωσης. Ήταν επίσης ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η επίδικη απόφαση ήταν αντίθετη με το Άρθρο 28 του Συντάγματος γιατί η απαλλοτρίωση άλλου τεμαχίου είχε ανακληθεί από τον Υπουργό κατά τρόπο που να μην υπάρχει ενιαίο μέτρο κρίσης με αποτέλεσμα την έκδηλη άνιση μεταχείρισή της. Περαιτέρω δε αναφορικά με το ίδιο θέμα τέθηκε ο ισχυρισμός πως ο Υπουργός δεν είχε αρμοδιότητα να ανακαλέσει την πράξη απαλλοτρίωσης ως προς το άλλο τεμάχιο. Τέλος η αιτήτρια ισχυρίστηκε πως οι καθ' ων η αίτηση δεν λειτούργησαν καλόπιστα κατά την εξέταση της ένστασής της αλλά είχαν ήδη προαποφασίσει την απαλλοτρίωση της περιουσίας της χωρίς να προβούν στη δέουσα έρευνα αναφορικά με τις προσωπικές και άλλες συνθήκες που περιστοίχιζαν την υπόθεσή της. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι:
(1)Δεν υπάρχει αρχή του δικαίου που να υποστηρίζει την πρόταση της αιτήτριας ότι έπρεπε να της δοθεί το δικαίωμα ακροάσεως. Αντίθετα υπάρχει άφθονη νομολογία που δέχθηκε ότι κατά τη λήψη αυστηρά διοικητικών αποφάσεων δεν υφίσταται υποχρέωση της διοίκησης να ακούσει τον επηρεαζόμενο. Περαιτέρω, ενόψει των Άρθρων 4 και 6
(1)
(2)του Ν. 15/62 η διοίκηση δεν οφείλει, επί ποινή μάλιστα ακυρότητας της απόφασής της, να καλέσει το θιγόμενο ιδιοκτήτη για να αναπτύξει τις απόψεις του εφόσον υπάρχει, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πλήρης συμμόρφωση με τις παραπάνω πρόνοιες. Παρατηρούμε ότι οι διατάξεις αυτές διασφαλίζουν ικανοποιητικά τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Παραχωρείται δικαίωμα προβολής οποιασδήποτε ένστασης αφενός και το Άρθρο 6
(1)επιβάλλει υποχρέωση στον αρμόδιο υπουργό να την εξετάσει προτού την παραπέμψει στο υπουργικό συμβούλιο με τις παρατηρήσεις ή υποδείξεις του, αφετέρου.
(2)Αναφορικά με τον ισχυρισμό της αιτήτριας πως υπήρξε άνιση μεταχείρισή της, λόγω ανάκλησης της απαλλοτρίωσης του άλλου τεμαχίου, δεν νομίζω πως υπάρχει πεδίο συγκρισιμότητας ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις. Καθώς προκύπτει από τους διοικητικούς φακέλους το τεμάχιο 103 δεν κατέχει τη νευραλγική για την ανάπτυξη της βιομηχανικής ζώνης θέση που έχουν τα επίδικα, αλλά κείται στον περίγυρο της, τουλάχιστον σε απόσταση 200 πόδια από το πιο κοντινό εργοστάσιο. Τα πρόσωπα και οι περιουσίες τους δεν τελούσαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες για να τύχουν ομοιόμορφης μεταχείρισης, όπως υπαγορεύει ο κανόνας της ισότητας. Από τα στοιχεία που υπάρχουν δεν θεμελιώνεται η παραβίασή του.
(3)Η εισήγηση πως ο Υπουργός ήταν αναρμόδιος να αποφασίσει την ανάκληση απαλλοτρίωσης του άλλου τεμαχίου, είναι απαράδεκτη διότι δεν χωρεί παρεμπίπτον έλεγχος της ανάκλησης της απαλλοτρίωσης με την ευκαιρία της δίκης αυτής, που στρέφεται εναντίον άλλης διοικητικής πράξης. Το ίδιο ισχύει και για το παράπονο πως η διοίκηση απάντησε πολύ καθυστερημένα στην παραπάνω αίτηση και έξω από τα χρονικά πλαίσια που θέτει το άρθρο 29 του συντάγματος. Για τη δυνατότητα άσκησης ή μη παρεμπίπτοντος ελέγχου παραπέμπω στην απόφαση της ολομέλειας στις υποθέσεις Ξενής Λάρκου ν. Δημοκρατίας.
(4)Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας πως οι καθ' ων η αίτηση άσκησαν κακόπιστα την εξουσία τους και δεν διεξήγαγαν τη δέουσα έρευνα αναφορικά με τις προσωπικές της συνθήκες, αυτοί δεν ευσταθούν. Όλα τα σχετικά στοιχεία, που φαίνονται ορθά από αντικειμενική σκοπιά, είχαν τεθεί υπόψη του υπουργικού συμβουλίου προτού διαμορφώσει την κρίση του. Μαρτυρούν δε ενδελεχή έρευνα από τη μια και από την άλλη συμπληρώνουν την αιτιολογία που βρίσκεται στο σώμα της πράξης. Από αυτά τα δεδομένα προκύπτει καθαρά η συνδρομή των νόμιμων και πραγματικών στοιχείων της υπό κρίση διοικητικής πράξης. Τα επιχειρήματα της αιτήτριας αναφορικά με τη δυνατότητα εξαίρεσης των κτημάτων της λόγω της θέσης τους δεν αναιρούν την κρίση της διοίκησης που είναι ανέλεγκτη σε θέματα τεχνικά. Εδώ μάλιστα είναι τόσο καθαρή η περίπτωση που και λογικά πείθεται κανείς για την ορθότητα της απόφασης. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 1382· Παντελούρης και Άλλοι ν. Υπουργικού Συμβουλίου
(1991)3 Α.Α.Δ. 78· Λάρκου ν. Δημοκρατίας
(1989)3(B) Α.Α.Δ.
  1. Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της εγκυρότητας του διατάγματος απαλλοτρίωσης που επηρεάζει τα τεμάχια 46 και 47 του συμπλέγματος Β στο χωριό Εργάτες. Α. Γεωργίου και Μ. Παπαμιχαήλ, για την αιτήτρια. Στ. Ιωαννίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. Ο Δικαστής κ. Νικήτας ανάγνωσε την ακόλουθη απόφαση. ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ.: Αντικείμενο της προσφυγής είναι η εγκυρότητα διατάγματος απαλλοτρίωσης. Το εξέδωσε το υπουργικό συμβούλιο (καθού η αίτηση 1) και δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα την 27/1/
  2. Το διάταγμα επηρεάζει τα τεμάχια 46 και 47 του συμπλέγματος Δ στο χωριό Εργάτες. Πρόκειται για όμορα κτήματα που ανήκουν στην αιτήτρια, συνολικού εμβαδού 12 σκαλών 1 προσταθιού και 700 περίπου τετραγωνικών ποδιών. Η απαλλοτρίωση τους έγινε για το σκοπό που προσδιορίστηκε ενωρίτερα στη γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης ημερ. 15/4/88 "για την προαγωγή και ανάπτυξη της βιομηχανίας.. δηλαδή για την ίδρυση βιομηχανικής περιοχής, την ενοικίαση της ή μέρους της σε τεμάχια ή διαφορετικά σε βιομηχάνους για την ανάπτυξη βιομηχανίας και/ή..... η χρησιμοποίησή της... για οποιοδήποτε άλλο σκοπό που συντελεί στην ανάπτυξη της βιομηχανίας." Φυσικά δεν ήταν η μοναδική περιουσία για την οποία λειτούργησε ο μηχανισμός απαλλοτριώσεων. Η πραγμάτωση ενός τέτοιου έργου συνεπάγεται τη χρήση πολύ μεγαλύτερης εδαφικής έκτασης. Χρονική αφετηρία των σχετικών ενεργειών της διοίκησης αποτελεί το έτος
  3. Μας είναι αναγκαίο ένα διάγραμμα των εξελίξεων από τότε γιατί έτσι μόνο τοποθετείται η κρινόμενη υπόθεση και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο σωστό τους πλαίσιο. Να υπενθυμίσω εδώ ότι σε ενδιάμεση απόφαση είχα την ευκαιρία να αναφερθώ στο ιστορικό, αλλά, αναμφίβολα θα εξυπηρετήσει η εκ νέου πληρέστερη παρουσίασή του. Αρχικά είχε προκηρυχθεί απαλλοτριωτέα έκταση 428 σκαλών περίπου στην ίδια περιοχή. Η σχετική γνωστοποίηση περιλάμβανε και τα παραπάνω κτήματα της αιτήτριας. (Α.Δ.Π. 500/81). Μετά την εξέταση των ενστάσεων που υποβλήθηκαν η αρχική έκταση περιορίστηκε σε 396 σκάλες. Η ιδιοκτησία της αιτήτριας δεν εξαιρέθηκε. Οι αντιρρήσεις της, που διατύπωσε εγγράφως ο δικηγόρος της, απορρίφθηκαν και η διοίκηση προώθησε τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Στις 28/1/87 το ανώτατο δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε η αιτήτρια στο μεταξύ για να επιτύχει άρση της δυσμενούς γι αυτήν απόφασης, τη δικαίωσε. Με την αιτιολογία ότι της απαλλοτριωτικής πράξης δεν προηγήθηκε η δέουσα έρευνα. Το υπουργείο εμπορίου και βιομηχανίας (καθού η αίτηση 2) επανήλθε με ειδική πρόταση του στο υπουργικό συμβούλιο για απαλλοτρίωση, υποστηρίζοντας με στοιχεία που παραθέτει την ανάγκη για απόκτηση των παραπάνω ακινήτων που κρίθηκαν απαραίτητα για τη λειτουργικότητα του έργου (τεκ. 2). Το συμβούλιο, που μελέτησε σε συνεδρίαση του το θέμα, αποφάσισε να εγκρίνει την απαλλοτρίωση σαν "αναγκαία για την ίδρυση βιομηχανικής περιοχής". Μετά τη δημοσίευση της γνωστοποίησης η αιτήτρια υπόβαλε ένσταση στα χρονικά περιθώρια της διαδικασίας ενστάσεων που προβλέπει το άρθρ. 4 του νόμου περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης αρ. 15/
  4. Η ένσταση είναι το συνημμένο στην αγόρευση των καθών η αίτηση με την ένδειξη τεκ.
  5. Προβλήθηκαν ουσιαστικά δύο λόγοι κατά της απαλλοτρίωσης
(1)ότι η απώλεια των κτημάτων αυτών που (όπως αναφέρεται) χρησιμοποιούσε η αιτήτρια και ο σύζυγος της για την καλλιέργεια και εμπορία λαχανικών και από την οποία αποζούσε η πενταμελής οικογένεια τους, θα τη στερούσε των αναγκαίων μέσων βιοπορισμού. Σχετικά αναφέρθηκε επίσης ότι η αιτήτρια είχε μεριμνήσει για τη συμπερίληψη της ιδιοκτησίας της στον αρδευτικό σύνδεσμο που εξυπηρετεί τις αρδευτικές ανάγκες της περιοχής και
(2)ο άλλος λόγος είναι ότι εξαιρέθηκαν ιδιοκτήτες που δεν είχαν άμεση σχέση με το γεωργικό επάγγελμα. Προηγουμένως στις 20/3/87 η αιτήτρια υπόβαλε αίτηση για την ανέγερση κατοικίας. Όπως ισχυρίζεται, την προόριζε για θυγατέρα της που αρραβωνιάστηκε με πρόσφυγα. Η διοίκηση αρνήθηκε την παραχώρηση άδειας δόμησης και το γεγονός αυτό, όπως θα φανεί παρακάτω, αποτέλεσε τη βάση για επιχείρημα αντισυνταγματικότητας της επίδικης απόφασης. Πρέπει επίσης να ειπωθεί ότι το Μάρτιο του 1988 η αιτήτρια ανόρυξε, έναντι μεγάλης δαπάνης, διάτρηση στα κτήματα, που της είχαν αποδοθεί μετά την ακυρωτική απόφαση του δικαστηρίου. Ακόμη διαπιστώθηκε ότι κατά το χρόνο δημοσίευσης της γνωστοποίησης προέβη σε δενδροφύτευση της (βλέπε σχετική μαρτυρία που παρέμεινε αναντίλεκτη). Η ένσταση της αιτήτριας έτυχε σοβαρής διερεύνησης. Σ' αυτή πήραν μέρος ή βοήθησαν και άλλα κυβερνητικά τμήματα. Τα στοιχεία που προϋπήρχαν ή είχαν συλλέγει δεν ευνοούσαν αποδοχή της ένστασης. Και αποτέλεσαν τον πυρήνα της πρότασης (τεκ. 2) που απέστειλε το αρμόδιο υπουργείο στο υπουργικό συμβούλιο για απόρριψη της ένστασης και ολοκλήρωση των διαδικασιών. Τη δημοσίευση του διατάγματος ακολούθησε η κατάθεση της υπό συζήτηση προσφυγής. Η έρευνα από το κτηματολόγιο έδειξε πως, εκτός από τα ένδικα, η αιτήτρια μαζί με το σύζυγο της είχαν και άλλα κτήματα συνολικής έκτασης 54 περίπου σκαλών. Οι λεπτομέρειες της ιδιοκτησίας του καθενός χωριστά φαίνεται στο επίσημο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που εξέδωσε το κτηματολόγιο. Το φλέγον όμως θέμα, όπως αναπτύχθηκε στην παραπάνω πρόταση, είναι η θέση και ο προσανατολισμός των κτημάτων, ως και οι επιπτώσεις τους, σε περίπτωση εξαίρεσης τους, στη λειτουργικότητα της βιομηχανικής αυτής ζώνης ως ενιαίου χώρου. Ιδού πώς το θέτει η πρόταση: "Το υπουργείο εμπορίου και βιομηχανίας έχει τη γνώμη πως τα τεμ. 46 και 47, των οποίων η απαλλοτρίωση έχει ακυρωθεί από το ανώτατο δικαστήριο, βρίσκονται σε τέτοια θέση μέσα στο χώρο που αφέθηκε να αξιοποιηθεί σε δεύτερη φάση ώστε η εκτέλεση των αναγκαίων έργων υποδομής και η λειτουργικότητα του χώρου της επέκτασης να καθίστανται χωρίς την απόκτηση τους από την κυβέρνηση προβληματικές και ως εκ τούτου επιβάλλεται η εκ νέου απαλλοτρίωση τους." Στην πρώτη σελίδα του ίδιου εγγράφου επισημαίνεται ότι, καθώς προκύπτει από το κτηματολογικό σχέδιο τεκ. 1, τα κτήματα της αιτήτριας βρίσκονται σε τέτοια θέση που "έχουν τη μορφή νησίδας στο χώρο που αφέθηκε να αξιοποιηθεί σε δεύτερη φάση." Στο σχέδιο αυτό υπάρχουν όλες οι πληροφορίες που αφορούν την υπόθεση. Ολόκληρη η βιομηχανική ζώνη διαγράφεται με ερυθρό περίγραμμα. Η έκταση που εξαιρέθηκε το 1982, μετά τις ενστάσεις που υπέβαλαν οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες, περικλείεται σε βαθυπράσινο πλαίσιο. Είναι δε συνεχόμενη και συμπαγής. Στην ένσταση της αιτήτριας, τεκ. 5 ημερ. 27/4/88, αναφέρονται οι αριθμοί 18 εξαιρεθέντων τεμαχίων. Μολονότι, όπως θα διαφανεί παρακάτω, η αιτήτρια ισχυρίστηκε με κάποια λεπτομέρεια πως μιά ή δύο από τις περιπτώσεις αυτές έτυχαν ευνοϊκής μεταχείρισης, δεν προχώρησε να δώσει συγκεκριμένη μορφή και περιεχόμενο στις υπόλοιπες που αναφέρονται στην ένσταση. Περιορίστηκε στο γενικό παράπονο που διατυπώνεται σ' αυτή. Από μιά τέτοια σκοπιά όμως δεν μπορούν να εξαχθούν θετικά συμπεράσματα για την υπόθεσή της. Εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να λεχθεί πως το υπουργικό συμβούλιο δεν υιοθέτησε πλήρως, όπως φαίνεται στην πρόταση που του υποβλήθηκε, τις εισηγήσεις της επαρχιακής διοίκησης, που εξέτασε, σε πρώτο στάδιο τις ενστάσεις. Οι προϋποθέσεις ήταν η συμμετοχή του κτήματος στο αρδευτικό σύστημα της περιοχής και η δυνατότητα γεωργικής εκμετάλλευσης του. Αλλά δεν έγιναν αποδεκτές σαν απόλυτο κριτήριο γιατί η εξαίρεση όλων των κτημάτων που υπάγονταν στο αρδευτικό τμήμα θα δυσχέραινε την υλοποίηση του σχεδίου. Με τη συλλογιστική αυτή έτυχαν εξαίρεσης το τεμ. 33 (βλέπε σχέδιο) στο οποίο ανεγειρόταν κατοικία σύμφωνα με το σχέδιο στέγασης εκτοπισθέντων και επίσης το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είχε ήδη αξιοποιηθεί για γεωργικούς σκοπούς, όπως φαίνεται στο σχέδιο. Σειρά εξέτασης, εκτός από τη συνταγματικότητα της απόφασης, έχει και ένα άλλο ζωτικής επίσης σημασίας θέμα που αφορά το δικαίωμα ακρόασης. Ο δικηγόρος της αιτήτριας υποστήριξε πως η πελάτιδα του δεν κλήθηκε να εκφράσει τις απόψεις της αναφορικά με την ένσταση που υπόβαλε ούτε της δόθηκε ιδιαίτερη απάντηση σ' αυτή, αλλά πληροφορήθηκε για την τύχη της από τη δημοσιοποίηση του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Δεν υπάρχει αρχή του δικαίου που να υποστηρίζει τέτοια πρόταση. Αντίθετα έχουμε άφθονη νομολογία που δέχθηκε ότι κατά τη λήψη αυστηρά διοικητικών αποφάσεων δεν υφίσταται υποχρέωση της διοίκησης να ακούσει τον επηρεαζόμενο. Δύο από τις πιό πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας του δικαστηρίου επί του θέματος είναι: Α.Ε. 605, Στέλιος Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, ημερ. 24/4/90 και Α.Ε. 425, Παντελής Παντελούρης ν. Υπουργικού Συμβουλίου, ημερ. 29/1/91. Στην τελευταία αυτή απόφαση γίνεται εκτεταμένη ανασκόπηση της προγενέστερης νομολογίας μας. Περαιτέρω, ενόψει των άρθρων 4 και 6
(1)
(2)του Ν. 15/62 η διοίκηση δεν οφείλει, επί ποινή μάλιστα ακυρότητας της απόφασης της, να καλέσει το θιγόμενο ιδιοκτήτη για να αναπτύξει τις απόψεις του εφόσον υπάρχει, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πλήρης συμμόρφωση με τις παραπάνω πρόνοιες. Παρατηρούμε ότι οι διατάξεις αυτές διασφαλίζουν ικανοποιητικά τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Παραχωρείται δικαίωμα προβολής οποιασδήποτε ένστασης αφενός και το άρθρο 6
(1)επιβάλλει υποχρέωση στον αρμόδιο υπουργό να την εξετάσει προτού την παραπέμψει στο υπουργικό συμβούλιο με τις παρατηρήσεις ή υποδείξεις του, αφετέρου. Η άλλη προκαταρτική εισήγηση είναι ότι η απόφαση προσκρούει στο άρθρ. 28 του συντάγματος που κατοχυρώνει την αρχή της ισότητας. Εδώ επιχειρείται σύγκριση με το τεμάχιο 103 του οποίου ο ιδιοκτήτης άρχισε να κτίζει χωρίς προηγούμενη άδεια από την αρμόδια αρχή. Δεν είναι ανάγκη να εισέλθω στις λεπτομέρειες. Φτάνει να αναφέρω πως τελικά ο υπουργός ανακάλεσε την απαλλοτρίωση του μέρους εκείνου του κτήματος που χρωματίζεται με ανοικτό πράσινο στο σχέδιο που έχουμε. Ο ιδιοκτήτης ζήτησε την εξαίρεση του, όπως τονίστηκε ιδιαίτερα, επικαλούμενος την προσφυγική του ιδιότητα και το γεγονός ότι είχε ήδη προχωρήσει σε οικοδομικές εργασίες. Λέχθηκε επίσης πως δεν εφαρμόστηκε ενιαίο μέτρο κρίσης με αποτέλεσμα την έκδηλη άνιση μεταχείριση της αιτήτριας. Δεν νομίζω πως υπάρχει πεδίο συγκρισιμότητας ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις. Καθώς προκύπτει από τους διοικητικούς φακέλους το τεμάχιο 103 δεν κατέχει τη νευραλγική για την ανάπτυξη της βιομηχανικής ζώνης θέση που έχουν τα επίδικα, αλλά κείται στον περίγυρο της, τουλάχιστον σε απόσταση 200 πόδια από το πιο κοντινό εργοστάσιο. Τα πρόσωπα και οι περιουσίες τους δεν τελούσαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες για να τύχουν ομοιόμορφης μεταχείρισης, όπως υπαγορεύει ο κανόνας της ισότητας. Από τα στοιχεία που υπάρχουν δεν θεμελιώνεται η παραβίαση του. Προβλήθηκε και ένα άλλο συναφές θα έλεγα επιχείρημα πως ο υπουργός εμπορίου και βιομηχανίας δεν είχε αρμοδιότητα να ανακαλέσει την απαλλοτριωτική πράξη σχετικά με το
  1. Η δικηγόρος της Δημοκρατίας υπέδειξε ότι η αρμοδιότητα ανάκλησης εκχωρήθηκε ρητά από το υπουργικό συμβούλιο "στον αρμόδιο υπουργό" με απόφαση του που γνωστοποιήθηκε με επίσημη δημοσίευση της κάτω από τις διατάξεις του άρθρ. 3 του περί Εκχωρήσεως της ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τίνος Νόμου, Νόμου 23 του 1962 (βλέπε Κ.Δ.Π. 249/87 της 28/8/1987). Η παραπάνω θέση είναι ορθή. Ανεξάρτητα όμως από αυτό η εισήγηση είναι απαράδεκτη διότι δεν χωρεί παρεμπίπτον έλεγχος της ανάκλησης της απαλλοτρίωσης με την ευκαιρία της δίκης αυτής, που στρέφεται εναντίον άλλης διοικητικής πράξης. Το ίδιο ισχύει και για το παράπονο πως η διοίκηση απάντησε πολύ καθυστερημένα στην παραπάνω αίτηση και έξω από τα χρονικά πλαίσια που θέτει το άρθρο 29 του συντάγματος. Για τη δυνατότητα άσκησης ή μη παρεμπίπτοντος ελέγχου παραπέμπω στην απόφαση της ολομέλειας στις προσφυγές αρ. 455/87 και 683/87, Ξενής Λάρκου ν. Δημοκρατίας, ημερ. 11/4/
  2. Η αιτήτρια αμφισβήτησε την καλή πίστη των καθών η αίτηση στην αντιμετώπιση της ένστασης, μεμφόμενη τη διοίκηση ότι στην πραγματικότητα είχε προαποφασίσει απαλλοτρίωση της περιουσίας της. Ο δικηγόρος της βασίστηκε σε ορισμένη αλληλογραφία μεταξύ λειτουργών διαφόρων τμημάτων, που είναι καταχωρημένη στους δύο ογκώδεις φακέλους - τεκμήρια της υπόθεσης. Συνάμα από τα ίδια περίπου στοιχεία αντλήθηκαν επιχειρήματα για να στηρίξουν τους υπόλοιπους λόγους που προβάλλονται στην προσφυγή για ακύρωση της πράξης και που είναι: η μη χρήση ή κακή χρήση διοικητικής εξουσίας που, όπως έχει λεχθεί, συνιστά στην ουσία παράβαση λόγου, πλάνη περί τα πράγματα, έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας και κατάχρηση εξουσίας. Ανάμεσα στα έγγραφα που αναφέρθηκαν είναι επιστολή ημερ. 29/10/87 στην οποία υπάλληλος του υπουργείου εμπορίου και βιομηχανίας ζητούσε "όπως το υπουργικό προχωρήσει στην εκ νέου απαλλοτρίωση των τεμαχίων εκείνων για τα οποία έχει ακυρωθεί η αρχική απαλλοτρίωση από το Ανώτατο Δικαστήριο". Ας σημειωθεί εν παρόδω ότι η ακύρωση δεν αφορούσε μόνον τα δύο τεμάχια της αιτήτριας, όπως ισχυρίστηκε η ίδια, αλλά και άλλες περιουσίες. Έγινε επίσης επίκληση σε επιστολή που γράφτηκε την επομένη 30/10/87 με την οποία υπάλληλος ζήτησε από το κτηματολόγιο σχέδια και άλλα στοιχεία που θα χρειάζονταν για τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Αυτά δείχνουν καθαρά, κατά την εισήγηση, ότι η διοίκηση προαποφαίνεται ενώ εκκρεμούσε ακόμη προς εκδίκαση η έφεση της πολιτείας κατά της πρωτόδικης απόφασης. Οι λόγοι ακύρωσης βρίσκουν έρεισμα, κατά την εισήγηση πάντοτε της αιτήτριας, και σε μιά επιστολή με ημερ. 29/4/87 που είχε απευθύνει στο υπουργείο εμπορίου η επαρχιακή διοίκηση από την οποία επισημάνθηκε η παρακάτω φράση "επειδή έχω πληροφορηθεί ότι θα εφεσιβληθεί η πιο πάνω απόφαση ....πολύ θα ευχαριστηθώ να με πληροφορήσετε αν πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα και αν έχει ορισθεί η ημερομηνία ακρόασης της έφεσης". Αυτό έχει ερμηνευθεί ότι δείχνει τον αρμόδιο υπάλληλο να επιχαίρει για την άσκηση έφεσης και άρα φανερώνει την προκατειλημμένη στάση της διοίκησης. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι η μη διερεύνηση των προσωπικών και άλλων συνθηκών που περιστοιχίζουν την υπόθεση της αιτήτριας δημιούργησε πλανερή εικόνα με αποτέλεσμα η κρίση των καθών η αίτηση να καταστεί ελαττωματική. Η έρευνα, συνεχίζει η εισήγηση, θα αποκάλυπτε ότι η αιτήτρια συντηρεί πολυμελή οικογένεια και ότι μόνο μικρή έκταση από την υπόλοιπη περιουσία αρδεύεται. Περαιτέρω εσφαλμένα και πεπλανημένα λήφθηκε υπόψη και η ακίνητη περιουσία του συζύγου. Είναι βέβαιο ότι η έφεση κατά της ακυρωτικής απόφασης αποσύρθηκε στις 13/11/
  3. Είναι όμως εξίσου βέβαιο ότι η Γενική Εισαγγελέας ζήτησε να αποσύρει την έφεση πριν ακόμη γραφτούν οι παραπάνω επιστολές γεγονός το οποίο κατατοπίστηκαν οι αρμόδιοι. Αυτό ανατρέπει τη βάση των παραπάνω ισχυρισμών της αιτήτριας. Πάλιν οι ενέργειες στις οποίες αναφέρθηκε, που έγιναν πριν από την έκδοση του διατάγματος απαλλοτρίωσης, αποτελούσαν ουσιαστικά εισηγήσεις υπηρεσιακών παραγόντων προς τον υπουργό εμπορίου συνοδευόμενες από την απαραίτητη τεκμηρίωση, χωρίς να προεξοφλείται η τύχη της ένστασης. Οι αντιρρήσεις της αιτήτριας εξετάστηκαν από το συμβούλιο, ως το κατά νόμο αρμόδιο όργανο, υπό το πρίσμα όλων των δεδομένων. Μεταξύ δε αυτών ήταν η παλαιά και νέα πρόταση του υπουργείου εμπορίου με τα έγγραφα που τις συνόδευαν όπως και οι γραπτές παραστάσεις της αιτήτριας. Παράλληλα υπήρχαν αδιάσειστα στοιχεία, που συγκέντρωσε η επαρχιακή διοίκηση και το κτηματολόγιο, που αντικρούουν τους ισχυρισμούς της αιτήτριας αναφορικά με τη χρήση της περιουσίας της. Στην ουσία δεν είχε ποτέ χρησιμοποιηθεί για αρδευτική καλλιέργεια παρόλο που υπήρξε μέλος του αρδευτικού τμήματος από το
  4. Η έρευνα λογικά επεκτάθηκε και στην ακίνητη περιουσία του συζύγου λόγω της φύσης των ισχυρισμών της αιτήτριας. Αναφορικά με την επιστολή ημερ. 29/4/87 δεν συμφωνώ με το νόημα που της αποδόθηκε. Ήταν απλώς μια μορφή υπηρεσιακής αβρότητας που υποψιάζομαι αποτελεί μεταφορά στην ελληνική ανάλογης αγγλικής έκφρασης "I shall be very pleased". Όλα τα σχετικά στοιχεία, που φαίνονται ορθά από αντικειμενική σκοπιά, είχαν τεθεί υπόψη του υπουργικού συμβουλίου προτού διαμορφώσει την κρίση του. Μαρτυρούν δε ενδελεχή έρευνα από τη μιά και από την άλλη συμπληρώνουν την αιτιολογία που βρίσκεται στο σώμα της πράξης. Από αυτά τα δεδομένα προκύπτει καθαρά η συνδρομή των νόμιμων και πραγματικών στοιχείων της υπό κρίση διοικητικής πράξης. Τα επιχειρήματα της αιτήτριας αναφορικά με τη δυνατότητα εξαίρεσης των κτημάτων της λόγω της θέσης τους δεν αναιρούν την κρίση της διοίκησης που είναι ανέλεγκτη σε θέματα τεχνικά. Εδώ μάλιστα είναι τόσο καθαρή η περίπτωση που και λογικά πείθεται κανείς για την ορθότητα της απόφασης. Καταλήγω πως καμιά από τις αιτιάσεις της αιτήτριας δεν τεκμηριώθηκε. Η προσφυγή της απορρίπτεται χωρίς έξοδα και η επίδικη πράξη επικυρώνεται. Η προσφυγή απορρίπτεται, χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.