Λαουτάρης ν. Πειθαρχ. Συμβ. Οδοντιάτρων
(1992)4 ΑΑΔ 2390 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1992)4 ΑΑΔ 2390 30 Ιουνίου, 1992 [ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΑΟΥΤΑΡΗΣ, Αιτητής, ν. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΩΝ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 432/92). Ο περί Οδοντιάτρων (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείον Συντάξεων) Νόμος τον 1968 (Νόμος 29/68) - Άρθρο 4
(1)όπως έχει μετά τον Νόμο 18/88 - Επιπτώσεις τον επί των βάσει του Άρθρου 13
(1)(β) εκδοθέντων κανονισμών δεοντολογίας - Η παλαιά ρύθμιση (Άρθρο 15
(1)τον Κεφ. 249 - Το περιεχόμενο του Άρθρου 13
(4)(Νόμος 29/68) και Κανονισμών 1(α), 1(δ), 20(α) και 22 - Το γενικό ερμηνευτικό συμπέρασμα και η εφαρμογή τον στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ερμηνεία - Άρθρο 11 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1 - Κανονισμοί που εκδόθηκαν δυνάμει καταργούμενου Νόμου παραμένουν σε ισχύ και είναι έγκυροι μέχρις ότου ακυρωθούν ή αντικατασταθούν - Στο βαθμό όμως που δεν είναι ασυμβίβαστοι προς τις νέες νομοθετικές πρόνοιες. Προσβλήθηκε με την προσφυγή η εγκυρότητα της απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων, με την οποία ο αιτητής βρέθηκε ένοχος διάπραξης πειθαρχικών παραπτωμάτων και τιμωρήθηκε με στέρηση του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος του για περίοδο τριών εβδομάδων καθώς και καταδίκη του αιτητή στα έξοδα της πειθαρχικής δίωξης εκ Λ.Κ. 714. Προκρίθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας ως ενδεδειγμένη η εκδίκαση, σε πρώτο στάδιο, εκείνων από τα σημεία που εγέρθηκαν, η κατάληξη επί των οποίων θα ήταν ενδεχόμενο να σφραγίσει την τύχη της προσφυγής, χωρίς εμπλοκή στα γεγονότα. Τα σημεία αυτά περιστρέφονταν γύρω από την έννοια του Άρθρου 4
(1)του περί Οδοντιάτρων (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείο Συντάξεων) Νόμου του 1968 (Νόμος 29/68), όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 18/88, και τις επιπτώσεις από τη θέσπιση αυτού του άρθρου πάνω στους περί Δεοντολογίας Κανονισμούς, που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο του Οδοντιατρικού Σώματος, κατά την ενάσκηση των εξουσιών του δυνάμει του Άρθρου 13
(1)(β) του Νόμου 29/
- Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας την Επίδικη απόφαση, αποφάσισε ότι:
- Η προσέγγιση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, εν προκειμένω,και η αντίληψη του Νόμου και των Κανονισμών που υποδηλώνει, είναι λανθασμένη. Σύμφωνα με το Νόμο 29/68, με βάση τον οποίο θεσπίστηκαν οι Κανονισμοί, η διαπίστωση διαγωγής, μεταξύ άλλων, ασυμβίβαστης προς το ιατρικό επάγγελμα, επέσυρε, χωρίς άλλο, πειθαρχικές κυρώσεις. Οι Κανονισμοί που εκδόθηκαν το 1970 δεν αποσκοπούσαν στο να δημιουργήσουν ξεχωριστές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων σε σχέση με τις οποίες θα μπορούσε να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, ανεξάρτητα από το Άρθρο 4
(1)του Νόμου 29/68. Σύμφωνα με το Άρθρο 13
(4)του Νόμου, η παράβαση κάποιου από τους Κανονισμούς θεωρείται ότι αποτελεί διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα, όρος που πρέπει να εκλάβουμε ότι καλύπτει και το οδοντιατρικό επάγγελμα. Επομένως, η διαπίστωση τέτοιας παράβασης θα επέσυρε κυρώσεις κατά το Άρθρο 4
(1)του Νόμου 29/68, αφού το άρθρο εκείνο θεωρούσε αρκετή την επίδειξη διαγωγής ασυμβίβαστης προς το οδοντιατρικό επάγγελμα, για τη στοιχειοθέτηση πειθαρχικού παραπτώματος.
- Είναι φανερόν πως δεν αρκεί πια η διαπίστωση τέτοιας διαγωγής. Απαιτείται επιπρόσθετα να φανεί ότι αυτή η διαγωγή επιδείχθηκε κατά την άσκηση του επαγγέλματος. Θα μπορούσε, βέβαια, να υποστηριχτεί ότι αυτό προέκυπτε και από τις πρόνοιες του Νόμου 29/
- Το Συμβούλιο του Οδοντιατρικού Σώματος, σύμφωνα με το Άρθρο 13(β) του Νόμου 29/68, είχε εξουσία να ρυθμίζει με Κανονισμούς την αφορώσα στην άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος δεοντολογία. Όμως, η εξέταση του αν οι Κανονισμοί, στο βαθμό που δεν αναφέρονται στην άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος, μπορούν αν θεωρηθούν ότι είναι ultra vires σε σχέση με το Νόμο, παρέλκει, έχοντας υπόψη τη ρητή πια διάταξη του Άρθρου 4
(1).
- Στην παρούσα υπόθεση, παίρνοντας για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας ως δεδομένο ότι, πράγματι ο αιτητής εγκατέλειψε την αίθουσα συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου και ακόμα παίρνοντας ως δεδομένο ότι αυτή η ενέργεια του συνιστά παράβαση των Κανονισμών περί Δεοντολογίας, για να ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετήθηκε διώξιμο πειθαρχικό παράπτωμα, θα έπρεπε να φανεί, επιπρόσθετα, πως η ενέργεια του αιτητή έγινε κατά την άσκηση του επαγγέλματος του. Οι Κανονισμοί, μέσα στο όλο πλέγμα των προνοιών που διέπουν το θέμα, δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ως επιβάλλοντες υποχρεώσεις, η μη εκπλήρωση των οποίων συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, χωρίς άλλο. Σε ό,τι αφορά τις πειθαρχικές επιπτώσεις, δεν μπορούν παρά να έχουν τη σημασία που τους αποδίδει ο Νόμος.
- Ο Κανονισμός 22 δεν μπορεί ούτε να προσθέσει ούτε να αφαιρέσει ό,τιδήποτε από τις πρόνοιες του Νόμου. Δεν μπορεί να διαφοροποιήσει ή να διευρύνει το Νόμο. Κατά το Άρθρο 11 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1, μεταξύ άλλων, Κανονισμοί που εκδόθηκαν δυνάμει καταργούμενου Νόμου παραμένουν σε ισχύ και είναι έγκυροι μέχρις ότου ακυρωθούν ή αντικατασταθούν. Αυτό όμως στο βαθμό που δεν είναι ασυμβίβαστοι προς τις νέες νομοθετικές πρόνοιες. Ο Κανονισμός 22 ήταν πλεονασματικός από την αρχή έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Άρθρου 13
(4). Τώρα είναι και ασυμβίβαστος προς το νέο Άρθρο 4
(1)του Νόμου 18/88, που πήρε τη θέση των αντίστοιχων προνοιών του Νόμου 29/68 που καταργήθηκαν. Κατά τον Κανονισμό, η παράβαση και μόνο κάποιου από τους προηγούμενους κανονισμούς επισύρει κυρώσεις και μάλιστα, όπως αναφέρεται, αυστηρές, ενώ κατά τον ισχύοντα νόμο αυτό δεν είναι πια αρκετό.
- Στην παρούσα υπόθεση, η ενέργεια σε σχέση με την οποία βρέθηκε ένοχος και τιμωρήθηκε ο αιτητής είναι εντελώς ασύνδετη με ό,τι θα μπορούσε να συσχετισθεί προς την άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου, με όση ευρύτητα και αν ερμηνευόταν αυτός ο όρος, και επομένως δεν ήταν διαγωγή που επιδείχθηκε κατά την άσκηση του επαγγέλματος.
- Δεν νομίζω ότι η μη παρουσία ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση καθήκοντος κατά το Νόμο. Το Άρθρο 5Α
(1)του Νόμου παρέχει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο την εξουσία έκδοσης κλήσης προς τον καταγγελόμενο. Ο τύπος της κλήσης, που παρατίθεται σε πίνακα του Νόμου, περιέχει παράγραφο, σύμφωνα με την οποία αν ο καταγγελθείς παραλείψει να εμφανιστεί, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί είτε να απαιτήσει την προσωπική προσέλευση του είτε να "χωρήσει εις την ακρόασιν της υποθέσεως εις την απουσίαν του". Σύμφωνα με το Άρθρο 5Α
(3)το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να απαιτεί την προσέλευση του καταγγελθέντα "ως εις συνοπτικώς διεξαγωμένας δίκας". Η δυνατότητα προσαγωγής του καταγγελόμενου, ώστε να παρευρίσκεται στην πειθαρχική διαδικασία, δεν σημαίνει και ότι η μη παρουσία του κατά ανταπόκριση προς την αρχική κλήση συνιστά κάποιας μορφής παράβαση του Νόμου. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν είχε απαιτήσει την παρουσία του αιτητή, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση.
- Το Πειθαρχικό Συμβούλιο πλανήθηκε ως προς το Νόμο και η απόφαση του θα πρέπει, γι'αυτό το λόγο, να ακυρωθεί. Η προσφυγή επιτυγχάνει χωρίς έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Allinson v. General Medical Council [1891 -1894] All E.R. Rep. 768· Πορίσματα Νομολογίας τον Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 · 1959, σελ.
- Προσφυγή. Προσφυγή κατά της απόφασης του καθ' ου η αίτηση Συμβουλίου, με την οποία ο αιτητής βρέθηκε ένοχος διάπραξης πειθαρχικών παραπτωμάτων και τιμωρήθηκε με στέρηση του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος, για περίοδο τριών εβδομάδων. Λ. Κληρίδης, για τον αιτητή. Μ. Κυριακίδης, για τους καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Ανάγνωσε την ακόλουθη απόφαση. Προσβάλλεται η εγκυρότητα της απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων με την οποία ο αιτητής βρέθηκε ένοχος διάπραξης πειθαρχικών παραπτωμάτων και τιμωρήθηκε με στέρηση του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος, για περίοδο τριών βδομάδων, από 15η Ιουνίου μέχρι 4η Ιουλίου
- Προσβάλλεται, επίσης, το μέρος της απόφασης, με το οποίο ο αιτητής καταδικάστηκε στην πληρωμή £714 ως έξοδα της πειθαρχικής δίωξης. Η απόφαση εκδόθηκε στην απουσία του αιτητή την 8η Απριλίου 1992, αλλά του γνωστοποιήθηκε την 25η Μαΐου
- Η προσφυγή καταχωρίστηκε την 2α Ιουνίου 1992 και έτσι τα χρονικά περιθώρια περιορίστηκαν. Μαζί με την προσφυγή, υποβλήθηκε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, που χρειάστηκε να αναβληθεί για την 10η Ιουνίου 1992 έπειτα από αίτημα του αιτητή για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Την 10η Ιουνίου 1992, μπροστά στις επιπλοκές που, ενδεχομένως, θα συνεπαγόταν το ότι η πειθαρχική ποινή ήταν ημερολογιακά προσδιορισμένη, η αίτηση για αναστολή αποσύρθηκε και δόθηκαν οδηγίες για την επείγουσα καταχώριση των γραπτών αγορεύσεων, προκειμένου να συμπληρωθεί η διαδικασία το συντομότερο δυνατό. Ήταν αδύνατο για τις δύο πλευρές να ετοιμαστούν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ποινής και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 23η Ιουνίου
- Είχε μέχρι τότε καταχωριστεί η γραπτή αγόρευση για τον αιτητή που συνοδεύτηκε με ένορκη δήλωση αναφορικά με ορισμένα γεγονότα και η γραπτή αγόρευση για τους καθ' ων η αίτηση. Επειδή τέθηκε θέμα απαντητικής ένορκης δήλωσης, και ενόψει της ανάγκης για αφιέρωση χρόνου γι' αυτό όπως και για επακόλουθη αντεξέταση, προκρίθηκε ως ενδεδειγμένη η εκδίκαση, σε πρώτο στάδιο, εκείνων από τα σημεία που εγέρθηκαν, η κατάληξη των οποίων θα ήταν ενδεχόμενο να σφραγίσει την τύχη της προσφυγής, χωρίς εμπλοκή στα γεγονότα. Τα σημεία αυτά περιστρέφονται γύρω από την έννοια του άρθρου 4
(1)του περί Οδοντιάτρων (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείο Συντάξεων) Νόμου του 1968 (Ν. 29/68), όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 18/88 και τις επιπτώσεις από τη θέσπιση αυτού του άρθρου πάνω στους περί Δεοντολογίας Κανονισμούς που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο του Οδοντιατρικού Σώματος κατά την ενάσκηση των εξουσιών του, δυνάμει του άρθρου 13
(1)(β) του Νόμου 29/68. Ερωτάται αν για να στοιχειοθετηθεί οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα οδοντιάτρου είναι απαραίτητο η καταγγελλόμενη συμπεριφορά να εκδηλώνεται κατά την άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου και εφόσον η απάντηση σ' αυτό θα είναι καταφατική, αν η καταγγελθείσα συμπεριφορά του αιτητή εκδηλώθηκε κατά την άσκηση του επαγγέλματος του. Ερωτάται, συναφώς, αν είναι δυνατό να στηριχθεί κατηγορία για πειθαρχικό παράπτωμα όχι στο άρθρο 4
(1)του Νόμου, αλλά στους ίδιους τους Κανονισμούς περί Δεοντολογίας και μόνο. Χρειάζεται κάποια αναδρομή για να προσεγγιστεί το ζήτημα στην ορθή του διάσταση. Με βάση το άρθρο 15
(1), του περί Εγγραφής Οδοντιάτρων Νόμου Κεφ. 249, η καταδίκη εγγεγραμμένου οδοντιάτρου για αδίκημα, που κατά τη γνώμη του Ιατρικού Συμβουλίου ενείχε ηθική αισχρότητα, ή το εύρημα του ίδιου Συμβουλίου, μετά από δέουσα έρευνα, ότι ήταν ένοχος ατιμωτικής η επονείδιστης διαγωγής, από οποιαδήποτε επαγγελματική άποψη (in any profession respect), ή ότι είχε πετύχει την εγγραφή του ως οδοντίατρος με ψευδείς ή δόλιες παραστάσεις, επέσυρε την πειθαρχική κύρωση της διαγραφής από το μητρώο ή της αναστολής άσκησης του επαγγέλματος του. Το άρθρο 4
(1)του Νόμου 29/68 που ακολούθησε, εμφανίζεται ταυτόσημο ως προς τον προσδιορισμό της διαγωγής που επέσυρε τις διευρυμένες πια πειθαρχικές κυρώσεις, που αναφέρονται σ' αυτό. Επισημαίνω μόνο την αναφορά του σε ατιμωτική ή επονείδιστη διαγωγή ή διαγωγή ασυμβίβαστη προς το οδοντιατρικό επάγγελμα, που θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ότι αποσκοπούσε στο να αποδώσει, στα ελληνικά, το νόημα του αντίστοιχου μέρους του άρθρου 15
(1)του Κεφ. 249. Το άρθρο 13
(1)(β) του Νόμου 29/68, παρέχει στο Συμβούλιο του Οδοντιατρικού Σώματος, μεταξύ άλλων, την εξουσία για τη ρύθμιση με κανονισμούς, "την αφορώσαν εις την άσκησιν του οδοντιατρικού επαγγέλματος δεοντολογίαν". Το άρθρο 13
(4)του Νόμου 29/68 προβλέπει πως "πας οδοντίατρος, όστις παραβαίνει ή δεν τηρεί Κανονισμούς εκδοθέντας συμφώνως τω παρόντι άρθρω, θεωρείται ένοχος ασυμβιβάστου προς το ιατρικόν επάγγελμα διαγωγής." Το Συμβούλιο εξέδωσε τους περί Δεοντολογίας Κανονισμούς, που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της 30ής Ιανουαρίου 1970 (Ε.Ε. Παρ. III, Αρ. 774). Ο Νόμος 18/88 κατάργησε τις πειθαρχικές διατάξεις του Νόμου 29/68. Μας ενδιαφέρει το νέο άρθρο 4
(1)του Νόμου 18/88, που είναι και το ισχύον. Προβλέπει τα ακόλουθα: "Οδοντίατρος υπόκειται εις πειθαρχικήν δίωξιν: (α) εάν καταδικασθή υπό Δικαστηρίου δι' αδίκημα ενέχον έλλειψιν τιμιότητος ή ηθική αισχρότητα· (β) εάν επέδειξε κατά την άσκησιν του επαγγέλματος του διαγωγήν επονείδιστον ή ασυμβίβαστον προς το οδοντιατρικόν επάγγελμα· (γ) εάν επέτυχε την εγγραφήν του ως Οδοντιάτρου, δυνάμει του περί Εγγραφής Οδοντιάτρων Νόμου, διά ψευδών ή δολίων παραστάσεων." Η καταγγελθείσα διαγωγή του αιτητή ήταν η ακόλουθη: Την 10η Ιουλίου 1991, κατά τη διάρκεια διαδικασίας ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, σε σχέση με πειθαρχικά παραπτώματα που του καταλογίζονταν, εγκατέλειψε την αίθουσα όταν το Πειθαρχικό Συμβούλιο αρνήθηκε να του επιτρέψει να προβάλει προδικαστικές ενστάσεις πριν από την απαγγελία των κατηγοριών. Διεξάχθηκε έρευνα από ερευνώντα λειτουργό που διορίστηκε και η υπόθεση ακούστηκε την 8η Απριλίου 1992 στην απουσία του αιτητή, για λόγους στους οποίους δεν είναι ανάγκη να αναφερθώ. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο βρήκε ότι η πιο πάνω ενέργεια του αιτητή στοιχειοθετούσε τα πιο κάτω πειθαρχικά παραπτώματα: (α) Συμπεριφορά ανάξια προς το ψηλό λειτούργημα του οποίου ο αιτητής ήταν θεματοφύλακας κατά παράβαση του Κανονισμού 1(α). Ο Κανονισμός 1(α) προβλέπει τα ακόλουθα: "Έκαστος Οδοντίατρος ασκών το έργον αυτού, συμφώνως προς τους κείμενους Νόμους και εν τω πνεύματι των ηθών και εθίμων της σύγχρονου Κυπριακής κοινωνίας, δέον όπως, κατά την 'άσκησιν του επαγγέλματος του, αποφεύγη πάσαν πράξιν ή παράλειψιν, δυναμένην να παραβλάψη την τιμήν και αξιοπρέπειαν του κοινού προς αυτό, εν γένει δε, οφείλει να αποτελή υπόδειγμα εντίμου και ανεπιλήπτου ατόμου καθ' όλας τας εκδηλώσεις του ιδιωτικού και δημοσίου αυτού βίου, και να συμπεριφέρηται κατά τρόπον αντάξιον προς το υψηλόν λειτούργημα του οποίου είναι θεματοφύλαξ'". (β) Συμπεριφορά κατά τρόπο ο οποίος έπληξε την ατομική τιμή και αξιοπρέπεια του αιτητή, όπως και την τιμή και αξιοπρέπεια του Οδοντιατρικού Σώματος, κατά παράβαση του Κανονισμού 1(δ). Ο Κανονισμός 1(δ) προβλέπει τα ακόλουθα. "Διά της συμπεριφοράς, της εμφανίσεως, των λόγων, των έργων και του υποδειγματικού τρόπου ζωής αυτού, οφείλει να επισύρη τον σεβασμόν προς την ατομικήν τιμήν και αξιοπρέπειαν αυτού, την τιμήν και αξιοπρέπειαν του οδοντιατρικού σώματος και της ιατρικής εν γένει, ης τυγχάνει λειτουργός." (γ) Προσβολή και περιφρόνηση προς το Πειθαρχικό Συμβούλιο των Οδοντιάτρων, τον Πρόεδρο και τα μέλη του, κατά παράβαση του Κανονισμού 20(α). Ο Κανονισμός 20(α) προβλέπει τα ακόλουθα: "Ο Οδοντίατρος οφείλει να διατηρή μετά των συναδέλφων αυτού σχέσεις αβρότητος και μετριοφροσύνης." (δ) Επίδειξη επονείδιστης συμπεριφοράς κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(β) του Νόμου 18/88. Κρίνω ότι η πιο πάνω προσέγγιση του Πειθαρχικού Συμβουλίου και η αντίληψη του Νόμου και των Κανονισμών, που υποδηλώνει, είναι λανθασμένη. Σύμφωνα με το Νόμο 29/68, με βάση τον οποίο θεσπίστηκαν οι Κανονισμοί, η διαπίστωση διαγωγής, μεταξύ άλλων, ασυμβίβαστης προς το ιατρικό επάγγελμα επέσυρε, χωρίς άλλο, πειθαρχικές κυρώσεις. Οι Κανονισμοί που εκδόθηκαν το 1970 δεν αποσκοπούσαν στο να δημιουργήσουν ξεχωριστές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, σε σχέση με τις οποίες θα μπορούσε να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, ανεξάρτητα από το άρθρο 4
(1)του Νόμου 29/68. Σύμφωνα με το άρθρο 13
(4)του Νόμου, η παράβαση κάποιου από τους Κανονισμούς θεωρείται ότι αποτελεί διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα, όρος που πρέπει να εκλάβουμε ότι καλύπτει και το οδοντιατρικό επάγγελμα. Επομένως, η διαπίστωση τέτοιας παράβασης θα επέσυρε κυρώσεις κατά το άρθρο 4
(1)του Νόμου 29/68, αφού το άρθρο εκείνο θεωρούσε αρκετή την επίδειξη διαγωγής ασυμβίβαστης προς το οδοντιατρικό επάγγελμα, για τη στοιχειοθέτηση πειθαρχικού παραπτώματος. Είναι φανερόν πως δεν αρκεί πια η διαπίστωση τέτοιας διαγωγής. Απαιτείται επιπρόσθετα να φανεί ότι αυτή η διαγωγή επιδείχθηκε κατά την άσκηση του επαγγέλματος. Θα μπορούσε, βέβαια, να υποστηριχτεί ότι αυτό προέκυπτε και από τις πρόνοιες του Νόμου 29/68. Το Συμβούλιο του Οδοντιατρικού Σώματος, σύμφωνα με το άρθρο 13(β) του Νόμου 29/68, είχε εξουσία να ρυθμίζει με Κανονισμούς την αφορώσα στην άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος δεοντολογία. Όμως, η εξέταση του αν οι Κανονισμοί, στο βαθμό που δεν αναφέρονται στην άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος, μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι ultra vires σε σχέση με το Νόμο παρέλκει, έχοντας υπόψη τη ρητή πια διάταξη του άρθρου 4
(1), στην οποία έχω αναφερθεί. Στην παρούσα υπόθεση, παίρνοντας για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας ως δεδομένο ότι πράγματι ο αιτητής εγκατέλειψε την αίθουσα συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου με τον τρόπο που αναφέρθηκε και ακόμα παίρνοντας το ως δεδομένο ότι αυτή η ενέργεια του συνιστά παράβαση των Κανονισμών περί Δεοντολογίας, για να ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετήθηκε διώξιμο πειθαρχικό παράπτωμα θα' έπρεπε να φανεί επιπρόσθετα πως η ενέργεια του αιτητή έγινε κατά την άσκηση του επαγγέλματος του. Οι Κανονισμοί, μέσα στο όλο πλέγμα των προνοιών που διέπουν το θέμα, δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ως επιβάλλοντες υποχρεώσεις, η μή εκπλήρωση των οποίων συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, χωρίς άλλο. Σε ό,τι αφορά τις πειθαρχικές επιπτώσεις, δεν μπορούν παρά να έχουν τη σημασία που τους αποδίδει ο Νόμος. Ο Κανονισμός 22 προβλέπει τα ακόλουθα: "Οιαδήποτε παράβασις, καταφρόνησις ή και καταστρατήγησις των Κανόνων Δεοντολογίας, ως και των εις έτερα νομοθετήματα προνοουμένων τοιούτων, θέλει επισύρει, κατά του τοιούτου παραβάτου, αυστηράς κυρώσεις, τοιαύτας ας το Πειθαρχικόν Συμβούλιον ήθελεν επιβάλει συμφώνως τω Νόμω." Ο Κανονισμός αυτός, δεν μπορεί ούτε να προσθέσει, ούτε να αφαιρέσει ο,τιδήποτε από τις πρόνοιες του Νόμου. Δεν μπορεί να διαφοροποιήσει ή να διευρύνει το Νόμο. Κατά το άρθρο 11 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1, μεταξύ άλλων, Κανονισμοί που εκδόθηκαν δυνάμει καταργούμενου Νόμου παραμένουν σε ισχύ και είναι έγκυροι μέχρις ότου ακυρωθούν ή αντικατασταθούν. Αυτό όμως στο βαθμό που δεν είναι ασυμβίβαστοι προς τις νέες νομοθετικές πρόνοιες. Ο Κανονισμός 22 ήταν πλεονασματικός από την αρχή, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 13
(4)στις οποίες έχω αναφερθεί. Τώρα είναι και ασυμβίβαστος προς το νέο άρθρο 4
(1)του Νόμου 18/88 που πήρε τη θέση των αντίστοιχων προνοιών του Νόμου 29/68 που καταργήθηκαν. Κατά τον Κανονισμό η παράβαση και μόνο κάποιου από τους προηγούμενους κανονισμούς επισύρει κυρώσεις και μάλιστα, όπως αναφέρεται, αυστηρές, ενώ κατά τον ισχύοντα νόμο αυτό δεν είναι πια αρκετό, για τους λόγους που εξήγησα. Θα παρακάμψω το γεγονός ότι, αντίθετα από όσα προκύπτουν από τις πρόνοιες του Νόμου, το Πειθαρχικό Συμβούλιο θεώρησε την αναφερθείσα ενέργεια του αιτητή ως επονείδιστη διαγωγή, που δεν είναι ο χαρακτηρισμός που υιοθετεί το άρθρο 13
(4). Δεν θα επεκταθώ ακόμα στο γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, λήφθηκε υπόψη, κατά την κρίση ως προς την ενοχή του αιτητή, η στάση του μετά την ισχυρισθείσα εγκατάλειψη της αίθουσας και ιδιαίτερα η αναφερθείσα ως συμπεριφορά του κατά τη διαδικασία της διερεύνησης του θέματος, από τον ερευνώντα λειτουργό που ορίστηκε. Εφόσο θεωρηθεί ότι η ενέργεια που καταλογίζεται στον αιτητή δεν έγινε κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί. Εισηγήθηκε ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση πως με τον όρο "άσκηση του επαγγέλματος" δεν πρέπει να εννοείται μόνο η προσφορά Οδοντιατρικών υπηρεσιών. Με παρέπεμψε σχετικά στην αγγλική υπόθεση Allinson ν. General Medical Council (1891 - 1894) All E.R. Rep. 768. στην οποία αποφασίστηκε ότι η δημοσίευση ανακοινώσεων, με τις οποίες προσάπτονταν σοβαρές κατηγορίες εναντίον συναδέλφων του πειθαρχικά διωκόμενου γιατρού και διαφημίζονταν οι ικανότητες του, ενέπιπτε στις πρόνοιες του άρθρου 29 του Medical Act του 1858. Αντί να παραθέσω το άρθρο εκείνο περιορίζομαι στο να επισημάνω την ομοιότητα του με το άρθρο 15
(1)του Κεφ. 249 και ακόμα του άρθρου 4
(1)του Νόμου 29/68, στα οποία έχω αναφερθεί. Σε κανένα από τα πιο πάνω νομοθετήματα δεν ήταν ξεχωριστό συστατικό του πειθαρχικού παραπτώματος, ρητά προσδιορισμένο, η επίδειξη της προβλεπόμενης συμπεριφοράς κατά την άσκηση του επαγγέλματος. Επομένως, η υπόθεση Allinson διακρίνεται και αυτό ανεξάρτητα από το αν δημοσιεύματα, όπως εκείνα που εξετάστηκαν εκεί, θα μπορούσαν ενδεχομένως να θεωρηθούν ως διαγωγή κατά την άσκηση του επαγγέλματος. Στην παρούσα υπόθεση, η ενέργεια, σε σχέση με την οποία βρέθηκε ένοχος και τιμωρήθηκε ο αιτητής, είναι εντελώς ασύνδετη με ό,τι θα μπορούσε να συσχετισθεί προς την άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου, με όση ευρύτητα και αν ερμηνευόταν αυτός ο όρος, και επομένως κρίνω πως δεν ήταν διαγωγή που επιδείχθηκε κατά την άσκηση του επαγγέλματος του. Ο δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 1959 σελ. 367), σύμφωνα με την οποία αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα κάθε παράβαση των γενικών ή ιδιαίτερων καθηκόντων του υπαλλήλου που του επιβάλλονται από το Νόμο. Εισηγήθηκε συναφώς ότι, ακριβώς ήταν καθήκον του αιτητή, κατά το Νόμο, να εμφανιστεί και να συνεχίσει να είναι παρών στη πειθαρχική διαδικασία. Δε νομίζω ότι διαφοροποιείται η κατάσταση, ενόψει του ότι το ζητούμενο είναι αν η κρινόμενη διαγωγή εκδηλώθηκε κατά την άσκηση του επαγγέλματος του αιτητή. Εν πάση περιπτώσει, δε νομίζω ότι η μή παρουσία ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση καθήκοντος κατά το Νόμο, με την έννοια που προσεγγίζει το ζήτημα ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση. Το άρθρο 5Α
(1)του Νόμου παρέχει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο την εξουσία έκδοσης κλήσης προς τον καταγγελόμενο. Ο τύπος της κλήσης, που παρατίθεται σε πίνακα του Νόμου, περιέχει παράγραφο σύμφωνα με την οποία αν ο καταγγελθείς παραλείψει να εμφανιστεί, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί είτε να απαιτήσει την προσωπική προσέλευση του είτε να "χωρήσει εις την ακρόασιν της υποθέσεως εις την απουσίαν του". Σύμφωνα με το άρθρο 5Α
(3), το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να απαιτεί την προσέλευση του καταγγελθέντα "ως εις συνοπτικώς διεξαγομένας δίκας". Η δυνατότητα προσαγωγής του καταγγελόμενου, ώστε να παρευρίσκεται στην πειθαρχική διαδικασία, δεν σημαίνει και ότι η μη παρουσία του, κατά ανταπόκριση προς την αρχική κλήση, συνιστά κάποιας μορφής παράβαση του Νόμου, με την έννοια που προσδίδει στον όρο ο δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν είχε απαιτήσει την παρουσία του αιτητή ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση. Προχώρησε στην εκδίκαση της πειθαρχικής υπόθεσης που εκκρεμούσε εναντίον του στην απουσία του, τον βρήκε ένοχο και του επέβαλε την ποινή της αναστολής άσκησης του επαγγέλματος του για περίοδο τριών εβδομάδων, από την από την 1η μέχρι την 21η Μαρτίου 1992. Όπως έχει αναφερθεί, κατά του κύρους της απόφασης αυτής εκκρεμεί άλλη προσφυγή. Καταλήγω ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο πλανήθηκε ως προς το Νόμο και ότι η απόφαση του θα πρέπει, γι' αυτό το λόγο, να ακυρωθεί. Η προσφυγή πετυχαίνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Καμιά διαταγή για έξοδα. Η προσφυγή επιτυγχάνει χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο