← Κύπρος

Κυριάκου κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α. (1992) 4 ΑΑΔ 3051

Κυριάκου κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α.

(1992)4 ΑΑΔ 3051 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1992)4 ΑΑΔ 3051 9 Σεπτεμβρίου, 1992 [ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ, Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΜΕΣΩ ΤΩΝ 1. ΕΦΟΡΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ Καθ' ων η αίτηση. (Υποθέσεις Αρ. 356/90 & 357/90). Προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 τον Συντάγματος - Προθεσμία - Έναρξη - Μη δημοσιευτέες πράξεις -Έναρξη από την πλήρη γνώση του αιτητή. Φορολογία - Φορολογία Εισοδήματος - Φορολογητέο Εισόδημα - Η αρχή ότι το εισόδημα πηγάζει από την ιδιοκτησία την οποία και ακολουθεί - Εφαρμογή στην συγκεκριμένη περίπτωση. Φορολογία - Φορολογία Εισοδήματος - Η διάκριση της αποξένωσης του εισοδήματος και της απλής διάθεσής του - Νομολογιακά πορίσματα - Διαφοροποίηση της κριθείσας υπόθεσης: διάφορο αποτέλεσμα - Θεωρία και νομολογία - Θεμελίωση της διαφοροποιήσεως από την προηγούμενη νομολογία. Φορολογία - Φορολογία Εισοδήματος - Αδικαιολόγητη παράλειψη - Άρθρο 39
(2)των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων - Επιβολή τόκου επί του φόρου - Προαπαιτείται διαπίστωση του Εφόρου ότι η καθυστέρηση στη διενέργεια βεβαιώσεως της φορολογίας οφείλεται σε αδικαιολόγητη παράλειψη του φορολογουμένου - Δέουσα έρευνα - Δικαστικός έλεγχος. Με τις συναφείς προσφυγές, οι αιτητές προσέβαλαν την απόφαση του καθ' ου η αίτηση Εφόρου με την οποία τους επιβλήθηκε φορολογία για τα έτη 1981-1986 σχετικά με ενοίκια από ακίνητό τους στον Άγιο Νικόλαο Λεμεσού, με τόκο επάνω στα σχετικά ποσά φόρου. Το κρίσιμο, ενώπιον του Δικαστηρίου, ζήτημα ήταν η επενέργεια επί της διαφοράς του συμβολαίου των αιτητών με τον εκλιπόντα πατέρα τους, με το οποίο μετέβαινε μεν η κυριότητα του συγκεκριμένου ακινήτου σε αυτούς, η κατοχή και κάρπωσή του όμως παρέμενε στον πατέρα τους, περιλαμβανομένου του δικαιώματος εκμίσθωσης και είσπραξης των ενοικίων, ο δε πατέρας βρισκόταν εν ζωή καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου που αποτέλεσε τη βάση υπολογισμού για την επιβολή των επίδικων φορολογιών. Για τη φορολογία του πρώτου ληφθέντος φορολογικού έτους εγέρθηκε προδικαστική ένσταση εκπροθέσμου των προσφυγών από τους καθ' ων η αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας μερικώς τις επίδικες πράξεις, αποφάσισε ότι:
  1. Εφόσον η απόφαση για την επίδικη φορολογία του 1981 δεν είναι δημοσιευτέα, η χρονική προθεσμία των 75 ημερών, που καθορίζεται στο Άρθρο 146.3 του Συντάγματος, αρχίζει από την ημέρα που οι αιτητές έλαβαν πλήρη γνώση του περιεχομένου της απόφασης. Παρόλο που δεν γνωρίζουμε πότε κοινοποιήθηκε στους αιτητές η τελική αυτή φορολογία, γνωρίζουμε ότι οι αιτητές αναφέρονται σ' αυτή ρητά στις αντίστοιχες επιστολές τους προς τον Έφορο, ημερομηνίας 29/1/1990, με τις οποίες είχαν υποβάλει τις αντίστοιχες ενστάσεις τους για τις φορολογίες των ετών 1981 έως
  2. Συμπεραίνω από το γεγονός αυτό ότι οι αιτητές έλαβαν γνώση της επίδικης φορολογίας το αργότερο στις 29/1/1990 και, επομένως, από αυτή την ημερομηνία αρχίζει η αποκλειστική προθεσμία των 75 ημερών, η οποία συμπληρώθηκε πολύ πριν τις 3/5/1990 που καταχωρήθηκε η προσφυγή. Επιβάλλεται να προσθέσω ότι η επίδικη αυτή φορολογία δεν υπήρξε αντικείμενο της απόφασης του Εφόρου ημερομηνίας 22/2/1990 με την οποία υποδεικνύεται στους αιτητές ότι δεν επιδεχόταν ένσταση εφόσον έφερε Κώδικα 5 και αφορούσε διευθέτηση προηγούμενης ένστασης που είχαν υποβάλει με τις επιστολές του ελεγκτή τους, ημερομηνίας 13/1/1988 και 19/1/1988 αντίστοιχα. Έπεται ότι, στην έκταση που αφορούν την επίδικη φορολογία του έτους 1981, οι προσφυγές των αιτητών είναι εκπρόθεσμες και απαράδεκτες.
  3. Με αφετηρία την αρχή ότι το εισόδημα πηγάζει από την ιδιοκτησία, την οποία και ακολουθεί, και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στην διάρκεια των υπό εξέταση φορολογικών ετών το ακίνητο που απέφερε τα επίδικα ενοίκια ήταν εξ ολοκλήρου εγγεγραμμένο σε ίσα μερίδια στο όνομα των αιτητών, χωρίς καμιά επιφύλαξη, έπεται ότι, για τους σκοπούς φορολογίας τους εισοδήματος, τα ενοίκια αυτά αποτελούν φορολογητέο εισόδημα των ίδιων των αιτητών, ως ιδιοκτητών του ακινήτου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο τρόπος της διάθεσής του, εκτός αν οι αιτητές ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν αποξενώσει το εισόδημα αυτό, μέσα στην έννοια που ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στο φορολογικό δίκαιο, και ότι η επίδικη απόφαση του Εφόρου περί του αντιθέτου δεν ήταν εύλογα επιτρεπτή και συνιστά, ως εκ τούτου, υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.
  4. Η καθοριστική για την παρούσα υπόθεση διάκριση μεταξύ της αποξένωσης του εισοδήματος και της απλής διάθεσης του (οι αντίστοιχοι Αγγλικοί όροι είναι alienation of income και application of income), εκτός της θεωρητικής έχει τύχει και νομολογιακής επεξεργασίας: Charis Georghallides, 23 C.L.R. 249, 257, 258, Plutis Kittides v. Republic
(1973)3 C.L.R. 123, 140,141, Ιερώνυμος Χίννης ν. Δημοκρατίας. Τα γεγονότα στις πιο πάνω υποθέσεις διαφέρουν, βεβαίως, από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Είναι, όμως, χρήσιμες γιατί καθορίζουν τις γενικές αρχές που καθοδηγούν το Δικαστήριο στην προσέγγιση του επίδικου θέματος. Η διακρίβωση των αρχών αυτών δεν παρουσιάζει δυσκολία. Δυσκολία, πολύ μεγάλη μερικές φορές, παρουσιάζει μόνο η εφαρμογή τους στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επιβάλλεται, για το λόγο αυτό, προσεκτική θεώρηση και εκτίμηση των γεγονότων στην κάθε υπόθεση, με σκοπό τη διαπίστωση της πραγματικής φύσης της συγκεκριμένης διευθέτησης και κατά πόσο έχει επέλθει αποτελεσματική αποξένωση του εισοδήματος από το δικαιούχο πρόσωπο, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι έπαυσε να ανήκει σ' αυτό ή όχι.
  1. Εφόσον στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρξε ποτέ πλήρης μεταβίβαση από τον ιδιοκτήτη της περιουσίας, που αποτελεί την πηγή του εισοδήματος, για την αποτελεσματική αποξένωση του εισοδήματος πρέπει να υπάρχει έγκυρο εμπίστευμα προς όφελος του εμπιστευματοδόχου πατέρα των αιτητών.
  2. Το άρθρο 65ΙΕ του βασικού Νόμου θεσπίστηκε για πρώτη φορά με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) (Τροποποιητικό) Νόμο του 1978 (Ν. αρ. 2/78) στις 27/1/1978, ο οποίος όμως τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 1980 με γνωστοποίηση του Υπουργικού Συμβουλίου που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Παράρτημα ΙΙΙ(ι) ΚΔΠ 61/
  3. Σύμφωνα με τους αιτητές το εμπίστευμα, προς όφελος του πατέρα τους, και η παρούσα υπόθεση δεν καλύπτεται από τη διάταξη αυτή.
  4. Έπεται ότι το καθοριστικό ερώτημα που παραμένει να απαντηθεί είναι κατά πόσο, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, έχει δημιουργηθεί, με βάση το τότε ισχύον δίκαιο, έγκυρο εμπίστευμα, αναφορικά με τα επίδικα ενοίκια του ακινήτου των αιτητών, προς όφελος του πατέρα -τους ή όχι. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν ήταν εύκολο έργο. Τελικά, όμως, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική. Στην παρούσα υπόθεση οι πρόνοιες του επίδικου συμβολαίου μαρτυρούν καθαρά την πρόθεση των αιτητών, ως ιδιοκτητών, αναφορικά με τα ενοίκια του ακινήτου. Αποδεχόμενοι τη δωρεά του πατέρα τους, δήλωσαν ρητά ότι μεταβιβάζουν τα οποιαδήποτε δικαιώματά τους, ως ιδιοκτήτες, αναφορικά με την ενοικίαση του ακινήτου και την είσπραξη των ενοικίων, στον πατέρα τους αμετάκλητα και τελεσίδικα και κατά τρόπο νομικά δεσμευτικό. Ο δε Έφορος δέχεται ως πραγματική την πρόθεση αυτή των αιτητών. Η αδιαμφισβήτητη ύπαρξη αυτής της πρόθεσης όλων των μερών στην επίδικη διευθέτηση, διακρίνει την παρούσα υπόθεση από όλες τις άλλες Κυπριακές αποφάσεις επί του επίδικου θέματος, στις οποίες το Δικαστήριο δεν είχε αποδεχτεί την ύπαρξη έγκυρου εμπιστεύματος. Η διαχείριση του επίδικου ακινήτου δεν περιήλθε ποτέ στα χέρια των αιτητών στην παρούσα υπόθεση, ούτε οποιοδήποτε ποσό ενοικίου πληρώθηκε ποτέ σ' αυτούς.
  5. Από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, συμπεραίνεται η δημιουργία έγκυρου εμπιστεύματος υπέρ του πατέρα των αιτητών στην είσπραξη των ενοικίων του επίδικου ακινήτου, με συνέπεια την αποτελεσματική αποξένωση του εισοδήματος των ενοικίων αυτών από τους αιτητές προς τον πατέρα τους. Το εισόδημα των ενοικίων αυτών δεν αποτελεί, ως εκ τούτου, μέρος του φορολογητέου εισοδήματος των αιτητών, και η περί του αντιθέτου επίδικη απόφαση του Εφόρου είναι προϊόν πλάνης περί το Νόμο. Ποιά, όμως, είναι τα ενοίκια που αποτελούν το αντικείμενο του εν λόγω εμπιστεύματος; Εφόσον το εμπίστευμα δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα του συμβολαίου του 1973, και εφόσον ο καθένας από τους αιτητές ήταν κατά την εποχή εκείνη ιδιοκτήτης κατά ένα τρίτο μερίδιο μόνο στην περιουσία, που αποτελεί την πηγή του εν λόγω εισοδήματος, το εμπίστευμα αφορά μόνο το μέρος του συνολικού ποσού των ενοικίων που αντιστοιχεί στο μερίδιο του κάθε αιτητή στην περιουσία. Ο πατέρας των αιτητών εισέπραττε μέχρι και το 1978 το υπόλοιπο ένα τρίτο των ενοικίων ως ιδιοκτήτης της περιουσίας κατά ένα τρίτο μερίδιο και όχι δυνάμει του εμπιστεύματος. Η δεύτερη μεταβίβαση του εναπομείναντος ενός τρίτου αδιαίρετου μεριδίου στο επίδικο ακίνητο δεν επηρέασε το εμπίστευμα αναφορικά με τα υπόλοιπα δύο τρίτα του ποσού των ενοικίων, εφόσον η ισχύς του εμπιστεύματος είχε εξ αρχής καθοριστεί από το συμβόλαιο του 1973 για το υπόλοιπο της ζωής του πατέρα. Ταυτόχρονα, πρέπει όμως να σημειωθεί ότι, η μεταβίβαση του 1978 στους αιτητές έγινε χωρίς οποιαδήποτε δέσμευση αναφορικά με το υπόλοιπο ένα τρίτο των ενοικίων, συμβατική ή άλλη, παρόμοια με εκείνη του συμβολαίου του
  6. Από μόνο του το γεγονός ότι ο πατέρας εξακολούθησε να εισπράττει μετά το 1978, όχι μόνο τα δύο τρίτα των ενοικίων που καλύπτονταν από το εμπίστευμα, αλλά και το υπόλοιπο ένα τρίτο των ενοικίων, με την άδεια και/ή ανοχή των αιτητών, χωρίς όμως να ασκεί δικαίωμα επί του προκειμένου που να βασίζεται στην ύπαρξη οποιασδήποτε αναγνωρισμένης νομικής σχέσης μεταξύ του ιδίου και των αιτητών, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα για την ύπαρξη έγκυρου εμπιστεύματος αναφορικά με το μέρος αυτό των ενοικίων.
  7. Οι επίδικες φορολογίες για τα έτη 1982 έως 1986 πάσχουν μερικώς από πλάνη του Εφόρου ως προς το Νόμο. Εκδίδω, ως εκ τούτου, διαταγή για τη μερική τους ακύρωση. Η ακύρωση επηρεάζει τις πιο πάνω φορολογίες μόνο στο βαθμό που αυτές βασίζονται στο εισόδημα από τα ενοίκια που καλύπτονται από το εμπίστευμα και ισούνται για τον κάθε αιτητή με το ένα τρίτο του συνόλου των ενοικίων που απέφερε το επίδικο ακίνητο. Οι επίδικες φορολογίες για τα έτη 1982 έως 1986 επικυρώνονται κατά το υπόλοιπο μέρος τους, δηλαδή στο βαθμό που βασίζονται στο φορολογητέο εισόδημα του κάθε αιτητή στο οποίο έχει συνυπολογιστεί το ένα έκτο μερίδιο του συνολικού ποσού των ενοικίων του επίδικου ακινήτου. Για τη νόμιμη επιβολή τόκου πάνω στο ποσό του φόρου, προαπαιτείται διαπίστωση του Εφόρου ότι η καθυστέρηση στη διενέργεια βεβαιώσεως της φορολογίας οφείλεται σε αδικαιολόγητη παράλειψη του φορολογούμενου. Η διαπίστωση αυτή πρέπει να είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και αξιολόγησης των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την παρατηρούμενη καθυστέρηση στην κάθε περίπτωση, υπόκειται δε σε δικαστικό έλεγχο. Η ορθότητα της διατύπωσης αμφιβολιών και από τους καθ' ων η αίτηση ως προς το κατά πόσον ήταν αδικαιολόγητη η παράλειψη των παρόντων αιτητών εν τη εννοία του Άρθρου 39
(2), των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων, επιβαιώνεται από το γεγονός ότι οι επίδικες φορολογίες έχουν ακυρωθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, ως αποτέλεσμα του δικαστικού ελέγχου που ασκήθηκε με τις παρούσες προσφυγές. Είμαι, ως εκ τούτου, ικανοποιημένος ότι η επιβολή από τον Έφορο τόκου πάνω στα ποσά φόρου των επίδικων φορολογιών, κάτω από το Άρθρο 39
(2)του Νόμου, έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας ως αποτέλεσμα πλάνης αναφορικά με την υπαιτιότητα των αιτητών στην καθυστέρηση της βεβαίωσης των επίδικων φορολογιών. Έπεται ότι οι φορολογίες των αιτητών για τα φορολογικά έτη 1982-1986, στο βαθμό που επιβάλλουν φόρο κάτω από το Άρθρο 39
(2)του Νόμου, ακυρώνονται. Οι επίδικες πράξεις ακυρώνονται μερικώς χωρίς έξοδα. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Georghalides, 23 C.L.R. 249· Kittides v. Republic
(1973)3 C.L.R. 123· Χίννης ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1991)4(E) Α.Α.Δ. 3970· Warren v. Gumey [1944] 2 All E.R. 472· Murless v. Franklin, 36 E.R.
  1. Προσφυγές. Προσφυγές με τις οποίες προσβάλλεται η απόφαση του καθ' ου η Αίτηση Εφόρου, ημερομηνίας 22/2/90, με την οποία επιβλήθηκε φορολογία στους Αιτητές για τα χρόνια 1981 έως 1986, σχετικά με ενοίκια από το ακίνητό τους που βρίσκεται στο οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 42979, στον Άγιο Νικόλαο Λεμεσού, με τόκο πάνω στα σχετικά ποσά φόρου. Κ. Μελάς, για τους αιτητές, Α. Ευαγγέλου, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ Δ.: Ανάγνωσε την ακόλουθη απόφαση. Με τις προσφυγές αυτές, οι οποίες συνεκδικάζονται γιατί παρουσιάζουν κοινά πραγματικά και νομικά σημεία, προσβάλλεται η απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση Εφόρου, ημερομηνίας 22/2/1990, με την οποία επιβλήθηκε φορολογία στους Αιτητές για τα χρόνια 1981 έως 1986, σχετικά με ενοίκια από το ακίνητό τους που βρίσκεται στο οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 42979, στον Άγιο Νικόλαο Λεμεσού, με τόκο πάνω στα σχετικά ποσά φόρου. Οι Αιτητές είναι αδελφοί. Στη διάρκεια των επίδικων φορολογικών ετών είχαν εισόδημα ως έμμισθοι υπάλληλοι το οποίο δήλωναν τακτικά για σκοπούς φόρου εισοδήματος χωρίς, όμως, να δηλώνουν τα ποσά του ενοικίου που απέφερε το εν λόγω ακίνητό τους, το οποίο μέχρι το 1973 ήταν αποκλειστική ιδιοκτησία του πατέρα τους. Στις 18/7/1973 ο πατέρας δώρισε και ενέγραψε στον καθένα από τους Αιτητές ένα τρίτο αδιαίρετο μερίδιο στο επίδικο ακίνητο, κρατώντας για τον εαυτό του το υπόλοιπο ένα τρίτο μερίδιο. Την ίδια μέρα οι Αιτητές και ο πατέρας υπέγραψαν το ακόλουθο συμβόλαιο: "Η συμφωνία αύτη γενομένη σήμερον την 18ην Ιουλίου, 1973, εν Λεμεσώ, μεταξύ του κ. Κώστα Νικόλα Κυριάκου εκ Λεμεσού αφ' ενός, εν τοις εφεξής καλουμένου 'Ο Δωρητής', και των κ.κ. Αναστασίου Κώστα Κυριάκου και Νίκου Κώστα Κυριάκου εκ Λεμεσού αφ' ετέρου εν τοις εφεξής καλουμένων 'Οι Δωροδόχοι' μαρτυροί τα ακόλουθα:
  2. Ο Δωρητής είναι πατήρ των δωροδόχων και οι δωροδόχοι είναι αδελφοί.
  3. Ο Δωρητής εδώρισεν, και διά του παρόντος δωρίζει και μεταβίβασεν σήμερον επ' ονόματι των δωροδόχων μέσον του Κτηματολογίου Λεμεσού, ανά εν τρίτον μερίδιον εις έκαστον των δωροδόχων ενός οικοπέδου ευρισκομένου εις Λεμεσόν εις την ενορίαν Αγίου Νικολάου εις την συνοικίαν Χαλκούτσα με όλα τα εν αυτώ ευρισκόμενα κτίρια υπ' αρ. εγγραφής 42979 υπ' αρ. φύλλον σχεδίου 54/50.6.Π τεμ. 390/9/19 εκτάσεως 1 προσταθιού και 2000 τ.π.
  4. Επ' ανταλλάγματι της ως άνω δωρεάς οι δωροδόχοι ανέλαβαν και δια του παρόντος αναλαμβάνουν όπως το εις αυτούς δωρηθέν κτήμα κατέχεται και καρπούται υπό του Δωρητού εφ' όρου ζωής του.
  5. Ο Δωρητής έχει το δικαίωμα όπως ενοικιάζει και καρπούται ως ο ίδιος ήθελε το δωρηθέν κτήμα προς τον σκοπό δε αυτόν έχει το δικαίωμα και την αμετάκλητον πληρεξουσιότηταν να υπεισέρχεται εις εγγράφους συμφωνίας με τρίτους δια τον άνω σκοπόν.
  6. Ο παραβάτης των όρων του παρόντος συμβολαίου υποχρεούται εις την προς τον έτερον πληρωμήν νομίμων αποζημιώσεων." Η εγγραφή των αντίστοιχων μεριδίων των Αιτητών στο κτηματολόγιο έγινε χωρίς να καταχωρηθεί οποιαδήποτε επιφύλαξη αναφορικά με το συμβατικό δικαίωμα του πατέρα στην αποκλειστική κατοχή και κάρπωση ολόκληρου του ακινήτου. Το 1978 ο πατέρας δώρισε και το υπόλοιπο ένα τρίτο μερίδιο στο ακίνητο, που είχε αρχικά κρατήσει για τον εαυτό του, και ενέγραψε στον κάθε Αιτητή ένα έκτο αδιαίρετο μερίδιο. Ως αποτέλεσμα της νέας μεταβίβασης, οι δυο Αιτητές κατέστησαν οι αποκλειστικοί εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου κατά ένα δεύτερο αδιαίρετο μερίδιο ο καθένας, χωρίς και πάλι να καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο οποιαδήποτε επιφύλαξη αναφορικά με την κατοχή ή την είσπραξη των ενοικίων του ακινήτου υπέρ του πατέρα των Αιτητών. Ο πατέρας απέθανε το
  7. Μέχρι την ημέρα του θανάτου του εξακολούθησε να καρπούται αποκλειστικά το επίδικο ακίνητο εισπράττοντας όλα τα ενοίκια από ενοικιαστές στους οποίους ο ίδιος το ενοικίαζε, και δηλώνοντάς τα ως δικό του εισόδημα για σκοπούς φόρου εισοδήματος. Μετά το θάνατο του πατέρα των Αιτητών, οι Καθ' ων η Αίτηση εξακρίβωσαν ότι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οι Αιτητές και όχι ο πατέρας τους. Ο Καθ' ου η Αίτηση Έφορος, εξήγησε τότε στους Αιτητές ότι το εισόδημα από τα ενοίκια αποτελούσε δικό τους εισόδημα και όχι του πατέρα τους και τους ζήτησε να υποβάλουν καταστάσεις ενοικίων για όλα τα έτη, ώστε να γίνει αναθεώρηση των φορολογιών τους για τα έτη μέχρι το 1984 και να εκδοθούν ορθές φορολογίες για τα έτη 1985 και
  8. Ο ελεγκτής των Αιτητών ετοίμασε τις καταστάσεις ενοικίων που ζήτησε ο Έφορος και οι Αιτητές τις υπόβαλαν σ' αυτόν στις 11/1/
  9. Στο μεταξύ στις 22/12/1987, ο Έφορος είχε εκδώσει τις αντίστοιχες αναθεωρημένες φορολογίες των Αιτητών για το έτος 1981 και οι Αιτητές υπέβαλαν τις ενστάσεις τους με επιστολές του ελεγκτή τους, ημερομηνίας 13/1/1988 και 19/1/1988 αντίστοιχα. Ως λόγος της ενστάσεως προβλήθηκε το ότι οι φορολογίες δε συμφωνούσαν με τις καταστάσεις ενοικίων που είχαν υποβάλει οι Αιτητές και το ότι δεν υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο για τα χρόνια 1974-
  10. Στις 22/12/1989 ο Έφορος αποφάσισε να μην επιμένει στην επιβολή φόρου για τα έτη 1974 έως 1980, αναφορικά δε με το έτος 1981 εξέδωσε την επίδικη φορολογία σύμφωνα με την κατάσταση ενοικίων που υπέβαλαν οι Αιτητές. Την ίδια μέρα ο Έφορος εξέδωσε επίσης αναθεωρημένες φορολογίες για τα έτη 1982, 1983 και 1984 και αρχικές φορολογίες για τα έτη 1985 και
  11. Σ' όλες τις πιο πάνω φορολογίες ο Έφορος είχε προσθέσει στον ετήσιο μισθό των Αιτητών τα ποσά των ενοικίων που οι Αιτητές ανέφεραν στις αντίστοιχες καταστάσεις ενοικίων που είχαν υποβάλει στον Έφορο στις 11/1/
  12. Στις 29/1/1990, οι Αιτητές, με επιστολές τους, υπέβαλαν ενστάσεις για τις φορολογίες των ετών 1981 έως 1986, ισχυριζόμενοι ότι αυτές επιβλήθηκαν αντικανονικά και αντινομικά. Ακολούθως οι Αιτητές κλήθηκαν και συζήτησαν τη διαφορά που προέκυψε στο Γραφείο του Φόρου Εισοδήματος Λεμεσού. Τελικά, ο Έφορος, αφού εξέτασε τα θέματα που ηγέρθηκαν από τους Αιτητές, αποφάσισε να απορρίψει τις ενστάσεις τους. Η απόφασή του κοινοποιήθηκε στους Αιτητές με πανομοιότυπες επιστολές, ημερομηνίας 22/2/1990, που έχουν ως εξής: "Αναφέρομαι στην επιστολή σας με ημερομηνία 29/1/90 με την οποία φέρετε ένσταση κατά των φορολογιών του εισοδήματος σας για τα έτη 1981-1986 και σας πληροφορώ όπως πιο κάτω: Από τα στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου, ο πατέρας σας που απεβίωσε το 1987 σας είχε μεταβιβάσει το 1/2 μερίδιο των οικιών του που ευρίσκονται στο οικόπεδο με αρ. εγγραφής 42979 στον Άγιο Νικόλαο στη Λεμεσό. Η μεταβίβαση επ' ονόματι σας έγινε χωρίς καμμιά επιφύλαξη δικαιώματος είσπραξης ενοικίων ή/και επικαρπίας από τον δωρητή με βάση την κειμένη νομοθεσία. Υπό τας περιστάσεις, τα εισοδήματα από τις οικίες αυτές φορολογούνται επ' ονόματι σας ως νόμιμος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης.
  13. Οι φορολογίες είναι σύμφωνα με τις δηλώσεις εισοδήματος σας και την κατάσταση ενοικίων που έχετε ήδη υποβάλει μέσω του ελεγκτή σας κ. Ανδρέα Χριστοδουλίδη.
  14. Εσωκλείω Ειδοποιήσεις Επιβολής Φορολογίας για τα έτη 1982 έως 1986, η δε προσοχή σας εφιστάται στην παράγραφο 7 των Σημειώσεων των Ειδοποιήσεων όσον αφορά το δικαίωμά σας για καταχώρηση προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας.
  15. Όσον αφορά την Ειδοποίηση Επιβολής Φορολογίας για το έτος 1981 αυτή δεν επιδέχεται ένσταση αφού, όπως θα προσέξετε, φέρει Κώδικα 5 που αφορά διευθέτηση της ένστασής σας που έχετε υποβάλει με την επιστολή του ελεγκτή σας ημερομηνίας 13/1/
  16. Έχετε όμως δικαίωμα να καταχωρήσετε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σε 75 μέρες όπως αναφέρεται στην παράγραφο 7 των Σημειώσεων της Ειδοποίησης." Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω επιστολών, οι Αιτητές καταχώρησαν στις 3/5/1990 τις αντίστοιχες προσφυγές τους οι οποίες βασίζονται στα πιο κάτω όμοια νομικά σημεία: "
  17. Οι καθ' ων η αίτησις όταν προέβαιναν εις την ως άνω πράξιν και/ή ελάμβαναν την ως άνω απόφασιν ετελούσαν εν πλάνη περί τα πράγματα και/ή περί τον νόμον και/ή εσφαλμένως ερμήνευαν και/ή εφήρμοσαν τους σχετικούς νόμους.
  18. Η προσβαλλόμενη πράξις και/ή απόφασις ελήφθη αυθαιρέτως και/ή κατά την παράβασιν της εν ισχύι νομοθεσίας ως και των αρχών της φυσικής Δικαιοσύνης.
  19. Η προσβαλλόμενη πράξις και/ή απόφασις ελήφθη χωρίς να ληφθώσι υπ' όψιν καθ' όλου και/ή δεόντως τα περιβάλλοντα την υπόθεσιν πραγματικά γεγονότα και/ή εστηρίχθη επί φανταστικών και/ή πεπλανημένων κριτηρίων.
  20. Η προσβαλλόμενη πράξις και/ή απόφασις ελήφθη χωρίς να ακουσθή και/ή παρασχεθή εις τον αιτητήν η ευκαιρία να ακουσθή.
  21. Η προσβαλλόμενη πράξις και/ή απόφασις δεν είναι δεόντως ή διόλου ητιολογημένη και/ή δεν παρεσχέθη εις τον αιτητήν η δέουσα ή οιαδήποτε αιτιολογία.
  22. Το ποσοστόν του τόκου που επεβλήθη δεν είναι υπό του Νόμου προβλεπόμενον και ούτε επεβλήθη από της υπό του Νόμου προβλεπόμενης ημερομηνίας και διαδικασίας και δεν πληροί τας ισχύουσας προϋποθέσεις δια την επιβολήν του." Πριν ασχοληθώ με τα επιχειρήματα και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων των διαδίκων πάνω στην διαφορά που έχει προκύψει στις παρούσες υποθέσεις, θα πρέπει πρώτα να αποφασίσω την προδικαστική ένσταση που ήγειραν οι Καθ' ων η Αίτηση αναφορικά με τη φορολογία τους έτους
  23. Ο ισχυρισμός των Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι οι αντίστοιχες προσφυγές των Αιτητών, στην έκταση που αφορούν την επίδικη φορολογία για το έτος 1981, είναι εκπρόθεσμες. Εφόσον η απόφαση για την επίδικη φορολογία του 1981 δεν είναι δημοσιευτέα, η χρονική προθεσμία των 75 ημερών, που καθορίζεται στο άρθρο 146.3 του Συντάγματος, αρχίζει από την ημέρα που οι Αιτητές έλαβαν πλήρη γνώση του περιεχομένου της απόφασης. Από τα στοιχεία ενώπιόν μου προκύπτει ότι η αναθεωρημένη φορολογία των Αιτητών για το 1981 εκδόθηκε στις 22/12/1987 και ότι οι Αιτητές υπέβαλαν τις ενστάσεις τους με επιστολές του ελεγκτή τους, ημερομηνίας 13/1/1988 και 19/1/
  24. Προκύπτει ακόμα ότι ο Έφορος έλαβε τελική απόφαση αναφορικά με την επίδικη αυτή φορολογία στις 22/12/
  25. Εκείνο που δεν είναι καθαρό είναι πότε ακριβώς οι Αιτητές έλαβαν γνώση αυτής της φορολογίας. Παρόλο που δε γνωρίζουμε πότε κοινοποιήθηκε στους Αιτητές η τελική αυτή φορολογία, γνωρίζουμε ότι οι Αιτητές αναφέρονται σ' αυτή ρητά στις αντίστοιχες επιστολές τους προς τον Έφορο, ημερομηνίας 29/1/1990, με τις οποίες είχαν υποβάλει τις αντίστοιχες ενστάσεις τους για τις φορολογίες των ετών 1981 έως
  26. Συμπεραίνω από το γεγονός αυτό ότι οι Αιτητές έλαβαν γνώση της επίδικης φορολογίας το αργότερο στις 29/1/1990 και, επομένως, από αυτή την ημερομηνία αρχίζει η αποτρεπτική προθεσμία των 75 ημερών, η οποία συμπληρώθηκε πολύ πριν τις 3/5/1990 που καταχωρήθηκε η προσφυγή. Επιβάλλεται να προσθέσω ότι η επίδικη αυτή φορολογία δεν υπήρξε αντικείμενο της απόφασης του Εφόρου που κοινοποιήθηκε στους Αιτητές με την επιστολή του Εφόρου ημερομηνίας 22/2/1990 με την οποία υποδεικνύεται στους Αιτητές ότι δεν επιδεχόταν ένσταση εφόσον έφερε Κώδικα 5 και αφορούσε διευθέτηση προηγούμενης ένστασης που είχαν υποβάλει με τις επιστολές του ελεγκτή τους, ημερομηνίας 13/1/1988 και 19/1/1988 αντίστοιχα. Έπεται ότι, στην έκταση που αφορούν την επίδικη φορολογία του έτους 1981, οι προσφυγές των Αιτητών είναι εκπρόθεσμες και απαράδεκτες. Ως προς την ουσία των προσφυγών, αναφορικά με τις επίδικες φορολογίες των ετών 1982-1986, το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η διευθέτηση του πατέρα με τους Αιτητές γιούς του, στην οποία έχω αναφερθεί και η οποία ομολογουμένως τηρήθηκε μέχρι του θανάτου του πατέρα το 1987, επέφερε, για σκοπούς φορολογίας φόρου εισοδήματος, αποξένωση του εισοδήματος ή κατά πόσο αποτελεί απλή διάθεση του εισοδήματος από τους Αιτητές. Αν επήλθε αποξένωση του εισοδήματος, όπως ισχυρίζονται οι Αιτητές, οι επίδικες φορολογίες πρέπει να ακυρωθούν εφόσον ο Έφορος, κατά την επιβολή τους, εθεώρησε την εν λόγω διευθέτηση ότι αποτελούσε απλή διάθεση του εισοδήματος από τα ενοίκια του επίδικου ακινήτου τα οποία και πρόσθεσε πάνω στο άλλο εισόδημα των Αιτητών από τις έμμισθες υπηρεσίες τους. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, το μοναδικό συμπέρασμα που θα μπορούσε να εξαχθεί είναι ότι ο Έφορος ενήργησε επί του προκειμένου κάτω από πλάνη ως προς το Νόμο και/ή τα πράγματα, υπερβαίνοντας έτσι τα άκρα όρια της διακριτικής του ευχέρειας στην αξιολόγηση και εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην ένταξη τους στον κανόνα δικαίου που όφειλε να εφαρμόσει, καθιστώντας έτσι τις επίδικες φορολογίες ακυρώσιμες. Αν, όμως, η επίδικη διευθέτηση αποτελεί, πράγματι, απλή διάθεση εισοδήματος από τους Αιτητές ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, η επιβολή των επίδικων φορολογιών από τον Έφορο ήταν εύλογα επιτρεπτή και οι προσφυγές των Αιτητών πρέπει να απορριφθούν. Θα αρχίσω την εξέταση των θέσεων και εισηγήσεων των διαδίκων μέσα στο πλαίσιο που έχω καθορίσει πιο πάνω, με αφετηρία των αρχή ότι το εισόδημα πηγάζει από την ιδιοκτησία την οποία και ακολουθεί, και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στην διάρκεια των υπό εξέταση φορολογικών ετών το ακίνητο που απέφερε τα επίδικα ενοίκια ήταν εξ ολοκλήρου εγγεγραμμένο σε ίσα μερίδια στο όνομα των Αιτητών, χωρίς καμιά επιφύλαξη. Έπεται ότι, για τους σκοπούς φορολογίας του εισοδήματος, τα ενοίκια αυτά αποτελούν φορολογητέο εισόδημα των ίδιων των Αιτητών, ως ιδιοκτητών του ακινήτου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο τρόπος της διάθεσής του, εκτός αν οι Αιτητές ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν αποξενώσει το εισόδημα αυτό, μέσα στην έννοια που ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στο φορολογικό δίκαιο και ότι η επίδικη απόφαση του Εφόρου περί του αντιθέτου δεν ήταν εύλογα επιτρεπτή και συνιστά, ως εκ τούτου, υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Η καθοριστική για την παρούσα υπόθεση διάκριση μεταξύ της αποξένωσης του εισοδήματος και της απλής διάθεσής του (οι αντίστοιχοι Αγγλικοί όροι είναι alienation of income και application of income), επεξηγείται και οριοθετείται στο ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 20, παρα. 794, στις σσ. 423 και 424: "
  27. Application and alienation of income distinguished. The distinction between the application of income and the alienation of income is important. The mere application of income in pursuance of an obligation under a contract, other than a covenant to pay an annual sum, or under a statute, does not affect the ownership of that income or entitle the income so applied to be deducted from total income. On the other hand, where an effective gift, settlement, declaration of trust or transfer is made, declared or executed, the settler is divested of his interest in the income, but the gift taking effect at future date, dependent on the donee being alive at the date, does not vest the present income in the donee." Στην επόμενη παράγραφο του ίδιου βιβλίου στη σ.424, οι προϋποθέσεις και/ή τα ενδεικτικά χαρακτηριστικά της αποτελεσματικής αποξένωσης εισοδήματος περιγράφονται ως εξής: "
  28. Essentials of effective alienation. Where a person purports to alienate his income in favour of another person the alienation, to be effective, must operate to divest immediately the beneficial interest of the alienator and vest it in the alienee. In the absence therefore of a completed transfer of property by the owner, there must be a valid trust created by him in the favour of the beneficiary. A trust cannot be created by an incomplete transfer, but can be created by a complete and unequivocal declaration of trust. When, however, there is merely a declaration of intention to settle profits in the future or to make a gift on the happening of a contingency, the transaction is incomplete and ineffectual to alienate the income of the property. It follows that dividends declared subsequent to a declaration of trust by the owner of the shares, but before the execution of a trust deed by him, are the income of the beneficiaries in whose favour the trust was declared. Whether a person has given his property to another is a matter of intention and a question of fact." Τα πιο πάνω αποσπάσματα υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Charts Georghallides, 23 C.L.R. 249, στην οποία ο Δικαστής Ζεκιά είπε τα εξής σχετικά στις σσ.257 και 258: "There are no special provisions for modes of transfer or disposition of income for the purpose of Income Tax Law. This Court in Costas Christodoulou's case held that disposition in section 50
(3)did not only include a disposition of income but of property yielding income also. It did not however deal with modes of transfer of income independenly of corpus which might be held acceptable for the purposes of Income Tax Law." Παρόμοια ήταν η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Plutis Kittides v. Republic
(1973)3 C.L.R. 123, στην οποία ο Αιτητής είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι το τεκμήριο, ότι τα ενοίκια ακινήτων αποτελούν φορολογητέο εισόδημα του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη τους ανατρέπεται, όταν από τα γεγονότα φαίνεται ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο δικαιούται στην είσπραξη των ενοικίων αυτών και ότι οποτεδήποτε το τρίτο αυτό πρόσωπο κατέχει τα εν λόγω ακίνητα, υπάρχει αποτελεσματική αποξένωση του εισοδήματος των ενοικίων από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη για τους σκοπούς της φορολογίας του εισοδήματος του. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό λέγοντας τα εξής στις σσ.140 και 141: "Thus, it appears that what the applicant meant was that because his daughter was occupying the said house and that she was entitled to collect the rents, the amount of rents became the income of his daughter. .................................. Let me now see whether the applicant purported to alienate his income derived from the rents of the house in question in favour of his daughter. I think that in order that the alienation of income is to be effective, it must operate to divest immediately the beneficial interest of the alienation and vest it in the alienee. There is no doubt that under the general law, absence of a complete transfer of property by the owner, there must be a valid trust created by him in favour of the beneficiary. As it will appear in a moment, a trust cannot be created by an incomplete transfer, but can be created by complete and unequivocal declaration of trust." Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ιερώνυμος Χίννης ν. Δημοκρατίας και Άλλου
(1991)4(E) Α.Α.Δ. 3970) στην οποία το Δικαστήριο είπε τα εξής στη σ.3974: "Για να είναι αποτελεσματική η αποξένωση του εισοδήματος από ένα πρόσωπο, προς όφελος κάποιου άλλου προσώπου, θα πρέπει ο αποξενωτής να αποχωρίζεται αμέσως το συμφέρον το οποίο μεταβιβάζεται και περιέρχεται στο δικαιούχο. Έτσι όταν δεν υπάρχει πλήρης μεταβίβαση της περιουσίας του ιδιοκτήτη, πρέπει να υπάρχει έγκυρο εμπίστευμα προς όφελος του εμπιστευματοδόχου. Η μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας, ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 40 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224, όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, και του άρθρου 5 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, 9/65, όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Το άρθρο 40 του πρώτου Νόμου, ορίζει ότι καμιά μεταβίβαση ή εμπράγματο βάρος πάνω σε οποιοδήποτε ακίνητο είναι έγκυρο, εκτός αν εγγραφεί ή κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο. Επίσης, το άρθρο 5 του προαναφερθέντος Νόμου 9/65, το οποίο αναφέρεται στην εγκυρότητα μεταβίβασης και υποθήκευσης ακινήτου, ορίζει ότι δεν είναι έγκυρη η μεταβίβαση ή υποθήκευση ακινήτου, εκτός αν γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του πιο πάνω Νόμου και οποιαδήποτε απόπειρα για μεταβίβαση ή υποθήκευση ακινήτου η οποία δε γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, δεν είναι έγκυρη." Τα γεγονότα στις πιο πάνω υποθέσεις διαφέρουν, βεβαίως, από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Είναι, όμως, χρήσιμες γιατί καθορίζουν τις γενικές αρχές που καθοδηγούν το Δικαστήριο στην προσέγγιση του επίδικου θέματος. Η διακρίβωση των αρχών αυτών δεν παρουσιάζει δυσκολία. Δυσκολία, πολύ μεγάλη μερικές φορές, παρουσιάζει μόνο η εφαρμογή τους στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επιβάλλεται για το λόγο αυτό, προσεκτική θεώρηση και εκτίμηση των γεγονότων στην κάθε υπόθεση με σκοπό τη διαπίστωση της πραγματικής φύσης της συγκεκριμένης διευθέτησης και κατά πόσο έχει επέλθει αποτελεσματική αποξένωση του εισοδήματος από το δικαιούχο πρόσωπο ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι έπαυσε να ανήκει σ' αυτό ή όχι. Στην υπό κρίση υπόθεση ο κ. Μελάς, εκ μέρους των Αιτητών, ισχυρίζεται ότι η ύπαρξη και οι πρόνοιες του συμβολαίου μεταξύ των Αιτητών και του πατέρα τους, ημερομηνίας 18/7/1973, τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό του ότι υπήρξε αποτελεσματική αποξένωση τόσο του επίδικου εισοδήματος των ενοικίων όσο και της πηγής του εισοδήματος αυτού προς όφελος του πατέρα τους. Επιβάλλεται, ως εκ τούτου, να εξεταστούν οι συνέπειες του επίδικου συμβολαίου πάνω στις φορολογικές υποχρεώσεις των Αιτητών αναφορικά με τα επίδικα ενοίκια, υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα και στις οποίες έχω αναφερθεί πιο πάνω. Εν πρώτοις, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το επίδικο συμβόλαιο ήταν έγκυρο και δεσμευτικό μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Με το συμβόλαιο αυτό και την επακόλουθη είσπραξη των ενοικίων από τον πατέρα, κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας, ούτε συμφέρον, ούτε δικαίωμα, ούτε προνόμιο πάνω στο επίδικο ακίνητο δε δημιουργήθηκε, ούτε αποκτήθηκε από τον πατέρα, ούτε μεταβιβάστηκε στον πατέρα, εφόσον δεν ακολουθήθηκαν οι διατάξεις του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου. Για τη δημιουργία, την απόκτηση και τη μεταβίβαση του εμπράγματου δικαιώματος της κατοχής, νομής και κάρπωσης ακινήτου, που στην παρούσα περίπτωση αποτελεί την πηγή του επίδικου εισοδήματος (the property from which the income is derived or the source of income), το άρθρο 4 του πιο πάνω Νόμου, που τέθηκε σε ισχύ στις 4/3/1953, προϋποθέτει συμμόρφωση προς τις διατάξεις του ίδιου Νόμου. Είναι δε παραδεκτό ότι τέτοια συμμόρφωση δεν υπήρξε στην παρούσα περίπτωση, εφόσον ούτε εγγραφή ούτε καταχώρηση του δικαιώματος του πατέρα στο Κτηματολόγιο έγινε ποτέ. Είναι επίσης παραδεκτό ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση ούτε με τις διατάξεις του περι Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, όπως ρητά απαιτεί το άρθρο 5 του ίδιου Νόμου. Εφόσον στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρξε ποτέ πλήρης μεταβίβαση από τον ιδιοκτήτη της περιουσίας που αποτελεί την πηγή του εισοδήματος, για την αποτελεσματική αποξένωση του εισοδήματος πρέπει να υπάρχει έγκυρο εμπίστευμα προς όφελος του εμπιστευματοδόχου πατέρα των Αιτητών. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίστηκε ότι η δημιουργία έγκυρου εμπιστεύματος που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία, όπως στην παρούσα υπόθεση, αποκλείεται, εν πάση περιπτώσει, από τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 65 ΙΕ του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, το οποίο έχει ως εξής: "65 ΙΕ
(1)Ουδέν εμπίστευμα αφορών εις ακίνητον ιδιοκτησίαν θεωρείται έγκυρον εκτός εάν τούτο ιδρύεται δι' εγγράφου (trust deed) υπογεγραμμένου υπό του προς τούτο δικαιουμένου προσώπου ή διά διαθήκης.
(2)Το ιδρυτικόν έγγραφον του εμπιστεύματος (trust deed) ή η διαθήκη, ως θα ήτο η περίπτωσις, καταχωρίζονται εις το Μητρώον Εγγραφής του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου." Ο πιό πάνω ισχυρισμός είναι απαράδεχτος και τον απορρίπτω. Η διάταξη που επικαλείται ο κ. Ευαγγέλου δεν καλύπτει την παρούσα υπόθεση. Το άρθρο 65ΙΕ του βασικού Νόμου θεσπίστηκε για πρώτη φορά με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) (Τροποποιητικό) Νόμο του 1978 (Ν. αρ.2/78) στις 27/1/1978, ο οποίος όμως τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 1980 με γνωστοποίηση του Υπουργικού Συμβουλίου που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Παράρτημα III(
  1. i)ΚΔΠ 61/80, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ίδιου Νόμου, δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του χρόνου κατά τον οποίο δημιουργήθηκε, σύμφωνα με τους Αιτητές, το εμπίστευμα προς όφελος του πατέρα τους. Έπεται ότι το καθοριστικό ερώτημα που παραμένει να απαντηθεί είναι κατά πόσο, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, έχει δημουργηθεί, με βάση το τότε ισχύον δίκαιο, έγκυρο εμπίστευμα αναφορικά με τα επίδικα ενοίκια του ακινήτου των Αιτητών προς όφελος του πατέρα τους ή όχι. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν ήταν εύκολο έργο. Τελικά, όμως, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική. Στο βιβλίο Snell's Principles of Equity, 27η έκδοση, διαβάζουμε τα ακόλουθα στη σ.98: "(
  2. b)Implied trust: a trust arising from the presumed intention of the owner of the property, as where he conveys it to another to be held on certain trusts which fail, either wholly or partly, or uses it for the purpose of other property which, by his direction, is transferred to a stranger. This is called an implied or presumptive trust, or where, as in the examples given, the beneficial interest comes back to the person who conveyed the property or provided the money for its purchase in the name of another, a resulting trust." Δεν υπάρχει όμως συνεπαγόμενο εμπίστευμα (resulting trust) όταν από την ύπαρξη συγγενικής σχέσης μεταξύ των εμπλεκομένων στη διευθέτηση προσώπων, εγείρεται το τεκμήριο ότι υπήρχε πρόθεση δωρεάς. Στο Snell's Principles of Equity (ανωτέρω) στη σ.176, αναφέρονται τα εξής σχετικά: "2. Presumption of advancement. As this doctrine of resulting trusts is based upon the unexpressed but presumed intention of the true purchaser, it will not arise where the relation existing between the true and the nominal purchaser is such as to raise a presumption that a gift was intended. This presumption of advancement, as it is called, applies to all cases in which the person providing the purchase-money is under an equitable obligation to support, or make provision for, the person to whom the property is conveyed, i.e. where the former is the husband or father of, or stands in loco parentis to, the latter." Όμως, το τεκμήριο της δωρεάς μπορεί να ανατραπτεί αν υπάρξει μαρτυρία αναφορικά με την πραγματική πρόθεση του ιδιοκτήτη. Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρονται επί του προκειμένου τα ακόλουθα στη σ. 178: "3. Rebutting the presumptions (
  3. a)Evidence of intention. Both the presumption of a resulting trust and the presumption of advancement can be rebutted by evidence of the actual intention of the purchaser. Indeed, in the case of an asset purchased for the joint use of husband and wife, the presumption of advancement is readily rebutted. The clearest evidence is an express declaration of trust on the face of the conveyance of the legal estate, but even where this is absent the court puts itself in the position of a jury, and considers all the circumstances of the case, so as to arrive at the purchaser's real intention; it is only where there is no evidence to contradict it that the presumption of a resulting trust, or of advancement, as the case may be, will prevail." Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Warren v. Gurney [1944] 2 All E.R. 472 και Murless v. Franklin, 36 E.R. 278. Στην παρούσα υπόθεση οι πρόνοιες του επίδικου συμβολαίου μαρτυρούν καθαρά την πρόθεση των Αιτητών, ως ιδιοκτητών, αναφορικά με τα ενοίκια του ακινήτου. Αποδεχόμενοι τη δωρεά του πατέρα τους, δήλωσαν ρητά ότι μεταβιβάζουν τα οποιαδήποτε δικαιώματά τους ως ιδιοκτήτες, αναφορικά με την ενοικίαση του ακινήτου και την είσπραξη των ενοικίων, στον πατέρα τους αμετάκλητα και τελεσίδικα και κατά τρόπο νομικά δεσμευτικό. Ο δε Έφορος δέχεται ως πραγματική την πρόθεση αυτή των Αιτητών. Η αδιαμφισβήτητη ύπαρξη αυτής της πρόθεσης όλων των μερών στην επίδικη διευθέτηση, διακρίνει την παρούσα υπόθεση από όλες τις άλλες Κυπριακές αποφάσεις επί του επίδικου θέματος, στις οποίες το Δικαστήριο δεν είχε αποδεχτεί την ύπαρξη έγκυρου εμπιστεύματος. Η διαχείριση του επίδικου ακινήτου δεν περιήλθε ποτέ στα χέρια των Αιτητών στην παρούσα υπόθεση, ούτε οποιοδήποτε ποσό ενοικίου πληρώθηκε ποτέ σ' αυτούς. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Charis Georghallides (ανωτέρω) σηματοδοτεί την καθοριστική διάκριση στα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αναφέροντας τα ακόλουθα αναφορικά με τους όρους του συμβολαίου και την πρόθεση του ιδιοκτήτη στην υπόθεση εκείνη, στη σ.257: "From the terms of the contract it is apparent that the title of the premises as well as the right to lease premises and terminate a lease, fix rents etc. is within the exclusive right and absolute discretion of the appellant, the son. He is the registered owner of the premises, he is the landlord and he has got the right solely to lease the premises in question. The tenants, the rent payers, are exclusively his tenants and answerable only to him for paying rents. The transaction in question amounts to nothing else than to an undertaking by the son to pay to his mother the portion of rent collected by the former according to the terms of the contract. The creation of a charge of this particular income of the appellant has been intended. There is no privity of contract between the tenants and the mother. There is no absolute assignment of future rents or part thereof." Εξ ίσου σημαντική διάκριση σχετικά με την πρόθεση του ιδιοκτήτη ως προς την πληρωμή των ενοικίων, εντοπίζεται και μεταξύ των γεγονότων στην υπόθεση Plutis Kittides (ανωτέρω) σε σύγκριση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη ο Αιτητής ανέλαβε, δυνάμει προικοσυμφώνου, να δωρίσει στη θυγατέρα του το οικόπεδό του στην Αγία Φύλαξη και επίσης να ανεγείρει σ' αυτό μια οικία. Ανήγειρε την οικία την οποία και παρέδωσε στην κόρη του και το σύζυγό της, οι οποίοι, σε κάποιο μεταγενέστερο χρόνο, την ενοικίασαν και εισέπρατταν τα ενοίκια. Επειδή, όμως, το οικόπεδο ήταν υποθηκευμένο και, λόγω οικονομικών δυσκολιών, δεν μπόρεσε να εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος του, δεν κατόρθωσε να μεταβιβάσει και εγγράψει το οικόπεδο με την οικία στη θυγατέρα του. Ακολούθησε καταχώρηση αγωγής από τη θυγατέρα εναντίον του πατέρα της με αξίωση την ειδική εκτέλεση του προικοσυμφώνου. Εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση με την οποία ο πατέρας καταδικάστηκε στην πληρωμή £10.000 αποζημιώσεις με αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης για περίοδο έξι ετών, υπό τον όρο ότι θα πλήρωνε στον ενυπόθηκο δανειστή £1.000 έναντι του ενυπόθηκου χρέους κάθε χρόνο, η δε απόφαση θα θεωρείτο εξοφλημένη αν, εντός έξι ετών, ο πατέρας μεταβίβαζε την οικία, ελεύθερη από την υποθήκη, στη θυγατέρα του. Στην εκ συμφώνου απόφαση δεν έγινε οποιαδήποτε μνεία αναφορικά με τα δικαιώματα είσπραξης των ενοικίων της οικίας. Όμως, η θυγατέρα εξακολούθησε να εισπράττει τα ενοίκια από τον ενοικιαστή της οικίας. Ο Έφορος θεώρησε το ποσό των ενοικίων ως μέρος του φορολογητέου εισοδήματος του πατέρα και όχι της θυγατέρας και τη διευθέτηση, δυνάμει της οποίας τα ενοίκια εισπράττονταν από τη θυγατέρα, ως διάθεση και όχι ως αποξένωση του εισοδήματος από τον πατέρα. Το Δικαστήριο αρνήθηκε να εμπέμβει. Από το όλο, όμως, σκεπτικό της απόφασης προκύπτει ότι καθοριστικό ρόλο για την έκβαση της υπόθεσης διεδραμάτισε το γεγονός ότι, ως αποτέλεσμα της εκ συμφώνου δικαστικής απόφασης, η θυγατέρα δεν είχε πλέον οποιοδήποτε νομικό δικαίωμα, είτε δυνάμει του προικοσυμφώνου, είτε άλλως πως, στην είσπραξη των ενοικίων, σε αντίθεση με τον πατέρα των Αιτητών στην παρούσα υπόθεση. Σχετικό επί του προκειμένου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου στις σσ. 139 και 140: "Regarding the nature of the undertaking of the applicant towards his daughter in allowing her to collect the rents from the house in question, I must confess, that I had some difficulty in deciding what was actually the nature of such an agreement or arrangement. It is clear, in my view, however, that those rents could not have been paid under the contract of dowry as claimed in the pleadings of the applicant once under the settlement reached in Action No.2108/66 in the District Court of Limassol nothing was said about the rents. Looking at the evidence of the applicant, in order to see what the purpose of the application of the income is, I find nothing to justify me taking the view that the applicant intended to pay towards this judgment debt. There was nothing which prevented the applicant from including in the compromise reached in Court, to allow his daughter to collect the rents, but as I said earlier, nothing was done, and the applicant in giving evidence before me does not even try to explain as to the arrangement made regarding the rents. He simply said in evidence that the tenant was found by his daughter and that he was not aware for what amount the house was rented." Αναφορικά με την τελευταία υπόθεση πάνω στο επίδικο θέμα, εκείνη του Ιερώνυμου Χίννη (ανωτέρω), θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, σε αντίθεση με την παρούσα υπόθεση, δεν υπήρχε καθόλου μαρτυρία που να επεξηγεί γιατί και με ποιό δικαίωμα ο πατέρας του αιτητή εξακολούθησε να εισπράττει τα ενοίκια της οικίας και μετά τη δωρεά και μεταβίβασή της στον αιτητή γιό του. Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένος ότι από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης συμπεραίνεται η δημιουργία έγκυρου εμπιστεύματος υπέρ του πατέρα των Αιτητών στην είσπραξη των ενοικίων του επίδικου ακινήτου, με συνέπεια την αποτελεσματική αποξένωση του εισοδήματος των ενοικίων αυτών από τους Αιτητές προς τον πατέρα τους. Το εισόδημα των ενοικίων αυτών δεν αποτελεί, ως εκ τούτου, μέρος του φορολογητέου εισοδήματος των Αιτητών, και η περί του αντιθέτου επίδικη απόφαση του Εφόρου είναι προϊόν πλάνης περί το Νόμο. Ποιά, όμως, είναι τα ενοίκια που αποτελούν το αντικείμενο του εν λόγω εμπιστεύματος; Εφόσον το εμπίστευμα δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα του συμβολαίου του 1973, και εφόσον ο καθένας από τους Αιτητές ήταν κατά την εποχή εκείνη ιδιοκτήτης κατά ένα τρίτο μερίδιο μόνο στην περιουσία, που αποτελεί την πηγή του εν λόγω εισοδήματος, το εμπίστευμα αφορά μόνο το μέρος του συνολικού ποσού των ενοικίων που αντιστοιχεί στο μερίδιο του κάθε Αιτητή στην περιουσία. Ο πατέρας των Αιτητών εισέπραττε μέχρι και το 1978 το υπόλοιπο ένα τρίτο των ενοικίων ως ιδιοκτήτης της περιουσίας κατά ένα τρίτο μερίδιο και όχι δυνάμει του εμπιστεύματος. Η δεύτερη μεταβίβαση του εναπομείναντος ενός τρίτου αδιαίρετου μεριδίου στο επίδικο ακίνητο δεν επηρέασε το εμπίστευμα αναφορικά με τα υπόλοιπα δυο τρίτα του ποσού των ενοικίων, εφόσον η ισχύς του εμπιστεύματος είχε εξ αρχής καθοριστεί από το συμβόλαιο του 1973 για το υπόλοιπο της ζωής του πατέρα. Ταυτόχρονα, πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η μεταβίβαση του 1978 στους Αιτητές έγινε χωρίς οποιαδήποτε δέσμευση αναφορικά με το υπόλοιπο ένα τρίτο των ενοικίων, συμβατική ή άλλη, παρόμοια με εκείνη του συμβολαίου του 1973. Από μόνο του το γεγονός ότι ο πατέρας εξακολούθησε να εισπράττει μετά το 1978 όχι μόνο τα δύο τρίτα των ενοικίων που καλύπτονταν από το εμπίστευμα, αλλά και το υπόλοιπο ένα τρίτο των ενοικίων, με την άδεια και/ή ανοχή των Αιτητών, χωρίς όμως να ασκεί δικαίωμα επί του προκειμένου που να βασίζεται στην ύπαρξη οποιασδήποτε αναγνωρισμένης νομικής σχέσης μεταξύ του ιδίου και των Αιτητών, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα για την ύπαρξη έγκυρου εμπιστεύματος αναφορικά με το μέρος αυτό των ενοικίων. Έπεται από τα πιο πάνω ότι οι επίδικες φορολογίες για τα έτη 1982 έως 1986 πάσχουν μερικώς από πλάνη του Εφόρου ως προς το Νόμο. Εκδίδω, ως εκ τούτου, διαταγή για τη μερική τους ακύρωση. Η ακύρωση επηρεάζει τις πιο πάνω φορολογίες μόνο στο βαθμό που αυτές βασίζονται στο εισόδημα από τα ενοίκια που καλύπτονται από το εμπίστευμα και ισούνται για τον κάθε Αιτητή με το ένα τρίτο του συνόλου των ενοικίων που απέφερε το επίδικο ακίνητο. Οι επίδικες φορολογίες για τα έτη 1982 έως 1986 επικυρώνονται κατά το υπόλοιπο μέρος τους, δηλαδή στο βαθμό που βασίζονται στο φορολογητέο εισόδημα του κάθε Αιτητή, στο οποίο έχει συνυπολογιστεί το ένα έκτο μερίδιο του συνολικού ποσού των ενοικίων του επίδικου ακινήτου. Παραμένει, όμως το θέμα των τόκων. Με τις επίδικες φορολογίες ο Έφορος επέβαλε τόκο 9% πάνω στα αντίστοιχα ποσά φόρου για τα επίδικα φορολογικά έτη 1982-1986, κατ' εφαρμογή του άρθρου 39
(2)των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων. Για τη νόμιμη επιβολή τόκου πάνω στο ποσό του φόρου, προαπαιτείται διαπίστωση του Εφόρου ότι η καθυστέρηση στη διενέργεια βεβαιώσεως της φορολογίας οφείλεται σε αδικαιολόγητη παράλειψη του φορολογούμενου. Η διαπίστωση αυτή πρέπει να είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και αξιολόγησης των ιδιαίτερων γεγονότων, που περιβάλλουν την παρατηρούμενη καθυστέρηση στην κάθε περίπτωση, υπόκειται δε σε δικαστικό έλεγχο. Στη διάρκεια της προφορικής αγόρευσής του ενώπιόν μου, ο κ. Ευαγγέλου, εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση, με την υπευθυνότητα και την ειλικρίνεια που τον χαρακτηρίζουν, εξέφρασε αμφιβολίες αν η παράλειψη των παρόντων Αιτητών ήταν πράγματι αδικαιολόγητη, μέσα στην έννοια του άρθρου 39
(2), λαμβανομένων υπόψη των νομικών θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση, και κάλεσε το Δικαστήριο να ακυρώσει το μέρος των επίδικων φορολογιών που αναφέρεται στην επιβολή τόκου κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 39
(2). Η ορθότητα της εισήγησης του κ. Ευαγγέλου επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι επίδικες φορολογίες έχουν ακυρωθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, ως αποτέλεσμα του δικαστικού ελέγχου που ασκήθηκε με τις παρούσες προσφυγές. Είμαι, ως εκ τούτου, ικανοποιημένος ότι η επιβολή από τον Έφορο τόκου πάνω στα ποσά φόρου των επίδικων φορολογιών, κάτω από το άρθρο 39
(2)του Νόμου, έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας ως αποτέλεσμα πλάνης αναφορικά με την υπαιτιότητα των Αιτητών στην καθυστέρηση της βεβαίωσης των επίδικων φορολογιών. Έπεται ότι οι φορολογίες των Αιτητών για τα φορολογικά έτη 1982-1986, στο βαθμό που επιβάλλουν φόρο κάτω από το άρθρο 39
(2)του Νόμου, ακυρώνονται. Ενόψει της μερικής επιτυχίας των Αιτητών και του μεγάλου ενδιαφέροντος των νομικών σημείων που ηγέρθηκαν, δεν εκδίδω οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Οι επίδικες πράξεις ακυρώνονται μερικώς χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.