Kanika Furnishings Ltd και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (Yπουργός Oικονομικών) και Άλλου
(1993)4 ΑΑΔ 734 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1993)4 ΑΑΔ 734 29 Μαρτίου, 1993 [ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ KANIKA FURNISHINGS LTD ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ, Αιτητές, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ Καθ' ων η αίτηση. (Υποθέσεις Αρ. 524/92, 525/92, 526/92 και 527/92) Προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος - Οι δηλώσεις των δικηγόρων, ούτε αναπλάθουν τα δεδομένα, ούτε διαφοροποιούν την αιτιολογική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως την προσδιόρισε το αρμόδιο Διοικητικό Όργανο. Οι περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμοι του 1978-1991 - Άρθρα 5
(1), 13
(1), 39
(1)και 39
(2)- Περιεχόμενο ρύθμισης και ερμηνεία - Μη συμμόρφωση προς το Άρθρο 13
(1)(υποβολή "αυτοφορολογίας") δεν μπορεί να αποτελέσει βάση υπαγωγής στο Άρθρο 39
(2)(πρόσθετη επιβάρυνση του φόρου από αδικαιολόγητη παράλειψη του φορολογουμένου) - Η ορθή συνέπεια είναι η τοκοφορία του Άρθρου 39
(1). Με τις συνεκδικασθείσες λόγω συναφείας προσφυγές, οι αιτητές προσέβαλαν την απόφαση του Εφόρου Φόρου Εισοδήματος, που τους υπέβαλε επιβάρυνση 5% στο ποσό του πληρωτέου από αυτούς φόρου με επίκληση του Άρθρου 39
(2)της φορολογικής νομοθεσίας, λόγω μη συμμόρφωσης των αιτητών με τις πρόνοιες του Άρθρου 13
(1)των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμους του 1978-1991, περί αυτόβουλης πληρωμής του φόρου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση, αποφάσισε ότι:
- Οι δηλώσεις των δικηγόρων ούτε αναπλάθουν τα δεδομένα ούτε διαφοροποιούν την αιτιολογική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης όπως την προσδιόρισε το αρμόδιο διοικητικό όργανο.
- Η άποψη του δικηγόρου των αιτητών πως στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται το Άρθρο 39
(1)και όχι το Άρθρο 39
(2)των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων 1978-1991, δικαιολογείται από το πλέγμα των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων και είναι ορθή. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε σε αντινομικά αποτελέσματα και θα προσέδιδε στο νομοθέτη προθέσεις που δε θα ήταν δυνατό να είχε όταν ρύθμιζε το θέμα. 3. Ο Νόμος έχει προβλέψει ορισμένες συνέπειες για όσους δεν καταβάλλουν το φόρο μέχρι την καθοριζόμενη ημερομηνία και άλλες συνέπειες για όσους, λόγω αδικαιολόγητης παράλειψής τους, προκαλούν καθυστέρηση στη διενέργεια της βεβαίωσης της φορολογίας. Η καταβολή φόρου μέχρι την 1 Αυγούστου, προϋποθέτει "αυτοφορολογία" όπως ρητά ορίζει η επιφύλαξη στο Άρθρο 13
(1). Η παράλειψη "αυτοφορολογίας", το ποσό της οποίας εξαρτάται αποκλειστικά από το φορολογούμενο και η μη πληρωμή του ποσού εκείνου, δε δικαιολογείται να συνδέεται, ως θέμα Νόμου, με τη βεβαίωση της φορολογίας που διενεργείται από τον Έφορο εκ των υστέρων και αφού θα έχουν υποβληθεί η δήλωση εισοδήματος και οι λογαριασμοί ή αφού θα έχει εκπνεύσει η προθεσμία για την υποβολή τους. Ο φορολογούμενος έχει λόγο να αυτοφορολογηθεί και να πληρώσει μέχρι την 1 Αυγούστου. Αν δεν το κάμει, θα επιβαρυνθεί με τον τόκο του Άρθρου 39
(1). Για να υποστεί όμως την πρόσθετη επιβάρυνση του Άρθρου 39
(2), θα πρέπει, ακριβώς όπως ορίζει ρητά ο Νόμος, να έχει προκαλέσει, με κάποια αδικαιολόγητη παράλειψή του, καθυστέρηση στη βεβαίωση της φορολογίας. Πότε υπάρχει τέτοια παράλειψη και τέτοια καθυστέρηση δεν μπορεί παρά να είναι πραγματικό γεγονός και τίποτε πέραν τούτου. Ο Έφορος εν προκειμένω είδε το ζήτημα διαφορετικά και εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει ο,τιδήποτε που να είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι συνιστά αδικαιολόγητη παράλειψη, που προκάλεσε καθυστέρηση στη βεβαίωση της φορολογίας. Σημειώνεται, παρενθετικά, ότι το ποσό του φόρου, όπως το βεβαίωσε στη συνέχεια ο Έφορος, ήταν ακριβώς εκείνο που προέκυπτε από τη δήλωση και τους λογαριασμούς που εμπρόθεσμα υπέβαλαν οι αιτητές. H προσφυγή επιτυγχάνει με έξοδα. Προσφυγές. Προσφυγές εναντίον της απόφασης του Εφόρου Φόρου Εισοδήματος με την οποία επιβλήθηκε ή απαιτήθηκε από τους αιτητές επιβάρυνση 5% στο ποσό του πληρωτέου φόρου. Γ. Τριανταφυλλίδης, για τους Αιτητές. Στ. Ιωσήφ, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. KΩNΣTANTINIΔHΣ, Δ.: Οι αιτητές, με τέσσερις ξεχωριστές προσφυγές που συνεκδικάστηκαν γιατί αναφέρονται σε όμοια πραγματικά γεγονότα και νομικά σημεία, αμφισβητούν το κύρος της απόφασης του Εφόρου Φόρου Εισοδήματος με την οποία τους επιβλήθηκε ή απαιτήθηκε από αυτούς επιβάρυνση 5% στο ποσό του πληρωτέου φόρου. Η απόφαση, όπως τη διαβάζουμε στην σχετική επιστολή του Εφόρου ημερομηνίας 30 Απριλίου 1992, ήταν η ακόλουθη: "Μετά από προσεκτική εξέταση του θέματος που έχετε εγείρει σας πληροφορώ ότι εμμένω ότι θα πρέπει να καταβάλετε επιβάρυνση 5% στο ποσό του πληρωτέου φόρου για τους πιο κάτω λόγους: (α) Έχετε αμελήσει ή παραλήψει ή αρνηθεί να υποβάλετε αυτοφορολογία και να πληρώσετε το ποσό φόρου που ήταν πληρωτέο με βάση τους λογαριασμούς σας όπως προνοείται στο Αρθρο 13
(1)των Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων του 1978 - 1991. (β) Λόγω της μή συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Άρθρου 13
(1)θεωρώ ότι έχουν ισχύ οι πρόνοιες του Άρθρου 39
(2)των ιδίων Νόμων." Οι αιτητές συμφωνούν πως τα γεγονότα της παραγράφου (α) είναι ορθά. Διαφωνούν, όμως, με το συλλογισμό της παραγράφου (β). Σύμφωνα με την εισήγησή τους, το άρθρο 39
(2)του Νόμου, είναι ανεφάρμοστο στην περίπτωση και, επομένως, η απόφαση είναι για το λόγο αυτό άκυρη. Το άρθρο 39
(2)εφαρμόζεται μόνο σε μια περίπτωση: Όταν "η καθυστέρησις εις την διενέργειαν βεβαιώσεως οφείλεται εις αδικαιολόγητον παράλειψιν του φορολογουμένου". Το ερώτημα, επομένως, στην παρούσα περίπτωση είναι αν βρισκόμαστε μπροστά σε τέτοια καθυστέρηση. Τα γεγονότα είναι σύντομα και παραδεκτά. Θα τα συνοψίσω με παράλληλη αναφορά στα σχετικά άρθρα του Νόμου. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1991 οι αιτητές υπέβαλαν στον Έφορο δηλώσεις εισοδήματος και λογαριασμούς για το φορολογικό έτος 1990. Οι δηλώσεις και οι λογαριασμοί, δέχονται και οι καθ' ων η αίτηση, υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα, με βάση τις πρόνοιες της επιφύλαξης στο άρθρο 5
(1)του Νόμου. Το άρθρο 13
(1)του Νόμου προβλέπει πως "οργανισμοί προσώπων" (όπως είναι οι αιτητές) υποβάλλουν λογαριασμούς και προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος (κατά την έκφραση των καθ' ων η αίτηση "αυτοφορολογούνται") για κάθε φορολογικό έτος και καταβάλλουν το ποσό του φόρου που οι ίδιοι υπολογίζουν πρίν ή κατά την 1 Αυγούστου του έτους που έπεται του φορολογικού έτους. Συναφώς ο Έφορος κυκλοφόρησε το ειδικό έντυπο Ε.Πρ.
- Είναι παραδεκτό ότι οι αιτητές δε συμπλήρωσαν το έντυπο αυτό, δεν "αυτοφορολογήθηκαν" δηλαδή, και δεν κατέβαλαν μέχρι την 1 Αυγούστου 1991 οποιοδήποτε ποσό φόρου για το
- Σύμφωνα με τους αιτητές, η μή "αυτοφορολογία" τους και η μή πληρωμή του αντίστοιχου φόρου, δεν μπορούν να συσχετισθούν με το χρόνο διενέργειας της βεβαίωσης της φορολογίας τους. Είχαν δικαίωμα να υποβάλουν τους λογαριασμούς τους μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1991, τους υπέβαλαν εμπρόθεσμα και η επίπτωση από την παράλειψή τους να "αυτοφορολογηθούν" και να καταβάλουν το φόρο που οι ίδιοι θα υπολόγιζαν, θα μπορούσε να ήταν μόνο η επιβάρυνσή τους με τόκο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 39
(1). Γι' αυτό και δεν αμφισβητούν το κύρος του μέρους της απόφασης του εφόρου με το οποίο, πράγματι, τους επιβλήθηκε τέτοιος τόκος. Σύμφωνα με την αγόρευση για τους καθ' ων η αίτηση, η παράλειψη προκάλεσε καθυστέρηση στη βεβαίωση της φορολογίας των αιτητών "αφού η μή υποβολή αυτοφορολογίας και η μή πληρωμή οποιουδήποτε ποσού του πληρωτέου φόρου για το επίδικο έτος 1990 διαπιστώθηκε από τους καθ' ων η αίτηση από έρευνες που χρειάστηκε να γίνουν, των λογαριασμών της αιτήτριας εταιρείας με τις σχετικές καταστάσεις που ετοιμάζονται από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή." Πρέπει να σημειώσω ευθύς εξ αρχής πως δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω προσέγγιση της δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση. Ο Έφορος δεν επέβαλε την επιβάρυνση γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι χρειάστηκε να γίνουν οποιεσδήποτε έρευνες. Την επέβαλε, όπως προκύπτει από την ρητή αιτιολόγηση της απόφασής του, γιατί έκρινε ότι, ως θέμα νόμου, η μή συμμόρφωση προς τις πρόνοιες του άρθρου 13
(1), θέτει σε ισχύ τις πρόνοιες του άρθρου 39
(2). Ανεξάρτητα από αυτά, δεν υπάρχει ο,τιδήποτε στο φάκελο που να δείχνει ότι διεξάχθηκαν οποιεσδήποτε έρευνες και ότι προκλήθηκε οποιαδήποτε καθυστέρηση εξ αιτίας τους. Όπως έχει τονιστεί επανειλημμένα, οι δηλώσεις των δικηγόρων ούτε αναπλάθουν τα δεδομένα ούτε διαφοροποιούν την αιτιολογική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης όπως την προσδιόρισε το αρμόδιο διοικητικό όργανο. Το θέμα, επομένως, είναι αν πράγματι η μή συμμόρφωση προς τις πρόνοιες του άρθρου 13
(1)θέτει σε ισχύ εκείνες του άρθρου 39
(2). Πρέπει να επανέλθω στην επιφύλαξη στο άρθρο 13
(1). Προνοεί πως στην περίπτωση που οι λογαριασμοί "οργανισμού προσώπων" υποβάλλονται μετά την 1 Αυγούστου του έτους που έπεται του φορολογικού έτους, ο φόρος καταβάλλεται κατά την ημερομηνία υποβολής των λογαριασμών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 39, έχω ήδη αναφερθεί. Καθορίζει τις επιπτώσεις από την πρόκληση καθυστέρησης στη διενέργεια της βεβαίωσης λόγω αδικαιολόγητης παράλειψης του φορολογουμένου. H παράγραφος 1 του άρθρου, καθορίζει τις επιπτώσεις από τη μή καταβολή του φόρου κατά την καθοριζόμενη ημερομηνία. Αυτή η ημερομηνία καθορίζεται στο άρθρο 38, το οποίο σε περιπτώσεις όπως η παρούσα (βλ. την τρίτη επιφύλαξη στην παράγραφο 1(α), του άρθρου) προσδιορίζει ως ημερομηνία πληρωμής την 1 Αυγούστου του έτους που έπεται του φορολογικού έτους, όπως δηλαδή προνοεί και η επιφύλαξη στο άρθρο 13
(1). Αν, λοιπόν, δεν καταβληθεί ο φόρος μέχρι την καθοριζόμενη ημερομηνία, σύμφωνα με το άρθρο 39
(1)ο φόρος εισπράττεται "μετά ποσού ίσου προς 5% ετησίως επί του ποσού του πληρωτέου φόρου". Αυτό, εφόσον ο φόρος θα πληρωθεί τελικά μέσα σε εξι μήνες από την καθοριζόμενη ημερομηνία. Αν η καταβολή καθυστερήσει από εκεί και πέρα, ο φόρος "θα εισπράττεται ομού μετά τόκου προς 9% ετησίως από της καθοριζόμενης ημερομηνίας επί του αρχικού ποσού του οφειλόμενου φόρου". Η άποψη του δικηγόρου των αιτητών πως στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται το άρθρο 39
(1)κα όχι το άρθρο 39
(2), δικαιολογείται από το πλέγμα των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων και είναι ορθή. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε σε αντινομικά αποτελέσματα και θα προσέδιδε στο νομοθέτη προθέσεις που δε θα ήταν δυνατό να είχε όταν ρύθμιζε το θέμα. Η επιφύλαξη στο άρθρο 5
(1)θεωρεί εμπρόθεσμη την υποβολή των λογαριασμών μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου του έτους που έπεται του φορολογικού έτους. Η άποψη των καθ' ων η αίτηση εξυπονοεί πως είναι δυνατό ενώ υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα οι λογαριασμοί να θεωρείται ότι οι αιτητές προκάλεσαν, χωρίς άλλο, καθυστέρηση στη βεβαίωση της φορολογίας τους ως αν να ήταν νοητό να διενεργηθεί αυτή η βεβαίωση χωρίς να εξαντληθούν τα χρονικά περιθώρια που παρέχει ο Νόμος για την υποβολή των λογιαριασμών αυτών. Σημαίνει ακόμα η άποψη του Εφόρου πως από τη στιγμή που δε θα έχει γίνει η "αυτοφορολογία" και δε θα έχει καταβληθεί ο πληρωτέος, δυνάμει της, φόρος μεχρι την 1η Αυγούστου, θα επιβάλλεται και τόκος και επιβάρυνση ως αν να προκλήθηκε καθυστέρηση στη βεβαίωση είτε ο φορολογουμένος θα έχει τηρήσει είτε δε θα έχει τηρήσει την προθεσμία που του παρέχεται από το νόμο για την υποβολή των λογαριασμών. Αυτά θα ήταν αναιρετικά της πρόνοιας ως προς την προθεσμία υποβολής των λογαριασμών. Ο Νόμος έχει προβλέψει ορισμένες συνέπειες για όσους δεν καταβάλλουν το φόρο μέχρι την καθοριζόμενη ημερομηνία και άλλες συνέπειες για όσους, λόγω αδικαιολόγητης παράλειψής τους, προκαλούν καθυστέρηση στη διενέργεια της βεβαίωσης της φορολογίας. H καταβολή φόρου μέχρι την 1 Αυγούστου, προϋποθέτει "αυτοφορολογία" όπως ρητά ορίζει η επιφύλαξη στο άρθρο 13
(1). Η παράλειψη "αυτοφορολογίας", το ποσό της οποίας εξαρτάται αποκλειστικά από το φορολογούμενο και η μή πληρωμή του ποσού εκείνου, δε δικαιολογείται να συνδέεται, ως θέμα νόμου, με τη βεβαίωση της φορολογίας που διενεργείται από τον Έφορο εκ των υστέρων και αφού θα έχουν υποβληθεί η δήλωση εισοδήματος και οι λογαριασμοί ή αφού θα έχει εκπνεύσει η προθεσμία για την υποβολή τους. Ο φορολογούμενος έχει λόγο να αυτοφορολογηθεί και να πληρώσει μέχρι την 1 Αυγούστου. Αν δεν το κάμει, θα επιβαρυνθεί με το τόκο του άρθρου 39
(1). Για να υποστεί όμως την πρόσθετη επιβάρυνση του άρθρου 39
(2), θα πρέπει, ακριβώς όπως ορίζει ρητά ο Νόμος, να έχει προκαλέσει, με κάποια αδικαιολόγητη παράλειψή του καθυστέρηση στη βεβαίωση της φορολογίας. Πότε υπάρχει τέτοια παράλειψη και τέτοια καθυστέρηση δεν μπορεί παρά να είναι πραγματικό γεγονός και τίποτε πέραν τούτου. Όπως έχω σημειώσει, ο Έφορος είδε το ζήτημα διαφορετικά και εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει ο,τιδήποτε που να είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι συνιστά αδικαιολόγητη παράλειψη που προκάλεσε καθυστέρηση στη βεβαίωση της φορολογίας. Σημειώνω, παρενθετικά, ότι, όπως ορθά υπέδειξε ο δικηγόρος των αιτητών, το ποσό του φόρου, όπως το βεβαίωσε στη συνέχεια ο Έφορος, ήταν ακριβώς εκείνο που προέκυπτε από τη δήλωση και τους λογαριασμούς που εμπρόθεσμα υπέβαλαν οι αιτητές. Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται με έξοδα. H επίδικη απόφαση ακυρώνεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο