Παναγιώτου Nίκος ν. Yπουργού Παιδείας και Άλλου
(1993)4 ΑΑΔ 2395 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1993)4 ΑΑΔ 2395 22 Οκτωβρίου, 1993 [Α. Ν. ΛΟΪΖΟΥ, Π.] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ME TO APΘPO 146 TOY ΣYNTAΓMATOΣ ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Αιτητής, v. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ AΛΛOY, Καθ' ου η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 559/91) Ο περί Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου Νόμος του 1970 (Ν. 71/70) - Άρθρο 4
(5)(Β) - Απαρτία - Τα επτά από τα εννέα μέλη συνιστούν απαρτία - Αυτοεξαίρεση δύο μελών από την συνεδρίαση, δεν είναι παράνομη ούτε επηρεάζει τη νομιμότητα της απόφασης. Διοικητικό Όργανο - Συλλογικά Όργανα - Σύνθεση οργάνου - Παρουσία στην αίθουσα μελών του οργάνου που αυτοεξαιρέθηκαν, δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της απόφασης - Αυτοεξαίρεσή τους, τούς καθιστά απόντες. Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου - Υπάλληλοι - Διορισμοί - Επανεξέταση υπόθεσης, μετά από ακύρωση αρχικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο, λόγω κακής συγκρότησης - Επανεξέταση, αρχές - Απόφαση παντελώς αναιτιολόγητη, μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας, ουδεμία αναφορά για το πρόσθετο προσόν. Ο αιτητής προσέβαλε την απόφαση του Οργανισμού, με την οποία στα πλαίσια επανεξέτασης της αρχικής απόφασης που είχε ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, διόρισε το ενδιαφερόμενο μέρος στη θέση του Διευθυντή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώνοντας την επίδική απόφαση, αποφάσισε ότι:
- Απαραίτητη προϋπόθεση για την έννομη λειτουργία ενός συλλογικού οργάνου είναι η νόμιμή του συγκρότηση, ιδιαίτερα όταν καθορίζεται από το Νόμο ο αριθμός και τα άτομα από τα οποία απαρτίζεται το συλλογικό όργανο. Συνεπώς η συμμετοχή έστω και ενός ατόμου, που δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των νόμιμων μελών του οργάνου, επηρεάζει άμεσα τη νόμιμή του συγκρότηση. Επίσης ανεπίτρεπτη είναι η απλή παρουσία ατόμων ξένων προς τη νόμιμη συγκρότηση του συλλογικού οργάνου, έστω και αν τα άτομα αυτά δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέρος στη διαδικασία. Στις πιο πάνω γενικές αρχές δεν προσκρούει η απλή παρουσία, κατά τη συνεδρία των συλλογικών οργάνων, ατόμων και υπαλλήλων που έχουν άμεση λειτουργική σχέση με το συλλογικό όργανο, όπως για παράδειγμα γραμματέας, πρακτικογράφος, αναπληρωτές τακτικών μελών κλπ. οι οποίοι ούτε συμμετείχαν στις συζητήσεις ή τη ψηφοφορία, ούτε προκύπτει ότι συνέβαλαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στη λήψη της αποφάσεως. Στην παρούσα περίπτωση, η απλή παραμονή στην αίθουσα των συνεδριάσεων των δύο αυτοεξαιρεθέντων νομίμων μελών του Συμβουλίου κατά τη συζήτηση του επίδικου θέματος, αλλά η κατά τα άλλα μη συμμετοχή τους καθ' οιονδήποτε τρόπο στη συζήτηση, ψηφοφορία και λήψη της αποφάσεως, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις πιο πάνω νομικές αρχές.
- Όσον αφορά το θέμα της αυτοεξαίρεσής τους, οι νομικές αρχές που επιβάλλουν την υποχρέωση πρόσκλησης όλων των νομίμων μελών ενός συλλογικού οργάνου, δεν είναι απαραίτητη κατά τις συνεδρίες, παρά μόνο του ελάχιστου αριθμού μελών, ώστε να υφίσταται απαρτία ή τόσων όσων τυχόν ορίζει ο Νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση τα επτά (από τα εννέα) εναπομείναντα μέλη, αποτελούσαν σύμφωνα με τον περί Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου Νόμο του 1970 (Ν. 71/70), Άρθρο 4
(5)(Β), απαρτία. Όσον αφορά το θέμα της ψηφοφορίας ενόψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν συμφωνεί ότι η μη συμμετοχή των 2 μελών δεν τους καθιστά απόντες, όπως είναι η εισήγηση του αιτητή, για σκοπούς συμμετοχής ή συμπερίληψής τους στην επίδικη απόφαση. Συνεπώς ορθά θεωρήθηκε ότι, η επιλογή του ενδιαφερόμενου μέρους, έγινε κατά πλειοψηφία 4 μελών έναντι 3 (τριών) από τα 7 (επτά) παρόντα μέλη. 3. Από το πρακτικό του Συμβουλίου δεν μπορεί να εξαχθεί οποιαδήποτε αιτιολογία, γιατί το Συμβούλιο κατέληξε στην επιλογή του ενδιαφερόμενου μέρους. Το πρακτικό είναι γενικό και αόριστο, δεν γίνεται καμιά αναφορά στο τι στοιχεία είχε ενώπιόν του, αναφορικά με τα προσόντα των υποψηφίων και πως αυτά αξιολογήθηκαν σε σχέση με το Σχέδιο Υπηρεσίας. Ουδεμία αναφορά γίνεται περί κατοχής ή μη από τους υποψήφιους του πρόσθετου προσόντος. Το Συμβούλιο είχε την υποχρέωση να ερευνήσει και να εξετάσει εξ υπαρχής το θέμα των προσόντων των υποψηφίων, δεδομένου ότι η προηγούμενη διαδικασία κρίθηκε από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου ότι έπασχε εξ υπαρχής. Συνεπώς καμιά ενέργεια, έρευνα ή συμπέρασμα του κριθέντος ως αντισυνταγματικού Συμβουλίου, εξακολουθούσε να υφίσταται ή μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατά την επανεξέταση. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει, για παράλειψη διεξαγωγής της δέουσας έρευνας και για έλλειψη αιτιολογίας. H προσφυγή επιτυγχάνει χωρίς έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Παναγιώτου v. Υπουργού Παιδείας κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 270, Gavriel v. Republic
(1967)3 C.L.R. 638, Aristides v. Republic
(1986)3 C.L.R. 466, Πετρίδης v. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1989)3 Α.Α.Δ. 933, Απόφαση Συμβουλίου Επικρατείας Αρ. 1733/73, Χ"Βασιλείου v. KOA
(1991)4 Α.Α.Δ. 1005, Απόφαση Συμβουλίου Επικρατείας Αρ. 2002/63, Απόφαση Συμβουλίου Επικρατείας Αρ. 3685/72, Απόφαση Συμβουλίου Επικρατείας Αρ. 3085/
- Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου με την οποία διορίσθηκε το ενδιαφερόμενο μέρος στη θέση Διευθυντή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου αντί του αιτητή. Ι. Νικολάου, για τον Αιτητή. Ε. Λοϊζίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α, για τον Καθ' ου η αίτηση
- Α. Σ. Αγγελίδης, για τον Καθ' ου η αίτηση
- Cur. adv. vult. ΛOΪZOY, Π.: Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου ημερομηνίας 15 Μαΐου 1991 να διορίσει το ενδιαφερόμενο μέρος Άντη Παρτζίλη στη θέση του Διευθυντή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου αντί του αιτητή. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου (Θ.Ο.Κ.) διόρισε στις 20 Δεκεμβρίου 1988 το ενδιαφερόμενο μέρος στη θέση του Διευθυντή του Θ.Ο.Κ. με σύμβαση για περίοδο πέντε χρόνων από την 1 Ιανουαρίου 1989 μέχρι την 31 Δεκεμβρίου
- Ο αιτητής στην παρούσα προσφυγή καταχώρησε προσφυγή εναντίον της απόφασης αυτής, η οποία όμως απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της έφεσης εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Δικαστηρίου, στην απόφαση Παναγιώτου v. Υπουργού Παιδείας κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 270, αποφάσισε ότι η συμμετοχή στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Θ.Ο.Κ. κομματικών παρατηρητών, καθιστούσε για το λόγο αυτό άκυρο το διορισμό του ενδιαφερόμενου προσώπου στην επίδικη θέση. Το Διοικητικό Συμβούλιο το Θ.Ο.Κ. στη συνεδρία του ημερ. 25 Απριλίου 1991 επανεξέτασε το θέμα της πλήρωσης της επίδικης θέσης με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά τη λήψη της πρώτης ακυρωθείσας απόφασης. Κατά την έναρξη της συνεδρίας δύο από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία επιλογής και ότι θα απέχουν από τη διαδικασία. Όπως αναφέρεται στα σχετικά πρακτικά, το Διοικητικό Συμβούλιο στη συνέχεια με βάση τις σχετικές γνωματεύσεις του Νομικού Συμβούλου του Θ.Ο.Κ., και αφού μελέτησε το περιεχόμενο της απόφασης της Ολομέλειας του Δικαστηρίου επανεξέτασε το σύνολο των αιτήσεων που υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα σύμφωνα με την προκήρυξη της θέσης και αποφάσισε με βάση τη σχετική νομολογία να μη λάβει υπόψη του τις εντυπώσεις που δημιούργησαν οι υποψήφιοι κατά τις συνεντεύξεις ενώπιόν του, αλλά ούτε και να τους καλέσει σε νέες συνεντεύξεις. Κατά την επανεξέταση έλαβε υπόψη του τον κατάλογο των υποψηφίων, όπου αναφέρεται η εκπαίδευση, τα τυπικά προσόντα και προϋπηρεσία τους, όλα τα στοιχεία υποψηφίων που αναφέρονται στις σχετικές αιτήσεις τους, όπως και τα σχέδια υπηρεσίας για τη θέση. Από τους 17 υποψηφίους, το Συμβούλιο έκρινε ότι δέκα καλύπτουν τα ελάχιστα τυπικά προσόντα. Στο σχετικό πρακτικό αναφέρονται στη συνέχεια τα ακόλουθα: "
(3)Στη συνέχεια μελετούνται από το Συμβούλιο τα προσόντα των υποψηφίων, σε σχέση με το (β), (γ), (δ) και (ε) των απαιτουμένων προσόντων του σχεδίου υπηρεσίας της κρινόμενης θέσης, τα οποία προκύπτουν από τις αιτήσεις του κάθε ενός και τα επισυναπτόμενα σ' αυτές έγγραφα. Σε ότι αφορά το (γ) των απαιτουμένων προσόντων (πολύ καλή γνώσις μιας τουλάχιστον των επικρατεστέρων Ευρωπαϊκών γλωσσών) που προκύπτει επίσης από τις αιτήσεις των υποψηφίων, το Συμβούλιο θεωρεί ως επικρατέστερες Ευρωπαϊκές γλώσσες την Αγγλική, τη Γαλλική, τη Γερμανική, την Ιταλική και τη Ρωσσική γλώσσα.
(4)Το Διοικητικό Συμβούλιο, στη συνέχεια, αφού μελέτησε όλα τα στοιχεία των φακέλων και ερμήνευσε τα σχέδια υπηρεσίας, κρίνει κατά πλειοψηφία (6 ψήφοι υπέρ και μια αποχή) ότι οι τρεις επικρατέστεροι από τους δέκα προσοντούχους υποψηφίους είναι, κατ' αλφαβητική σειρά, οι πιο κάτω, μεταξύ των οποίων το Συμβούλιο αποφασίζει να περιορίσει την επιλογή για εξεύρεση του καταλληλότερου για την πλήρωση της κρινόμενης θέσης: Κωστής Κολώτας Άντης Παρτζίλης Νεόφυτος Ταλιώτης .................................................................................................
(7)Με το αποτέλεσμα της τελευταίας ψηφοφορίας η πλειοψηφία (4 θετικές ψήφοι), κρίνει ότι ο Άντης Παρτζίλης είναι ο καταλληλότερος με βάση το σύνολο των πιο πάνω δεδομένων, νοουμένου ότι η υπό πλήρωση θέση συνδυάζει διοικητικά και καλλιτεχνικά προσόντα και είναι η ανώτατη θέση στην ιεραρχία του ΘΟΚ. Στον επικρατέστερο υποψήφιο Άντη Παρτζίλη αποφασίζεται κατά πλειοψηφία να προσφερθεί διορισμός με σύμβαση στη μόνιμη θέση Διευθυντή του ΘΟΚ για περίοδο πέντε ετών από την 1η Ιανουαρίου 1989 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1993." Εναντίον της απόφασης αυτής ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα προσφυγή. Είναι ο ισχυρισμός του αιτητή ότι τα δύο μέλη του Συμβουλίου δεν είχαν το δικαίωμα να αυτοεξαιρεθούν και να μη συμμετάσχουν στη συνεδρία και εν πάση περιπτώσει η μη συμμετοχή τους δεν τους καθιστά απόντες, συνεπώς ο τρόπος καταμέτρησης της ψηφοφορίας υπέρ και εναντίον του ενδιαφερόμενου μέρους είναι εσφαλμένος γιατί δεδομένου ότι η απόφαση λήφθηκε με 9 μέλη παρόντα (συμπεριλαμβανομένων και των δύο μελών που δεν συμμετείχαν) εσφαλμένα θεωρήθηκε ότι υπήρχε πλειοψηφία υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους κατά 4 ψήφους σε σύγκριση με 3 αποχές εφόσον έπρεπε να καταμετρηθούν και οι δύο αποχές των 2 μελών που δεν συμμετείχαν και έτσι οι αποχές να υπολογιστούν σε 5. Εν πάση περιπτώσει είναι η εισήγηση του αιτητή ότι η παραμονή των δύο πιο πάνω μελών κατά τη συνεδρία του Συμβουλίου καθιστά τη σύνθεση του Συμβουλίου πλημμελή και τη ληφθήσα απόφαση άκυρη. Σύμφωνα με τη νομολογία απαραίτητη προϋπόθεση για την έννομη λειτουργία ενός συλλογικού οργάνου είναι η νόμιμη του συγκρότηση ιδιαίτερα όταν καθορίζεται από το νόμο ο αριθμός και τα άτομα από τα οποία απαρτίζεται το συλλογικό όργανο. Συνεπώς η συμμετοχή έστω και ενός ατόμου που δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των νόμιμων μελών του οργάνου επηρεάζει άμεσα τη νόμιμη του συγκρότηση. Βλέπε Κυριακόπουλος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, Β' Γενικό Μέλος, στις σελ. 20-21, Παπαχατζής, Σύστημα του Ισχύοντος στην Ελλάδα Διοικητικού Δικαίου
(1976)(Έκδοση 5η), στη σελ. 172. Επίσης και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Andreas Gavriel v. The Republic
(1967)3 C.L.R. 638, σελ. 646-647, Aristides v. The Republic
(1986)3 C.L.R. 466 στη σελ. 474, Πετρίδης v. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1989)3 Α.Α.Δ. 933, Απόφαση Αρ. 1733/73 του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ανδρέας Χ"Βασιλείου v. ΚΟΑ
(1991)4 Α.Α.Δ. 1005. Επίσης ανεπίτρεπτη είναι η απλή παρουσία ατόμων ξένων προς τη νόμιμη συγκρότηση του συλλογικού οργάνου έστω και αν τα άτομα αυτά δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέρος στη διαδικασία. Βλ. Παπαχατζής, Σύστημα του Ισχύοντος στην Ελλάδα Διοικητικού Δικαίου
(1976)(Έκδοση Πέμπτη) στη σελ. 172 όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: "Η νεώτερη νομολογία είναι αυστηρή, ακόμα και ως προς την απλή παρουσία προσώπων ξένων προς τη νόμιμη του συλλογικού οργάνου σύνθεση: Σ.τ.Ε. 1036 του 1963, 1045 και 1934 του 1972 κ.λ.π. Εκτός αν είχε έλθει ο αρμόδιος υπηρεσιακός παράγων, με σκοπό την παροχή κατατοπιστικών πληροφοριών και απεχώρησε πριν αρχίσει η συζήτηση: Σ.τ.Ε. 1733 του 1973, 296 του 1944." Στις πιο πάνω γενικές αρχές δεν προσκρούει η απλή παρουσία, κατά τη συνεδρία των συλλογικών οργάνων, ατόμων και υπαλλήλων που έχουν άμεση λειτουργική σχέση με το συλλογικό όργανο όπως για παράδειγμα γραμματέας, πρακτικογράφος, αναπληρωτές τακτικών μελών κλπ. οι οποίοι ούτε συμμετείχαν στις συζητήσεις ή τη ψηφοφορία ούτε προκύπτει ότι συνέβαλαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στη λήψη της αποφάσεως. Βλ. Σ.Ε. 2002/63 3685/72. Στην παρούσα περίπτωση η απλή παραμονή στην αίθουσα των συνεδριάσεων των δύο αυτοεξαιρεθέντων νομίμων μελών του Συμβουλίου κατά τη συζήτηση του επίδικου θέματος, αλλά η κατά τα άλλα μη συμμετοχή τους καθ' οιονδήποτε τρόπο στη συζήτηση, ψηφοφορία και λήψη της αποφάσεως δεν έρχεται σε αντίθεση με τις πιο πάνω νομικές αρχές. Όσον αφορά το θέμα της αυτοεξαίρεσής τους οι νομικές αρχές που επιβάλλουν την υποχρέωση πρόσκλησης όλων των νομίμων μελών ενός συλλογικού οργάνου δεν μπορούν ταυτόχρονα να ερμηνευτούν ότι προνοούν και για τον εξαναγκασμό των προσκαλουμένων μελών να παραστούν στη σχετική συνεδρία. Η παρουσία όλων των μελών ενός συλλογικού οργάνου δεν είναι απαραίτητη κατά τις συνεδρίες παρά μόνο του ελάχιστου αριθμού μελών ώστε να υφίσταται απαρτία ή τόσων όσων τυχόν ορίζει ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση τα επτά (από τα εννέα) εναπομείναντα μέλη αποτελούσαν σύμφωνα με τον περί Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου Νόμο του 1970 (Νόμος αρ. 71 του 1970), άρθρο 4
(5)(Β), απαρτία. Όσον αφορά το θέμα της ψηφοφορίας ενόψει των πιο πάνω, δεν συμφωνώ ότι η μη συμμετοχή των 2 μελών δεν τους καθιστά απόντες, όπως είναι η εισήγηση του αιτητή, για σκοπούς συμμετοχής ή συμπερίληψής τους στην επίδικη απόφαση. Συνεπώς ορθά θεωρήθηκε ότι η επιλογή του ενδιαφερόμενου μέρους έγινε κατά πλειοψηφία 4 μελών έναντι 3 (τριών) από τα 7 (επτά) παρόντα μέλη. Σχετική με το θέμα αυτό είναι η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας αρ. 3085/1966 στην οποία αναφέρονται τα πιο κάτω: "Επειδή, κατά μεν τα εκ των διά των προσβαλλομένων πράξεων επικυρωθεισών πράξεων του δημοτικού συμβουλίου προκύπτοντα, κατά την συνεδρίαν της 30ης Ιανουαρίου 1966 παρέστησαν, κατ' αρχάς άπαντα τα μέλη, ήτοι δέκα πέντε δημοτικοί σύμβουλοι, εκ τούτων όμως απεχώρησαν, προ της διεξαγωγής των ψηφοφοριών, δύο δημοτικοί σύμβουλοι· ούτω αι ψηφοφορίαι διεξήχθησαν μεταξύ των παραμεινάντων δέκα τριών και εθεωρήθησαν ως εκλεγέντες διά τα δημοτικά αξιώματα του προέδρου, του αντιπροέδρου και γραμματέως του δημοτικού συμβουλίου και των μελκών της δημαρχιακής επιτροπής οι τυχόντες της απολύτου πλειοψηφίας των παρόντων μελών, ήτοι οι συγκεντρώσαντες επτά ψήφους, (πλην ενός, τυχόντος εννέα ψήφων ή. Διά δε της υπό κρίσιν αιτήσεως προβάλλεται ότι, κατά παγίαν νομολογίαν οι αποχωρήσαντες σύμβουλοι θεωρούνται ως μένοι πέρατος της συνεδρίας παρόντες, δι' ο και η απόλυτος πλειονοψηφία, επί συνόλου των όντως και των πλάσματι παρόντων δέκα πέντε, έπρεπε ν' αποτελήται από οκτώ τουλάχιστον ψήφους, ως και ότι παρεβιάσθη εκ πλαγίου ο νόμος διά της εκλογής των δημοτικών αρχών υπό και εκ της μειονοψηφίας. ....................................................................................................... Επειδή, αληθώς μεν, ως παγίως υπό του δικαστηρίου τούτου έχει κριθή, τα μέλη των συλλογικών οργάνων τα παραστάντα κατά την έναρξιν της συνεδρίας, και, διά της παρουσίας των, συντελέσαντα εις την συγκρότησιν της απαρτίας, λογίζονται, και αν έτι αποχωρήσωσιν, ως παριστάμενα μέχρι πέρατος της συνεδρίας τούτο όμως αποκλειστικώς προς διαφύλαξιν της απαρτίας, ίνα μη διά της αναχωρήσεως των ματαιώσι την συνεδρίαν και παρακωλύωσι την λειτουργίαν του οργάνου. Η αρχή αύτη, ιδρύουσα πλασματικήν απαρτίαν και εφαρμοζομένη μόνον όταν η απαρτία είναι αμφισβητουμένη, δεν έχει πεδίον ισχύος οσάκις ζήτημα απαρτίας δεν γεννάται και συνεπώς δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα ψηφοφορίας διεξαχθείσης εν συλλογικώ οργάνω συγκεκροτημένω κατά πραγματικήν και όχι πλασματικήν απαρτίαν (Σ.τ.Ε. 1510) 1963), του δ' εν προκειμένω εφαρμοστέου και εφαρμοσθέντος νόμου αρκουμένου εις την πλειονοψηφίαν των παρόντων μελών, εις ταύτα μόνα, ως και τα μηδόλως παραστάντα ή τα αποχωρήσαντα ανήκει η εκτίμησις της ανάγκης της παρουσίας των κατά την συνεδρίαν του συλλογικού οργάνου και της συμμετοχής των εις την ψηφοφορίαν, εν επιγνώσει και κατά στάθμισιν των ενδεχομένων της δημιουργίας διαφόρων πλειονοψηφιών και μειοψηφιών κατά την λήψιν των αποφάσεων. Δι' ο και οι επί αντιθέτων, ως άνω, εκδοχών στηριζόμενοι λόγοι της υπό κρίσιν αιτήσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και η αίτησις εν όλω." Ο επόμενος ισχυρισμός του αιτητή είναι ότι το καθ' ου η αίτηση Συμβούλιο παρέλειψε να διεξάγει οποιανδήποτε ή επαρκή έρευνα αναφορικά με το θέμα των προσόντων των υποψηφίων και ιδιαίτερα του ενδιαφερόμενου μέρους. Επίσης παρέλειψε να λάβει υπόψη του το προβλεπόμενο από το σχέδιο υπηρεσίας πρόσθετο προσόν, δεν έδωσε δε καμιά ειδική αιτιολογία γιατί επέλεξε το ενδιαφερόμενο μέρος που δεν είχε πρόσθετο προσόν αντί του αιτητή που είχε τέτοιο προσόν. Είναι δε η θέση του αιτητή ότι η επίδικη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης αιτιολογίας και γι' αυτό το λόγο επίσης ότι πρέπει να ακυρωθεί. Από το πρακτικό του Συμβουλίου που παρατέθηκε πιο πάνω δεν μπορεί να εξαχθεί οποιαδήποτε αιτιολογία γιατί το Συμβούλιο κατέληξε στην επιλογή του ενδιαφερόμενου μέρους. Το πρακτικό είναι γενικό και αόριστο, δεν γίνεται καμιά αναφορά στο τι στοιχεία είχε ενώπιόν του αναφορικά με τα προσόντα των υποψηφίων και πως αυτά αξιολογήθηκαν σε σχέση με το σχέδιο υπηρεσίας. Ουδεμία αναφορά γίνεται περί κατοχής ή μη από τους υποψηφίους του πρόσθετου προσόντος. Το καθ' ου η αίτηση Συμβούλιο είχε την υποχρέωση να ερευνήσει και να εξετάσει εξ υπαρχής το θέμα των προσόντων των υποψηφίων δεδομένου ότι η προηγούμενη διαδικασία κρίθηκε από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου ότι έπασχε εξ υπαρχής. Συνεπώς καμιά ενέργεια, έρευνα ή συμπέρασμα του κριθέντος ως αντισυνταγματικού Συμβουλίου εξακολουθούσε να υφίσταται ή μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατά την επανεξέταση. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει για παράλειψη διεξαγωγής της δέουσας έρευνας και για έλλειψη αιτιολογίας. Για το λόγο αυτό έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί. Η προσφυγή επιτυγχάνει και η επίδικη απόφαση ακυρώνεται. Δεν γίνεται διαταγή για έξοδα. H επίδικη απόφαση ακυρώνεται χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο