← Κύπρος

Λαμπάσκη Μιχαλάκης Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (1994) 4 ΑΑΔ 339

Λαμπάσκη Μιχαλάκης Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας

(1994)4 ΑΑΔ 339 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1994)4 ΑΑΔ 339 15 Φεβρουαρίου, 1994 [ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΑΜΠΑΣΚΗ, Αιτητής, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΜΗΜΑΤΟΣ EΣΩTEPIKΩN ΠPOΣOΔΩN KAI AΛΛOY ,Καθ' ων η αίτηση .(Υπόθεση Αρ. 643/92 )Φορολογία ― Φορολογία Κεφαλαιουχικών Κερδών ― Άρθρο 31 (35 πριν την αναρίθμησή του) του περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου (Ν. 52/80) ― Ερμηνεία και εφαρμογή στην κριθείσα περίπτωση ― Εξουσίες του Διευθυντή με βάση τα Άρθρα 14 και 9
(1)του Νόμου .Με την προσφυγή ο αιτητής επεδίωξε την ακύρωση της φορολογίας κεφαλαιουχικών κερδών που του επιβλήθηκε για τη διάθεση πέντε οικοπέδων του. Το βασικό επιχείρημα του αιτητή ήταν ότι οι κρίσιμες μεταβιβάσεις συντελέστηκαν, προ της ενάρξεως της ισχύος του περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου (Ν. 52/80) .Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι :1. Ο Διευθυντής είχε εξουσία από το Άρθρο 14 του Περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου (Ν. 52/80) να κάμει αναθεώρηση για σκοπούς συμπληρωματικής φορολογίας, επανεκτιμώντας τα ίδια στοιχεία που αποτέλεσαν το έρεισμα της αρχικής ή ακόμη και σε κατάλληλη περίπτωση της τελικής φορολογίας . Ο Διευθυντής διατηρεί πάντοτε την ευχέρεια κάτω από το Άρθρο 9
(1)να σχηματίζει δική του γνώμη αναφορικά με το προϊόν διάθεσης ιδιοκτησίας, χωρίς να δεσμεύεται από την κρίση του κτηματολογίου ή άλλης αρχής .[*340]
  1. Η γραμματική διατύπωση του Άρθρου 31 σε συνδυασμό με το σκοπό του Νόμου δεν πρέπει να αφήνει αμφιβολία ότι ο Διευθυντής έχει υποχρέωση να αγνοήσει οποιαδήποτε σύμβαση ακίνητης ιδιοκτησίας που δεν είχε προσαχθεί και δεν κατατέθηκε αντίγραφό της στο γραφείο του μέχρι την 30/9/
  2. Δεν αναγνωρίζεται από το άρθρο είτε άμεσα είτε έμμεσα, ευχέρεια στο Διευθυντή να διεξάγει το είδος της έρευνας που εισηγήθηκε ο αιτητής. Άλλωστε μια τέτοια αντίκρυση θα αναιρούσε την ουσία των διατάξεων του Άρθρου 31 και θα αντιστρατευόταν το σκοπό τους . Η απόφαση του Διευθυντή να απορρίψει τον ισχυρισμό του αιτητή ότι οι πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν πριν τη ψήφιση του νόμου, επειδή δεν είχε προσαχθεί μέχρι τη 30/9/80 οποιοδήποτε έγγραφο σύμβασης στο γραφείο του, είναι ορθή και νόμιμη. Κατά συνέπεια ήταν εύλογα επιτρεπτή η απόφασή του, ενόψει και όλων των άλλων στοιχείων, να καθορίσει το χρόνο διάθεσης σαν το χρόνο μεταβίβασης .H προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα .Αναφερόμενες υποθέσεις :Γεωργιάδου v. Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 3486 ,Πετεινού v. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 674 ,Χριστοφή v. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 3047 ,Κυπριακή Εταιρεία Μεταφορών Λτδ v. Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 2381 ,Χ" Κυριάκου v. Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 1646 ,Σκούταρης v. Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 3767 .Προσφυγή .Προσφυγή εναντίον της απόφασης των καθ' ων η αίτηση με την οποία επιβλήθηκε φορολογία κεφαλαιουχικών κερδών στον αιτητή για 5 οικόπεδα τα οποία πούλησε στο χωριό Αθηαίνου .Α. Πετουφάς, για τον Αιτητή .Στ. Ιωσήφ, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αί[*341]τηση .Cur. adv. vult .NIKHTAΣ, Δ.: Ο αιτητής ήταν ιδιοκτήτης χωραφιού στην Αθηαίνου. Το διαχώρισε σε 5 οικόπεδα τα οποία πούλησε. Η άδεια διαίρεσης εκδόθηκε στις 30/7/80 και το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης στις 30/9/
  1. Ο καθού η αίτηση 1, Διευθυντής του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (Διευθυντής), τον φορολόγησε με το συνολικό ποσό των £1.165 επιβάλλοντας και τόκο 9%. Ο τόκος άρχισε να τρέχει τρεις μήνες μετά την ημερομηνία διάθεσης των εν λόγω ακινήτων [άρθρ. 22 (και τώρα 18 μετά την αναρίθμηση του από τον τροποποιητικό νόμο Ν.135/90 της βασικής νομοθεσίας)]. Αντίγραφο των πέντε χωριστών φορολογιών, που κοινοποιήθηκαν με επιστολή του Διευθυντή ημερ. 7/7/92, επισυνάφθηκαν στη γραπτή ένσταση που κατέθεσαν οι καθών η αίτηση. Με τον ίδιο τρόπο τέθηκαν στη διάθεση του δικαστηρίου και οι αρχικές φορολογίες καθώς και κάθε άλλο σχετικό με την υπόθεση έγγραφο .Η υπόθεση του αιτητή είναι ότι πούλησε όλα τα οικόπεδα του πριν να τεθεί σε ισχύ ο περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμος (Ν.52/80), δηλαδή πριν τη δημοσίευσή του την 1/1/80· και ότι είχε συνάψει με τους αγοραστές γραπτές συμφωνίες. Αν πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα η διάθεση της παραπάνω ιδιοκτησίας του αιτητή δεν υπόκειται στη φορολογία κεφαλαιουχικών κερδών. Γιαυτό και προσέφυγε με αίτημα την ακύρωση των φορολογιών που του επιβλήθηκαν .Το άρθρο 31 του νόμου (35 πριν την αναρίθμηση) διέπει το θέμα τέτοιων συμβάσεων. Η σημασία του για την έκβαση της υπόθεσης επιβάλλει την παράθεση του εξολοκλήρου :"Ουδεμία σύμβασις διαθέσεως ιδιοκτησίας γενομένη προ της ενάρξεως ισχύος του παρόντος Νόμου δύναται, διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, να ληφθή υπ' όψιν εκτός εάν αύτη προσαχθή, και αντίγραφον αυτής κατατεθή εις το Γραφείον του Διευθυντού εντός δύο μηνών από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος Νόμου. "H πλήρης κατανόηση της υπόθεσης απαιτεί προηγουμένως μια σύντομη ανάπτυξη των γεγονότων που προκάλεσαν τη διαφορά. Το σημείο εκκίνησης ήταν η κατάθεση φορολογικών δηλώσεων από τον αιτητή στο έντυπο Ι.R.
  2. Όμως, κατά τους ισχυρισμούς του δικηγόρου του, ο αιτητής δεν γνώριζε, λόγω άγνοιας του νόμου, πως δεν ήταν υποχρεωμένος να προβεί σε τέτοια ενέργεια. Εν πάση περιπτώσει οι δηλώσεις, που είναι αχρονολόγητες, φέρουν ένδειξη των καθών πως λήφθηκαν τη 16/3/84 .Ας σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τις παραπάνω δηλώσεις, το προϊόν πώλησης κάθε οικοπέδου συνέπεσε απόλυτα με την αξία του κατά την ημερομηνίαν που καθορίζει ο νόμος, δηλαδή, την 27/6/
  3. Ετσι δεν ήταν πληρωτέος φόρος. Ο Διευθυντής δε συμφώνησε με την αγοραία αξία κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, όπως την καταχώρησε ο αιτητής στις δηλώσεις που υπέβαλε. Η αμφισβήτησή του αφορούσε όλα τα οικόπεδα. Περαιτέρω προέβη στην αύξηση της αξίας δύο οικοπέδων (684 και 685) κατά το χρόνο διάθεσης. Την καθόρισε σε £4.000 το καθένα, που ήταν η εκτίμηση του κτηματολογίου για σκοπούς καταβολής τελών και δικαιωμάτων. Για τα τεμ. 683, 686 και 687 αποδέχθηκε αρχικά ό,τι ο αιτητής είχε δηλώσει. Οι υπολογισμοί του Διευθυντή αντανακλώνται στις αρχικές φορολογίες (με βάση τον κώδικα 2) που αποστάληκαν στον αιτητή. Είναι τα παραρτήματα ΚΑ (τεμ. 686), ΚΓ (τεμ. 683) ΚΣΤ (τεμ. 687), ΚΖ
(685)και ΚΒ (τεμ. 684) .Στις ενστάσεις που πρόβαλε, ο αιτητής αμφισβήτησε έντονα το χρόνο πώλησης των ακινήτων, όπως τον καθόρισε ο Διευθυντής. Ενέμεινε στην άποψή του ότι όλες οι αγοραπωλησίες έγιναν πριν την εφαρμογή του νόμου - από το Γενάρη του 1980 μέχρι τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου - και επομένως εξαιρούνται της καταβολής του φόρου. Παρενθέτω στο σημείο αυτό ότι ο Διευθυντής θεώρησε σαν χρόνο διάθεσης (και πρόσκτησης του κέρδους) εκείνο της μεταβίβασης κάθε οικοπέδου. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία όλες οι μεταβιβάσεις έγιναν τον ίδιο μήνα δηλαδή το Φεβρουάριο του 1984, αλλά σε διαφορετικές ημέρες. Η διαφωνία του αιτητή επεκτάθηκε και στην εκτίμηση του Διευθυντή αναφορικά με την αξία του ακινήτου κατά την 27/6/78 .Θα πρόσθετα ότι τα πωλητήρια έγγραφα σε σχέση με τα οικόπεδα 683, 686 και 687 χαρτοσημάνθηκαν κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες μεταβίβασης και τα δικαιώματα του κτηματολογίου υπολογίστηκαν με βάση το τίμημα πώλησης που αναγράφεται σε κάθε ένα από αυτά. Για τα τεμάχια 684 και 685 δεν προσκομίστηκαν πωλητήρια κατά τη μεταβίβαση. Αλλά παρουσιάστηκαν αργότερα στο Διευθυντή όπως και τα πωλητήρια για τα υπόλοιπα οικόπεδα. Για το 684 καταβλήθηκαν μεταβιβαστικά με βάση την αξια του κατά το χρόνο μεταβίβασης. Το ίδιο συνέβη και στην περίπτωση του 685 .Μετά την υποβολή των ενστάσεων, ο Διευθυντής κάλεσε τον αιτητή να προσάξει έκθεση από εκτιμητή ακινήτων ή άλλα στοιχεία που να δείχνουν πως οι υπολογισμοί του πρώτου για την αγοραία αξία κάθε οικοπέδου σε δύο χρονικά σημεία, την 27.6.78 και την ημερομηνία διάθεσης (μεταβίβασης), δεν ήταν ορθοί. Ας σημειωθεί ότι η εκτίμηση του Διευθυντή βασίστηκε σε εκθέσεις λειτουργού του Γραφείου του .Η έκθεση του πραγματογνώμονα του αιτητή ημερ. 20/3/92 υποστηρίζει τη θέση του αναφορικά με την αξία του κτήματος του κατά την πρώτη χρονολογία. Είναι παραδεκτό ότι ο αιτητής δε συμμορφώθηκε προς τις διατάξεις του άρθρου
  1. Δεν εγκατέλειψε όμως τον ισχυρισμό του ότι οι πωλήσεις προηγήθηκαν της εφαρμογής του νόμου .Στις 2/4/92 ο αιτητής παρέδωσε σε αρμόδιο υπάλληλο του Τμήματος ταυτόσημες περίπου ένορκες δηλώσεις, που έκαμαν οι αγοραστές. Ολες φέρουν την ίδια ημερομηνία δηλ. 23/3/
  2. Ο καθένας απ' αυτούς ισχυρίστηκε ότι αγόρασε το οικόπεδό του, που ήταν τότε υπό διαχωρισμό, προγενέστερα της θέσπισης του νόμου και ότι υπόγραψε πωλητήριο έγγραφο όταν το αγόρασε. Ο αγοραστής του 685 ανέφερε πρόσθετα ότι στις 6/12/83 εκδόθηκε άδεια στο όνομα του πωλητή για ανέγερση τυροκομείου για λογαριασμό του. Και το υποστατικό ήταν έτοιμο στις 29/2/84 όταν έγινε η μεταβίβαση. Επίσης, όπως ανέφερε ο αγοραστής του 686, η άδεια οικοδομής, που εκδόθηκε στο όνομα του αιτητή, αφορούσε κατοικία που προόριζε για τη θυγατέρα του και ότι στην περίπτωση αυτή οι οικοδομικές εργασίες είχαν συμπληρωθεί κατά τη μεταβίβαση, που έγινε στις 3/2/
  3. Η εγγραφή αυτού του οικοπέδου έγινε σε οικογενειακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που, όπως ανέφερε στην ένορκη δήλωσή του, συνεστήθη στο αναμεταξύ .Κλείνω προς το παρόν την έκθεση των γεγονότων. Δυνατό όμως να αναφερθώ σε άλλα στοιχεία όταν θα εξετάζω τις εισηγήσεις των μερών .Το δεσπόζον στοιχείο της εισήγησης του αιτητή είναι ότι οι δοσοληψίες έγιναν σε χρόνο που δεν υφίστατο ο νόμος (Ν. 52/80). Τα στοιχεία, ιδιαίτερα η ύπαρξη συμβολαίων, που επιβεβαίωσαν με ένορκες δηλώσεις οι αγοραστές, τεκμηριώνουν την υπόθεση του αιτητή. Ωστόσο ο Διευθυντής δεν τα αξιολόγησε ούτε τα έλαβε υπόψη του όπως επιβαλλόταν. Για το επιχείρημά του ο δικηγόρος του αιτητή άντλησε υποστήριξη από την απόφαση στην υπόθεση Ερρίκη Α. Γεωργιάδου ν. Δημοκρατία ς
(1990)3 Α.Α.Δ. 3486. Το κύριο απόσπασμα έχει ως εξής :"Έχω τη γνώμη πως η ορθή ερμηνεία του άρθρ. 35 είναι ότι ο Διευθυντής δεν δικαιούται μεν να λάβει υπόψη μια έγγραφη σύμβαση, εφόσο αυτή δεν κατατέθηκε μέσα σε δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να ερευνήσει και αξιολογήσει άλλα στοιχεία και γεγονότα που έχει ενώπιόν του και που αφορούν στη γνησιότητα της συμφωνίας διάθεσης της ακίνητης ιδιοκτησίας για τους σκοπούς του Νόμου, όπως η πραγματική ημερομηνία διάθεσης της και το ποσό της αντιπαροχής (άρθρα 8 και 9
(1)του Νόμου) .Κατά τη γνώμη μου διαφορετική ερμηνεία του άρθρ. 35 θα ερχόταν σε αντίθεση με τις διατάξεις του άρθρ. 10, που προσδιορίζει τι αποτελεί διάθεση ιδιοκτησίας, ............ καθώς επίσης και με τα άρθρ. 8 και 9
(1)..... "Από τη βάση αυτή εκκινούν τα επιχειρήματα για τις πλημμέλειες που αποδίδονται από το δικηγόρο του αιτητή στην επίδικη απόφαση που είναι: πλάνη περί τα πράγματα και το δίκαιον, έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας και υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας .Περαιτέρω ο δικηγόρος του αιτητή παραπονέθηκε ότι ο καθού δεν έδωσε καμιά εξήγηση ή δικαιολογία γιατί προέβη σε αναθεώρηση του προϊόντος διάθεσης των οικοπέδων 684 και 685, που στην αρχή είχε αποδεχθεί. Επίσης και για την αναθεώρηση της αξίας των άλλων οικοπέδων, όπως προσδιορίστηκε στην επιστολή της 7/7/92 και τις επίδικες φορολογίες. Η απάντηση είναι σύντομη και μπορεί να δοθεί αμέσως. Ο καθού είχε εξουσία από το άρθρ. 14 του νόμου, όπως ορθά υπέδειξε η δικηγόρος των καθών, να κάμει αναθεώρηση για σκοπούς συμπληρωματικής φορολογίας, επανεκτιμώντας τα ίδια στοιχεία που αποτέλεσαν το έρεισμα της αρχικής ή ακόμη και σε κατάλληλη περίπτωση της τελικής φορολογίας: Ανδρούλα Μ. Πετεινού ν. Δημοκρατία ς
(1991)4 Α.Α.Δ. 674 .Στο σημείο αυτό μπορεί να εξετασθεί και το παράπονο του αιτητή ότι το κτηματολόγιο είσπραξε δικαιώματα για τα τεμ. 684 και 685 πάνω σε διαφορετική βάση. Πρέπει να αναφέρω ότι ο καθού εκτίμησε τα οικόπεδα αυτά για £3.900 και £4.800 αντίστοιχα. Ενώ το κτηματολόγιο υπολόγισε την αξία του κάθε οικοπέδου κατά το χρόνο μεταβίβασής του σε £4.000. Εχει όμως αποφασιστεί κατ' επανάληψη ότι ο Διευθυντής διατηρεί πάντοτε την ευχέρεια κάτω από το άρθρο 9
(1)να σχηματίζει δική του γνώμη αναφορικά με το προϊόν διάθεσης ιδιοκτησίας χωρίς να δεσμεύεται από την κρίση του κτηματολογίου ή άλλης αρχής: Ελένη Κωνσταντή Χριστοφή ν. Δημοκρατία ς
(1991)4 Α.Α.Δ.
  1. Ανεξάρτητα από το ζήτημα αυτό πρέπει να τονιστεί ότι δεν προβλήθηκε ούτε αποδείχθηκε οποιαδήποτε αιτία που μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία της έκθεσης στην οποία βάσισε ο καθού τη γνώμη του. Το ίδιο ισχύει και για την εκτίμηση του Διευθυντή κατά την άλλη κρίσιμη ημερομηνία .Όπως ρητά αναφέρεται στην επιστολή του στις 7/7/92, ο καθού δε δέχθηκε σαν χρόνο διάθεσης τις χρονολογίες των πωλητηρίων εγγράφων που προσκομίστηκαν ύστερα από πολλά χρόνια, όταν ήδη γεννήθηκε η παρούσα διένεξη, γιατί δεν υπήρξε συμμόρφωση με τη διάταξη του άρθρου
  2. Και ότι ανεξάρτητα ο αιτητής δεν προσκόμισε ικανοποιητικές αποδείξεις που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό του. Αυτό το δίπτυχο ανέπτυξε η δικηγόρος των καθών με αναφορά στα στοιχεία που ανέλυσε και σχολίασε .Εκτός από τη Γεωργιάδου, ανωτέρω, υπάρχουν και μερικές άλλες υποθέσεις που καταπιάστηκαν με το άρθρο
  3. Είναι όλες, όπως και η Γεωργιάδου, πρωτόδικες. Στην απόφαση Κυπριακή Εταιρεία Μεταφορών Λτδ. ν. Δημοκρατία ς
(1989)3 Α.Α.Δ. 2381, υπό παρόμοιες συνθήκες εκφράστηκε αντίθετη άποψη: ότι ορθά δε λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός της αιτήτριας εταιρείας εφόσον δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του 35. Στην Κίκης Χ"Κυριάκου ν. Δημοκρατία ς
(1990)3 Α.Α.Δ. 1646 απορρίφθηκε ένσταση αντισυνταγματικότητας του άρθρου 31
(35)
(1990)3 Α.Α.Δ. 1646 με την αιτιολογία ότι "η διαφοροποίηση που γίνεται στο άρθρο 35 δεν είναι μεταξύ γραπτών και προφορικών συμφωνιών αλλά μεταξύ προσώπων που συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις του νόμου και προσώπων που δε συμμορφώθηκαν και ως εκ τούτου αποτελεί λογική ρύθμιση της ακολουθητέας διαδικασίας". Η πρόνοια κρίθηκε ότι περιορίζεται στις γραπτές συμβάσεις και ότι "δεν είναι παράλογη" και στην απόφαση στην Αλέξανδρος Σκούταρης ν. Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ.
  1. Το αντικείμενο της υπόθεσης είχε διαφορετική υφή, αλλά τονίστηκε ότι το ratio legis είναι ο περιορισμός της φοροαποφυγής με εικονικές και προχρονολογημένες συμβάσεις .Η γραμματική διατύπωση του άρθρου 31 σε συνδυασμό με το σκοπό του νόμου δεν πρέπει να αφήνει αμφιβολία ότι ο Διευθυντής έχει υποχρέωση να αγνοήσει οποιαδήποτε σύμβαση ακίνητης ιδιοκτησίας που δεν είχε προσαχθεί και δεν κατατέθηκε αντίγραφο της στο Γραφείο του μέχρι την 30/9/
  2. Εχω τη γνώμη ότι δεν αναγνωρίζεται από το άρθρο είτε άμεσα είτε έμμεσα ευχέρεια στο Διευθυντή να διεξάγει το είδος της έρευνας που εισηγήθηκε ο δικηγόρος του αιτητή. Άλλωστε μια τέτοια αντίκρυση θα αναιρούσε την ουσία των διατάξεων του άρθρου 31 και θα αντιστρατευόταν το σκοπό τους .[*346 ]Επομένως κρίνω ότι η απόφαση του Διευθυντή να απορρίψει τον ισχυρισμό του αιτητή ότι οι πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν πριν τη ψήφιση του νόμου, επειδή δεν είχε προσαχθεί μέχρι τη 30/9/80 οποιοδήποτε έγγραφο σύμβασης στο Γραφείο του, είναι ορθή και νόμιμη. Κατά συνέπεια ήταν εύλογα επιτρεπτή η απόφασή του, ενόψει και όλων των άλλων στοιχείων, να καθορίσει το χρόνο διάθεσης σαν το χρόνο μεταβίβασης .Καταλήγω ότι δεν τεκμηριώθηκε κανένας από τους λόγους που προβλήθηκαν για ανατροπή της απόφασης. Απορρίπτω την προσφυγή, αλλά δεν εκδίδω διάταγμα για έξοδα .H προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα .cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.