← Κύπρος

Κυπριανού Κώστας και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (1994) 4 ΑΑΔ 871

Κυπριανού Κώστας και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)

(1994)4 ΑΑΔ 871 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1994)4 ΑΑΔ 871 21 Απριλίου, 1994 [ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΩΣΤΑΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛOI, Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ EΣΩTEPIKΩN KAI AΛΛOY (ΑΡ. 1), Καθ' ων η αίτηση. (Υποθέσεις Αρ. 253/91, 290/91) Αστυνομική Δύναμη ― Προαγωγές ― Βάσει του Κανονισμού 9(β) των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών του 1989 (ΚΔΠ 52/89) ―Έννομο συμφέρον να προσβάλλουν τέτοιες προαγωγές έχουν και οι υποψήφιοι για προαγωγή κατά αξιολογική σύγκριση. Αστυνομική Δύναμη ― Προαγωγές ― Βάσει του Κανονισμού 9(β) των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών του 1989 (ΚΔΠ 52/89) ― Αιτιολογία ― Απαιτείται ειδική αιτιολογία και αναφορά στις ιδιαίτερες ικανότητες ή ιδιάζουσες κλίσεις των προαχθέντων. Με τις δυο προσφυγές που συνεκδικάστηκαν, προσβλήθηκε η απόφαση των καθ'ων η αίτηση να προάξουν στο βαθμό του λοχία, 19 αστυφύλακες, βάσει του Κανονισμού 9(β) των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών του 1989 (ΚΔΠ 52/89). Οι καθ' ων η αίτηση πρόβαλαν προδικαστική ένσταση ότι οι αιτητές στερούνταν του αναγκαίου εννόμου συμφέροντος εφόσον τα ενδιαφέροντα μέρη είχαν προαχθεί αυτοδικαίως βάσει του Κανονισμού 9(β) και όχι κατ΄ αξιολογική σύγκριση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση, αποφάσισε ότι: 1) Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση το Δικαστήριο αναφέρει ότι αφενός όλοι οι προσοντούχοι είναι υποψήφιοι για προαγωγή, και αν δεν είναι, δυνατό να ισχυρίζονται πως και αυτοί πληρούν τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 9(β) των Περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών (ΚΔΠ 52/89). Επιπλέον μπορεί να γίνει εισήγηση πως αυτή ταύτη η εφαρμογή του Κανονισμού επηρεάζει την προαγωγή τους· η πρόνοια δηλαδή σ' αυτόν πως ο Αρχηγός Αστυνομίας, με την έγκριση του Υπουργού, μπορεί να προαγάγει αριθμό αστυφυλάκων στην ποσοστιαία αναλογία 10% των κενών θέσεων. 2) Στην επίδικη απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας, όπως διαβιβάστηκε στον Υπουργό για έγκριση, δεν δίδεται οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει την ιδιαίτερη ικανότητα ή ιδιάζουσα κλίση σε ειδική εργασία των προτεινομένων, απαραίτητα προσόντα για την εφαρμογή του Κανονισμού 9(β). Η απλή, και συντομογραφική, ένδειξη έναντι του ονόματος μερικών από αυτούς τίποτε δεν αποκαλύπτει παρά μόνον τον κλάδο ή ειδικότητα στην οποία υπηρετούν στοιχεία που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του υπό συζήτηση Κανονισμού. Ας επισημανθεί επιπλέον πως και η υπό συζήτηση πρόνοια του Κανονισμού δίδει στον Αρχηγό Αστυνομίας μια εξουσία, με την έγκριση του Υπουργού, κατά παρέκκλιση των γενικών κριτηρίων προαγωγής που θέτουν οι κανονισμοί, να προάγει δηλαδή άτομα που δεν έχουν τα προσόντα, εφόσον όμως πληρούνται οι προϋποθέσεις του Κανονισμού. Γι' αυτό και η αιτιολόγηση της απόφασης καθίσταται πιο επιτακτική, το δε περιεχόμενό της δέον να είναι ουσιαστικό. Ασφαλώς ο ίδιος ο Αρχηγός Αστυνομίας, και ο Υπουργός, γνωρίζουν, ως εκ της φύσεως των αρμοδιοτήτων τους, ποια η σημασία του να υπηρετεί ένας π.χ. στην Κ.Υ.Π., να είναι πυροτεχνουργός ή φρουρός προσωπικοτήτων κ.λ.π. Όμως η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των νόμων ανάγεται στη δικαιοδοσία και έλεγχο των Δικαστηρίων και για την εκπλήρωση του έργου τους πρέπει να έχουν ενώπιόν τους ολοκληρωμένο το πλαίσιο γεγονότων κρίσεως και αιτιολογία του διοικητικού οργάνου. Στην υπό συζήτηση υπόθεση υπήρχαν πράγματι ενώπιον του Αρχηγού, όπως αποδεικνύεται από τους φακέλους που έχουν κατατεθεί, αιτιολογημένες συστάσεις από τους αστυνομικούς διευθυντές, για μερικά από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Ελλείπουν όμως παντελώς από την απόφαση του Αρχηγού τα στοιχεία, πάνω στα οποία ο ίδιος στήριξε την κρίση του, για να θεωρήσει πως οι προτεινόμενοι πληρούν τις πρόνοιες του Κανονισμού. Κάποιος δυνατό να έχει ιδιαίτερη ικανότητα και ιδιάζουσα κλίση στην ειδική εργασία του. Όταν όμως οι ιδιότητες τίθενται διαζευκτικά, όπως στην επίδικη απόφαση, δεν μπορεί ένας να ξεχωρίσει ποια από τις δύο ισχύει, η ιδιαίτερη ικανότητα ή η ιδιάζουσα κλίση. Και οι δύο ιδιότητες που θέτει ο Κανονισμός εμπεριέχουν και το στοιχείο της αξιοσύνης σ' αυτές. Έτσι, η απλή αναφορά πως ένας υπηρετεί στην Κ.Υ.Π. ή είναι πυροτεχνουργός ή φρουρός προσωπικοτήτων, δεν μεταδίδει αφ' εαυτής και το προσόν της ιδιαίτερης ικανότητας ή ιδιάζουσας κλίσης στην εργασία του. Πρέπει να γίνεται ειδική μνεία των στοιχείων που θεμελειώνουν αξιοκρατία τις προϋποθέσεις του Κανονισμού. Η ανυπαρξία των πιο πάνω στοιχείων στην απόφαση του Αρχηγού δεν μπορεί να συμπληρωθεί από αυτά των φακέλλων της διοίκησης, γιατί σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα προέβαινε αυθαίρετα στην αξιολόγηση των προτεινομένων, λαμβάνοντας υπόψη του δεδομένα που δεν ανάγονται στην αρμοδιότητά του, όπως π.χ. ποια η σημασία του να είναι κάποιος μέλος της Κ.Υ.Π. η πυροτεχνουργός ή φρουρός προσωπικοτήτων κ.λ.π., έναντι άλλων ειδικοτήτων στο Αστυνομικό σώμα. Οι προαγωγές επιτυγχάνουν με £100 έξοδα στην κάθε προσφυγή. Αναφερόμενες υποθέσεις: Αχιλλέως v. Δημοκρατίας
(1992)4 A.A.Δ. 803, Καρατζιάς v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1993)4 A.A.Δ.
  1. Προσφυγές. Προσφυγές εναντίον της απόφασης των καθ' ων η αίτηση, να προάξουν στο βαθμό του λοχία 19 αστυφύλακες. Ε. Βραχίμη, για τον Αιτητή στην Υπόθεση Αρ. 253/
  2. Α. Σ. Αγγελίδης, για τον Αιτητή στην Υπόθεση Αρ. 290/
  3. Μ. Ευαγγέλου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. APTEMIΔHΣ, Δ.: Στην προσφυγή 253/91 δεν προσβάλλονται οι προαγωγές των Λητώ Ασημάκη και Δ. Τέρλα και στην 290/91 των Π. Παπαγεωργίου και Ο. Χρυσοσπάθη. Με τις δυο προσφυγές, που συνεκδικάστηκαν, επιδιώκεται η ακύρωση της απόφασης του Αρχηγού Αστυνομίας, που ελήφθη με την έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών, να προάξει στο βαθμό του λοχία 19 αστυφύλακες. Επειδή οι προσφυγές στηρίζονται κατά κύριο λόγο σε νομικά σημεία, που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, αποδοχή των εισηγήσεων των συνηγόρων οδηγεί στην ακύρωση της επίδικης απόφασης και της προαγωγής όλων των ενδιαφερομένων προσώπων, γιατί αυτοί που δεν είναι ενδιαφερόμενοι στη μια προσφυγή έχουν αυτή την ιδιότητα στην άλλη. Οι προαγωγές έγιναν δυνάμει των διατάξεων του Κανονισμού 9(β) των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών του 1989, (ΚΔΠ 52/89), που θεσπίστηκαν σύμφωνα με τον περί Αστυνομίας Νόμο, Κεφ.283, όπως τροποποιήθηκε. Το θεμέλιο των εξουσιών του Αρχηγού της Αστυνομίας, βάσει του Κανονισμού 9(β), δημιουργείται απο το άρθρο 13 Α
(1)του Νόμου. Ο Κανονισμός λέγει: "Κανονισμός 9 Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των παρόντων Κανονισμών ο Αρχηγός, με έγκριση του Υπουργού, δύναται: (α) ........................................................................................................... (β) Να προαγάγει αστυφύλακα σε Λοχία ή Λοχία σε Υπαστυνόμο, ο οποίος επιδεικνύει ιδιαίτερη ικανότητα ή έχει ιδιάζουσα κλίση σε ειδική εργασία, ανεξάρτητα του αν έχει τα προσόντα προς τούτο." Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση είναι πως οι αιτητές δεν έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλουν τις προαγωγές των ενδιαφερομένων προσώπων, γιατί δεν έγιναν κατ' αξιολογική σύγκριση αλλά αυτοδικαίως, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι κρίθηκαν ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του Κανονισμού, κάτι που δεν συμβαίνει με τους αιτητές. Παρόμοια εισήγηση επαναλήφθηκε ενώπιον συναδέλφων δικαστών στην άσκηση της πρωτόδικης δικαιοδοσίας μας, και απερρίφθη. Συμφωνώ με τη θέση που υιοθέτησαν οι συνάδελφοι. Δεν θα επαναλάβω ό,τι ελέχθη από αυτούς παρά μόνον ενδεικτικά να παραπέμψω στις σχετικές αποφάσεις: Θεόδωρος Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1992)4 Α.Α.Δ. 803 και Παντελής Καρατζιάς ν. Δημοκρατίας
(1993)4 Α.Α.Δ.
  1. Με πολλή συντομία αναφέρω πως αφενός όλοι οι προσοντούχοι είναι υποψήφιοι για προαγωγή, και αν δεν είναι, δυνατό να ισχυρίζονται πως και αυτοί πληρούν τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 9(β). Επιπλέον μπορεί να γίνει εισήγηση πως αυτή ταύτη η εφαρμογή του Κανονισμού επηρεάζει την προαγωγή τους· η πρόνοια δηλαδή σ' αυτόν πως ο Αρχηγός Αστυνομίας, με την έγκριση του Υπουργού, μπορεί να προαγάγει αριθμό αστυφυλάκων στην ποσοστιαία αναλογία 10% των κενών θέσεων. Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης, όπως αναπτύσσεται στην επιχειρηματολογία του δικηγόρου του αιτητή στην προσφυγή 290/91, και που, έστω συνοπτικά, υιοθετείται από τη δικηγόρο των αιτητών στην 253/
  2. Προβάλλονται οι ισχυρισμοί πως η επίδικη απόφαση του Αρχηγού, και η έγκρισή της από τον Υπουργό, είναι αναιτιολόγητη, πως δεν έγινε η δέουσα έρευνα και ειδικώτερα δεν αναφέρονται τα στοιχεία των ιδιαιτέρων ικανοτήτων ή ιδιάζουσας κλίσης σε ειδική εργασία των προαχθέντων. Η έναρξη της διαδικασίας για την πλήρωση των θέσεων, βάσει του Κανονισμού 9(β), έγινε με επιστολή του αρχηγού Αστυνομίας, στις 9.7.90, προς όλους τους Αστυνομικούς Διευθυντές, Διευθυντή Κ.Υ.Π., Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και Διοικητών μονάδων. Εκαλούντο να υποβάλουν τις συστάσεις τους αναφορικά με συγκεκριμένες περιπτώσεις που, στην κρίση τους, θα μπορούσε να εφαρμοστεί ο Κανονισμός 9(β). Στάληκαν οι σχετικές εκθέσεις από τα αρμόδια τμήματα της Αστυνομίας. Από προσωπικό έλεγχο των διοικητικών φακέλων διαπίστωσα πως σε ορισμένες περιπτώσεις οι εκθέσεις-συστάσεις είναι εκτεταμένες και λεπτομερείς. Όχι γιατί τα κείμενα μετριούνται με τον όγκο, σημασία έχει το μήνυμα που μεταδίδουν. Είμαι της γνώμης πως οι συστάσεις αυτές έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο. Ο ισχυρισμός του δικηγόρου, στην προσφυγή 290/91, πως η διαδικασία ήταν συνοπτική και πρόχειρη, κατά συνέπεια, δεν ευσταθεί. Μετά τη συγκέντρωση των πιο πάνω στοιχείων ο Αρχηγός Αστυνομίας εξέφρασε εγγράφως στον Υπουργό την πρόθεσή του για προαγωγή των ενδιαφερομένων προσώπων, και ζητούσε την έγκρισή του. Έναντι του ονόματος ορισμένων από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα σημειώνεται, συντομογραφικά, η ειδικότητά του ή ο ειδικός κλάδος στον οποίο υπηρετεί. Για μερικά δεν αναφέρεται απολύτως τίποτε. Έτσι, στην επίδικη απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας, όπως διαβιβάστηκε στον Υπουργό για έγκριση, δεν δίδεται οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει την ιδιαίτερη ικανότητα ή ιδιάζουσα κλίση σε ειδική εργασία των προτεινομένων, απαραίτητα προσόντα για την εφαρμογή του Κανονισμού 9(β). Η απλή, και συντομογραφική, ένδειξη έναντι του ονόματος μερικών από αυτούς τίποτε δεν αποκαλύπτει παρά μόνον τον κλάδο ή ειδικότητα στην οποία υπηρετούν, στοιχεία που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του υπό συζήτηση Κανονισμού. Ας επισημανθεί επιπλέον πως και η υπό συζήτηση πρόνοια του Κανονισμού δίδει στον Αρχηγό Αστυνομίας μια εξουσία, με την έγκριση του Υπουργού, κατά παρέκκλιση των γενικών κριτηρίων προαγωγής που θέτουν οι Κανονισμοί, να προάγει δηλαδή άτομα που δεν έχουν τα προσόντα, εφόσον όμως πληρούνται οι προϋποθέσεις του Κανονισμού. Γι' αυτό και η αιτιολόγηση, κατά τη γνώμη μου, της απόφασης καθίσταται πιο επιτακτική, το δε περιεχόμενό της δέον να είναι ουσιαστικό. Ασφαλώς ο ίδιος ο Αρχηγός Αστυνομίας, και ο Υπουργός, γνωρίζουν, ως εκ της φύσεως των αρμοδιοτήτων τους, ποια η σημασία του να υπηρετεί ένας π.χ. στην Κ.Υ.Π., να είναι πυροτεχνουργός ή φρουρός προσωπικοτήτων κ.λπ. Όμως η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των νόμων ανάγεται στη δικαιοδοσία και έλεγχο των Δικαστηρίων και για την εκπλήρωση του έργου τους πρέπει να έχουν ενώπιόν τους ολοκληρωμένο το πλαίσιο γεγονότων, κρίσεως και αιτιολογίας του διοικητικού οργάνου. Στην υπό συζήτηση υπόθεση υπήρχαν πράγματι ενώπιον του Αρχηγού, όπως αποδεικνύεται από τους φακέλους που έχουν κατατεθεί, αιτιολογημένες συστάσεις από τους αστυνομικούς διευθυντές, για μερικά από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Ελλείπουν όμως παντελώς από την απόφαση του Αρχηγού τα στοιχεία, πάνω στα οποία ο ίδιος στήριξε την κρίση του, για να θεωρήσει πως οι προτεινόμενοι πληρούν τις πρόνοιες του Κανονισμού. Θα πρέπει συνάμα να τονιστεί ότι, όπως είναι διατυπωμένος ο Κανονισμός δημιουργεί δυο διαζευκτικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. Την ιδιαίτερη ικανότητα, ή ιδιάζουσα κλίση σε ειδική εργασία. Οι ιδιότητες αυτές μπορεί να υπάρχουν ξεχωριστά ή να συνυπάρχουν. Ποιες ιδιότητες έχει ο κάθε προτεινόμενος για προαγωγή και ποια στοιχεία τις καταδεικνύουν, είναι θέματα που δέον να ενσωματώνονται στην απόφαση. Στην υπόθεση που συζητούμε ο Αρχηγός Αστυνομίας αιτιολογεί ως εξής την απόφασή του, στο κρίσιμό της βέβαια σημείο. "Κατά τη γνώμη μου επιδεικνύουν ιδιαίτερη ικανότητα ή/και έχουν ιδιάζουσα κλίση στην ειδική εργασία που επιτελούν όπως αναφέρεται έναντι του ονόματος του καθενός." Κάποιος δυνατό να έχει ιδιαίτερη ικανότητα και ιδιάζουσα κλίση στην ειδική εργασία του. Όταν όμως οι ιδιότητες τίθενται διαζευκτικά, όπως στην επίδικη απόφαση, δεν μπορεί ένας να ξεχωρίσει ποια από τις δύο ισχύει, η ιδιαίτερη ικανότητα ή η ιδιάζουσα κλίση. Έχω ακόμα τη γνώμη πως και οι δυο ιδιότητες που θέτει ο Κανονισμός εμπεριέχουν και το στοιχείο της αξιοσύνης σ' αυτές. Ετσι, η απλή αναφορά πως ένας υπηρετεί στην Κ.Υ.Π. ή είναι πυροτεχνουργός ή φρουρός προσωπικοτήτων, δεν μεταδίδει αφ' εαυτής και το προσόν της ιδιαίτερης ικανότητας ή ιδιάζουσας κλίσης στην εργασία του. Νομίζω πως πρέπει να γίνεται ειδική μνεία των στοιχείων που θεμελιώνουν αξιοκρατικά τις προϋποθέσεις του Κανονισμού. Η ανυπαρξία των πιο πάνω στοιχείων στην απόφαση του Αρχηγού δεν μπορεί να συμπληρωθεί από αυτά των φακέλων της διοίκησης, γιατί σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα προέβαινε αυθαίρεται στην αξιολόγηση των προτεινομένων, λαμβάνοντας υπόψη του δεδομένα που δεν ανάγονται στην αρμοδιότητά του, όπως π.χ. ποια ή σημασία του να είναι κάποιος μέλος της Κ.Υ.Π., ή πυροτεχνουργός ή φρουρός προσωπικοτήτων κ.λπ., έναντι άλλων ειδικοτήτων στο Αστυνομικό σώμα. Για να μην πω ότι προχώρησα, δείχνοντας υπέρμετρη δικαστική ελαστικότητα, να θεωρήσω πως γνωρίζω τι σημαίνουν οι συντομογραφίες Κ.Υ.Π., ΥΑ & Μ, Ο.Π.Ε., Ε.Α.Ο. Ενόψει των ανωτέρω, η επίδικη απόφαση ακυρώνεται καθολοκληρίαν με £100 έξοδα στην κάθε προσφυγή. Οι προσφυγές επιτυγχάνουν με £100,- έξοδα. Χρ. Χατζητσαγγάρης, Δ. ΑΦ. 8 Απριλίου, 1994 [A.N. ΛΟΙΖΟΥ, Δ.] Δώρας Μ. Κυριακίδου Αιτήτριας v. Κυπριακής Δημοκρατίας Καθ'ων η αίτηση Υπόθεση Αρ. 976/87 _________________________________ Προσφυγή βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος ― Δικονομία Προβολή ισχυρισμού περί αντισυνταγματικότητας νόμου μετά την καταχώριση των αρχικών αγορεύσεων ― Δεν κωλύεται. Συνταγματικό Δίκαιο ― Σύνταγμα ― Άρθρο 23 ― Περιορισμοί ιδιοκτησίας ― Διάκριση από την αποστέρηση ιδιοκτησίας Πολεοδομικοί περιορισμοί ― Βάρος αποδείξεως ― Νομολογιακές αρχές και πορίσματα ― Κρίση περί συνταγματικών περιορισμών και όχι αποστερήσεως ιδιοκτησίας στην κριθείσα περίπτωση. Με την προσφυγή της η αιτήτρια ζήτησε:― "Δήλωσιν του Δικαστηρίου ότι η απόρριψις της, αιτήσεως της Αιτητρίας υπό του Καθ' ου η Αίτησις, διά έγκρισιν ενιαίας τουριστικής αναπτύξεως εις το ακίνητον της τεμ. 32/1/1/1 και 33/1/1/1 του Φ/Σ 25/48 εις το Νέον Χωρίον Πάφου είναι άκυρος και παράνομος και εστερημένη οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος." Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι:
  3. 'Ηταν εύλογα ανοικτό εν προκειμένω στον Έπαρχο Πάφου ως Αρμόδια Αρχή να πάρει την προσβαλλόμενη απόφαση αφού στάθμισε όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του. Η απόφασή του να μην εγκρίνει την αίτηση της αιτήτριας είναι σύμφωνη με τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας και δεν συγκρούεται με οποιοδήποτε άρθρο του Συντάγματος. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη.
  4. Τα νομοθετήματα στα οποία αναφέρεται η αιτήτρια βρίσκονται απόλυτα μέσα στα συνταγματικά πλαίσια. Η αιτήτρια δεν εκωλύετο να εγείρει το θέμα της αντισυνταγματικότητας στο μεταγενέστερο αυτό στάδιο μετά την καταχώρηση των αρχικών αγορεύσεων.
  5. Για θέματα Γνωστοποίησης για την κήρυξη πολεοδομικών ζωνών, στην υπόθεση Ioulia Manglis a.o. v. The Republic a.o, 3 C.L.R. 351, στη σελίδα 360, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποφάσισε ότι περιορισμοί δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 96 "amount to restrictions or limitations of the exercise of the right of property, imposed by law, in the interest of town and country planning and for the development and utilization of properties to the promotion of the public benefit, in the sense of Art. 23.3 of the Constitution.". Επιπλέον, όπως αποφασίσθηκε στην ίδια υπόθεση, η προσβαλλόμενη, όπως στην παρούσα προσφυγή, Γνωστοποίηση περιείχε λεπτομερείς και σαφείς πρόνοιες αναφορικά με τους περιορισμούς που ετίθεντο δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 14 του Νόμου και, επομένως, η Γνωστοποίηση ήταν μέσα στα Συνταγματικά πλαίσια. Σύμφωνα και πάλιν με την υπόθεση Manglis "such restrictions may entail in an individual case such drastic consequences that they may amount to deprivation in the sence of Art. 23
(2)and
(4)of the Constitution". Τι σημαίνει "αποστέρηση" (deprivation) αποφασίσθηκε στην υπόθεση Holy See of Kitium v. The Municipality of Limassol, 1 R.S.C.C. 15, στη σελίδα 28, σύμφωνα με την οποία "The outright prevention of a person from building at all on the property would amount to deprivation". Και τούτο, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, είναι θέμα πραγματικό γεγονότων και βαθμού ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Η απόφαση αυτή υιοθετήθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το βάρος αποδείξεως του ότι η περιουσία κάποιου έχει επηρεασθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο επηρεασμός αυτός να ισοδυναμεί με αποστέρηση, έχει ο επικαλούμενος τούτο και στην παρούσα προσφυγή δεν έχει εξαντληθεί. Αντίθετα, είναι φανερό ότι με τις προσβαλλόμενες Γνωστοποιήσεις μόνο νόμιμοι περιορισμοί έχουν τεθεί στην επίδικη περιουσία. Για να ισοδυναμεί ένας περιορισμός με αποστέρηση, πρέπει να επηρεάζει την περιουσία σε τέτοιο βαθμό που να την καθιστά τελείως ακατάλληλη για τη συνήθη, κάτω από τις περιστάσεις, χρήση για την οποία προορίζεται. Οι προσβαλλόμενες Γνωστοποιήσεις περιέχουν απλώς περιορισμούς στην επηρεαζόμενη ιδιοκτησία και όχι αποστέρησή της και, σαν τέτοιες, βρίσκονται απόλυτα μέσα στα πλαίσια του Άρθρου 23 του Συντάγματος. Το κατά πόσο η οικονομική αξία γης που επηρεάζεται από τις προσβαλλόμενες Γνωστοποιήσεις έχει μειωθεί ως αποτέλεσμα των περιορισμών που τίθενται από τις Γνωστοποιήσεις αυτές είναι θέμα πραγματικό και εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Αλλά και αν ακόμη αποδειχθεί ότι επήλθε μείωση, ή έστω ουσιαστική μείωση, στην πιο πάνω αξία, τούτο δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τη συνταγματικότητα ή τη νομιμότητα των περιορισμών που τίθενται με τις προσβαλλόμενες Γνωστοποιήσεις.
  1. Η τουριστική ανάπτυξη του αγροτεμαχίου εξαρτάται αποκλειστικά από το κατά πόσο αυτό εμπίπτει μέσα σε τουριστική ζώνη που έχει καθορισθεί με βάση το άρθρο 14 του Νόμου και όχι κατά πόσο βρίσκεται μέσα σε περιβάλλον το οποίο κατά την προσωπική γνώμη της αιτήτριας υπαγορεύει τουριστική ανάπτυξη.
  2. Η συνδυασμένη εφαρμογή του άρθρου 4Α και της Κ.Δ.Π. 199/79 δεν συνεπάγεται στέρηση της ιδιοκτησίας κατά παράβαση, του Άρθρου 23 του Συντάγματος, γιατί στην προκειμένη περίπτωση η ιδιοκτήτρια συνεχίζει να κατέχει και να απολαμβάνει την ιδιοκτησία της με τους περιορισμούς μεν του άρθρου 4Α και της Κ.Δ.Π. 199/79, αλλά μέσα στα πλαίσια του άρθρου 23 του Συντάγματος. Δεν τίθεται θέμα επιλογής μεταξύ του άρθρου 4Α και της Κ.Δ.Π. 199/79 όσον αφορά ποιο θα εφαρμοσθεί γιατί τα δυο είναι αλληλένδετα και το ένα συμπληρώνει το άλλο. Η απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας δεν οδηγεί σε αποστέρηση της ιδιοκτησίας της κατά παράβαση του αρθρου 23 του Συντάγματος γιατί: Η απόρριψη αφορούσε την ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων. Η αίτηση θα μπορούσε για παράδειγμα να εγκριθεί εάν αφορούσε την ανέγερση μέχρι δυο κατοικιών σύμφωνα με το Νόμο αρ. 199 του 1986, δεδομένου ότι η ιδιοκτησία της αιτήτριας αποτελεί αγροτεμάχιο. Δεν επηρεάσθηκε διαφορετικά το δικαίωμα της ιδιοκτησίας γιατί η αιτήτρια συνεχίζει να κατέχει και να απολαμβάνει την ιδιοκτησία της όπως προνοείται από το Σύνταγμα. Η Προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Manglis a.o. v. The Republic a.o. 3 C.L.R.
  3. Blueware Projects Ltd v. The Republic
(1985)3 C.L.R.
  1. Holy See of Kitium v. The Municipality of Limassol R.S.C.C.
  2. Sofroniou a.o. v. Municipality of Nicosia a.o.
(1976)3 C.L.R. 124. Thymopoulos v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588. Charalambides a.o. v. The Republic
(1986)3 C.L.r.
  1. Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης του καθ' ου η αίτηση με την οποία απέρριψε αίτηση της αιτήτριας για έγκριση ενιαίας τουριστικής ανάπτυξης στο ακίνητό της τεμ. 32/1/1/1 και 33/1/1/1 του Φ/Σ 25/48 στο Νέο Χωρίο Πάφου. Μ. Κυριακίδης για την αιτήτρια Κλ. Θεοδούλου (κα) Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ'ων η αίτηση. Cur. adv. vult. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την προσφυγή της αυτή η αιτήτρια ζητεί: "Δήλωσιν του Δικαστηρίου ότι η απόρριψις της, αιτήσεως της Αιτητρίας υπό του Καθ' ου η Αίτησις, δια έγκρισιν ενιαίας τουριστικής αναπτύξεως εις το ακίνητον της τεμ. 32/1/1/1 και 33/1/1/1 του Φ/Σ 25/48 εις το Νέον Χωρίον Πάφου είναι άκυρος και παράνομος και εστερημένη οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος." Η αιτήτρια είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της πιο πάνω ακινήτου περιουσίας στο χωρίο Νέο Χωρίο, περιοχή Λουτρών Αφροδίτης, δυνάμει τίτλου ιδιοκτησίας με αρ. 13042 και ημερομηνίας 26 Ιανουαρίου
  2. Το κτήμα έχει έκταση 10σκ. 1πρ. ― 3000τ.π. και περιλαμβάνεται στην Αρχαιολογική Ζώνη Ζ3 που καθορίστηκε με την Κ.Δ.Π. 199/79 η οποία προνοεί σαν επιτρεπόμενο συντελεστή δόμησης 3%. Βρίσκεται δε έξω από τα Όρια Υδατοπρομήθειας του Νέου Χωρίου. Στις 16 Μαΐου 1985 η αιτήτρια υπέβαλε στον Έπαρχο Πάφου ως Αρμοδία Αρχή κάτω από τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε, στη συνέχεια ο Νόμος, σειρά προκαταρκτικών αρχιτεκτονικών σχεδίων, που προνοούσαν την ανέγερση στο συγκεκριμένο κτήμα συγκροτήματος Οργανωμένων Διαμερισμάτων (HOLIDAY VILLAGE) δυναμικότητας 10 διαμερισμάτων ― 28 κλινών ― για κατ' αρχήν έγκριση της Αρμόδιας Αρχής μέσα στα πλαίσια του της τροποποίησης που επέφερε ο περί Ρυθμίσεων Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικός) Νόμος του 1982, (Νόμος αρ. 80 του 1982). Τα σχέδια συνοδεύονταν με επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού ημερομηνίας 30 Μαρτίου 1985 στην οποία αναφερόταν ότι αυτά εγκρίνονται για την "Α" τάξη, νοουμένου ότι (α) θα υποβάλλονταν πιστοποιητικά πως το νερό της πηγής που προτεινόταν για υδροδότηση της ανάπτυξης θα ήταν κατάλληλο και ικανοποιητικής ποσότητας, και (β) η ανάπτυξη θα βρισκόταν μέσα στα πλαίσια των προνοιών του Νόμου αρ. 80 του
  3. Για τα προκαταρκτικά αυτά σχέδια ζητήθηκαν οι απόψεις του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, ιδιαίτερα όσον αφορά το Νόμο αρ. 80 του 1982, του Διευθυντή του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων όσον αφορά την υποδειχθείσα πηγή υδροδότησης της προτεινόμενης ανάπτυξης και του Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων εφόσον η ανάπτυξη επρόκειτο να γίνει μέσα σε Αρχαιολογική Ζώνη. Ο Διευθυντής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως με επιστολή του ημερομηνίας 2 Οκτωβρίου 1985 αφού έλαβε υπόψη ότι― (α) η προτεινόμενη για ανάπτυξη έκταση καλύπτει δενδρώδη πλαγιά λόφου και δεσπόζει του χώρου των Λουτρών της Αφροδίτης, περιοχής που θεωρείται "ευαίσθητη" περιβαλλοντικά σε πολύ μεγάλο βαθμό£ (β) το κτήμα που ζητείται να αναπτυχθεί περιλαμβάνεται σε έκταση που ο Έπαρχος Πάφου, με βάση σχέδιο που ετοίμασε το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, ζήτησε να απαλλοτριώσει ως "ζωτικό χώρο" γύρω από τα Λουτρά της Αφροδίτης£ (γ) ο συντελεστής δόμησης της προτεινόμενης οικοδομής ανέρχεται σε 5% αντί του επιτρεπόμενου από την Κ.Δ.Π. 199/79 3% και (δ) πρόκειται για την πρώτη ανάπτυξη του είδους αυτού στην γύρω περιοχή που προτείνεται να λάβει χώραν εκτός Τουριστικής Ζώνης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανάπτυξη που πρότεινε η αιτήτρια θα επηρέαζε δυσμενώς τον πιο "ευαίσθητο" περιβαλλοντικά χώρο£ θα επηρέαζε δυσμενώς τη διαδικασία απαλλοτρίωσης της υπό αναφορά έκτασης γης που προωθούσε ο Έπαρχος Πάφου, και θα δημιουργούσε κακό προηγούμενο, γι' αυτό και εισηγήθηκε απόρριψη της αίτησης ως μη σύμφωνης με τις πρόνοιες και τα κριτήρια του τροποποιητικού Νόμου αρ. 80 του
  4. Ο Διευθυντής του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων με επιστολή του ημερομηνίας 11 Φεβρουαρίου 1986 αποφάνθηκε ότι το νερό της πηγής που προτεινόταν ως πηγή υδατοπρομήθειας της συγκεκριμένης ανάπτυξης ήταν ικανοποιητικό σε ποσότητα και κατάλληλο για υδρευτικούς σκοπούς. Ο Διευθυντής του Τμήματος Αρχαιοτήτων με επιστολή του ημερομηνίας 29 Απριλίου 1986 αφού έλαβε υπόψη "τον πολύ ευαίσθητο χαρακτήρα του περιβάλλοντος στην περιοχή" καθώς και το γεγονός ότι ο συντελεστής δόμησης της ανάπτυξης ήταν πέραν του επιτρεπόμενου, εισηγήθηκε απόρριψη της αίτησης. Στο μεταξύ η αιτήτρια υπόβαλε στις 29 Απριλίου 1986 κανονική αίτηση με πλήρη σειρά αρχιτεκτονικών σχεδίων για εξασφάλιση άδειας οικοδομής για τη συγκεκριμένη ανάπτυξη. Στις 12 Αυγούστου 1986 ο Έπαρχος πληροφόρησε με επιστολή του ημερομηνίας 12 Αυγούστου 1986 την αιτήτρια ότι το αίτημα της για κατ' αρχή έγκριση της προτιθέμενης ανάπτυξης, με βάση τα υποβληθέντα προκαταρκτικά σχέδια, δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό επειδή η οικοδομή που προτεινόταν δεν ήταν σύμφωνη με τις πρόνοιες του Νόμου αρ. 80 του
  5. Με νέα επιστολή ημερομηνίας 19 Σεπτεμβρίου 1986, αντίγραφο της οποίας υποβλήθηκε στο Γραφείο του Επάρχου στις 17 Φεβρουαρίου 1987 επειδή η αρχική επιστολή δεν εξευρέθηκε, ο δικηγόρος της αιτήτριας αμφισβήτησε την ορθότητα της απορριπτικής απόφασης της Αρμόδιας Αρχής και ζήτησε επανεξέταση της υπόθεσης ή και αμφισβήτησε τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίστηκε η απόφαση του Επάρχου ότι η περίπτωση δεν είναι σύμφωνη με τις πρόνοιες του Νόμου αρ. 80 του
  6. Στα πλαίσια επανεξέτασης της υπόθεσης ζητήθηκαν εκ νέου οι απόψεις του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και του Γενικού Διευθυντή του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού πάνω στην πλήρη, αυτή τη φορά, σειρά σχεδίων που υποβλήθηκαν με την αίτηση για άδεια οικοδομής ημερομηνίας 29 Απριλίου
  7. Ο Διευθυντής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως με επιστολή του ημερομηνίας 10 Απριλίου 1987 εισηγήθηκε και πάλιν απόρριψη της αίτησης επειδή ― (α) η ανάπτυξη προτείνεται σε μη κατάλληλη τοποθεσία, δεν είναι χαμηλής πυκνότητας και η χρήση της δεν είναι αναγκαία για την εξυπηρέτηση της περιοχής κατά παράβαση των προνοιών της ΚΔΠ. 155/
  8. Και τούτο επειδή είναι αδιανόητο να θεωρείται η Αρχαιολογική Ζώνη κατάλληλη τοποθεσία για ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων, ούτε έργο που παρουσιάζει υπέρβαση συντελεστή δόμησης μπορεί να θεωρηθεί χαμηλής πυκνότητας. Πέραν τούτου δεν υπάρχουν λόγοι για τους οποίους θα μπορούσε κανείς να υποστηρίζει ότι το έργο είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση της περιοχής, και (β) ο συντελεστής δόμησης της προτεινόμενης οικοδομής υπερβαίνει κατά πολύ τον επιτρεπόμενο από την ΚΔΠ. 199/79 (3%). Πρόσθετα, λαμβάνοντας υπόψη τα προτεινόμενα υψόμετρα των δαπέδων και εξωτερικών χώρων καθώς και τα υψόμετρα του υφιστάμενου εδάφους που φαίνονται στα σχέδια, ως "υπόγεια" είναι στην ουσία "ισόγεια" με αποτέλεσμα τμήμα της οικοδομής να είναι διώροφο, κατά παράβαση των προνοιών της ΚΔΠ 199/79 που προνοεί μόνο για ένα όροφο. Παράλληλα και το ύψος της προτεινόμενης ανάπτυξης είναι μεγαλύτερο από το ανώτατο επιτρεπόμενο ύψος (17 πόδια) που προνοεί η ΚΔΠ 199/79 για τη Ζώνη Ζ
  9. Ο Γενικός Διευθυντής του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού με επιστολή του ημερομηνίας 11 Ιουλίου 1987 μετά από μελέτη των σχεδίων της κανονικής αίτησης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτά δεν ικανοποιούσαν τις πρόνοιες των υφιστάμενων Κανονισμών για "Α" τάξεως Οργανωμένα Διαμερίσματα σε ότι αφορά το εμβαδόν των υπνοδωματίων και των καθιστικών διαμερισμάτων και χώρων υποδοχής και κατά συνέπεια δεν μπορούσαν να εγκριθούν. Συμφώνησε δε με τις παρατηρήσεις του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Αφού ο Έπαρχος μελέτησε την αίτηση κάτω από την ιδιότητα του ως Αρμόδια Αρχή, κατάληξε στο συμπέρασμα ότι η περίπτωση δεν ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 4(α)(β) του Νόμου αρ. 80 του 1982 και τις πρόνοιες της ΚΔΠ 155/83 ούτε και υπήρχαν λόγοι για τους οποίους το δημόσιο συμφέρον απαιτούσε εφαρμογή των πιο πάνω προϋποθέσεων. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίφθηκε και ο Έπαρχος με επιστολή του με ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 1987 πληροφόρησε σχετικά την αιτήτρια. Όπως αναφέρεται στην αγόρευση που καταχωρήθηκε από μέρους του Επάρχου, η νομοθεσία που ίσχυε μέχρη τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η ακόλουθη: (α) Ο περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος (Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε μέχρι τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης από τους Νόμους: 14 του 1959, 67 του 1963, 6 και 65 του 1964, 12 και 38 του 1969, 13 και 28 του 1974, 24 του 1978, 25 του 1970, 80 του 1982, 15 του 1983, 9, 115 και 199 του 1986, 53 και 87 του 1987: Άρθρα 3
(1)(β), 3
(2)(β), 4
(1), 4(Α), 8, 9
(1)(β) και 9
(4)(β). (β) Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 9
(4)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας της 8 Ιουλίου 1983, Παράρτημα Τρίτο, Μέρος Ι, με αρ. ΚΔΠ 155/83 (Παράρτημα Ι). (γ) Γνωστοποίηση του Επάρχου Πάφου δυνάμει του άρθρου 14
(1)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας της 31 Αυγούστου 1979, Παράρτημα Τρίτο, Μέρος Ι, με αρ. ΚΔΠ 199/79 για την κήρυξη πολεοδομικών Ζωνών στο Νέο Χωριό. (Παράρτημα ΙΑ). Είναι η θέση του Επάρχου ότι η απόρριψη του αιτήματος έγινε αφού η Αρμόδια Αρχή μελέτησε επισταμένα τις απόψεις των διαφόρων Τμημάτων, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και συμμορφούμενη πλήρως με τις πρόνοιες του Νόμου και των σχετικών Κανονισμών. Υποστηρίχθηκε δε ότι δεν ήταν ορθό να λέγεται ότι "ο Γενικός Διευθυντής του ΚΟΤ με επιστολή του ημερομηνίας 30 Μαρτίου 1985 (Παράρτημα Α) ενέκρινε τη ζητηθείσα τουριστική ανάπτυξη". Απλώς με την επιστολή του αυτή ο Γενικός Διευθυντής του ΚΟΤ έθετε προϋποθέσεις για την έγκριση και σφράγισμα των σχεδίων στις οποίες η αιτήτρια δεν έχει ανταποκριθεί. Κατά συνέπεια δεν δόθηκε έγκριση ούτε και σφραγίστηκαν σχέδια από τον ΚΟΤ. Τονίστηκε επίσης ότι η αιτήτρια ουδέποτε υπέβαλε αίτηση στον ΚΟΤ για τουριστικό κατάλυμα τύπου "τουριστικού χωριού". Η αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια (Παράρτημα ΙΒ) αφορούσε τουριστικό κατάλυμα τύπου "οργανωμένων διαμερισμάτων". Ο όρος "HOLIDAY VILLAGE" που αναφέρεται σε παρένθεση στις επιστολές και στα σχέδια της αιτήτριας δεν περιλαμβάνεται στους όρους που αναφέρονται στον περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμο του 1969 (Νόμος αρ. 40 του 1969) όπως τροποποιήθηκε. Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία, ο ΚΟΤ αναφέρετο πάντοτε σε συγκρότημα οργανωμένων διαμερισμάτων, θέση την οποία δεν αμφισβήτησε η αιτήτρια. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(3)του Νόμου η αιτήτρια στην αίτησή της προς την Αρμόδια Αρχή για κατ' αρχήν έγκριση θα έπρεπε να περιλάβει τα σφραγισμένα σχέδια και τη σχετική έγκριση του ΚΟΤ, τα οποία όμως δεν παρουσίασε γιατί δεν υπήρχαν. Ο καθορισμός της Ζώνης Ζ3 για την περιοχή στην οποία βρίσκονται τα τεμάχια της αιτήτριας δεν προεξοφλεί ότι η περιοχή είναι κατάλληλη για ανέγερση τουριστικού καταλύματος. Περιοχή κατάλληλη για τουριστική ανάπτυξη έχει καθορισθεί με την ΚΔΠ 199/79 η Ζώνη Α2 που βρίσκεται νοτιοανατολικά των τεμαχίων της αιτήτριας, και πολύ πλησίον της ζώνης Ζ3 όπως φαίνεται στα συνημμένα σχέδια στο Φάκελο των Προσφορών, Παραρτήματα ΙΑ και ΙΓ. Η ζώνη Ζ3, η οποία δεν είναι τουριστική ζώνη, απαγορεύει ρητά τις οχληρές χρήσεις, όπως τις βιομηχανικές οικοδομές, αποθήκες και κτηνοτροφικά υποστατικά, και επιτρέπει τα τουριστικά καταλύματα η καταλληλότητα των οποίων αποφασίζεται ξεχωριστά για την κάθε περίπτωση από την Αρμόδια Αρχή, με βάση το άρθρο 9
(4)(α) και β(ι) και (ιιι) του Νόμου και τα κριτήρια που καθορίζει το Υπουργικό Συμβούλιο με την ΚΔΠ 155/83. Τόσο η περιοχή των Λουτρών της Αφροδίτης στην οποία βρίσκονται τα τεμάχια της αιτήτριας, όσο και η ευρύτερη περιοχή της Πόλης Χρυσοχούς―Πωμού, είναι από πλευράς τουρισμού ελκυστικές χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα πρέπει να επιτραπεί η ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων σε όλη την έκταση της περιοχής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση των κτημάτων της αιτήτριας προέχει το γεγονός ότι αυτά αποτελούν μέρος μιας περιοχής με ειδικό ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον και μοναδικής φυσικής καλλονής της οποίας η διατήρηση και προστασία επιβάλλεται. Με σκοπό την προστασία της περιοχής των Λουτρών, ο Επαρχιακός Λειτουργός Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου ετοίμασε σχέδιο και το οποίο προνοεί τη δημιουργία πάρκου στην περιοχή αυτή. Για την υλοποίηση του πιο πάνω σχεδίου ο Έπαρχος Πάφου σε συνεργασία με το Τμήμα Δασών και το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως προώθησε την απαλλοτρίωση της περιοχής που φαίνεται με κόκκινο χρώμα στο σχέδιο, Παράρτημα ΙΕ. Δεν τίθεται θέμα διορθώσεως των σχεδίων όσον αφορά τα αρχιτεκτονικά σχέδια, το συντελεστή δομήσεως, αριθμό ορόφων κλπ. και εκδόσεως σχετικής άδειας όπως ισχυρίζεται η αιτήτρια, γιατί στην προκειμένη περίπτωση η προτεινόμενη ανάπτυξη δεν πληρούσε τις πρόνοιες του Νόμου αρ. 80 του 1982 αναφορικά με "ενδεδειγμένη τουριστική ανάπτυξη" σε περιοχές εκτός ορίου υδατοπρομήθειας. Αναφορικά με το θέμα της σκοπούμενης τότε απαλλοτρίωσης της περιοχής τούτο δεν φαίνεται να αποτέλεσε μέρος της αιτιολογίας της επίδικης απόφασης. Θα μπορούσε να αναφερθεί εδώ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο μικρό τμήμα των επίδικων τεμαχίων επηρεάσθηκε από την απαλλοτρίωση περιοχής των Λουτρών της Αφροδίτης. Σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό ότι η Αρμόδια Αρχή επηρεάσθηκε στην απόφασή της από τη λανθασμένη παρατήρηση του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ότι ολόκληρα τα τεμάχια 32/1/1 και 33/1/1/1 ήταν υπό απαλλοτρίωση, δεν υπάρχει τίποτε που να δείχνει ότι τούτο αποτέλε τη βάση απόρριψης της αίτησης. Ο Γενικός Διευθυντής του ΚΟΤ απέρριψε και δεν τα εξέτασε ως σχέδια τύπου τουριστικού χωριού, γιατί η αιτήτρια ουδέποτε υπόβαλε σχέδια στον ΚΟΤ για Τουριστικό Κατάλυμα τύπου τουριστικού χωριού. Ο Επαρχιακός Λειτουργός του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως πράγματι αναφέρει στην επιστολή του με αρ. Φακ. ΔΠ/2
(2)και ημερομηνία 2 Οκτωβρίου 1985 προς τον Έπαρχο Πάφου ότι τα κτήματα της αιτήτριας περιλαμάνονται στην περιοχή που επροωθείτο για απαλλοτρίωση. Ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι ο συντελεστής δομήσεως της προτεινόμενης οικοδομής είναι 3.9% και όχι 5% που αναφέρει ο Επαρχιακός Λειτουργός Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου δεν είναι ορθός. Η αιτήτρια στην αίτησή της παραθέτει σωρεία τεμαχίων για σκοπούς της αιτούμενης ανάπτυξης. Τα τεμάχια αυτά, εκτός των τεμαχίων με αρ. 32/1, 1 και 33/1/1/1 δεν εφάπτονται μεταξύ τους και διαχωρίζονται με δημόσιο δρόμο και αργάκι, όπως δείχνεται στο σχέδιο. (Παράρτημα ΙΕ) Το εμβαδόν των τεμαχίων 32, 1/1, 33/1/1/1 στα οποία, με βάση τα σχέδια, σκοπείται η ανάπτυξη, ανέρχεται σε 150600 τετ. πόδια και όχι σε 200.000τ.π. που αναγράφεται στο έντυπο αίτησης. Έχοντας υπόψη το εμβαδόν των 150600 τ.π., ο συντελεστής δομήσεως των προτεινόμενων οικοδομών είναι σίγουρα 5% και όχι 3% που επιτρέπει η Ζώνη Ζ3. Οι παρατηρήσεις του Διευθυντή Πολεοδομίας και Οικήσεως που έχει κάμει στο σημείωμα του με ημερομηνία 10 Απριλίου 1987, προς τον Έπαρχο Πάφου (Παράρτημα Ζ), αποτελούν απάντηση στα επιχειρήματα του ευπαίδευτου δικηγόρου της αιτήτριας σχετικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό. Εν πάση περιπτώσει, μετά από σχετική έρευνα που έγινε στο Κτηματολόγιο Πάφου, διαπιστώθηκε ότι τα υπό αναφορά τεμάχια της αιτήτριας έχουν προκύψει από διανομή συγκυριών σύμφωνα με το άρθρο 27
(1)(γ) του περί Ακινήτου ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ.
  1. Επί του θέματος σχετική είναι η γνωμάτευση της πρώην Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 16 Δεκεμβρίου 1985, (Παράρτημα ΙΖ) στην οποία αναφέρεται ότι σε τέτοιες περιπτώσεις τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4Α όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους αρ. 199 του 1986 και 53 του
  2. Με βάση τα πιο πάνω, ήταν εύλογα ανοικτό στον Έπαρχο Πάφου ως Αρμόδια Αρχή να πάρει την προσβαλλόμενη απόφαση αφού στάθμισε όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιο του. Η απόφαση του να μην εγκρίνει της αίτηση της αιτήτριας είναι σύμφωνη με τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας και δεν συγκρούεται με οποιοδήποτε άρθρο του Συντάγματος. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη. Σε μεταγενέστερο στάδιο η αιτήτρια ήγειρε ως λόγο την αντισυνταγματικότητα των διαφόρων διατάξεων ότι, (α) Το άρθρο 4Α του Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του Νόμου 24 του 1978, προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 28 και 23 (ιδίως των παραγράφων
(2)και
(3)του άρθρου 23 του Συντάγματος)£ (β) η συνδυασμένη εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου 4Α και της Κ.Δ.Π. 199/79 συνεπάγεται επιβολή περιορισμών που ισοδυναμούν με στέρηση της ιδιοκτησίας£ (γ) το άρθρο 9
(4)(β) του Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 80 του 1982, είναι από τη μια ασαφές (αφού εισάγει το γενικό και αόριστο στοιχείο της "ενδεδειγμένης τουριστικής αναπτύξεως" που στερείται σταθερής αντικειμενικής βάσης και, εν πάση περιπτώσει, δεν αποτελεί πολεοδομικό κριτήριο), και από την άλλη προσκρούει τόσο στο συνταγματικό φραγμό της επιβολής περιορισμών στην ιδιοκτησία μόνο με νόμο, όσο και στη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών αφού στην ουσία μεταβιβάζει τη νομοθετική εξουσία της Βουλής στη διοίκηση£ και (δ) η Κ.Δ.Π. 155/83 δίδει απεριόριστη ισχύ στην αρμόδια αρχή και το Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως να ενεργούν κατά βούληση με βάση ασαφή, ευρεία και μη μετρήσιμα υποκειμενικά κριτήρια κατά παράβαση του άρθρου 23
(2)του Συντάγματος, και, εν πάση περιπτώσει, η έκδοση της διοικητικής αυτής πράξης προσκρούει στην αρχή "delegatus non delegare potest" για το λόγο ότι στην ουσία η νομοθετική εξουσία που δόθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο με το άρθρο 9
(4)(β) μεταβιβάζεται στην αρμόδια αρχή στο Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει τους ακόλουθους νομικούς ισχυρισμούς: (α) Η αιτήτρια κωλύεται να εγείρει στο παρόν στάδιο θέμα αντισυνταγματικότητας των διαφόρων νομοθετημάτων στα οποία αναφέρεται£ (β) Το άρθρο 4Α του Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 24 του 1978, ξανατροποποιήθηκε πριν την έκδοση της επίδικης πράξης της 30.10.87 (δέστε Παράρτημα "Υ" που επισυνάφθηκε στην Ένσταση του καθ' ου η αίτηση) με τους Νόμους 199 του 1986 (ημερομηνία δημοσίευσης: 27.12.86) και 53 του 1987 (ημερομηνία δημοσίευσης: 10.4.87) με τους οποίους αίρονται κατά μεγάλο μέρος οι προηγούμενοι περιορισμοί του άρθρου τούτου, πράγμα που παραβλέπει τελείως η αιτήτρια£ και (γ) η προσβολή της Κ.Δ.Π. 199/79 είναι καταφανώς εκπρόθεσμη. Εξάλλου, η αιτήτρια μπορούσε να προσβάλει την πράξη αυτή όταν εκδόθηκε αλλά δεν το έκαμε. Εν πάση περιπτώσει, τα νομοθετήματα στα οποία αναφέρεται η αιτήτρια βρίσκονται απόλυτα μέσα στα συνταγματικά πλαίσια, όπως εκτίθεται αναλυτικότερα στις επόμενες παραγράφους. Ως προς το πρώτο θέμα έχω τη γνώμη ότι η αιτήτρια δεν εκωλύετο να εγείρει το θέμα της αντισυνταγματικότητας στο μεταγενέστερο αυτό στάδιο μετά την καταχώρηση των αρχικών αγορεύσεων. Για θέματα Γνωστοποίησης για την κήρυξη πολεοδομικών ζωνών, στην υπόθεση Ioulia Manglis a.o. v. The Republic a.o, 3 C.L.R. 351, στη σελίδα 360, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστήριου αποφάσισε ότι περιορισμοί δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 96 "amount to restrictions or limitations of the exercise of the right of property, imposed by law, in the interest of town and country planning and for the development and utilization of properties to the promotion of the public benefit, in the sense of Art. 23.3 of the Constitution.". Επιπλέον, όπως αποφασίσθηκε στην ίδια υπόθεση, η προσβαλλόμενη, όπως στην παρούσα προσφυγή, Γνωστοποίηση περιείχε λεπτομερείς και σαφείς πρόνοιες αναφορικά με τους περιορισμούς που ετίθεντο δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 14 του Νόμου και, επομένως, η Γνωστοποίηση ήταν μέσα στα Συνταγματικά πλαίσια. Σύμφωνα και πάλιν με την υπόθεση Manglis "such restrictions may entail in an individual case such drastic consequences that they may amount to deprivation in the sence of Art. 23
(2)and
(4)of the Constitution". Η απόφαση στην υπόθεση της Ioulia Manglis υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Blueware Projects Ltd v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 2522, στις σελίδες 2527, 2528. Τι σημαίνει "αποστέρηση" (deprivation) αποφασίσθηκε στην υπόθεση Holy See of Kitium v. The Municipality of Limassol, 1 R.S.C.C. 15, στη σελίδα 28, σύμφωνα με την οποία "The outright prevention of a person from building at all on the property would amount to deprivation". Και τούτο, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, είναι θέμα πραγματικό γεγονότων και βαθμού ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Η απόφαση αυτή υιοθετήθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως π.χ. στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Neophytos Sofroniou a.o. v. Municipality of Nicosia a.o.
(1976)3 C.L.R. 124, στις σελίδες 135
(40)136 (1―10). Το βάρος αποδείξεως του ότι η περιουσία κάποιου έχει επηρεασθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο επηρεασμός αυτός να ισοδυναμεί με αποστέρηση, έχει ο επικαλούμενος τούτο και στην παρούσα προσφυγή δεν έχει εξαντληθεί. Αντίθετα, είναι φανερό ότι με τις προσβαλλόμενες Γνωστοποιήσεις μόνο νόμιμοι περιορισμοί έχουν τεθεί στην επίδικη περιουσία. Όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Bluewave Projects Ltd, supra, "Nor does the proposed scheme amount to a deprivation contrary to Article 23.3. From the perusal of the subjudice Notice it is clear that the properties within zone Z2 are not affected in such a way or to such an extent as to amount to a deprivation as alleged, but the effect of the Notice is nothing more than a limitation or restriction which is within the ambi of Article 23.3 and contitutional.". Για να ισοδυναμεί ένας περιορισμός με αποστέρηση, πρέπει να επηρεάζει την περιουσία σε τέτοιο βαθμό που να την καθιστά τελείως ακατάλληλη για τη συνήθη, κάτω από τις περιστάσεις, χρήση για την οποία προορίζεται (βλ. Demetrios Thymopoulos v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, στη σελίδα 605). Οι πιο πάνω αρχές επαναβεβαιώθηκαν στην απόφαση του Πλήρους Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kratinos Charalambides and others v. The Republic
(1986)3 C.L.R. 2681, στη σελίδα 2683. Παρόμοιοι περιορισμοί με τους περιορισμούς που έχουν τεθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκαν συνταγματικοί στην υπόθεση Sofroniou v. The Municipality of Nicosia
(1976)3 C.L.R. 124. Όλα τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και διέπουν απόλυτα την παρούσα προσφυγή. Από το κείμενο των προσβαλλομένων Γνωστοποιήσεων φαίνεται καθαρά πως η ιδιοκτήτρια της επηρεαζόμενης γης δεν έχει στερηθεί την περιουσία της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι οι προσβαλλόμενες Γνωστοποιήσεις περιέχουν απλώς περιορισμούς στην επηρεαζόμενη ιδιοκτησία και όχι αποστέρηση της και, σαν τέτοιες, βρίσκονται απόλυτα μέσα στα πλαίσια του Άρθρου 23 του Συντάγματος. Το κατά πόσο η οικονομική αξία γης που επηρεάζεται από τις προσβαλλόμενες Γνωστοποιήσεις έχει μειωθεί ως αποτέλεσμα των περιορισμών που τίθενται από τις Γνωστοποιήσεις αυτές είναι θέμα πραγματικό και εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Αλλά και αν ακόμη αποδειχθεί ότι επήλθε μείωση, ή έστω ουσιαστική μείωση, στην πιο πάνω αξία, τούτο δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τη συνταγματικότητα ή τη νομιμότητα των περιορισμών που τίθενται με τις προσβαλλόμενες Γνωστοποιήσεις. Στη απόφαση στην υπόθεση Manglis, supra, αναφέρεται στη σελίδα 361 (5―15) ότι "the sanctity of the right of property, to the extent to which such right is constitutionally protected by means of Art. 23 of the Constitution, is not violated by the aforesaid Notice because, in any individual case in which the restrictions or limitations imposed by them materially decrease the economic value of the affected property, the owner of such property is entitled to compensation under Art. 23.3 of the Constitution." Ούτε υποχρεούται η διοίκηση να προσφέρει προκαταβολικά οποιαδήποτε αποζημίωση. (Thymopoulos v. The Municipal Committee of Nicosia, supra). Η έννοια της ίσης μεταχείρισης έχει δοθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στη σχετική υπόθεση Bluewave Projects Ltd v. Republic (supra) το Δικαστήριο αποφάσισε ότι: "The respondents in reaching their decision as regards the sub―judice building zones took into consideration the particular circumstances of each area, its problemsand needs, the character of each district and its particular suitability for particular suitability for particular uses, as well as the fact that each area is governed by different considerations in relation to the neighbouring or surrounding area. No discrimination cas thus be established, as 'the principle of equality entails the equal or similar treatment of all those found to be in the same or similar situation. (See Savva v. Republic
(1979)3 C.L.R. 250 at p. 257 referring the case No. 1273/65 of the Greek Council of State) which is not the case in the present instance". Τα ίδια τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα προσφυγή. Βλέπε επίσης και την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Kratinos Charalambides a.o (supra). Όπως επίσης στο Ευρετήριο Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1961―1970, σελ. 320, παρ. 526: "Κατά την αληθή έννοιαν του άρθρου 9 του Ν.Δ. 17.8.23, παρέχεται εις την Διοίκησιν η ευχέρεια όπως καθορίζη ουχί ομοιομόρφως δι' άπαντας τους οικισμούς του Κράτους, αλλ' αναλόγως των ειδικών συνθηκών και αναγκών, διαφόρους εκάστοτε όρους δομήσεως, δι' εκάστην πόλιν, έτι δε και δι' έκαστον τομέα της αυτής πόλεως" και στη σελ. 322, παρ. 542: "Δεν αντίκεινται εις την αρχήν της ισότητος οι επιβαλλόμενοι εις την ιδιοκτησίαν, χάριν πολεοδομικών επιδιώξεων, περιορισμοί,985/65.". Είναι φανερό ότι τα δεδομένα ολόκληρης της επηρεαζόμενης γης καθώς και της περιοχής που την περιβάλλει λήφθηκαν σοβαρά υπόψη από την Αρμόδια Αρχή που ετοίμασε τα σχέδια, και οι περιορισμοί έχουν τεθεί μετά από επανειλημμένες επιτόπιες εξετάσεις και σοβαρή μελέτη όλων των σχετικών υπηρεσιών της αρμοδίας αρχής. Σύμφωνα με το άρθρο 4Α του Νόμου, Κεφ. 96, όπως αυτό τροποποιήθηκε από τους Νόμους αρ. 199 του 1986 και 53 του 1987, η ανάπτυξη του τεμαχίου της αιτήτριας το οποίο βρίσκεται εκτός ορίου υδατοπρομήθειας περιορίζεται στην ανέγερση μέχρι δύο κατοικιών και γεωργικών, κτηνοτροφικών υποστατικών. Η τουριστική ανάπτυξη του αγροτεμαχίου εξαρτάται αποκλειστικά από το κατά πόσο αυτό εμπίπτει μέσα σε τουριστική ζώνη που έχει καθορισθεί με βάση το άρθρο 14 του Νόμου και όχι κατά πόσο βρίσκεται μέσα σε περιβάλλον το οποίο κατά την προσωπική γνώμη της αιτήτριας υπαγορεύει τουριστική ανάπτυξη. Η Κ.Δ.Π. 199/79 η οποία εκδόθηκε με βάση το άρθρο 4Α έχει εντάξει την πιο πάνω ιδιοκτησία σε ζώνη "Ζ3" η οποία δεν αποτελεί τουριστική ζώνη και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 4Α, η τουριστική ανάπτυξη στο αγροτεμάχιο απαγορεύεται. Επίσης με την Κ.Δ.Π. 199/79 απαγορεύεται η κτηνοτροφική ανάπτυξη του αγροτεμαχίου και καθορίζονται τα ποσοστά δόμησης των αναπτύξεων που επιτρέπονται στο τεμάχιο. Η συνδυασμένη εφαρμογή του άρθρου 4Α και της Κ.Δ.Π. 199/79 δεν συνεπάγεται στέρηση της ιδιοκτησίας κατά παράβαση, του Άρθρου 23 του Συντάγματος, γιατί στην προκειμένη περίπτωση η ιδιοκτήτρια συνεχίζει να κατέχει και να απολαμβάνει την ιδιοκτησία της με τους περιορισμούς μεν του άρθρου 4Α και της Κ.Δ.Π. 199/79, αλλά μέσα στα πλαίσια του άρθρου 23 του Συντάγματος. Δεν τίθεται θέμα επιλογής μεταξύ του άρθρου 4Α και της Κ.Δ.Π. 199/79 όσον αφορά ποιο θα εφαρμοσθεί γιατί τα δύο είναι αλληλένδετα και το ένα συμπληρώνει το άλλο. Ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η Αρμόδια Αρχή έπρεπε να στηρίξει την απόφασή της, σύμφωνα με το άρθρο 9
(4)του Νόμου, στις απόψεις του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως μόνο και να μην λάβει υπόψη απόψεις από άλλα Τμήματα ή Υπηρεσίες δεν ευσταθεί γιατί, η έκδοση άδειας οικοδομής ή διαχωρισμού οικοπέδων ή διάνοιξης δρόμου από οποιαδήποτε Αρμόδια Αρχή βασίζεται στις πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου, το οποίο δεν απαγορεύει τη λήψη απόψεων από διάφορα αρμόδια Τμήματα ή Υπηρεσίες. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(4)του τροποποιητικού Νόμου αρ. 80 του 1982, οι απόψεις του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως είναι απαραίτητες στην περίπτωση που η αιτούμενη άδεια αφορά ιδιοκτησία που βρίσκεται εκτός περιοχής υδατοπρομήθειας. Οι απόψεις του πιο πάνω Διευθυντή αφορούν καθαρά την πολεοδομική πτυχή της αιτήσεως, εάν δηλαδή η αιτούμενη ανάπτυξη είναι ενδεδειγμένη και δεν καλύπτει θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες άλλων Τμημάτων ή Υπηρεσιών. Στην προκειμένη περίπτωση οι απόψεις που δόθηκαν από τον Κ.Ο.Τ., το Τμήμα Αρχαιοτήτων, το Τμήμα Δασών και το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν αφορούν το θέμα της ενδεδειγμένης ανάπτυξης αλλά θέματα αποκλειστικά δικής τους αρμοδιότητας. Οι απόψεις του Επαρχιακού Λειτουργού του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου στάληκαν στην Αρμόδια Αρχή αφού υιοθετήθηκαν από το Διευθυντή του Τμήματος αυτού και επομένως θεωρούνται σαν απόψεις του ίδιου του Διευθυντή, όλες δε οι σχετικές επιστολές του Επαρχιακού Λειτουργού στάληκαν προς τον Έπαρχο Πάφου μέσω του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Η απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας βασίσθηκε στο ότι: (ι) Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9
(4)(β)(ι) του Τροποποιητικού Νόμου αρ. 80 του 1982 και οι πρόνοιες της Κ.Δ.Π. 155/83£ και (ιι) Η ιδιοκτησία της αιτήτριας έχει προκύψει από καταναγκαστική διανομή με το άρθρο 27 του Κεφ. 224 και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 4Α του Νόμου η ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων απαγορεύεται. Συνεπώς ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η Αρμόδια Αρχή υπερέβη τις εξουσίες της και ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσιών δεν ευσταθεί. Ο καθορισμός της ζώνης Α2 δείχνει ότι η περιοχή αυτή κρίθηκε σαν κατάλληλη για την προώθηση της τουριστικής ανάπτυξης ενώ σε άλλες περιοχές οι ζώνες απλώς δεν απαγορεύουν την ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων. Στη ζώνη Ζ3 η οποία είναι εκτός ορίου υδατοπρομήθειας, και στην οποία εμπίπτουν τα τεμάχια της αιτήτριας, η ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων αποφασίζεται ξεχωριστά για την κάθε περίπτωση από την Αρμόδια Αρχή με βάση το άρθρο 9
(4)του Νόμου και τα κριτήρια που έχει καθορίσει το Υπουργικό Συμβούλιο με την Κ.Δ.Π. 155/
  1. Επομένως ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η απόφαση για απόρριψη της αίτησης της στηρίχθηκε στο ότι μόνο μέσα στη ζώνη Α2 μπορεί μια τουριστική ανάπτυξη να θεωρηθεί ενδεδειγμένη δεν είναι ορθή. Στην πραγματικότητα στη ζώνη Α2 δεν τίθεται θέμα αν η τουριστική ανάπτυξη είναι ενδεδειγμένη εφόσον σκοπός της ζώνης αυτής είναι να επιτρέπει την τουριστική ανάπτυξη. Η θέση του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων σε όλη την έκταση της περιοχής Λουτρών Αφροδίτης ― Πόλης Χρυσοχούς ― Πωμού έχει την έννοια ότι εκτός των τουριστικών ζωνών και περιοχών υδατοπρομήθειας, η ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων εξαρτάται από τα διάφορα κριτήρια που θέτει ο Νόμος αρ. 80 του 1982 και με τα οποία ορθά λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη εξαιρετικού φυσικού περιβάλλοντος, αρχαιολογικών χώρων, πυκνότητα της ανάπτυξης, αναγκαιότητα της προτεινόμενης χρήσης για την εξυπηρέτηση της περιοχής κ.τ.λ. Η Αρμόδια Αρχή δεν υιοθέτησε τα δικά της κριτήρια, δηλαδή του ιστορικού―αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και της μοναδικής φυσικής καλλονής της περιοχής για να απορρίψει την αίτηση της αιτήτριας. Αντίθετα η Κ.Δ.Π. 155/83 θέτει σαν ένα από τα κριτήρια την ανέγερση των οικοδομών σε κατάλληλη τοποθεσία. Η ζώνη Ζ3 αποτελεί αρχαιολογική ζώνη και καλύπτει περιοχή μοναδικής φυσικής καλλονής η οποία εκ του πνεύματος της δημιουργίας της πρέπει να προστατευθεί και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη τοποθεσία για την ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων. Η απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας δεν οδηγεί σε αποστέρηση της ιδιοκτησίας της κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος γιατί: Η απόρριψη αφορούσε την ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων. Η αίτηση θα μπορούσε για παράδειγμα να εγκριθεί εάν αφορούσε την ανέγερση μέχρι δυο κατοικιών σύμφωνα με το Νόμο αρ. 199 του 1986, δεδομένου ότι η ιδιοκτησία της αιτήτριας αποτελεί αγροτεμάχιο. Δεν επηρεάσθηκε διαφορετικά το δικαίωμα της ιδιοκτησίας γιατί η αιτήτρια συνεχίζει να κατέχει και να απολαμβάνει την ιδιοκτησία της όπως προνοείται από το Σύνταγμα. Κατά τον καθ' ου η αίτηση το θέμα της υπέρβασης στο συντελεστή δομήσεως δεν αποτέλεσε τον κύριο λόγο για την απόρριψη της αίτησης. Η απόρριψη βασίζεται στους λόγους που αναφέρονται ενωρίτερα στην απόφαση αυτή. Ορθά αναφέρθηκε από μέρους της αιτήτριας ότι το γεγονός ότι το ακίνητο βρίσκεται εκτός ορίου υδατοπρομήθειας δεν αποτελεί αφ' εαυτού λόγο απόρριψης και ότι τίθεται θέμα εφαρμογής των κριτηρίων του Νόμου αρ. 80 του 1982 και της Κ.Δ.Π. 155/
  2. Και πράγματι, αυτό έπραξαν οι καθ' ων η αίτηση εφαρμόζοντας ορθά και νόμιμα τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγου, η προσφυγή αποτυγχάνει και επικυρώνεται η προσβαλλομένη απόφαση. Δεν γίνεται όμως οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Α. Ν. Λοεζου, Π. /ΧΘ 12 Απριλίου, 1994 [A.N. ΛΟΙΖΟΥ, Δ.] ALBATROS FLIGHT COLLEGE (CYPRUS) LTD Αιτητών ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων Καθ'ων η αίτηση Υπόθεση Αρ. 437/93 _________________________________ Προσφυγή βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος ― Λόγοι ακυρότητας ― Μη διεξαγωγή της δέουσας έρευνας πριν την λήψη της διοικητικής απόφασης. Οι αιτητές προσέβαλαν με την προσφυγή τους την απόφαση των καθ' ων η αίτηση να κατατάξουν τον εκπαιδευτή πιλότο Αθανάσιο Παπαχριστοδούλου στην κατηγορία των μισθωτών προσώπων. Ενας από τους λόγους ακυρότητας που πρόβαλαν οι αιτητές ήταν η έλλειψη δέουσας έρευνας από μέρους των καθ'ων η αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση, αποφάσισε ότι: Εχω εξετάσει την προσφυγή αυτή και φρονώ ότι δεν έγινε η δέουσα έρευνα. Οι καθ'ων η αίτηση δεν ζήτησαν συμβόλαιο απασχολήσεως, δεν εξέτασαν τί είδους δημοσίευση έγινε σχετικά με την πρόσληψη του εκπαιδευτή, ούτε και ερώτησαν μαθητές της Σχολής. Φυσικά, δεν είχαν ενώπιόν τους καμιά δήλωση ότι οι μαθητές επέλεγαν τον εκπαιδευτή από κατάλογο, αλλά πιθανό να αληθεύει το ότι δεν ρωτήθηκε προς τούτο ο Διευθυντής της Σχολής. Η έρευνα περιορίστηκε μόνο στις καταθέσεις του παραπονουμένου και του Διευθυντή και δεν διερευνήθηκε περαιτέρω ο ισχυρισμός του Διευθυντή ότι οι εκπαιδευτές εργάζονταν και με άλλες σχολές εκπαιδεύσεως πιλότων. Επίδικη απόφαση ακυρώνεται χωρίς έξοδα. Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης των καθ' ων η αίτηση ημερομηνία 10/3/93, με την οποία απέρριψαν ιεραρχική προσφυγή των αιτητών, ημερομηνίας 17/12/92 και εμμένουν στη προηγούμενη απόφασή τους, ημερομηνίας 16/10/92, με την οποία κατέταξαν τον εκπαιδευτή πιλότων Αθανάσιο Παπαχριστοδούλου στην κατηγορία των μισθωτών προσώπων: Ε. Μυριανθέας για τους αιτητές Α. Χριστοφόρου Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ'ων η αίτηση. Α. Χ"Κουμή για Δ. Παυλίδη, για το Ε/Μ. Cur. adv. vult. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας προσφυγής είναι η απόφαση των καθ'ων η αίτηση, ημερομηνίας 10/3/93, με την οποία απορρίπτουν την ιεραρχική προσφυγή των αιτητών, ημερομηνίας 17/12/92 και εμμένουν στην προηγούμενη απόφασή τους, ημερομηνίας 16/10/92, με την οποία κατέταξαν τον εκπαιδευτή πιλότων Αθανάσιο Παπαχριστοδούλου στην κατηγορία των μισθωτών προσώπων. Οι αιτητές είναι Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, διατηρούν δε Σχολή Εκπαιδεύσεως Πιλότων με την ονομασία ALBATROS FLIGHT COLLEGE (CYPRUS) LTD., με έδρα τη Λευκωσία. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι για τη διεξαγωγή των εργασιών τους πέραν των παρεχωμένων θεωρητικών μαθημάτων, για την πρακτική εκπαίδευση των μαθητών τους, ενοικιάζουν αεροσκάφη στους εκπαιδευόμενους οι οποίοι επιλέγουν τον εκπαιδευτή τους από μια λίστα εκπαιδευτών οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους προς του εκπαιδευόμενους και πληρώνονται από τους εκπαιδευόμενους και όχι από τους αιτητές. Μεταξύ των εκπαιδευτών ήταν και ο Αθανάσιος Παπαχριστοδούλου, ο οποίος υπέβαλε παράπονο στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ζητούσε από τους αιτητές να του καταβάλουν Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως μισθωτός τους. Στις 16/10/92, οι καθ'ων η αίτηση εξέδωσαν απόφαση με την οποία κατέτασσαν τον εκπαιδευτή πιλότων Αθανάσιο Παπαχριστοδούλου στην κατηγορία των μισθωτών και καλούσαν τους αιτητές να καταβάλουν εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το πιο πάνω πρόσωπο. Η εν λόγω απόφαση, ημερομηνίας 16/10/92, κοινοποιήθηκε στους αιτητές στις 17/12/92 και την επόμενη ημέρα καταχώρησαν ιεραρχική προσφυγή, στην οποία εκδόθηκε απόφαση στις 10/3/
  3. Με την απόφαση αυτή, οι καθ'ων η αίτηση απέρριψαν την ιεραρχική προσφυγή των αιτητών και επαναβεβαίωναν την προηγούμενη τους απόφαση, ημερομηνίας 16/10/
  4. Οι αιτητές καταχώρησαν την παρούσα προσφυγή και υποστηρίζουν ότι ο εν λόγω εκπαιδευτής πρέπει να καταταγεί στην κατηγορία των αυτοτελώς εργαζομένων. Οι καθ'ων η αίτηση αποφάσισαν ότι μεταξύ των αιτητών και του Παπαχριστοδούλου, υπάρχει σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου, για τους πιο κάτω λόγους: (α) Τα αεροσκάφη αποτελούν ιδιοκτησία των αιτητών. (β) Η αμοιβή τόσο των εκπαιδευτών, όσο και των μαθητών, καθορίζεται από την Εταιρεία. (γ) Τα μαθήματα ελέγχονται από την Εταιρεία, και (δ) Τα διπλώματα/πιστοποιητικά, εκδίδονται από την Εταιρεία. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι είναι φανερό από το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι καθ'ων η αίτηση παρέλειψαν να προβούν στη δέουσα έρευνα πριν λάβουν την προσβαλλόμενη απόφαση. Ισχυρίζονται δε ότι από την πιο πάνω αιτιολόγηση, φαίνεται ότι οι καθ'ων η αίτηση παραπλανήθηκαν περί τα αληθή γεγονότα και/ή παρερμήνευσαν ουσιώδη γεγονότα και ουδόλως έλαβαν υπόψη τους τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιόν τους από το Διοικητικό Σύμβουλο των αιτητών, Χαράλαμπο Δημητριάδη. Η θέση των αιτητών είναι ότι η αμοιβή των εκπαιδευτών δεν καθορίζεται από τους αιτητές ή οποιαδήποτε άλλη αερολέσχη, αλλά από τους ίδιους τους εκπαιδευτές. Οι αιτητές καθορίζουν το ύψος των διδάκτρων για τους μαθητές πιλότους, ήτοι το κόστος για τα μαθήματα εδάφους, το κόστος των βιβλίων και άλλων αναγκαίων βοηθημάτων και οργάνων πλοηγήσεως, ως επίσης και το ενοίκιο κάθε τύπου αεροσκάφους ανά ώρα πτήσεως. Περαιτέρω, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι ενοικίαζαν τα αεροσκάφη τους στους εκπαιδευόμενους μαθητές, οι οποίοι επέλεγαν τον εκπαιδευτή τους από ένα κατάλογο εκπαιδευτών, οι οποίοι συνεργάζονταν με τη Σχολή των αιτητών ως ανεξάρτητοι εργολάβοι και όχι ως υπαλλήλοι και ότι οι εκπαιδευτές πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε περισσότερες από μία σχολές και επίσης πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους και σε πρόσωπα τα οποία δεν ήταν εγγεγραμμένα σε καμιά Σχολή. Περαιτέρω, οι αιτητές δεν έχουν καμιά επίβλεψη ή εποπτεία για τα μαθήματα πτήσεων, καθότι ο κυβερνήτης του εκπαιδευτικού αεροσκάφους κατά τη διάρκεια της πτήσεως είναι ο απόλυτος άρχων επί του σκάφους του. Εάν γίνονταν οποιεσδήποτε συνεννοήσεις μεταξύ των αιτητών και του εκπαιδευτή σε σχέση με τη διδασκαλία του μαθητή, τούτες γίνονταν αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς συντονισμού των μαθημάτων εδάφους και πτήσεων και εν πάση περιπτώσει δεν θεωρείτο επέμβαση ή επιτήρηση στο έργο των εκπαιδευτών πτήσεων. Τελικά οι αιτητές ισχυρίστηκαν ότι δεν εκδίδουν διπλώματα/πιστοποιητικά, καθότι μόνο το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας δύναται να εκδώσει διπλώματα και πιστοποιητικά για πιλότους και κανένας άλλος. Οι καθ'ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι προτού εκδόσουν την προσβαλλόμενη πράξη, έκαμαν έρευνα η οποία συνίστατο στη λήψη καταθέσεων από τον Αθανάσιο Παπαχριστοδούλου και από το Διοικητικό Σύμβουλο των αιτητών, Χαράλαμπο Δημητριάδη και ότι η προσβαλλόμενη πράξη ελήφθη αφού μελετήθηκαν και αξιολογήθηκαν τα όσα οι δύο πλευρές κατέθεσαν. Ο συνήγορος των καθ'ων η αίτηση, ισχυρίστηκε ότι για πρώτη φορά προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι εκπαιδευτές επιλέγονται από τους μαθητές και επομένως οι προσφερόμενες υπηρεσίες αποτελούν υπηρεσίες εκπαιδευτών προς εκπαιδευόμενους, χωρίς σχέση εργοδότηεργοδοτούμενου μεταξύ των αιτητών και των εκπαιδευτών. Ο συνήγορος των καθ'ων η αίτηση, είπε ότι στην κατάθεση που έδωσε ο Δημητριάδης, δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Η απάντηση των αιτητών επί του σημείου τούτου, είναι ότι ο Δημητριάδης δεν ρωτήθηκε περί αυτού. Έχω εξετάσει την προσφυγή αυτή και φρονώ ότι δεν έγινε η δέουσα έρευνα. Οι καθ'ων η αίτηση δεν ζήτησαν συμβόλαιο απασχολήσεως, δεν εξέτασαν τί είδους δημοσίευση έγινε σχετικά με την πρόσληψη του εκπαιδευτή, ούτε και ερώτησαν μαθητές της Σχολής. Φυσικά, δεν είχαν ενώπιόν τους καμιά δήλωση ότι οι μαθητές επέλεγαν τον εκπαιδευτή από κατάλογο, αλλά πιθανό να αληθεύει το ότι δεν ρωτήθηκε προς τούτο ο Διευθυντής της Σχολής. Η έρευνα περιορίστηκε μόνο στις καταθέσεις του παραπονούμενου και του Διευθυντή και δεν διερευνήθηκε περαιτέρω ο ισχυρισμός του Διευθυντή ότι οι εκπαιδευτές εργάζονταν και με άλλες σχολές εκπαιδεύσεως πιλότων. Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή επιτυγχάνει και η απόφαση των καθ'ων η αίτηση ακυρώνεται, για έλλειψη δέουσας έρευνας. Καμιά διαταγή για έξοδα. Α. ΚΟΥΡΡΗΣ, Δ. /ΕΠσ 12 Απριλίου, 1994 [ΧΡ. ΑΡΤΕΜΙΔΗ, Δ.]
  5. Ελένης Φ. Κωνσταντίνου
  6. Φιλίππου Κωνσταντίνου για το PHILIPS COLLEGE Αιτητών ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Καθ'ης η αίτηση Υπόθεση Αρ. 371/92 _________________________________ Συνταγματικό Δίκαιο ― Άρθρο 20
(1)του Συντάγματος ― Δικαίωμα παροχής εκπαίδευσης ― Περιορίζεται μόνο διά νόμου ― "Αποφάσεις πολιτικής" της Συμβουλευτικής Επιτροπής που ιδρύθηκε βάσει του περί Σχολών Τριτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως Νόμου του 1987 (Ν. 1/87) δεν μπορούν να περιορίσουν το συνταγματικό αυτό δικαίωμα. Εκπαιδευτικοί Λειτουργοί ― Ιδιωτικές Σχολές ― Ο περί Σχολών Τριτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως Νόμος του 1987 (Ν. 1/87) ― Άρθρο 16 ― Προϋποθέσεις αναφορικά με τα προσόντα του διδακτικού προσωπικού. Οι αιτητές προσέβαλαν με την προσφυγή τους την απόφαση των καθ'ων η αίτηση να απορρίψουν αίτημά τους για συμπερίληψη της αιτήτριας υπ' αριθμό 1 στο διδακτικό προσωπικό της σχολής του αιτητή υπ' αριθμό 2. Η επίδικη απόφαση λήφθηκε βάσει της "απόφασης πολιτικής" των καθ'ων η αίτηση αναφορικά με το διδακτικό προσωπικό σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση, αποφάσισε ότι: 1. Σύμφωνα με το άρθρο 20
(1)του Συντάγματος "διατυπώσεις όροι και περιορισμοί" του δικαιώματος εκπαιδεύσεως και παροχής εκπαιδεύσεως μπορεί να επιβληθούν μόνο διά νόμου. Οι ούτω καλούμενες, επομένως, "αποφάσεις πολιτικής" δεν παρέχουν στη διοίκηση οποιαδήποτε νομική βάση για την εξέταση του κρινόμενου αιτήματος.
  1. Η προσφυγή όμως θα γίνει αποδεκτή και για τους πιο κάτω πρόσθετους λόγους. Το άρθρο 16 του Νόμου, 1/87, προβλέπει τα εξής: "Ο Διευθυντής και το διδακτικόν προσωπικόν εκάστης ιδιωτικής σχολής δέον να έχουν πτυχίον ή δίπλωμα, ανεγνωρισμένου πανεπιστημίου ή άλλο κατάλληλον προσόν, αναλόγως του τύπου της σχολής". Είναι παραδεκτό πως η αιτήτρια έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα M.Sc. αναγνωρισμένου πανεπιστημίου. Ο λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε το επίδικο αίτημα είναι γιατί το πρώτο πτυχίο της δεν αναγνωρίζεται από το Υπουργείο Παιδείας. Σύμφωνα όμως με το πιο πάνω άρθρο του Νόμου η αιτήτρια έχει δίπλωμα, και μάλιστα μεταπτυχιακό, αναγνωρισμένου πανεπιστημίου. Αυτά που διαλαμβάνουν οι "αποφάσεις πολιτικής", και που καταγράφονται πιο πάνω, βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με το άρθρο 16 του Νόμου.
  2. Οι αρμοδιότητες της Συμβουλευτικής Επιτροπής καθορίζονται στο άρθρο 4 του Νόμου 1/
  3. Απλώς συμβουλεύει τον Υπουργό πάνω σε θέματα που αναφέρονται σ' αυτό. Το άρθρο 34 του Νόμου προβλέπει πως το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς "διά τον καθορισμόν παντός θέματος όπερ χρήζει ή είναι δεκτικόν καθορισμού και διά την καλυτέραν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου". Τέτοιοι κανονισμοί δεν έχουν εκδοθεί. Επίδικη απόφαση ακυρώνεται με ΛΚ200 έξοδα. Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης των καθ' ων η αίτηση με την οποία απέρριψαν αίτημα των αιτητών για να συμπεριληφθεί η αιτήτρια υπ' αρ. 1 στο διδακτικό προσωπικό της σχολής του αιτητή υπ' αρ.
  4. Α. Σ. Αγγελίδης για τους αιτητές Ρ. Παπαέτη (δ/νις) Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ'ων η αίτηση. Cur. adv. vult. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απόφαση θα δοθεί στις 12.4.94 η ώρα 9.00π.μ. Η αιτήτρια είναι κάτοχος τίτλου M.Sc. του πανεπιστημίου Brunel. Ο δεύτερος αιτητής, ιδιοκτήτης της σχολής Philips College, υπέβαλε αίτηση στο Υπουργείο Παιδείας να συμπεριληφθεί η αιτήτρια στο διδακτικό προσωπικό της σχολής του. Το αίτημα απορρίφθηκε στις 12.3.
  5. Οι αιτητές προσβάλλουν τη νομιμότητα της αρνητικής γι' αυτούς απόφασης. Η αιτιολογία της περιέχεται στην επιστολή του Διευθυντή Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας. Κρίθηκε από το Υπουργείο πως η αιτήτρια δεν μπορούσε να συμπεριληφθεί στο διδακτικό προσωπικό της σχολής, γιατί δεν πληρούσε τα κριτήρια που θέτουν οι εν ισχύει "αποφάσεις πολιτικής" του, αναφορικά με το διδακτικό προσωπικό σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτές οι "αποφάσεις πολιτικής", όπως αποκαλούνται, λήφθηκαν από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, που ιδρύθηκε βάσει του περί Σχολών Τριτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως Νόμου του 1987, 1/87, (Μέρος ΙΙ) και εγκρίθηκαν, από την "αρμόδια αρχή", όπως αναφέρεται στο παράρτημα 2 της ένστασης. Βάζω σε εισαγωγικά τη φράση "αρμόδια αρχή" γιατί το άρθρο 4 του Νόμου ορίζει ρητά ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή συμβουλεύει τον Υπουργό επί παντός θέματος αφορώντος εις την τριτοβάθμιαν εκπαίδευση, και δεν υπάρχει άλλη "αρμόδια αρχή". Το μέρος των αποφάσεων πολιτικής, που μας αφορά στην υπό συζήτηση υπόθεση, είναι καλύτερα να παρατεθεί αυτούσιο. "Στις περιπτώσεις που μια σχολή εργοδοτεί εκπαιδευτικούς που κατέχουν μεταπτυχιακό τίτλο που χορηγήθηκε με κανονικές διαδικασίες από πανεπιστήμιο που αναγνωρίζεται από το Υπουργείο Παιδείας, αλλά το πρώτο πτυχίο που κατέχουν δεν αναγνωρίζεται από το Υπουργείο Παιδείας, όπως και στις περιπτώσεις εκπαιδευτικών που κατέχουν πρώτο πτυχίο αναγνωρισμένου πανεπιστημίου, το οποίο απέκτησαν αφού φοίτησαν αρχικά για ένα χρονικό διάστημα σε μη εκπαιδευτικά αξιολογημένο ― πιστοποιημένο ίδρυμα της Κύπρου, μπορούν να συνεχίσουν να εργοδοτούνται από τη σχολή νοουμένου ότι: (α) οι εκπαιδευτικοί αυτοί ήταν μέλη του διδακτικού προσωπικού της σχολής την 31.12.90, και" .......... Συγκεκριμένα, η αιτήτρια έχει πρώτο πτυχίο, το οποίο δεν αναγνωρίζεται από το Υπουργείο Παιδείας, αλλά μεταπτυχιακό δίπλωμα M.Sc. που αναγνωρίζεται. Δεν εμπίπτει όμως η περίπτωση της στην πιο πάνω πρόνοια χαλάρωσης των αποφάσεων πολιτικής, γιατί δεν ήταν μέλος του διδακτικού προσωπικού της σχολής στις 31.12.
  6. Στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των αιτητών, και αυτή της δικηγόρου της Δημοκρατίας, εγείρονται σωρεία ζητημάτων που άπτονται συνταγματικών διατάξεων και νομικών προνοιών. Θα περιοριστώ στα κεντρικά σημεία που κατά τη γνώμη μου έχουν άμεση και ουσιαστική σχέση, και συνάμα επιλύουν την προσφυγή. Το άρθρο 20
(1)του Συντάγματος έχει ως εξής: "20.1 Εκαστος έχει το δικαίωμα να εκπαιδεύηται και έκαστον άτομον ή ίδρυμα έχει το δικαίωμα να παρέχη εκπαίδευσιν τηρουμένων των διατυπώσεων, όρων και περιορισμών των επιβαλλομένων υπό του οικείου κοινοτικού νόμου των αναγκαίων μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή του βαθμού και της ποιότητος της παιδείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος των γονέων, όπως διασφαλίζωσιν υπέρ των τέκνων αυτών εκπαίδευσιν συνάδουσαν προς τας θρησκευτικάς αυτών πεποιθήσεις." Υπογραμμίζω μέρος των προνοιών του άρθρου, για να καταδείξω αμέσως πως "διατυπώσεις όροι και περιορισμοί" του δικαιώματος εκπαιδεύσεως και παροχής εκπαιδεύσεως μπορεί να επιβληθούν μόνο δια νόμου. Οι ούτω καλούμενες, επομένως, "αποφάσεις πολιτικής" δεν παρέχουν στη διοίκηση οποιαδήποτε νομική βάση για την εξέταση του κρινόμενου αιτήματος. Η προσφυγή όμως θα γίνει αποδεκτή και για τους πιο κάτω πρόσθετους λόγους. Το άρθρο 16 του Νόμου, 1/87, προβλέπει τα εξής: "Ο Διευθυντής και το διδακτικόν προσωπικόν εκάστης ιδιωτικής σχολής δέον να έχουν πτυχίον ή δίπλωμα, ανεγνωρισμένου πανεπιστημίου ή άλλο κατάλληλον προσόν, αναλόγως του τύπου της σχολής." Είναι παραδεκτό πως η αιτήτρια έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα M.Sc. αναγνωρισμένου πανεπιστημίου. Ο λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε το επίδικο αίτημα είναι γιατί το πρώτο πτυχίο της δεν αναγνωρίζεται από το Υπουργείο Παιδείας. Σύμφωνα όμως με το πιο πάνω άρθρο του Νόμου η αιτήτρια έχει δίπλωμα, και μάλιστα μεταπτυχιακό, αναγνωρισμένου πανεπιστημίου. Αυτά που διαλαμβάνουν οι "αποφάσεις πολιτικής", και που καταγράφονται πιο πάνω, βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με το άρθρο 16 του Νόμου. Δεν σχολιάζω εδώ τη σημασία της φράσης "αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο" που απαντάται συχνά, γιατί δεν χρειάζεται να κριθεί στην παρούσα υπόθεση, εφόσον δεν ήταν αντικείμενο συζήτησης, ούτε και αναγκαίο στοιχείο για την τελική της έκβαση. Παραπέμπω όμως, στα σχετικά για το ζήτημα άρθρα, 1, 5 και 7 του περί Συμβάσεως της ΟΥΝΕΣΚΟ για την Αναγνώριση Σπουδών, Διπλωμάτων και Πτυχίων τα οποία αφορούν την Ανώτερη Εκπαίδευση στα Κράτη που ανήκουν στην περιοχή της Ευρώπης (Κυρωτικού) Νόμου του 1985, 11/85, που έχουν υπερτελή ισχύ του ημεδαπού δικαίου. Οι αρμοδιότητες της Συμβουλευτικής Επιτροπής καθορίζονται στο άρθρο 4 του Νόμου 1/
  1. Απλώς συμβουλεύει τον Υπουργό πάνω σε θέματα που αναφέρονται σ' αυτό. Το άρθρο 34 του Νόμου προβλέπει πως το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς "δια τον καθορισμόν παντός θέματος όπερ χρήζει ή είναι δεκτικόν καθορισμού και δια την καλυτέραν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου." Τέτοιοι κανονισμοί δεν έχουν εκδοθεί. Η προσφυγή κρίνεται αποδεκτή. Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται με Δ.200 έξοδα υπέρ των αιτητών. Χρ. Αρτεμίδης, Δ. /ΜΑΑ 13 Απριλίου, 1994 [ΚΟΥΡΡΗ, Δ.] Χαράλαμπου Ανδρέου Αιτητής v. Κυπριακής Δημοκρατίας Καθ'ων η αίτηση Υπόθεση Αρ. 679/93 _________________________________ Αναθεωρητική Αρχή Αδειών ― Απόρριψη αίτησης για αλλαγή έδρας οχήματος Μεταφορέα Α' ― Δέουσα έρευνα ― Δεν υποκαθίσταται με τις ενστάσεις των επηρεαζομένων, την επιστολή του Δήμου που αναφέρεται στις ανάγκες μόνο της πόλης αντί της επαρχίας, και τις αγορεύσεις των δικηγόρων ― Ελλειψη δέουσας έρευνας πλήττει και την αιτιολογία της επίδικης απόφασης. Με την προσφυγή αυτή ο αιτητής ζήτησε την ακύρωση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών, ημερομηνίας 22/6/93, με την οποία απέρριψε την ιεραρχική προσφυγή του αιτητή, εναντίον της απόφασης της Αρχής Αδειών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του για τη χορήγηση έγκρισης για αλλαγή της έδρας του οχήματος μεταφορέως Α', τύπου Βοθροκαθαριστή, από το Δάλι στην Αραδίππου. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση, αποφάσισε ότι: Οι ενστάσεις των επηρεαζομένων, και η επιστολή του Δήμου Λάρνακας (η οποία αναφέρεται μόνο στις ανάγκες της πόλης της Λάρνακας και όχι ολόκληρης της περιφέρειας), όπως και οι αγορεύσεις των δικηγόρων δεν υποκαθιστούν την έρευνα την οποία η καθ' ης η αίτηση είχε υποχρέωση να διεξαγάγει. Το συμπέρασμα της Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών ότι οι ανάγκες της Επαρχίας Λάρνακας εξυπηρετούνται ικανοποιητικά, δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία που είχε ενώπιόν της. Αυτό πλήττει και την αιτιολογία της επίδικης απόφασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η απόφαση των καθ'ων η αίτηση λήφθηκε χωρίς να γίνει προηγουμένως η δέουσα έρευνα και επιπλέον δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία. Επίδικη απόφαση ακυρώνεται με έξοδα. Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 22/6/93, με την οποία απέρριψε την ιεραρχική προσφυγή του αιτητή, εναντίον της απόφασης της Αρχής Αδειών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του αιτητή για τη χορήγηση έγκρισης για αλλαγή της έδρας του οχήματος Μεταφορέα Α', τύπου Βοθροκαθαριστή, από το Δάλι στην Αραδίππου. Σ. Καραπατάκης για τον αιτητή Α. Μαππουρίδης Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ'ων η αίτηση. Cur. adv. vult. A Π Ο Φ Α Σ Η Με την προσφυγή αυτή ο αιτητής ζητά την ακύρωση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών, ημερομηνίας 22/6/93, με την οποία απέρριψε την ιεραρχική προσφυγή του αιτητή, εναντίον της απόφασης της Αρχής Αδειών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του για τη χορήγηση έγκρισης για αλλαγή της έδρας του οχήματος μεταφορέως Α', τύπου Βοθροκαθαριστή, από το Δάλι στην Αραδίππου. Ο αιτητής είναι επαγγελματίας αυτοκινητιστής και ιδιοκτήτης του οχήματος μεταφορέως Α', υπ' αριθμό εγγραφής HF275, τύπου Βοθροκαθαριστή, με έδρα το χωριό Δάλι. Ο αιτητής, με αίτηση του ημερομηνίας 16/3/92, προς την Αρχή Αδειών, ζήτησε αλλαγή έδρας του πιο πάνω οχήματός του, από το Δάλι στην Αραδίππου. Εναντίον της πιο πάνω αίτησης, έφερε ένσταση η Κοινοπραξία Βοθροκαθαριστών Λάρνακας "Η Καθαριότης" και η Παγκύπρια Ένωση Επαγγελματιών Αυτοκινητιστών. Η Αρχή Αδειών εξέτασε την αίτηση του αιτητή, στη συνεδρία της ημερομηνίας 8/7/92 και την απέρριψε γιατί οι ανάγκες της Αστικής Τροχαίας περιοχής Λάρνακας εξυπηρετούνταν ικανοποιητικά από τα υφιστάμενα αδειούχα οχήματα της κατηγορίας Βοθροκαθαριστών. Ο αιτητής καταχώρησε ιεραρχική προσφυγή εναντίον της πιο πάνω απόφαση, στις 25/8/
  2. Ο Δήμος Λάρνακας με επιστολή του Δημοτικού Γραμματέα ημερομηνίας 30/9/92, πληροφόρησε το δικηγόρο του αιτητή ότι η πόλη Λάρνακας εξυπηρετείται ικανοποιητικά από τα υφιστάμενα οχήματα και επομένως ο Δήμος Λάρνακας δεν είναι δυνατό να εισηγηθεί ικανοποίηση του αιτήματός του. Η κοινοποίηση της επιστολής λήφθηκε το Τμήμα Οδικών Μεταφορών στις 13/10/
  3. Η Αναθεωρητική Αρχή Αδειών εξέτασε την ιεραρχική προσφυγή του αιτητή στις 21/4/93 και κρίνοντας ότι οι ανάγκες της επαρχίας Λάρνακας για βοθροκαθαριστικά οχήματα εξυπηρετούνται ικανοποιητικά, την απέρριψε, στις 14/6/
  4. Η παρούσα προσφυγή καταχωρήθηκε εναντίον της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών, της οποίας ζητείται η ακύρωση, κυρίως για το λόγο ότι δεν έγινε η δέουσα έρευνα και για το λόγο ότι η απόφαση είναι χωρίς επαρκή αιτιολογία. Η Αναθεωρητική Αρχή Αδειών απέρριψε την ιεραρχική προσφυγή των αιτητών, γιατί έκρινε, από το σύνολο των ενώπιόν της στοιχείων "ότι οι ανάγκες της επαρχίας Λάρνακας για βοθροκαθαριστικά οχήματα εξυπηρετούνται επί του παρόντος ικανοποιητικά". Ένα από τα ενώπιόν της στοιχεία ήταν η έκθεση του Επαρχιακού Ελεγκτή Μεταφορών, ημερομηνίας 8/6/92, η οποία όμως, όπως φαίνεται από το περιεχόμενό της, δεν βασίστηκε σε έρευνα και δεν κατέληξε σε συμπεράσματα όσον αφορά τις ανάγκες της περιφέρειας και το βαθμό εξυπηρέτησής τους. Το μόνο που αναφέρει η "έκθεση", είναι ο αριθμός οχημάτων της Αστικής Περιφέρειας Λάρνακας μόνο (και όχι ολόκληρης της περιφέρειας) και το ότι η Κοινοπραξία Βοθροκαθαριστών Λάρνακας "Καθαριότης" έφερε ένσταση (η οποία επισυνάφθηκε στην "έκθεση"). Η Έκθεση του Επαρχιακού Ελεγκτή Μεταφορών, αναφέρει επί λέξει τα εξής: "Αίτησις για αλλαγή του χώρου σταθμεύσεως του Μετ. Α' υπ' αρ. εγρ. HF275, τύπου Βοθροκαθαριστή και την μεταφορά του από το Δάλι―Λ/σίας, εις την Αραδίππου―Λ/κος (Αστική). Ο αιτητής είναι μόνιμος κάτοικος Αραδίππου, είναι 53 ετών παντρεμένος με 3 παιδιά ηλικίας 22―21 και 20 ετών. Η Αστική Περιφέρεια Λάρνακος έχει 16 Μεταφορείς Α', τύπου Βοθροκαθαριστών, η δε κοινοπραξία Βοθροκαθαριστών Λ/κος "ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΣ" με γραπτή δήλωσίν τους την οποίαν επισυνάπτω ενίσταται στην χορήγησιν της αιτουμένης αδείας". Οι ενστάσεις των επηρεαζομένων, και η επιστολή του Δήμου Λάρνακας (η οποία και πάλι αναφέρεται μόνο στις ανάγκες της πόλης της Λάρνακας και όχι ολόκληρης της περιφέρειας), όπως και οι αγορεύσεις των δικηγόρων δεν υποκαθιστούν την έρευνα την οποία η καθ'ης η αίτηση είχε υποχρέωση να διεξαγάγει. Το συμπέρασμα της Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών ότι οι ανάγκες της Επαρχίας Λάρνακας εξυπηρετούνται ικανοποιητικά, δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία που είχε ενώπιόν της. Αυτό πλήττει και την αιτιολογία της επίδικης απόφασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η απόφαση των καθ'ων η αίτηση λήφθηκε χωρίς να γίνει προηγουμένως η δέουσα έρευνα και επιπλέον δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία. Η προσφυγή επιτυγχάνει και η επίδικη απόφαση ακυρώνεται. Οι καθ'ων η αίτηση να πληρώσουν τα έξοδα τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Α. ΚΟΥΡΡΗΣ, Δ. /ΕΠσ 13 Απριλίου, 1994 [Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, Δ.] Ανδρέα Γεωργίου Αιτητής v. Κυπριακής Δημοκρατίας Καθ'ων η αίτηση Υπόθεση Αρ. 721/92 _________________________________ Φορολογία ― Φόρος κεφαλαιουχικών κερδών για κέρδη από πώληση μετοχών θυγατρικής εταιρείας ― Η μητρική εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας ― Άρση εταιρικού πέπλου Πότε επιτρέπεται ― Έλλειψη δέουσας έρευνας για την σχέση θυγατρικής με μητρική εταιρεία ενδέχεται να επέφερε πλάνη περί τα πράγματα. Ο αιτητής προσέβαλε με την προσφυγή του την απόφαση επιβολής σε αυτόν φόρου κεφαλαιουχικών κερδών για την διάθεση μετοχών του της εταιρείας Cyprogulf Hotels Ltd βάσει του άρθρου 2(α) του Νόμου 52/80 σύμφωνα με το οποίο οι μετοχές εταιρείας της οποίας η ιδιοκτησία συνίσταται κατά κύριο λόγο από ακίνητη ιδιοκτησία, θεωρούνται "ιδιοκτησία" της οποίας η διάθεση φορολογείται: Ο αιτητής αντέταξε πως οι μετοχές της επίδικης εταιρείας αντιπροσωπεύονταν από μετοχές της εταιρείας Sunrise Hotels Ltd και όχι από ακίνητη ιδιοκτησία. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση, αποφάσισε ότι: Το σημαντικό για την τύχη της παρούσας υπόθεσης είναι το ότι γενικά το αν είναι επιτρεπτή η άρση του εταιρικού πέπλου εξαρτάται, ως πραγματικό ζήτημα, από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η αναγνωρισθείσα δυνατότητα άρσης του εταιρικού πέπλου προς παρεμπόδιση της φοροδιαφυγής δεν σημαίνει πως είναι επιτρεπτό να αγνοείται η αυτοτέλεια μιας εταιρείας όποτε αυτό θα οδηγούσε σε είσπραξη φόρου. Είναι ανάγκη να καταδεικνύεται τέτοια σχέση των δυο οντοτήτων ώστε στην ορισμένη περίπτωση, να δικαιολογείται η αγνόηση της μιας ως ουσιαστικά ταυτισμένης προς την άλλη. Σταθερό κριτήριο αποφασιστικής σημασίας σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει. Στην υπόθεση Smith Stone Knight Ltd v. Lord Mayor
(1939)4 All E. R. 116), υιοθετήθηκαν έξι παράγοντες ως σχετικοί αναφορικά με το ερώτημα ως προς την αυτοτέλεια θυγατρικής εταιρείας, ως εξής:
(1)Τα κέρδη της τύγχαναν χειρισμού ως κέρδη της μητρικής εταιρείας;
(2)Τα πρόσωπα που διηύθυναν τις εργασίες της διορίζονταν από τη μητρική εταιρεία;
(3)Η μητρική εταιρεία ήταν η κεφαλή και ο νους της εμπορικής δραστηριότητας;
(4)η μητρική εταιρεία διηύθυνε την επιχείρηση και αποφάσιζε τί θα έπρεπε να γίνει και ποιό κεφάλαιο θα έπρεπε να διατεθεί γι' αυτή;
(5)Τα κέρδη της εταιρείας πραγματοποιούνταν με την επιδεξιότητα και την καθοδήγησή της;
(6)Είχε η μητρική εταιρεία αποτελεσματικό και συνεχή έλεγχο; Αυτοί οι παράγοντες αναφέρθηκαν με αποδοχή στην Bank of Cyprus v. Republic (ανωτέρω) και υιοθετήθηκαν κατ' έφεση στην Bank of Cyprus (Holdings) v. The Republic
(1985)3 C.L.R.1883 κατά την αξιολόγηση των στοιχείων που υπήρχαν. Στην παρούσα υπόθεση δεν φαίνεται να διεξάχθηκε οποιαδήποτε έρευνα, ενώ αναγνωρίστηκε αυτή η ανάγκη, και δεν έχουν αποκαλυφθεί στοιχεία που θα μπορούσαν ενδεχομένως να είναι σχετικά. Αποδοχή της άποψης των καθ'ων η αίτηση πως σε κάθε παρόμοια περίπτωση οι μετοχές μιας εταιρείας συνιστούν ιδιοκτησία με την έννοια του Νόμου παρά το ότι η εταιρεία αυτή δεν είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας, ουσιαστικά θα σήμαινε διαφοροποίηση της καθαρής νομοθετικής διάταξης που διέπει το ζήτημα. Μπορεί να είναι ορθό πως μεγάλο μέρος της αγοραίας αξίας των μετοχών της Cyprogulf βασίζεται στην αγοραία αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας της Sunrise όπως σημειώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αλλά μου φαίνεται πως η εξομοίωση που επιχειρήθηκε προσκρούει στις σταθερές αρχές που διέπουν την ερμηνεία των Νόμων, ιδιαίτερα των φορολογικών. Η διαπίστωση πως η έρευνα υπήρξε ελλιπής αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο πλάνης και καθιστά την προσβαλλόμενη πράξη παράνομη. Επίδικη απόφαση ακυρώνεται με έξοδα. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Salomon v. Salomon and Co
(1897)A.C. 22 Bank of Cyprus v. Republic
(1883)3 C.L.R.636 T.Z. Guarantee Developments Ltd v. The Republic
(1986)3 C.L.R.381 Γιώργος Χρίστου Ρούσου v. Δημοκρατίας Προσφ. αρ. 605/89 ημερ. 19/6/91
(1991)3 A.A.Δ. Smith Stone Knight Ltd v. Lord Mayor
(1939)4 All ER Bank of Cyprus (Holdings) v. The Republic
(1985)3 C.L.R.1883 Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της επιβολής φόρου κεφαλαιουχικών κερδών λόγω διαθέσεως μετοχών εταιρείας περιορισμένης ευθύνης. Ε. Οδυσσέως, για τον αιτητή Λ. Δημητριάδου (δνίς) Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ'ων η αίτηση. Cur. adv. vult. Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το άρθρο 4 του περι Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου του 1980 (Ν. 52/80) επιβάλλεται φόρος κεφαλαιουχικών κερδών "επί παντός κέρδους λόγω διαθέσεως ιδιοκτησίας". Το ζήτημα που εγείρεται αναφέρεται στο αν οι μετοχές εταιρείας περιορισμένης ευθύνης που πώλησε ο αιτητής είναι ιδιοκτησία με την έννοια του Νόμου. Ο αιτητής ήταν ο κύριος 62525 μετοχών της εταιρείας Cyprogulf Hotels Ltd. Τις είχε αγοράσει μεταξύ των ετών 1978 ― 81 προς Δ.62.525, δηλαδή στην ονομαστική τους αξία. Το 1985 τις πώλησε προς Δ.300.000. Ο Διευθυντής του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων θεώρησε ότι πραγματοποίησε κεφαλαιουχικό κέρδος και του επέβαλε φόρο πάνω στη βάση της διαφοράς μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης των μετοχών. Στηρίχτηκε στο άρθρο 2(α) του Νόμου όπως ίσχυε τότε, πριν δηλαδή την τροποποίηση του από το Νόμο 135/90: "Εν τω παρόντι νόμω, εκτός αν αλλως προκύπτη εκ του κειμένου `ιδιοκτησία' σημαίνει, εις την περίπτωσιν προσώπου διαμένοντος ή συνήθως διαμένοντος εν τη Δημοκρατία πάσαν ακίνητον ιδιοκτησίαν οπουδήποτε ευρισκομένην καθώς επίσης και μετοχάς εταιρείας η ιδιοκτησία των οποίων συνίσταται κατά κύριον λόγον εξ ακινήτου ιδιοκτησίας". H Cyprogulf δεν ήταν ιδιοκτήτρια οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας. Περιγράφηκε ως εταιρεία επενδύσεων. Το κύριο στοιχείο ενεργητικού της συνίστατο σε μετοχές της εταιρείας Sunrise Hotels Ltd. O Διευθυντής επέβαλε τη φορολογία επειδή η περιουσία της Sunrise Hotels Ltd συνίστατο κατά κύριο λόγο σε ακίνητη ιδιοκτησία. Αιτιολόγησε την απόφαση του ως εξής: "Σύμφωνα με το άρθρο 2(α) του Νόμου 52/80 το κέρδος από την πώληση μετοχών φορολογείται. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι μετοχές της Cyprogulf Hotels Ltd αντιπροσωπεύονται από μετοχές της Εταιρείας Sunrise Hotels Ltd της οποίας η ιδιοκτησία συνίσταται κατά κύριο λόγο από ακίνητη ιδιοκτησία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέγα μέρος της αγοραίας αξίας των μετοχών της Cyprogulf Hotels Ltd αντιπροσωπεύεται από μετοχές της Εταιρείας Sunrise Hotels Ltd της οποίας η ιδιοκτησία συνίσταται κατά κύριο λόγο από ακίνητη ιδιοκτησία. Επίσης πιστεύω ότι η ίδρυση και εγγραφή της Εταιρείας Cyprogulf Hotels Ltd αποτελούσε μάλλον ευκαιριακή πράξη". Είναι η θέση του αιτητή πως η απόφαση του Εφόρου προσκρούει στις σαφείς διατάξεις του Νόμου. Η νομολογία δεν αφήνει περιθώρια επιλογών σε τέτοιες περιπτώσεις. Δεν υπάρχει δυνατότητα προσθήκης λέξεων ή απόδοση νοήματος άλλου από εκείνο που υπαγορεύει η καθαρή διατύπωσή του. Οι φορολογικοί Νόμοι ερμηνεύονται αυστηρά και, ούτως ή άλλως, οποιαδήποτε αμφιβολία αίρεται υπέρ του φορολογούμενου. Η διαπίστωση πως η Cyprogulf δεν είχε ακίνητη ιδιοκτησία σήμαινε πως δεν διετέθη ιδιοκτησία με την έννοια του Νόμου. Εν πάση περιπτώσει το συμπλήρωμα της αιτιολογίας σύμφωνα με το οποίο η ίδρυση και η εγγραφή της Cyprogulf "αποτελούσε μάλλον ευκαιριακή πράξη", όχι μόνο δεν συνδέθηκε με οποιοδήποτε γεγονός αλλά και είναι αντίθετο προς αδιαμφισβήτητα στοιχεία. Η Cyprogulf ιδρύθηκε και ενεγράφη το 1978, δυο δηλαδή χρόνια πριν από τη θέσπιση του Νόμου 52/80 που εισήγαγε τη φορολογία των κεφαλαιουχικών κερδών. Η διαφορετική προσέγγιση των καθ' ων η αίτηση δεν έχει ως βάση άλλη αντίληψη ως προς τις αρχές που διέπουν την ερμηνεία των φορολογικών νόμων ή ως προς το νόημα του όρου "ιδιοκτησία" για τους σκοπούς του Νόμου. Δέχονται πως πράγματι είναι προϋπόθεση για την επιβολή φόρου να συνίσταται η ιδιοκτησία της Cyprogulf κατά κύριο λόγο από ακίνητη ιδιοκτησία. Εισηγούνται πως αυτό είναι που συμβαίνει στην πραγματικότητα γιατί, όπως ορθά επεσήμανε ο Διευθυντής, οι μετοχές της αντιπροσωπεύονται από μετοχές της Sunrise. Όχι γιατί η ίδρυση και η εγγραφή της Cyprogulf αποτελούσε "ευκαιριακή πράξη". Αυτή η πτυχή της αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης δεν έχει υποστηριχθεί. Δεν έχει υποδειχθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί τέτοια άποψη ούτε αναπτύχθηκε οποιοδήποτε σχετικό επιχείρημα. Το γεγονός ότι η Cyprogulf ιδρύθηκε και ενεγράφη σε χρόνο ανύποπτο, στην απουσία άλλων δεδομένων ή έστω κάποιας εξήγησης, αναιρεί το συσχετισμό τουλάχιστον προς το φόρο κεφαλαιουχικών κερδών. Εισηγούνται οι καθ' ων η αίτηση πως ο Διευθυντής, αναφερόμενος στην "αντιπροσώπευση" των μετοχών της Cyprogulf από εκείνες της Sunrise, στην ουσία ήρε το εταιρικό πέπλο της Cyprogulf όπως είχε κάθε δικαίωμα να κάμει κατ' εφαρμογή των επιτρεπτών εξαιρέσεων στην αρχή της αυτοτέλειας των εταιρειών ως αυθύπαρκτων νομικών οντοτήτων που καθιερώθηκε στη Salomon v. Salomon and Co
(1897)A.C. 22. Κυρίως, ενόψει της νομολογίας σύμφωνα με την οποία η άρση είναι κατ' εξοχήν επιτρεπτή στις περιπτώσεις που χρησιμοποιείται το εταιρικό πέπλο ως εφεύρημα για παράκαμψη φορολογικών Νόμων. (Βλ. Bank of Cyprus v. Republic
(1883)3 C.L.R.636, T.Z. Guarantee Developments Ltd v. The Republic
(1986)3 C.L.R.381, Γιώργος Χρίστου Ρούσου ν. Δημοκρατία Προσφυγή Αρ. 605/89 ημερομηνίας 19 Ιουνίου 1991.) Η άρση του εταιρικού πέπλου στην οποία αναφέρονται οι καθ' ων η αίτηση σημαίνει θεώρηση στην ουσία, της ακίνητης ιδιοκτησίας της Sunrise ως ακίνητης ιδιοκτησίας της Cyprogulf. H εισήγηση γι' αυτή την ταύτιση δεν έχει τεκμηριωθεί με αναφορά σε ο,τιδήποτε που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως δεσμός των δυο εταιρειών, πέρα εννοείται από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Cyprogulf είχε ως ιδιοκτησία της μετοχές της Sunrise. Υπάρχουν στο φάκελλο τα ακόλουθα στοιχεία. Η Sunrise για όλο τον ουσιώδη χρόνο είχε ως μετόχους την Cyprogulf (250.000 μετοχές,) την Cyprus Development Ltd (62.000 μετοχές) και την Ε. Evangelou Estates Ltd (298.000 μετοχές). Ο αιτητής ήταν ο ένας από τους μετόχους (25%) της Cyprogulf. Σε σημείωμα στο διοικητικό φάκελλο αναφέρονται ως επίσης μέτοχοι της Cyprogulf οι Κωστάκης Λοεζου, Χριστάκης Νεοπτολέμου και A.M.C. Investment. Ποιά ήταν η σχέση της Cyprogulf ή των μετόχων της προς τις άλλες εταιρείες―μετόχους της Sunrise δεν φαίνεται νά έχει ερευνηθεί. Δεν έχουμε στοιχεία που να αποκαλύπτουν οτιδήποτε προς αυτή τη κατεύθυνση. Στο ίδιο σημείωμα γίνεται αναφορά και στην Sika Hotel Enterprises Ltd, (ιδρύθηκε το 1982) ως μετόχου της Cyprogulf που επίσης πώλησε μετοχές και εκφράζεται η άποψη πως αν λόγω πιθανού κενού στο νόμο δεν είναι δυνατή η επιβολή φορολογίας ενόψει του άρθρου 2(α), θα έπρεπε να "ερευνηθεί η πιθανότης εικονικής πράξης ή εικονικών πράξεων με σκοπό την αποφυγή της φορολογίας". Σε επόμενο σημείωμα ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1991 διαπιστώνεται αδυναμία (weakness) του νόμου και υποδεικνύεται η ανάγκη για τροποποίησή του με παράλληλη πρόταση επιβολής φορολογίας πάνω στη βάση σχεδίου φοροδιαφυγής ενόψει των ημερομηνιών σύστασης των εταιρειών. Όπως φαίνεται από τρίτο σημείωμα επίσης ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1991, υιοθετήθηκε αυτή η γραμμή. Δεν έχει επεξηγηθεί όμως γιατί οι ημερομηνίες προσλαμβάνουν τέτοια σημασία στην παρούσα υπόθεση και έχω ήδη σχολιάσει την άποψη πως η Cyprogulf ήταν μάλλον ευκαιριακή πράξη. Προσθέτω πως, σύμφωνα με το πρώτο από τα σημειώματα, η Sunrise ιδρύθηκε το 1980 με μετόχους, αν διαβάζω ορθά το χειρόγραφο, τους Χριστάκη Νεοπτολέμου και Ανδρέα Χρυσαφίνη. Οι καθ' ων η αίτηση, στη γραπτή τους αγόρευση, παρέθεσαν μεταξύ άλλων, απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Γ.Μ. Πική στην Bank of Cyprus v. Republic (ανωτέρω) που εμφανίζεται να υιοθετεί τη θέση ότι είναι επιτρεπτή η άρση του εταιρικού πέπλου όταν το απαιτεί η δικαιοσύνη γενικά. Αντιλαμβάνομαι δε ότι παίρνουν τη θέση πως σε κάθε περίπτωση όπως η παρούσα θα πρέπει να αίρεται το εταιρικό πέπλο γιατί διαφορετικά θα ήταν εύκολο να καταστρατηγείται ο νόμος. Το απόσπασμα που παρατέθηκε ήταν μόνο εισαγωγικό. Αναφερόταν στην προσέγγιση του Lord Denning την οποία όμως, όπως εξηγείται αμέσως μετά, σε αριθμό υποθέσεων που αναλύονται δεν συμμερίστηκε η πλειοψηφία του αγγλικού εφετείου και δεν αποδίδει το νόμο είτε στην Αγγλία είτε εδώ. Το σημαντικό για την τύχη της παρούσας υπόθεσης είναι το ότι γενικά το αν είναι επιτρεπτή η άρση του εταιρικού πέπλου εξαρτάται, ως πραγματικό ζήτημα, από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η αναγνωρισθείσα δυνατότητα άρσης του εταιρικού πέπλου προς παρεμπόδιση της φοροδιαφυγής δεν σημαίνει πως είναι επιτρεπτό να αγνοείται η αυτοτέλεια μιας εταιρείας όποτε αυτό θα οδηγούσε σε είσπραξη φόρου. Είναι ανάγκη να καταδεικνύεται τέτοια σχέση των δυο οντοτήτων ώστε στην ορισμένη περίπτωση, να δικαιολογείται η αγνόηση της μιας ως ουσιαστικά ταυτισμένης προς την άλλη. Σταθερό κριτήριο αποφασιστικής σημασίας σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει. (Βλ. Gower's Principles of Modern Company Law σελ. 130). Στην υπόθεση Smith Stone Knight Ltd v. Lord Mayor
(1939)4 All E. R. 116), υιοθετήθηκαν έξι παράγοντες ως σχετικοί αναφορικά με το ερώτημα ως προς την αυτοτέλεια θυγατρικής εταιρείας, ως εξής:
(1)Τα κέρδη της τύγχαναν χειρισμού ως κέρδη της μητρικής εταιρείας;
(2)Τα πρόσωπα που διηύθυναν τις εργασίες της διορίζονταν από τη μητρική εταιρεία;
(3)Η μητρική εταιρεία ήταν η κεφαλή και ο νούς της εμπορικής δραστηριότητας;
(4)Η μητρική εταιρεία διηύθυνε την επιχείρηση και αποφάσιζε τί θα έπρεπε να γίνει και ποιό κεφάλαιο θα έπρεπε να διατεθεί γι' αυτή;
(5)Τα κέρδη της εταιρείας πραγματοποιούνταν με την επιδεξιότητα και την καθοδήγησή της;
(6)Είχε η μητρική εταιρεία αποτελεσματικό και συνεχή έλεγχο; Αυτοί οι παράγοντες αναφέρθηκαν με αποδοχή στην Βαnk of Cyprus v. Republic (ανωτέρω) και υιοθετήθηκαν κατ' έφεση στην Βαnk of Cyprus (Holdings) v. The Republic
(1985)3 C.L.R.1883 κατά την αξιολόγηση των στοιχείων που υπήρχαν. Στην παρούσα υπόθεση δεν φαίνεται να διεξάχθηκε οποιαδήποτε έρευνα, ενώ αναγνωρίστηκε αυτή η ανάγκη, και δεν έχουν αποκαλυφθεί στοιχεία που θα μπορούσαν ενδεχομένως να είναι σχετικά. Αποδοχή της άποψης των καθ' ων η αίτηση πως σε κάθε παρόμοια περίπτωση οι μετοχές μιας εταιρείας συνιστούν ιδιοκτησία με την έννοια του Νόμου παρά το ότι η εταιρεία αυτή δεν είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας, ουσιαστικά θα σήμαινε διαφοροποίηση της καθαρής νομοθετικής διάταξης που διέπει το ζήτημα. Μπορεί να είναι ορθό πως μεγάλο μέρος της αγοραίας αξίας των μετοχών της Cyprogulf βασίζεται στην αγοραία αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας της Sunrise όπως σημειώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αλλά μου φαίνεται πως η εξομοίωση που επιχειρήθηκε προσκρούει στις σταθερές αρχές που διέπουν την ερμηνεία των Νόμων, ιδιαίτερα των φορολογικών. Η διαπίστωση πως η έρευνα υπήρξε ελλιπής αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο πλάνης και καθιστά την προσβαλλόμενη πράξη παράνομη. Η προσφυγή επιτυγχάνει. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται με έξοδα. Γ. Κωνσταντινίδης Δ. /ΜΣι. 13 Απριλίου, 1994 [ΚΟΥΡΡΗ, Δ.] Κέντρο Ανωτέρων Αμμοχώστου (ΚΑΣΑ) Αιτητών ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Καθ'ων η αίτηση Υπόθεση Αρ. 479/93 _________________________________ Διοικητική Πράξη ― Εκτελεστή ― Χαρακτηριστικά ― Πράξη πληροφοριακού χαρακτήρα δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. Προσφυγή βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος ― Έννομο Συμφέρον ― Χαρακτηριστικά ― Έννομο συμφέρον νομικού προσώπου για προσβολή πράξης που θίγει τα συμφέροντα των μελών του. Στην προσφυγή αυτή, με την οποία προσβλήθηκε απόφαση των καθ'ων η αίτηση να απορρίψουν αίτημα των αιτητών με το οποίο ζητούσαν όπως οι στρατεύσιμοι μαθητές της σχολής τους τύγχαναν αναστολής στρατεύσεως, προβλήθηκαν από τους καθ' ων η αίτηση δύο προδικαστικές ενστάσεις: Οτι η προσβληθείσα απόφαση δεν ήταν εκτελεστή διοικητική πράξη και ότι οι αιτητές στερούντο εννόμου συμφέροντος προσβολής της. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι:
  1. Εκτελεστή είναι μια πράξη με την οποία εκφράζεται η βούληση ενός διοικητικού οργάνου και η οποία αποσκοπεί στην παραγωγή έννομου αποτελέσματος, με το οποίο να δημιουργείται, τροποποιείται ή καταργείται μια υπάρχουσα νομική κατάσταση, δηλαδή ένα δικαίωμα ή μια υποχρέωση διοικητικού χαρακτήρα. Επίσης, θα πρέπει να είναι δυνατή ή άμεση εκτέλεσή της, διά της διοικητικής οδού. Εχω τη γνώμη ότι η επίδικη πράξη δεν είναι εκτελεστή, αλλά πληροφοριακού χαρακτήρα.
  2. Οι αιτητές δεν ισχυρίστηκαν ούτε απέδειξαν ότι επηρεάζεται ευθέως το υλικό ή ηθικό συμφέρον των μαθητών τους, δηλαδή αυτών που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα του σχολείου. Με βάση το άρθρο 146.2 του Συντάγματος, προσφυγή είναι παραδεκτή, αν ο αιτητής έχει έννομο συμφέρον, που είναι ίδιον και ενεστώς και το οποίο ευθέως προσβλήθηκε από την κρινόμενη πράξη ή απόφαση. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο, η δε σχέση προσβαλλόμενης πράξης και συμφέροντος πρέπει να είναι άμεση. Το συμφέρον των αιτητών δεν είναι άμεσο. Στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929―1959, στη σελίδα 260, αναφέρονται τα εξής: "Η προς την πράξιν σχέσις του αιτούντος, εξ ης πηγάζει το συμφέρον του, δέον να υφίσταται ήδη κατά τον χρόνον της προσβολής αυτής, η δε βλάβη αυτού δέον να έχη ήδη επέλθει ή να εμφανίζηται ως λογικώς αναπόφευκτος. Ούτω το έννομον συμφέρον δέον να είναι ενεστώς. Συμφέρον μέλλον και αόριστον ή απλώς προσδοκώμενον δεν αρκεί προς νομιμοποίησιν του αιτούντος". Και στη σελίδα 261 του ίδιου Συγγράμματος, αναφέρονται τα εξής: "α. Έννομον συμφέρον νομικών προσώπων και μελών αυτών. Τα νομικά πρόσωπα νομιμοποιούνται προς άσκησιν αιτήσεως ακυρώσεως ου μόνον κατά πράξεως αφορώσης εις αυτά προσωπικώς, αλλά και κατά πράξεως θιγούσης συμφέροντα των μελών αυτών, εφ' όσον η προστασία των συμφερόντων τούτων εμπίπτει εις τους σκοπούς των. Τα πληττόμενα συμφέροντα των μελών δέον να αφορώσι την ολότητα αυτών ή γενικήν κατηγορίαν αυτών και ουχί ωρισμένα μέλη ατομικώς.". Ενόψει των πιο πάνω, φρονώ ότι οι αιτητές στερούνται εννόμου συμφέροντος να προσβάλουν την επίδικη απόφαση. Προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Hadjipanayi v. The Municipal Committee of Nicosia
(1974)3 C.L.R.366 Kolokassides v. Republic
(1965)3 C.L.R.542 Ινστιτούτου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου v. Δημοκρατίας Α.Ε. 888 ημερ. 16/7/92
(1992)3 A.A.Δ. Kritiotis v. Municipality of Paphos and Others
(1986)3 C.L.R.322 Papaleontiou v. The Educational Service Commission
(1987)3 C.L.R.1341 C & G School of Carreers Ltd και Άλλων v. Δημοκρατίας Υπ. Αρ. 312/93 και 333/93 ημ. 24/5/93
(1993)3 A.A.Δ.. Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης των καθ'ων η αίτηση ημερομηνίας 14/4/93, με την οποία απέρριψαν αίτημα των αιτητών με το οποίο ζητούσαν όπως οι εγγραφόμενοι στη Σχολή στρατεύσιμοι μαθητές, τυγχάνουν αναστολής στρατεύσεως. Α. Παπαχαραλάμπους για τους αιτητές Γ. Στυλιανίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ'ων η αίτηση. Cur. adv. vult. A Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές με την παρούσα προσφυγή ζητούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, ημερομηνίας 14/4/93. Οι αιτητές είναι ιδιωτική σχολή εγγεγραμμένη συμφώνως του περί Ιδιωτικών Σχολείων Νόμου του 1971, Ν. 5/71, άρθρο 8
(2). Η Σχολή λειτουργεί και ως εφτατάξια Σχολή Μέσης Εκπαίδευσης. Οι αιτητές με επιστολή τους ημερομηνίας 23/12/92, ζητούσαν όπως οι εγγραφόμενοι στη Σχολή στρατεύσιμοι μαθητές, τυγχάνουν αναστολής στρατεύσεως. Οι καθ'ων η αίτηση στις 14/4/93 απάντησαν αρνητικά. Θα εξετάσω κατά πρώτον, τις προδικαστικές ενστάσεις που ήγειραν οι καθ'ων η αίτηση. Οι καθ'ων η αίτηση εγείρουν δύο προδικαστικές ενστάσεις:
(1)Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά είναι πράξη πληροφοριακού χαρακτήρα, και
(2)Οι αιτητές στερούνται εννόμου συμφέροντος να προσβάλουν την επίδικη απόφαση. Εκτελεστή είναι μια πράξη με την οποία εκφράζεται η βούληση ενός διοικητικού οργάνου και η οποία αποσκοπεί στην παραγωγή έννομου αποτελέσματος, με το οποίο να δημιουργείται, τροποποιείται ή καταργείται μια υπάρχουσα νομική κατάσταση, δηλαδή ένα δικαίωμα ή μια υποχρέωση διοικητικού χαρακτήρα. Επίσης, θα πρέπει να είναι δυνατή η άμεση εκτέλεσή της, διά της διοικητικής οδού. Σχετικές με την εκτελεστότητα και τις αρχές που διέπουν το θέμα είναι οι υποθέσεις Hadjipanayi v. The Municipal Committee of Nicosia
(1974)3 C.L.R.366, 375, Kolokassides v. Republic
(1965)3 C.L.R.542, 551 και Ινστιτούτου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου ν. Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση αρ. 888, ημερομηνίας 16/7/
  1. Κατά συνέπεια, εκείνο το οποίο θα πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να εξεταστεί, είναι κατά πόσο το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 14/4/93, επί του οποίου οι αιτητές βασίστηκαν για να ασκήσουν την προσφυγή τους, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. Η επιστολή των αιτητών ημερομηνίας 23/12/92, είναι η ακόλουθη: "Επισυνάπτω το σχετικό Πιστοποιητικό του Υπουργού Παιδείας για επαναλειτουργία της πιο πάνω Επταταξίου Σχολής Μέσης Εκπαίδευσης, με την παράκληση όπως οι εγγραφόμενοι στρατεύσιμοι μαθητές τυγχάνουν αναστολής στρατεύσεως/ κατατάξεως στην Εθνική Φρουρά. Ως θα σας είναι γνωστό η πιο πάνω Σχολή λειτουργούσε πριν την Εισβολή ― Κατοχή στην Κατεχόμενη Αμμόχωστο και με την Επαναλειτουργία της συμβάλλουμε στην δυνάμωση του Πόθου της Επιστροφής.". Το Υπουργείο Άμυνας απάντησε στην πιο πάνω επιστολή των αιτητών, με την επιστολή του ημερομηνίας 14/4/93, το περιεχόμενο της οποίας κρίνω ότι αποτελεί πληροφόρηση, ή κοινοποίηση της μέχρι σήμερα ακολουθημένης πολιτικής του Υπουργού, αναφορικά με στρατεύσιμους που φοιτούν σε δευτεροβάθμια αναγνωρισμένη σχολή. Το πλήρες κείμενο της επιστολής αυτής, έχει ως εξής: "Αγαπητέ Κύριε, Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην επιστολή σας με ημερομηνία 23.12.1993, με την οποία ζητάτε όπως οι μαθητές της Σχολής σας τυγχάνουν αναστολής κατατάξεως στην Εθνική Φρουρά στη διάρκεια των σπουδών τους και να σας πληροφορήσω, σύμφωνα με σχετική γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ότι: (α) Οι φοιτητές της Σχολής σας οι οποίοι προέρχονται από άλλη αναγνωρισμένη εξατάξια Σχολή Μέσης Παιδείας, από την οποία διέκοψαν τη φοίτησή τους, δικαιούνται αναστολής κατατάξεως στην Εθνική Φρουρά μέχρις ότου συμπληρώσουν τον κύκλο σπουδών τους στη Σχολή σας. (β) Όσοι εγγράφονται στη Σχολή σας, μετά την αποφοίτησή τους από άλλη εξατάξια Σχολή δεν δικαιούνται αναστολής κατατάξεως στην Εθνική Φρουρά.". Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να διευκρινιστεί ότι η ημερομηνία που αναφέρεται στην επιστολή είναι λανθασμένη και η ορθή ημερομηνία είναι 23/12/
  2. Έχω τη γνώμη ότι η επίδικη πράξη δεν είναι εκτελεστή, αλλά πληροφοριακού χαρακτήρα και η προσφυγή θα πρέπει ν' απορριφθεί και μόνο γι' αυτό το λόγο. Παρά το πιο πάνω εύρημά μου, και ανεξάρτητα από αυτό, θα εξετάσω και τη δεύτερη προδικαστική ένσταση, ότι οι αιτητές στερούνται εννόμου συμφέροντος. Η θέση των καθ'ων η αίτηση αναφορικά με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση, είναι ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν επηρεάζει ευθέως το υλικό ή ηθικό συμφέρον της ολότητας των μελών ή μέρος των μελών των αιτητών. Οι αιτητές δεν ισχυρίστηκαν ούτε απέδειξαν ότι επηρεάζεται ευθέως το υλικό ή ηθικό συμφέρον των μαθητών τους, δηλαδή αυτών που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα του σχολείου. Με βάση το άρθρο 146.2 του Συντάγματος, προσφυγή είναι παραδεκτή, αν ο αιτητής έχει έννομο συμφέρον, που είναι ίδιον και ενεστώς και το οποίο ευθέως προσβλήθηκε από την κρινόμενη πράξη ή απόφαση (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Kritiotis v. Municipality of Paphos and Others
(1986)3 C.L.R.322 και Papaleontiou v. The Educational Service Commission
(1987)3 C.L.R.1341). Ο δικηγόρος των αιτητών υποστήριξε τις θέσεις του με αναφορά στην απόφαση της Ολομέλειας στις υποθέσεις C & G School of Carreers Ltd. και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Υποθέσεις αρ. 312/93 και 333/93, ημερομηνίας 24/5/93 και ιδιαίτερα στο πιο κάτω απόσπασμα: "(B) Με την απόφαση θίγεται η υπόσταση των ιδιωτικών σχολών και η θέση τους στο εκπαιδευτικό στερέωμα της Κύπρου. Ο επηρεασμός είναι άμεσος εφόσον θίγει την υπόσταση του απολυτηρίου το οποίο παρέχεται από τις ιδιωτικές σχολές και των δικαιωμάτων που πηγάζουν από αυτό. Επομένως οι αιτητές στην Προσφυγή 312/93 νομιμοποιούνται να προσβάλουν την επίδικη απόφαση.". Η πιο πάνω υπόθεση διαφοροποιείται από την παρούσα και δε βοηθά τους αιτητές. Στην υπόθεση εκείνη υπήρχαν ήδη μαθητές εγγεγραμμένοι στις σχολές/αιτητές των οποίων τα δικαιώματα όπως και αυτά των μαθητών τους, θίγονταν άμεσα με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού επηρεάζετο το δικαίωμα των μαθητών τους να συμμετάσχουν στις επικείμενες εξετάσεις για εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου και στα Α.Α.Ε.Ι. της Ελλάδας. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι υπήρχαν εγγεγραμμένοι μαθητές στη Σχολή οι οποίοι επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο από την επίδικη απόφαση. Σχετική με το έννομο συμφέρον είναι και η απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Ινστιτούτου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου ν. Δημοκρατίας (όπως πιο πάνω), όπου επεξηγείται η έννοια της αμεσότητας του εννόμου συμφέροντος. Σε συντομία αναφέρεται ότι το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο, η δε σχέση προσβαλλόμενης πράξης και συμφέροντος πρέπει να είναι άμεση. Το συμφέρον των αιτητών δεν είναι άμεσο. Περαιτέρω, στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929―1959, στη σελίδα 260, αναφέρονται τα εξής: "Η προς την πράξιν σχέσις του αιτούντος, εξ ης πηγάζει το συμφέρον του, δέον να υφίσταται ήδη κατά τον χρόνον της προσβολής αυτής, η δε βλάβη αυτού δέον να έχη ήδη επέλθει ή να εμφανίζηται ως λογικώς αναπόφευκτος. Ούτω το έννομον συμφέρον δέον να είναι ενεστώς. Συμφέρον μέλλον και αόριστον ή απλώς προσδοκώμενον δεν αρκεί προς νομιμοποίησιν του αιτούντος.". Και στη σελίδα 261 του ίδιου Συγγράμματος, αναφέρονται τα εξής: "α'. Έννομον συμφέρον νομικών προσώπων και μελών αυτών. Τα νομικά πρόσωπα νομιμοποιούνται προς άσκησιν αιτήσεως ακυρώσεως ου μόνον κατά πράξεως αφορώσης εις αυτά προσωπικώς, αλλά και κατά πράξεως θιγούσης συμφέροντα των μελών αυτών, εφ' όσον η προστασία των συμφερόντων τούτων εμπίπτει εις τους σκοπούς των. Τα πληττόμενα συμφέροντα των μελών δέον να αφορώσι την ολότητα αυτών ή γενικήν κατηγορίαν αυτών και ουχί ωρισμένα μέλη ατομικώς.". Ενόψει των πιο πάνω, φρονώ ότι οι αιτητές στερούνται εννόμου συμφέροντος να προσβάλουν την επίδικη απόφαση και γι' αυτό η προσφυγή πρέπει ν' απορριφθεί και για το λόγο αυτό. Ενόψει των πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Καμιά διαταγή για έξοδα. Α. Γ. ΚΟΥΡΡΗΣ, Δ. /ΕΠσ 13 Απριλίου, 1994 [Α. Ν. ΛΟΙΖΟΥ, Π.] ΚΛΕΟΠΑΤΡΑΣ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ κ.ά. Αιτητών ν. ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚαθΌυ η αίτηση Υποθέσεις Αρ. 650/91, 717/91, 791/91 ____________________________________ Διοικητικό Δίκαιο ― Γενικές Αρχές ― Μη εφαρμογή στην κριθείσα περίπτωση της αρχής περί ακυρότητας ενδιάμεσης, σε σύνθεση διοικητική ενέργεια, πράξης ― Ακυρότητα της όλης διαδικασίας προαγωγών σε περίπτωση κακής συγκρότησης του αρμοδίου οργάνου. Προσφυγή βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος ― Ακυρωτική Απόφαση ― Επανεξέταση ― Η αρχή της ισχύος του νομικού και πραγματικού καθεστώτος της αρχικής απόφασης ― Παράβασή της στην κριθείσα περίπτωση εφαρμογής του Καν. 10
(5)της Κ.Δ.Π. 91/89 επί προαγωγών στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Συνέπειες. Προσφυγή βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος ― Λόγοι Ακυρώσεως ― Προκατάληψη ― Αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας ― Αποκλειστική ευθύνη του αρμοδίου οργάνου ― Δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγηση από το Δικαστήριο. Οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου ― Αρχή Τηλεποικινωνιών Κύπρου Προαγωγές ― Αρχαιότητα ― Περιορισμένης βαρύτητας εκτελουμένων καθηκόντων ― Δεν αποτελεί καθ' αυτή κριτήριο ― Εξαιρέσεις Επιπρόσθετα των απαιτουμένων ακαδημαϊκά προσόντα ― Λαμβάνονται υπόψην, δεν αποδεικνύουν έκδηλη υπεροχή ― Η ερμηνεία και εφαρμογή των σχεδίων υπηρεσίας είναι έργο της Αρχής ― Πεδίο επεμβάσεως του Δικαστηρίου. Με τις προσφυγές αυτές που συνεκδικάστηκαν γιατί στρέφονταν εναντίον της ίδιας διοικητικής απόφασης ζητήθηκε η ακύρωση της προαγωγής του ενδιαφερόμενου μέρους στο βαθμό του Προϊσταμένου Υπηρεσίας "B" Προσωπικό Εκμεταλλεύσεως/Χειριστικού Προσωπικού. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας τη επίδικη απόφαση ως προς τις δύο πρώτες προσφυγές, αποφάσισε ότι: 1. Η όλη διαδικασία πλήρωσης της θέσεως ξεκίνησε με απόφαση της Αρχής της οποία η συγκρότηση κατά το χρόνο εκείνο ήταν άκυρη μια και έγινε δυνάμει του Νόμου αρ. 149 του 1988 που κηρύχθηκε αντισυνταγματικός. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 10
(5)".... προ πάσης προαγωγής η Αρχή ζητά την συμβουλήν του Συμβουλίου Προσωπικού και τας εξηγήσεις του Γενικού Διευθυντή ή του Αναπληρωτού του". Όταν δε η Αρχή ζήτησε τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού και τις εξηγήσεις του Γενικού Διευθυντή για την πλήρωση της ακυρωθείσας προαγωγής στις 17 Μαίου 1989, η Αρχή ήταν κακώς συγκροτημένη, συνεπώς η πρώτη αυτή ενέργειά της ήταν άκυρη και άκυρες βεβαίως και οι επακολουθήσασες αποφάσεις. 2. Η Κ.Δ.Π. 163/90 δεν επέφερε καμιά αλλαγή στον Κανονισμό 10
(7)της Κ.Δ.Π. 91/89 πλην του ότι αναδιατύπωσε τούτο και πρόσθεσε δικαίωμα στην Αρχή να καλεί τους υποψηφίους σε συνέντευξη, δικαίωμα που δεν ασκήθηκε λόγω του ότι επρόκειτο περί επανεξέτασης. Επίσης τα κριτήρια του Κανονισμού 10
(7)της Κ.Δ.Π. 91/89 που εφάρμοσε η Αρχή είναι ταυτόσημα με εκείνα του Κανονισμού 10
(9)της Κ.Δ.Π. 220/82 που ίσχυαν κατά την 1η Ιουνίου 1987, και μάλιστα το μέρος που δεν κηρύχθηκε ultra vires, συνεπώς στην ουσία εφαρμόστηκε το δίκαιο που ίσχυε την 1η Ιουνίου
  1. Είναι αρχή του Διοικητικού Δικαίου ότι κατά την πλήρωση θέσεως μετά από ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου λαμβάνεται υπόψη το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο της ακυρωθείσης αποφάσεως. Στην κρινόμενη αίτηση ο Κανονισμός 10
(5)της Κ.Δ.Π. 91/89 δεν ίσχυε κατά το χρόνο που λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση. Επομένως με το να ενεργήσει δυνάμει του Κανονισμού 10
(5)η Αρχή έχει ενεργήσει κατά παράβαση της αρχή του Διοικητικού Δικαίου που διέπει θέματα επανεξετάσεως διοικητικών πράξεων που έχουν ακυρωθεί και κατά τρόπο αντίθετο με το Νόμο στη ευρεία αυτού έννοια όπως περιέχεται στο Άρθρο 146.1 του Συντάγματος. Για το λόγο αυτό η επίδικη απόφαση σε ότι αφορά τις προσφυγές 650/91 και 717/91 πρέπει να ακυρωθεί. 4. Είναι γεγονός ότι δυνάμει του Νόμου αρ. 194 του 1987 ψηφισμένοι από τη Βουλή Νόμοι Περί Προϋπολογισμού της Αρχής άρχισαν να υπάρχουν από το 1988 και εντεύθεν. Πριν την έναρξη όμως εφαρμογής του πιο πάνω Νόμου ίσχυε το άρθρο 10
(1)του Inland Telecommunication Service Law, ΚΕΦ. 302 που όταν διαβαστεί μαζί με τα άρθρα 2 και 3 του περί των Οργανισμών Δημοσίου Δικαίου (Ρύθμισης Θεμάτων Προσωπικού) Νόμου του 1970 (Νόμος αρ. 61 του 1970), δίδει εξουσία στην Αρχή να δημιουργήσει θέσεις και να τις πληρεί όταν θεωρεί αυτές αναγκαίες για τη διεκπεραίωση του έργου της.
  1. Η αξιολόγηση σχετικής μαρτυρίας με την οποία αποδίδονται αλλότρια κίνητρα σε προσυπογράφοντα λειτουργό κατά τη σύνταξη εμπιστευτικής έκθεσης, ανάγεται αποκλειστικά στην ευθύνη του οργάνου και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης από το Δικαστήριο.
  2. Η Αρχή εφάρμοσε το πλησιέστερο όσον αφορά καθήκοντα, Σχέδιο Υπηρεσίας και με την απόφαση αυτή ωφελήθηκαν και οι αιτητές γιατί έτσι θεωρήθηκαν ότι κατείχαν τα προσόντα που απαιτούντο από αυτό και σαν αποτέλεσμα ήσαν υποψήφιοι. Εάν δε εγίνετο αυτό κανένας από τους υποψηφίους θα εθεωρείτο όπως και το ενδιαφερόμενο μέρος υποψήφιοι διότι δεν κατείχαν τα ελάχιστα ειδικά προσόντα που προνοούνται από τον Κανονισμό 8
(1)Β(δ). Επομένως οι αιτητές δεν μπορούν να προβάλλουν αυτό το λόγο γιατί αλλιώς δεν θα είχαν τα απαιτούμενα προσόντα και επομένως δεν θα είχαν έννομο συμφέρον να προσβάλλουν την επίδικη απόφαση.
  1. Αρχαιότητα η οποία καθορίζει με βάση προηγούμενες προαγωγές και που είναι απομακρυσμένες δεν μπορεί να έχει σημαντική βαρύτητα. Η ελαφρά υψηλότερη βαθμολογία δεν αποδεικνύει έκδηλη υπεροχή. Η φύση των καθηκόντων δεν αποτελεί καθ' αυτή κριτήριο για την προάκριση υπαλλήλου έναντι συναδέλφου του εκτός ίσως εκεί που προκύπτει ότι στον τελευταίο ανατέθηκαν περιορισμένα καθήκοντα λόγω ανεπάρκειας. Μόνο σε περίπτωση όπου η ανάθεση των καθηκόντων που εξετέλεσε η αιτήτρια απαιτείται από το σχέδιο υπηρεσίας ως ειδικό προσόν η αναγκαία πείρα θα μπορούσε να προσμετρήσει ευνοϊκά για την αιτήτρια. Ακαδημαϊκά προσόντα όταν είναι επιπρόσθετα από τα απαιτούμενα από το σχέδιο υπηρεσίας και δεν χαρακτηρίζονται ως πλεονέκτημα δεν αποδεικνύουν έκδηλη υπεροχή παρόλο που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση των προσόντων. Βασικά η ερμηνεία και εφαρμογή του σχεδίου υπηρεσίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Αρχής και το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει αν η ερμηνεία που δόθηκε από το αρμόδιο Διοικητικό Όργανο, στη περίπτωση αυτή η Αρχή, ήταν εύλογα δυνατή. Φαίνεται δε από την ολότητα των γεγονότων εν προκειμένω ότι η Αρχή προέβη στη δέουσα έρευνα και ορθά ερμήνευσε το σχετικό σχέδιο υπηρεσίας. Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται. Η προσφυγή 791/91 απορρίπτεται. Καμμιά διαταγή για έξοδα. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Demetriades and Others v. C.Y.T.A., Υπ. Αρ. 491/87 κ.ά της 30/7/
  2. Κλεάνθους v. A.TH.K., Υπ. Αρ. 280/90 της 22/5/
  3. Mytides v. Republic, A.E. 706 της 5/4/
  4. Αναστασία v. Επάρχου Λάρνακας, Υπ. Αρ. 1059/90 της 19/9/
  5. Βανέζης κ.ά. v. Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 320/87 κλπ. της 31/10/
  6. Λύωνας κ.ά v. Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 583/88 κ.λ.π. της 14/6/
  7. Ρ.Ι.Κ. v. Δρουσιώτης και άλλου, Α.Ε. 1138 της 3/7/
  8. Vakis v. Republic
(1985)3 C.L.R. 524. Tillirides v. C.Y.T.A
(1987)3 C.L.R.
  1. Χ" Νικολάου v. A.TH.K., Υπ. Αρ. 140/91 της 17/1/
  2. Χ" Βασιλείου v. A.TH.K., Υπ. Αρ. 923/91 και 971/91 της 3/11/
  3. Δημητριάδης και άλλος v. A.TH.K., Υπ. Αρ. 716/91 και 881/91 της 17/7/
  4. Republic v. Papamichael A.E. 745 της 12/4/
  5. Zapites and another Republic, Υπ. Αρ. 870/87 και 873/87 της 15/5/
  6. Χαραλαμπίδης v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 887 της 20/6/
  7. Papadopoulos v. Republic, Υπ. Αρ. 23/88 της 22/2/
  8. Argyrides v. Republic, Υπ. Αρ. 23/88 της 22/2/
  9. Christou v. Republic
(1980)3 C.L.R.
  1. Σταύρου κ.ά v. Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 739/87 και 814/87 της 25/1/
  2. Partelides v. Republic
(1969)3 C.L.R.
  1. Οικονόμου κ.ά v. Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 128/89 της 7/11/
  2. Στεφάνου v. Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 512/89 της 19/9/
  3. Πετρίδης v. Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 622/88 της 15/11/
  4. Μορφής v. Δημοκρατίας Αντωνιάδης v. A.H.K
(1985)3 A.A.Δ.
  1. Προσφυγές. Προσφυγές εναντίον της απόφασης της καθ' ης η αίτηση Αρχής με τη οποία προήγαγε το ενδιαφερόμενο μέρος Ανδρέα Φιλώτα στο βαθμό του Προϊσταμένου Υπηρεσίας "Β", Προσωπικό Εκμεταλλεύσεως/Χειριστικού Προσωπικού, από 1/6/
  2. Α. Σ. Αγγελίδης, για τους αιτητές, στις 650/91, 717/
  3. Α. Μαρκίδης, για τον αιτητή στην 791/
  4. Κ. Χ" Ιωάννου για τους καθ'ων η αίτηση. Cur. adv. vult. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με τις προσφυγές αυτές που συνεκδικάστηκαν γιατί στρέφονται εναντίον της ίδιας διοικητικής απόφασης, ζητείται η ακύρωση της προαγωγής του ενδιαφερόμενου μέρους Ανδρέα Φιλώτα στο βαθμό του Προϊσταμένου Υπηρεσίας "Β", Προσωπικό Εκμεταλλεύσεως/Χειριστικού Προσωπικού, στην υπηρεσία της καθ' ης η αίτηση Αρχής από 1 Ιουνίου
  5. Η αιτήτρια στην προσφυγή αρ. 650/91 πρωτοδιορίστηκε στην Αρχή στις 14 Απριλίου 1955, κατά δε τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση Επιθεωρήτριας στο Τηλεφωνικό Κέντρο Λευκωσίας από την 1 Αυγούστου
  6. Ο αιτητής στην προσφυγή αρ. 717/91 προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Αρχής στις 28 Νοεμβρίου 1960 και από την 1 Ιουνίου 1983 κατείχε το βαθμό του Επιθεωρητή (Χειριστικό Προσωπικό). Ο αιτητής στην προσφυγή 791/91 προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Αρχής την 1 Μαρτίου 1965 και από την 1 Αυγούστου 1983 κατείχε το βαθμό του Επιθεωρητή Τεχνικών Χειριστών. Το ενδιαφερόμενο μέρος προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Αρχής στις 10 Σεπτεμβρίου 1963 και από την 1 Ιουνίου 1983 κατείχε το βαθμό του Επιθεωρητή Τεχνικών Χειριστών. Η επίδικη απόφαση λήφθηκε ύστερα από επανεξέταση του θέματος πλήρωσης της πιο πάνω θέσης. Η πρώτη απόφαση για πλήρωση αυτής είχε ληφθεί από την Αρχή στις 25 Μαΐου
  7. Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 30 Ιουλίου 1988 στις προσφυγές με αρ. 491/87, 612/87 και 629/87 Nicos Demetriades and others ν. CYTA που συνεκδικάστηκαν, ακύρωσε την προαγωγή του Ανδρέα Φιλώτα, που είναι και το ενδιαφερόμενο μέρος στις παρούσες προσφυγές. Οι λόγοι ακύρωσης ήταν ότι οι Κανονισμοί 10
(5)(β), 7(α) και 24(Α) των περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Γενικών Κανονισμών του 1982 (Κ.Δ.Π. 220, στο Παράρτημα Τρίτο, Μέρος Ι, της Επίσημης Εφημερίδας αρ. 1792, της 26 Ιουλίου 1982, σελ. 95), στη συνέχεια οι Γενικοί Κανονισμοί, ήσαν μερικώς ultra vires του Νόμου. Χάριν της συμπλήρωσης της εικόνας θα έπρεπε να αναφερθεί εδώ ότι οι Κανονισμοί αυτοί τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα με τους Κανονισμούς που δημοσιεύθηκαν με τις Κ.Δ.Π. 264/85, 276/85, 91/89, 143/90, 163/90 και 375/90. Σχετική όμως στην επίδικη απόφαση είναι η Κ.Δ.Π. 91/89 και ειδικά ο Κανονισμός 10 αυτής, η δε Κ.Δ.Π. 163/90 απλώς αναδιατυπώνει τα κριτήρια του παλαιού Κανονισμού 10
(7)χωρίς να επιφέρει αλλαγή σ' αυτά. Στη συνέχεια η Αρχή επανεξέτασε την υπόθεση και επαναπροήγαγε το ενδιαφερόμενο μέρος από την 1 Ιουνίου 1987, αλλά και αυτή η προαγωγή ακυρώθηκε, (Βλέπε Κλεάνθους ν. ΑΗΚ, Προσφυγή αρ. 280/90, η απόφαση δόθηκε στις 22 Μαΐου 1991). Τη φορά όμως αυτή δια το λόγο ότι η συγκρότηση της Αρχής κατά την ημερομηνία που διενεργήθηκαν οι προαγωγές ήταν άκυρη μια και έγινε δυνάμει του Περί Ορισμένων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Διορισμός Διοικητικού Συμβουλίου) Νόμου του 1988, (Νόμος αρ. 149 του 1988) που κηρύχθηκε αντισυνταγματικός και κατά συνέπεια οι αποφάσεις της Αρχής που λήφθηκαν όταν ήταν συγκροτημένη δυνάμει του Νόμου αυτού, ήσαν και αυτές άκυρες. Σαν επακόλουθο των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις πιο πάνω προσφυγές, ψηφίστηκε ο περί Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιών (Τροποποιητικός) Νόμος του 1989 (Νόμος αρ. 21 του 1989) και οι Κ.Δ.Π. 253/88 και Κ.Δ.Π. 91/
  1. Η επανεξέταση μετά την ακυρωτική απόφαση της 30 Ιουλίου 1988 έγινε από την Αρχή, ενώ στο μεταξύ ψηφίστηκε και ο περί Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου (Ψήφισης Προϋπολογισμού) Νόμος του 1987 (Νόμος αρ. 194 του 1987), ο οποίος με τη σειρά του τροποποιήθηκε με τους Νόμους αρ. 318 του 1987 και αρ. 52 του
  2. Η Αρχή επανεξέτασε στις 2 Ιουλίου 1991 ακόμη μια φορά την υπόθεση με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε την 1 Ιουνίου
  3. Όπως δε αναφέρεται στην αγόρευση του δικηγόρου της Αρχής, αυτή κατά την επανεξέταση εφάρμοσε τις πρόνοιες του Κανονισμού 10 των Γενικών Κανονισμών, που αφορά τη διαδικασία προαγωγών και τα κριτήρια όπως αυτά διαμορφώθηκαν με την Κ.Δ.Π. 91/89 (Παράρτημα Τρίτο, Μέρος Ι, της Επίσημης Εφημερίδα, της 21 Απριλίου 1989, σελ. 317), διότι ο προηγούμενος Κανονισμός 10 που ίσχυε την 1 Ιουνίου 1987 είχε κηρυχθεί, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, μερικώς ultra vires και άκυρος. Οι αιτητές στις προσφυγές αρ. 650/91 και 717/91 προβάλλουν το νομικό λόγο ότι η δικαστική ακύρωση της 22ας Μαΐου 1991 στις προσφυγές αρ. 230/90 και αρ. 280/90 αφορούσε μόνο την τότε τελική απόφαση της Αρχής που λήφθηκε στις 4 Αυγούστου 1989 λόγω αντισυνταγματικότητας του Νόμου αρ. 149 του 1988 και ότι από την τότε διαδικασία επιλογής το μόνο τμήμα της σύνθετης διαδικασίας που έπασχε ήταν η απόφαση της 4 Αυγούστου 1989 και επομένως δεν απαιτείτο να ξαναγίνει νέα σύσκεψη του Συμβουλίου Προσωπικού όπως έγινε. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσεως έγινε μεταξύ άλλων παραπομπή στο Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο του Κυριακόπουλου, Γ' Τόμος, 1962, σελίδα 152, όπου αναφέρονται: "..... ακυρωθείσης όμως ενδιαμέσου πράξεως συνθέτου διοικητικής ενέργειας, η ακυρότης εκτείνεται μόνον επί των μεταγενεστέρων και ουχί επί των προηγηθείσων πράξεων ....." Όπως επίσης και παραπομπή στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας 1929―1959, σελίδα 186, στα οποία αναφέρονται τα πιο κάτω: "Υ. Σύνθετος διοικητική ενέργεια Η σύνθετος ενέργεια αποτελείται εκ σειράς μερικωτέρων εκτελεστών πράξεων, το δε κύρος της εξαρτάται εκ του κύρους εκάστης τούτων: 1336
(50). Η τελική πράξις συνθέτου ενεργείας ενσωματώνει εν εαυτή την όλην ενέργειαν: 1934
(56). Ούτω π.χ. ενσωματούται η αρχική πράξις εις την μετ' ενδικοφανή προσφυγήν εκδιδομένην: 1123
(46), 712, 2222
(52). Επί συνθέτου διοικητικής ενεργείας ή ακύρωσις τινος των ενδιαμέσων πράξεων ή της τελικής διά πλημμέλειαν ενδιαμέσου τοιαύτης δεν επάγεται ακυρότητα της όλης διοικητικής ενεργείας, αλλ' επηρεάζει το κύρος μόνον των από της πλημμελείας επακολουθησασών πράξεων. Συνεπώς νομίμως η Διοίκησις δεν προβαίνει εις την εξ' αρχής επανάληψιν της όλης διαδικασίας, αλλά περιορίζεται εις επανάληψιν ταύτης, αφ' ού σημείου εχώρησεν η παρανομία: 60, 61
(53)." Συμφωνώ με τη νομική θέση που διατυπώνεται στα πιο πάνω αποσπάσματα ως Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου και ως απαύγασμα της νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας της Ελλάδας. Δεν έχουν όμως εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση διότι η όλη διαδικασία πλήρωσης της θέσεως ξεκίνησε με απόφαση της Αρχής της οποίας η συγκρότηση κατά το χρόνο εκείνο ήταν άκυρη μια και έγινε δυνάμει του Νόμου αρ. 149 του 1988 που κηρύχθηκε αντισυνταγματικός. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 10
(5)".... προ πάσης προαγωγής η Αρχή ζητά την συμβουλήν του Συμβουλίου Προσωπικού και τας εξηγήσεις του Γενικού Διευθυντού ή του Αναπληρωτού του". Όταν δε η Αρχή ζήτησε τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού και τις εξηγήσεις του Γενικού Διευθυντή για την πλήρωση της ακυρωθείσης προαγωγής στις 17 Μαΐου 1989, η Αρχή ήταν κακώς συγκροτημένη, συνεπώς η πρώτη αυτή ενέργεια της ήταν άκυρη και άκυρες βεβαίως και οι επακολουθήσασες αποφάσεις. Διαζευκτικά υποστηρίχθηκε ότι το Συμβούλιο Προσωπικού ενήργησε εσφαλμένα επικαλούμενο διατάξεις τροποποιητικών Κανονισμών της Κ.Δ.Π. 91/89 και Κ.Δ.Π. 163/90 οι οποίες ήταν μεταγενέστερες του ουσιώδους χρόνου που αφορούσε η ακυρωθείσα απόφαση και δεν είχαν αναδρομική ισχύ και υπέβαλε τη συμβουλή του με βάση τον Κανονισμό 10
(5)όπως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π. 91/89, χρονικά μεταγενέστερη. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης έγινε παραπομπή στην απόφαση της Ολομέλειας στην Αναθεωρητική Έφεση 706 Mytides ν. Republic, η απόφαση δόθηκε στις 5 Απριλίου 1988 στην οποία λέχθηκαν τα πιο κάτω: "It is well settled that with the annulment of the first decision not only the decision itself but the reasons founding it were swept aside: "Where a decision is declared wholly invalid under Article 146.4(b) the decision as well as the premises upon which it is based disappear. Thereupon the administration comes under a duty to restore the status quo ante and examine the matter afresh by reference to the factual and legal background prevailing prior to the decision." (Per Pikis, J. in the decision of the full Bench in The Republic v. Safirides
(1985)3 C.L.R.163, at p. 170, adopting in this respect Pantelakis Kyprianides v. The Republic
(1968)3 C.L.R.653; Ioannides and Another v. The Republic
(1979)3 C.L.R.628)." Το επιχείρημα των αιτητών αυτών είναι ότι η Αρχή όφειλε να επανεξετάσει το θέμα σύμφωνα με το τότε νομικό και πραγματικό καθεστώς και να προβεί σε πλήρωση της θέσης με βάση τα όσα στοιχεία είχε στην κατοχή της κατά τον ουσιώδη χρόνο πριν τις ακυρωτικές αποφάσεις διότι είχε εξουσία διορισμού και προαγωγής απευθείας από το Νόμο. Άρα μπορούσε να αποφασίσει και χωρίς Κανονισμούς τις προαγωγές. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης έγινε αναφορά και στην υπόθεση Παντελή Αναστάση ν. Επάρχου Λάρνακας, προσφυγή αρ. 1059/90, η απόφαση δόθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1991. Από πλευράς της Αρχής υποστηρίχθηκε ότι η ενέργεια της Αρχής ήταν νόμιμη και η ενδεδειγμένη κάτω από τις περιστάσεις και ότι ανάλογη προσέγγιση υπάρχει στις αποφάσεις της Ολομέλειας στις προσφυγές αρ. 320/87 κλπ. Βανέζης κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερομ. 31 Οκτωβρίου 1989 και στις προσφυγές αρ. 583/88 κλπ. Λυώνας κ.ά ν. Δημοκρατίας, ημερομ. 14 Ιουνίου 1990, στις οποίες αποφασίστηκε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η Διοίκηση δεσμεύεται και οφείλει να ακολουθεί το ισχύον δίκαιο. Και τούτο διότι ο προηγούμενος Κανονισμός 10 που ίσχυε την 1 Ιουνίου 1987 κηρύχθηκε μερικώς ultra vires και άκυρος. Στην υπόθεση Βανέζης (πιο πάνω) ελέχθησαν και τα ακόλουθα: "....... Κάθε διοικητική ενέργεια πρέπει να είναι σύμφωνη με το δίκαιο του χρόνου που λαμβάνει χώραν. Θα ήταν ανεπίτρεπτη η εφαρμογή Κανονισμών που έχουν ακυρωθεί και η παράλειψη εφαρμογής Κανονισμών που ισχύουν στο χρόνο της έκδοσης μίας πράξης ....." Στην Αναθεωρητική Έφεση αρ. 1138 Ραδιοφωνικό 'Ιδρυμα Κύπρου ν. Σπύρου Δρουσιώτη και άλλου, η απόφαση δόθηκε στις 3 Ιουλίου 1992, λέχθηκαν τα πιο κάτω τα οποία απαντούν τις θέσεις της Αρχής: "Οι υποθέσεις Γεώργιος Λύωνας και άλλοι ν. Δημοκρατίας, Προσφυγές Αρ. 683/88 κ.λ.π. (απόφαση ημερομηνίας 14/6/1990) και Δημοκρατία ν. Πιτσιλλίδη, Α.Ε. 1086 (απόφαση ημερομηνίας 13/12/1990), βεβαιώνουν την αρχή ότι κατά την επανεξέταση ακυρωθέντος διορισμού τυγχάνει εφαρμογής το δίκαιο που ίσχυε κατά την έκδοση της ακυρωθείσης αποφάσεως. Η υπόθεση Βανέζης και άλλοι ν. Δημοκρατίας, Αρ. Προσφυγής 320/87 (απόφαση ημερομηνίας 31/10/1989), στην οποία στηρίχτηκε η πρωτόδικη απόφαση, δε διαφοροποιεί την πιο πάνω αρχή. Ότι αποφασίστηκε στην Βανέζης είναι ότι όπου αναμορφώνεται αναδρομικά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο λήψης της ακυρωθείσης απόφασης, τυγχάνει εφαρμογής ο νόμος όπως έχει τροποποιηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση δε δόθηκε αναδρομική ισχύς στους Περί Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Κανονισμούς του 1987." Όπως έχω ήδη αναφέρει η Κ.Δ.Π. 163/90 δεν επέφερε καμιά αλλαγή στον Κανονισμό 10
(7)της Κ.Δ.Π. 91/89 πλην του ότι αναδιατύπωσε τούτο και πρόσθεσε δικαίωμα στην Αρχή να καλεί τους υποψηφίους σε συνέντευξη, δικαίωμα που δεν ασκήθηκε λόγω του ότι επρόκειτο περί επανεξέτασης. Συνεπώς δεν υπάρχει οποιαδήποτε παρατυπία. Επίσης τα κριτήρια του Κανονισμού 10
(7)της Κ.Δ.Π

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.