← Κύπρος

Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1996) 4 ΑΑΔ 535

Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας

(1996)4 ΑΑΔ 535 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1996)4 ΑΑΔ 535 29 Φεβρουαρίου, 1996 [ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 146, 12, 15, 16, 17, 18, 19, 30, 35 ΚΑΙ 181 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΜΙΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, Αιτητής, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 368/92) Διοικητικό Δίκαιο - Διοικητική πράξη - Ανάκληση - Ανάκληση νόμιμης πράξεως - Μπορεί να ισχύει μόνο για το μέλλον. Προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος-Αναθεωρητική δικαιοδοσία - Πεδίο επέμβασης του ακυρωτικού δικαστηρίου στο έργο του διοικητικού οργάνου. Ο αιτητής επεδίωξε την ακύρωση απόφασης της Επιτροπής Δημοσίας Υπηρεσίας που δεν ανταποκρινόταν σε αίτημά του για αποκατάσταση του εν όψει πειθαρχικής ποινής που του είχε επιβληθεί προ δεκαπενταετίας. Κατά το χρόνο λήψεως της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποτελέσματα της πειθαρχικής ποινής του αιτητή είχαν ουσιαστικά αρθεί και μόνο αναδρομική και εξυπαρχής αποκατάστασή του θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι:
  1. Είναι πρόδηλο από τη μελέτη των σχετικών επιστολών, ότι η Επιτροπή είχε ενώπιόν της αίτημα για μελλοντική αποκατάσταση του αιτητή και συνεπώς, ο αιτητής δεν μπορεί με τη συμπληρωματική γραπτή του αγόρευση να προβάλλει αίτημα που δεν ήταν ενώπιον της Επιτροπής. Εξάλλου η ανάκληση νόμιμης διοικητικής πράξης και σ' αυτή την περίπτωση η νομιμότητα της πράξης της οποίας επιδιώκετο η ανάκληση τεκμαίρεται - μπορεί να ισχύει μόνο για το μέλλον (ex nunc). Μόνο η ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ (ex tunc).
  2. Η αποδοχή ή μη του αιτήματος που υπέβαλε ο αιτητής ανάγετο αποκλειστικά στη διακριτική εξουσία της Επιτροπής. Η Επιτροπή έκρινε για τους λόγους που παραθέτει στα πρακτικά, ότι η ανάκληση της απόφασης υποβιβασμού του αιτητή ex nunc, δε θα εξυπηρετούσε ουσιαστικά κανένα πρακτικό σκοπό. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει και να υποκαταστήσει τη δική του κρίση με εκείνη του αρμόδιου οργάνου, εκτός αν αυτό έχει υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας ή αν αυτό ενήργησε με κατάχρηση εξουσίας. Κάτι τέτοιο δεν έχει ,συμβεί στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς οι πιο πάνω ισχυρισμοί του αιτητή δεν ευσταθούν. Η απόφαση της Επιτροπής είναι πλήρως αιτιολογημένη γιατί σ' αυτήν εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους κατά την κρίση της Επιτροπής δεν εδικαιολογείτο η εξέταση της αίτησης του αιτητή. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Αναφερόμενη υπόθεση: Michaelides v. Republic
(1980)3 C.L.R.
  1. Προσφυγή. Προσφυγή με την οποία προσβάλλεται η απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας να μην επανεξετάσει την πειθαρχική καταδίκη του αιτητή σε υποβιβασμό από την 1.2.78 καθώς και την αποκατάστασή του. Σ. Σαμψών, για τον Αιτητή. Α. Κουρσουμπά, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΗΣ, Δ.: Ο αιτητής με την παρούσα προσφυγή ζητά από το Δικαστήριο τις πιο κάτω θεραπείες: "(Α)Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσεται εξ ολοκλήρου άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος η απόφαση των καθ' ων η Αίτηση που περιέχεται στο Τεκμήριο Α ημερομηνίας 25.2.1992 με την οποία απέρριψε το αίτημα του Αιτητή για επανεξέταση της πειθαρχικής καταδίκης του σε υποβιβασμό από 1.2.78 και αποκατάστασή του και/ή βάσει της οποίας δεν προχώρησε σε περαιτέρω εξέταση του θέματος. Διαζευκτικά (Β) Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσεται εξ ολοκλήρου άκυρη η παράλειψη των καθ' ων η Αίτηση να επανεξετάσουν την πειθαρχική καταδίκη του Αιτητή σε υποβιβασμό από 1.2.78 και να τον αποκαταστήσουν και/ή να προχωρήσουν σε περαιτέρω εξέταση του θέματος και ό,τι παν το παραλειφθέν έδει να είχε εκτελεσθεί." Η Επιτροπή με απόφασή της ημερ. 17.11.77 βρήκε ότι ο αιτητής διέπραξε τρία πειθαρχικά αδικήματα και στις 23.1.78 επέβαλε σ' αυτόν την ποινή της αναγκαστικής αφυπηρέτησης από τη δημόσια υπηρεσία από 1.2.
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Michaelides ν. Republic
(1980)3 C.L.R. 454) ακύρωσε την απόφαση για αναγκαστική αφυπηρέτηση, εξετάζοντας μόνο το ένα από τα τρία αδικήματα. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο αποφάνθηκε πως για να είχε διαπραχθεί το αδίκημα της παραβίασης του υπηρεσιακού απορρήτου (violating the secrecy of the service) για το οποίο κατηγορήθηκε ο αιτητής, έπρεπε να είχε κοινοποιηθεί σχετικό εμπιστευτικό έγγραφο το οποίο φωτοτύπησε ο αιτητής σε άτομα εκτός της υπηρεσίας, πράγμα που δεν είχε συμβεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια, κατέληξε το Δικαστήριο, η Επιτροπή λανθασμένα βρήκε τον αιτητή ένοχο με βάση το Άρθρο 65 του Ν. 33/
  1. Επειδή όμως στον αιτητή είχε επιβληθεί μια ποινή και για τα τρία αδικήματα, το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση γιατί ήταν αβέβαιο κατά πόσο το πειθαρχικό όργανο θα επέβαλλε την ίδια ποινή μόνο για τα άλλα δύο αδικήματα. Στη συνέχεια η Επιτροπή με νέα σύνθεση επανεξέτασε το θέμα της κατάλληλης υπό τις περιστάσεις ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί για τα υπόλοιπα δύο αδικήματα, και αφού άκουσε το δικηγόρο του αιτητή και το δικηγόρο της αρμόδιας αρχής, επέβαλε στον αιτητή την ποινή του υποβιβασμού από τη θέση Κρυπτογράφου στην κατώτερη θέση Βοηθού Κρυπτογράφου, όπως ονομαζόταν τότε. (Η θέση έχει μετονομαστεί από 1.1.81 σε Κρυπτογράφο 1ης τάξης και από 1.1.90 σε Λειτουργό Αρχείων και Επικοινωνιών 2ης τάξης). Η πιο πάνω απόφαση της Επιτροπής κοινοποιήθηκε στον αιτητή με επιστολή της Επιτροπής ημερ. 8.7.
  2. Ο αιτητής έδωσε οδηγίες στους τότε δικηγόρους του να προσφύγουν στο Ανώτατο Δικαστήριο και να ζητήσουν ακύρωση του υποβιβασμού του, αλλά όπως ανέφερε ο αιτητής, εκ παραδρομής ήγειραν την υπ' αρ. 243/81 προσφυγή όχι εναντίον του υποβιβασμού, αλλά για χρηματικές απαιτήσεις. Ο Υπουργός Εξωτερικών με επιστολή του ημερ. 23.11.89 εισηγήθηκε όπως η Επιτροπή εξετάσει ευνοϊκά το θέμα της αποκατάστασης του αιτητή για το μέλλον, επισυνάπτοντας και γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας ημερ. 8.11.89 για το ίδιο θέμα (βλ. Παραρτήματα 3 και 4 στην Ένσταση). Της πιο πάνω επιστολής του Υπουργού είχε προηγηθεί επιστολή του αιτητή ημερ. 15.9.89 προς τον Υπουργό με την οποία ο αιτητής ζητούσε όπως "διερευνηθεί μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή/και της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας η πιθανότητα "κατ' οικονομίαν" αναθεώρησης ή επανεξέτασης ή αναψηλάφισης της υπόθεσής μου". Στην εν λόγω επιστολή του αιτητή επισυνάφθηκε Έκθεση του δικηγόρου του ημερ. 17.3.89, στην οποία εκτίθεντο οι θέσεις του αιτητή και οι ' λόγοι για τους οποίους επέβαλλαν κατά την άποψη του δικηγόρου την επανεξέταση του θέματος. Αναφορικά με το θέμα της επανεξέτασης της πειθαρχικής καταδίκης του αιτητή ανταλλάγηκε σωρεία επιστολών μεταξύ της Επιτροπής, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα και του Υπουργείου Εξωτερικών ως αρμόδια αρχή. Η θέση βασικά του Υπουργείου Εξωτερικών και της Νομικής Υπηρεσίας ήταν ότι τα γεγονότα της υπόθεσης κρινόμενα υπό το φως των σημερινών δεδομένων και συνθηκών, δικαιολογούσαν την ανάκληση ex nunc της απόφασης υποβιβασμού του αιτητή, και ότι η απόφαση υποβιβασμού του δεν βρισκόταν πλέον σε αρμονία με το γενικό συμφέρον της υπηρεσίας. (Τα Παραρτήματα 5-13 της Ένστασης είναι σχετικά). Η Επιτροπή επιλήφθηκε του αιτήματος του αιτητή στη συνεδρίαση της ημερ. 24.1.92 και το ακόλουθο είναι απόσπασμα από τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίασης: "Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας μελέτησε το αίτημα του Μίκη Μιχαηλίδη, Λειτουργού Αρχείων και Επικοινωνιών, 1ης Τάξης, Υπουργείο Εξωτερικών, για επανεξέταση της πειθαρχικής καταδίκης του σε υποβιβασμό από 1.2.78 και αποκατάστασή του. Υιοθέτηση της εισήγησης του Υπουργού Εξωτερικών για ανάκληση της πειθαρχικής απόφασης υποβιβασμού του Μιχαηλίδη ex nunc θα είχε σαν συνέπεια την αποκατάστασή του στη θέση Λειτουργού Αρχείων και Επικοινωνιών, 1ης Τάξης, από την ημερομηνία που η Επιτροπή θα ελάμβανε τη σχετική απόφαση και όχι αναδρομικά. Τούτο επιβεβαιούται και από γνωματεύσεις της Νομικής Υπηρεσίας. Ενόψει του γεγονότος ότι ο Μιχαηλίδης έχει ήδη τύχει προαγωγής από 15.10.91 στη θέση για την οποία ζητά αποκατάσταση, το αίτημά του είναι χωρίς αντικείμενο. Εξάλλου, σύμφωνα με το Άρθρο 80 των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 και 1991, η επιβληθείσα στον Μιχαηλί-δη ποινή του υποβιβασμού διαγράφεται δέκα έτη από την επιβολή της. Η ημερομηνία επιβολής της πειθαρχικής ποινής ήταν η 4.1.81, ως εκ τούτου η διαγραφή της ισχύει εν πάση περιπτώσει από 4.7.
  3. Η Επιτροπή κρίνει ότι δε δικαιολογείται η εξέταση της αίτησης." Η πιο πάνω απόφαση της Επιτροπής κοινοποιήθηκε στο δικηγόρο του αιτητή με επιστολή ημερ. 25.2.92 και ως αποτέλεσμα καταχωρήθηκε η παρούσα προσφυγή. Ο δικηγόρος του αιτητή με τη λακωνική του αγόρευση δεν ανέπτυξε κανένα νομικό ισχυρισμό για ακύρωση της επίδικης απόφασης. Υιοθέτησε απλώς και επανέλαβε τα νομικά σημεία και γεγονότα της Αίτησης, δηλώνοντας ότι επιφυλάσσεται να αναπτύξει στο στάδιο των διευκρινίσεων οτιδήποτε σχετικό ήθελε ζητηθεί από το Δικαστήριο. Η δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση αναφερόμενη στο εν λόγω περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του αιτητή, θεώρησε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε το οποίο οι καθ' ων η αίτηση έπρεπε να αντικρούσουν και είπε ότι όσα αναφέρονται στην Αίτηση του αιτητή είχαν απαντηθεί με την Ένσταση των καθ' ων η αίτηση. Αργότερα, οι δικηγόροι του αιτητή και των καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν συμπληρωματικές γραπτές αγορεύσεις. Ο δικηγόρος του αιτητή παραπέμποντας στην επιστολή που απέστειλε ο αιτητής στον Υπουργό Εξωτερικών ζητώντας επανεξέταση της υπόθεσης, ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή εσφαλμένα εξέτασε το θέμα της ανάκλησης της προσβαλλόμενης απόφασης "ex nunc" (ώστε να ισχύει μόνο για το μέλλον) και όχι "ex tunc" (με αναδρομική ισχύ). Η δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση αντέκρουσε τον πιο πάνω ισχυρισμό υποβάλλοντας ότι καθ' όλη τη διαδικασία η Επιτροπή είχε ενώπιον της αίτημα για αποκατάσταση του αιτητή για το μέλλον (ex nunc) και όχι αναδρομικά (ex tunc) παραπέμποντας σε σχετικά αποσπάσματα της αλληλογραφίας που διεξήχθη. Η θέση της δικηγόρου για τους καθ' ων η αίτηση είναι ορθή. Είναι γεγονός ότι η επιστολή που απέστειλε ο αιτητής στον Υπουργό Εξωτερικών ημερ. 15.9.89 ζητώντας την επανεξέταση της υπόθεσης του, δεν περιόριζε το αίτημα σε μελλοντική αποκατάστασή του. Η επιστολή αυτή όμως δεν απευθυνόταν στην Επιτροπή, αλλά στον Υπουργό Εξωτερικών. Ο Υπουργός Εξωτερικών με την επιστολή του ημερ. 23.11.89 θέτοντας το αίτημα του αιτητή ενώπιον της ΕΔΥ, μίλησε για ex nunc ανάκληση της απόφασης της Επιτροπής όπως επίσης και όλες οι επιστολές της Νομικής Υπηρεσίας, οι οποίες άν και υποστήριζαν το αίτημα του αιτητή, ανάφεραν ταυτόχρονα ότι η οποιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής για ανάκληση της απόφασης υποβιβασμού του θα ενεργούσε ex nunc. Επιπρόσθετα, ο δικηγόρος του αιτητή με επιστολή του ημερ. 5.1.90, προς την Επιτροπή και το Γενικό Εισαγγελέα, που επισυνάφθηκε στην συμπληρωματική αγόρευση των καθ' ων η αίτηση, ανέφερε παρεπιπτόντως ότι τυχόν αποκατάσταση του αιτητή θα ισχύει για το μέλλον. Είναι κατά την άποψή μου πρόδηλο από τη μελέτη των σχετικών επιστολών, ότι η Επιτροπή είχε ενώπιόν της αίτημα για μελλοντική αποκατάσταση του αιτητή και συνεπώς, ο αιτητής δεν μπορεί με τη συμπληρωματική γραπτή του αγόρευση να προβάλλει αίτημα που δεν ήταν ενώπιον της Επιτροπής. Εξάλλου η ανάκληση νόμιμης διοικητικής πράξης - και σ' αυτή την περίπτωση η νομιμότητα της πράξης της οποίας επιδιώκετο η ανάκληση τεκμαίρεται - μπορεί να ισχύει μόνο για το μέλλον (ex nunc). Μόνο η ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ (ex tunc). (Βλ. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Β' έκδοση, 1984, σελ. 248, Στασινόπουλος, Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων, 1951, σελ. 396,404 και 406). Στη συνέχεια ο δικηγόρος του αιτητή ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση διαιωνίζει την αδικία σε βάρος του αιτητή γιατί συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις για ικανοποίηση του αιτήματός του και ότι η Επιτροπή μπορούσε με βάση την Επιείκεια να αποκαταστήσει τον αιτητή. Έγιναν επίσης ισχυρισμοί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν κακής άσκησης διακριτικής εξουσίας, ότι στερείται αιτιολογίας και ότι παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και ορισμένα άρθρα του Συντάγματος. Η αποδοχή ή μη του αιτήματος που υπέβαλε ο αιτητής ανάγετο αποκλειστικά στη διακριτική εξουσία της Επιτροπής. Η Επιτροπή έκρινε για τους λόγους που παραθέτει στα πρακτικά, ότι η ανάκληση της απόφασης υποβιβασμού του αιτητή ex nunc, δεν θα εξυπηρετούσε ουσιαστικά κανένα πρακτικό σκοπό. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει και να υποκαταστήσει τη δική του κρίση με εκείνη του αρμόδιου οργάνου, εκτός αν αυτό έχει υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας ή αν αυτό ενήργησε με κατάχρηση εξουσίας. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς οι πιο πάνω ισχυρισμοί του αιτητή δεν ευσταθούν. Η απόφαση της Επιτροπής είναι πλήρως αιτιολογημένη γιατί σ' αυτήν εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους κατά την κρίση της Επιτροπής δεν εδικαιολογείτο η εξέταση της αίτησης του αιτητή. Τέλος ο δικηγόρος του αιτητή στη συμπληρωματική γραπτή του αγόρευση υιοθετεί και προβάλλει νομικά σημεία της Αίτησης τα οποία στρέφονται βασικά εναντίον της ορθότητας της απόφασης της Επιτροπής που λήφθηκε το 1981, πράγμα που είναι ανεπίτρεπτο, γιατί θα καταστρατηγούσε την προθεσμία των 75 ημερών που θέτει το Άρθρο 146.3 του Συντάγματος. Ο αιτητής είχε την ευκαιρία να προσβάλει την απόφαση για τον υποβιβασμό του το 1981 και το αν εκ παραδρομής ή όχι προβλήθηκε λανθασμένο αίτημα στην προσφυγή αρ. 243/81, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία στην παρούσα διαδικασία. Ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει οποιοδήποτε από τους λόγους ακυρότητας που πρόβαλε. Η προσφυγή απορρίπτεται. Δεν επιδικάζονται έξοδα. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.