Σεργίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)4 ΑΑΔ 770 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1996)4 ΑΑΔ 770 22 Μαρτίου, 1996 [ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ΣΕΡΓΙΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ, Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 418/93) Στρατός της Δημοκρατίας - Υπαξιωματικοί -Ανέλιξη - Όταν αφορά μεταπήδηση από βαθμό Υπαξιωματικού σε βαθμό Αξιωματικού διενεργείται με διορισμό και όχι με προαγωγή - Η διαδικασία αυτή αποτελεί νομοθετική επιλογή και δεν πάσχει κατά καμία έννοια - Το δικαίωμα ανέλιξης των Υπαξιωματικών δεν περιορίζεται αλλά ρυθμίζεται με τον τρόπο αυτό. Στρατός της Δημοκρατίας - Υπαξιωματικοί -Αξιολόγηση -Εκθέσεις Ικανότητας, γραπτές εξετάσεις, συνεντεύξεις - Συναρμογή των κριτηρίων-Κανονιστικό πλαίσιο - Καθορισμός τον 12 ως ανωτάτης βαθμολογίας από τις συνεντεύξεις - Καμία παράβαση - Καμία πλάνη στην κριθείσα περίπτωση. Διοικητικό Δίκαιο - Προθεσμίες -Ενδεικτικές και ανατρεπτικές -Η προθεσμία του Καν. 22 της Κ.Δ.Π. 90/90 ως προς τις προαγωγές και διορισμούς αξιωματικών και υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας - Είναι ενδεικτική και υπέρβασή της δεν επάγεται ακυρότητα. Στρατός της Δημοκρατίας - Υπαξιωματικοί - Κρίσεις -Διενεργούνται χωρίς σύγκριση μεταξύ των κρινομένων-Ανυπαρξία υποχρέωσης αιτιολόγησης. Οι αιτητές στράφηκαν με την προσφυγή τόσο κατά του διορισμού των ενδιαφερομένων μερών στο βαθμό του Ανθυπολοχαγού όσο και κατά του Πίνακα Αξιολόγησης βάσει του οποίου αυτός έγινε. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι:
- Ο Νόμος 33/90 ρητά αναφέρει στο Άρθρο 8 ότι ο διορισμός των Αξιωματικών και των Υπαξιωματικών γίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Οι προαγωγές όμως των Αξιωματικών και Υπαξιωματικών γίνονται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 11 του ιδίου νόμου από τον Υπουργό Άμυνας. Ο νομοθέτης προνόησε ότι για να ανελιχθούν οι Υπαξιωματικοί σε Αξιωματικούς πρέπει να γίνει νέος διορισμός από το Υπουργικό Συμβούλιο, ενώ η περαιτέρω ανέλιξή τους στους υπόλοιπους βαθμούς των Αξιωματικών γίνεται από τον Υπουργό. Ως εκ τούτου, οι κανονισμοί που θεσπίστηκαν για το διορισμό Υπαξιωματικών σε Ανθυπολοχαγούς δεν είναι ultra vires του εξουσιοδοτικού νόμου γιατί ευρίσκονται μέσα στα πλαίσιά του. Το Δικαστήριο συμφωνεί με την απόφαση του Δικαστή κ. Χρυσοστομή στην απόφαση Γρηγόρης Γεωργίου και Άλλοι ν. Κυπριακής Δημοκρατίας και την υιοθετεί.
- Το Συμβούλιο αξιολογεί τους δικαιούμενους σε αξιολόγηση Υπαξιωματικούς με βάση τις Εκθέσεις Ικανότητας των πέντε τελευταίων χρόνων και με βάση τις γραπτές εξετάσεις όπως προβλέπεται στον Κανονισμό 2
(1)(α) και (β). Η βαθμολογία των γραπτών εξετάσεων, σύμφωνα με τον Κανονισμό 21
(1)(β) και 21
(2)ανάγεται στην κλίμακα του
- Η μέγιστη δυνατή τελική βαθμολογία του αξιολογουμένου είναι το 100, δηλαδή, 50 για το κριτήριο των Εκθέσεων Ικανότητας και 50 για το κριτήριο των γραπτών εξετάσεων. Πουθενά στους Κανονισμούς δεν αναφέρεται πως η μέγιστη δυνατή βαθμολογία για το κριτήριο των συνεντεύξεων, εκεί που εφαρμόζεται, έπρεπε να είναι το
- Η βαθμολογία αυτή, όπως προκύπτει από τους Κανονισμούς, αναφέρεται μόνο στην περίπτωση διεξαγωγής γραπτών εξετάσεων. Τόσο οι αιτητές όσο και τα ενδιαφερόμενα μέρη, υπάγονται στην επιφύλαξη της παραγράφου (ε) και εξαιρούνται από τη διαδικασία των γραπτών εξετάσεων. Οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν ορθά και μέσα στα πλαίσια του νόμου, όταν υπέβαλλαν τους υποψήφιους αυτούς σε προφορική συνέντευξη. Το γεγονός ότι η βαθμολογία του 12 καθορίσθηκε από το Συμβούλιο σαν η μέγιστη για την αξιολόγηση των υποψηφίων, δεν αντίκειται στις πρόνοιες του Κανονισμού 21 παράγραφος
(2)για το λόγο ότι η βαθμολογία του 50 στην παράγραφο αυτή αναφέρεται ρητά στο κριτήριο των γραπτών εξετάσεων. Επίσης, η μέγιστη δυνατή τελική βαθμολογία του 100, στην ίδια παράγραφο, αναφέρεται στο άθροισμα των βαθμολογιών (α) + (β) της παραγράφου 1 του Κανονισμού 21, όπου το κριτήριο (β) αφορά την περίπτωση διεξαγωγής γραπτών εξετάσεων. Για τα αποτελέσματα των προσωπικών συνεντεύξεων, το Συμβούλιο αποφάσισε να δώσει μέχρι τους 12 βαθμούς. Αυτό ήταν απόλυτα επιτρεπτό και εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου οργάνου.
- Για να ακυρωθεί μία απόφαση λόγω πλάνης θα πρέπει η πλάνη να είναι ουσιώδης, να έχει δηλαδή επιδράσει στην τελική κρίση του Συμβουλίου Αξιολογήσεων. Και είναι από τη συνεκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που κρίνεται αν υπήρξε πλάνη η οποία επηρέασε την τελική κρίση. Στην υπό κρίση υπόθεση στο πρακτικό του Συμβουλίου ημερομηνίας 29 Δεκεμβρίου, 1992, καταγράφονται οι βαθμολογίες των Εκθέσεων Ικανότητας των αξιολογουμένων για τα πέντε τελευταία χρόνια με μέγιστη βαθμολογία τους 50 βαθμούς, καθώς και η βαθμολογία που πήρε ο καθένας στην προσωπική συνέντευξη με μέγιστη βαθμολογία τους 12 βαθμούς, δηλαδή η τελική βαθμολογία του Πίνακα Σειράς Καταλληλότητας Αξίολογηθέντων Αξιωματικών που ετοίμασε το Συμβούλιο δεν ήταν παρά το άθροισμα των αντικειμενικών κριτηρίων. Η προθεσμία που θέτει ο Κανονισμός 22 είναι μόνο ενδεικτική, και δεν έχει το χαρακτήρα θέσπισης κανόνα, η παράβαση του οποίου επάγεται ακυρότητα στη διαδικασία.
- Κατά τις κρίσεις των Υπαξιωματικών δε γίνεται σύγκριση των προσόντων των κρινόμενων, αλλά, κάθε κρινόμενος κρίνεται αποκλειστικά και μόνο με βάση τα δικά του προσόντα όπως αυτά φαίνονται από τον ατομικό του φάκελο. Συνεπώς, η σύγκριση με τους άλλους δεν είναι δυνατή σε τέτοιο βαθμό που να επιβάλλεται η πλήρης αιτιολόγηση στο βαθμό που την επιβάλλει το Άρθρο 34
(6)του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου 1/90. Επίσης, δεν υπάρχει καμιά πρόνοια στο νόμο που να υποχρεώνει το Συμβούλιο να αιτιολογήσει την απόφασή του. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Γεωργίου και Άλλοι ν. Δημοκρατίας
(1993)4 Α.Α.Δ. 700, Γαλανού και Άλλος ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 43, Δημοκρατία ν. Αντωνίου
(1993)3 Α.Α.Δ. 325, Παττάς ν. Δημοκρατίας
(1995)4 Α.Α.Δ. 2665, Όξυνος ν. Δημοκρατίας
(1995)4 Α.Α.Δ.
- Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση να προάξουν τα ενδιαφερόμενα μέρη στο βαθμό του Ανθυπολοχαγού αντί των Αιτητών. Α. Σ. Αγγελίδης, για τους Αιτητές. Α. Χριστόφορου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Δ.: Με την προσφυγή τους αυτή οι αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο δήλωση ότι η πράξη διορισμού των ενδιαφερομένων μερών, τα ονόματα των οποίων φαίνονται στον επισυνημμένο Πίνακα Β, είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος. Περαιτέρω οι αιτητές ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Πίνακας Αξιολόγησης, βάσει του οποίου έγιναν οι διορισμοί των ενδιαφερομένων μερών στο βαθμό του Ανθυπολοχαγού, είναι άκυρος και χωρίς νομικό αποτέλεσμα, η δε πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου που στηρίχθηκε στον πίνακα αυτό θα πρέπει να κηρυχθεί άκυρη. Οι αιτητές είναι Μόνιμοι Υπαξιωματικοί του Στρατού της Δημοκρατίας. Τα ενδιαφερόμενα μέρη είναι Μόνιμοι Αξιωματικοί του Στρατού της Δημοκρατίας και κατέχουν το βαθμό του Ανθυπολοχαγού από τις 30 Δεκεμβρίου,
- Ο Υπουργός Άμυνας με απόφασή του ημερομηνίας 12 Οκτωβρίου, 1992, αποφάσισε τη συγκρότηση του Συμβουλίου Αξιολογήσεως και διόρισε τα μέλη του. Επειδή οι αιτητές κατά τον ουσιώδη χρόνο συγκρότησης του Συμβουλίου πληρούσαν τις προϋποθέσεις για αξιολόγηση, το Συμβούλιο τους αξιολόγησε και τους κατέταξε στον Πίνακα Αξιολόγησης με αριθμούς, ως εμφαίνονται στον επισυννημένο Πίνακα Α. Τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως και οι αιτητές, πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις για αξιολόγηση. Το Συμβούλιο τους αξιολόγησε και τους κατέταξε πρώτους στον Πίνακα Αξιολογήσεως με σειρά 1-
- (Βλ. Τεκμήριο 13). Όλοι οι υποψήφιοι ήταν συνολικά
- Το πρακτικό του Συμβουλίου Αξιολογήσεων Αξιωματικών και ο Πίνακας Αξιολόγησης υποβλήθηκαν στον Υπουργό Άμυνας, ο οποίος υπέβαλε σχετική πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο με αριθμό 172/93 για διορισμό των ενδιαφερομένων μερών με αύξοντα αριθμό 1-27 του Πίνακα Αξιολόγησης (ο διορισμός των Ανθυπολοχαγών με αύξοντα αριθμό 8 και 11 δεν προσβάλλεται) στο βαθμό Ανθυπολοχαγού. Το Υπουργικό Συμβούλιο με απόφασή του ημερομηνίας 28 Ιανουαρίου, 1993, προέβη στο διορισμό των 27, εκ των οποίων οι 25 είναι τα ενδιαφερόμενα μέρη, στο βαθμό του Ανθυπολοχαγού από-τις 30 Δεκεμβρίου,
- Ο λόγος που μόνο οι 27 πρώτοι από τους αξιολογηθέντες Υπαξιωματικούς διορίσθηκαν στο βαθμό του Ανθυπολοχαγού είναι-γιατί, βάσει της μεταβατικής διάταξης του Κανονισμού 3 της Κ.Δ.Π. 14/93, ο αριθμός των Ανθυπολοχαγών που θα διορίζοντο από την τάξη των Υπαξιωματικών μετά από την αξιολόγησή τους θα έπρεπε να είναι ίσος με τον αριθμό των Ανθυπολοχαγών απόφοιτων ανωτάτων στρατιωτικών σχολών που θα διορίζονταν μέσα στον ίδιο χρόνο και οι οποίοι για το 1992 ήταν
- Ο διορισμός των Υπαξιωματικών σε Ανθυπολοχαγούς διέπεται από τους Κανονισμούς Κ.Δ.Π. 90/90, Μέρος VII, Κανονισμοί 18 μέχρι 24 όπως τροποποιήθηκαν από την Κ.Δ.Π. 157/91 και Κ.Δ.Π. 14/93, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 5 Φεβρουαρίου, 1993, ακριβώς πριν υλοποιηθεί η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου από τον Υπουργό Άμυνας. Είναι η εισήγησή του δικηγόρου των αιτητών ότι ο Κανονισμός 4(γ) και οι Κανονισμοί 18-24 είναι ultra vires του εξουσιοδοτικού νόμου γιατί, ενώ ο Νόμος 33/90 στο άρθρο 11 καθόρισε ότι προάγονται και οι Υπαξιωματικοί, οι υπό κρίση κανονισμοί περιόρισαν και/ή εξαφάνισαν το δικαίωμα των Υπαξιωματικών να προαχθούν. Ακόμα αναφέρεται, ότι αφού οι Υπαξιωματικοί ευρίσκονται ήδη στην υπηρεσία ο διορισμός τους γίνεται μόνο μία φορά και η διεκδίκηση ανέλιξής τους σε Ανθυπολοχαγούς είναι μόνο διά προαγωγής και όχι με διορισμό. Η πιο πάνω εισήγηση του δικηγόρου των αιτητών, κατά τη γνώμη μου, δεν ευσταθεί γιατί ο Νόμος 33/90 ρητά αναφέρει στο άρθρο 8 ότι ο διορισμός των Αξιωματικών και των Υπαξιωματικών γίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Οι προαγωγές όμως των Αξιωματικών και Υπαξιωματικών γίνονται σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 11 του ιδίου νόμου από τον Υπουργό Άμυνας. Ο νομοθέτης προνόησε ότι για να ανελιχθούν οι Υπαξιωματικοί σε Αξιωματικούς πρέπει να γίνει νέος διορισμός από το Υπουργικό Συμβούλιο, ενώ η περαιτέρω ανέλιξη τους στους υπόλοιπους βαθμούς των Αξιωματικών γίνεται από τον Υπουργό. Ως εκ τούτου, οι κανονισμοί που θεσπίστηκαν για το διορισμό Υπαξιωματικών σε Ανθυπολοχαγούς δεν είναι ultra vires του εξουσιοδοτικού νόμου γιατί ευρίσκονται μέσα στα πλαίσιά του. Το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης του αδελφού Δικαστή κ. Χρυσοστομή στην απόφαση Γρηγόρης Γεωργίου και Άλλοι ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1993)4 Α.Α.Δ. 700, με βρίσκει σύμφωνο και το υιοθετώ:- "Αποτελεί πάγια αρχή της νομολογίας, πως η δετερογενής νομοθεσία οφείλει να βρίσκεται εντός των πλαισίων του εξουσιοδοτούντος νόμου. Οι νομικές αρχές, οι οποίες διέπουν ερωτήματα αναφερόμενα σε δευτερογενή νομοθεσία, η οποία είναι κατ' ισχυρισμό ultra vires, έχουν συνοψιστεί στην Papaxenofontos and Others v. JR.
(1982)3 C.L.R. 1037, 1047. Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον δευτερογενής νομοθεσία βρίσκεται στα πλαίσια του εξουσιοδοτούντος νόμου, εξαρτάται, ανάλογα με την περίπτωση, από την ερμηνεία του σχετικού εξουσιοδοτούντος νόμου. (Miliotis v. R.
(1986)3 C.L.R. 1341, Hara Hotels Ltd & Others v. R.
(1987)3 C.L.R. 618). Στους σύγχρονους νόμους, επικρατεί η πρακτική παραχώρησης εξουσίας θέσπισης δευτερογενούς νομοθεσίας στο Υπουργικό Συμβούλιο 'για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του νόμου', η δε γενική αυτή πρόνοια, ακολουθείται από την απαρρίθμιση συγκεκριμένων ειδικών θεμάτων αναφορικά με τους κανονισμούς οι οποίοι δύνανται να θεσπιστούν, άνευ βλάβης της γενικότητας της ως άνω εξουσιοδοτήσεως'. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Υπουργικό Συμβούλιο είχε, βάσει του άρθρου 27
(1)και
(2)του Νόμου, την εξουσία να καθορίσει με Κανονισμούς και θέματα σχετικά με διορισμούς και προαγωγές μελών του Στρατού. Σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)του Νόμου, ο διορισμός των Αξιωματικών και Υπαξιωματικών γίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και σύμφωνα με το άρθρο 11, οι προαγωγές τους γίνονται από τον Υπουργό, με διαδικασία που καθορίζεται με Κανονισμούς που εκδίδονται με βάση το νόμο. Το άρθρο 9
(1)του νόμου, καθορίζει ότι, Ό διορισμός Αξιωματικού ή Υπαξιωματικού που είναι απόφοιτος Ανωτάτης Στρατιωτικής Σχολής ή Στρατιωτικής Σχολής, όπως θα ήταν η περίπτωση, ή Αξιωματικού που προέρχεται από την τάξη των Υπαξιωματικών γίνεται χωρίς περίοδο δοκιμασίας, ενώ ο διορισμός κάθε άλλου Αξιωματικού ή Υπαξιωματικού, καθώς κάθε οπλίτη γίνεται με περίοδο δοκιμασίας'. Στην υπό κρίση περίπτωση, τόσο οι αιτητές όσο και τα ενδιαφερόμενα μέρη, προέρχονταν από την τάξη των Υπαξιωματικών, συνεπώς, με βάση το πιο πάνω άρθρο του νόμου, η διαδικασία ένταξης τους στην τάξη των Αξιωματικών ήταν διά διορισμού τους, χωρίς περίοδο δοκιμασίας, από το Υπουργικό Συμβούλιο. Κανένα πειστικό επιχείρημα ή στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιόν μου, που να θεμελιώνει τον ισχυρισμό ότι οι καθ' ων η αίτηση όφειλαν να διενεργήσουν προαγωγές και όχι διορισμούς στην υπό κρίση υπόθεση. Επίσης, αστήριχτο παρέμεινε το επιχείρημα ότι οι Κανονισμοί 4(γ) και 18-24 ήταν ultra vires, γιατί εξαφάνισαν ή περιόρισαν το δικαίωμα των Υπαξιωματικών να προαχθούν και να γίνουν Αξιωματικοί. Η διεκδίκηση του βαθμού του Αξιωματικού από Υπαξιωματικό, ήταν δυνατή μέσω διορισμού του με βάση τη διαδικασία που προβλέπετο από τους Κανονσιμούς. Οι υπό εξέταση Κανονισμοί, ούτε ήταν αντίθετοι ούτε αντίκειντο προς τον εξουσιοδοτούντα νόμο." Όσον αφορά τον ισχυρισμό των αιτητών ότι το Συμβούλιο Αξιολογήσεων λανθασμένα διεξήγαγε τις προσωπικές συνεντεύξεις για το λόγο ότι στον Κανονισμό 21, στον οποίο καθορίζονται τα κριτήρια κρίσεως, η συνέντευξη δεν αναφέρεται σαν νόμιμο κριτήριο, καθώς επίσης και η αξιολόγηση στις συνεντεύξεις με μόρια δεν ήταν ορθή, έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα: Στον Κανονισμό 20 της Κ.Δ.Π. 90/90, καθορίζονται τα προσόντα που πρέπει να έχει ένας Υπαξιωματικός για να δικαιούται αξιολόγησης από το Συμβούλιο Αξιολογήσεων. Σύμφωνα όμως με την επιφύλαξη της παραγράφου (ε) "Εξαιρούνται από τις γραπτές εξετάσεις οι Υπαξιωματικοί που υπηρετούσαν πριν από την έναρξη της ισχύος των Κανονισμών, οι οποίοι όμως υπόκεινται σε προσωπική συνέντευξη τα αποτελέσματα της οποίας λαμβάνονται δεόντως υπόψην για σκοπούς αξιολόγησης." Το Συμβούλιο αξιολογεί τους δικαιούμενους σε αξιολόγηση Υπαξιωματικούς με βάση τις Εκθέσεις Ικανότητας των πέντε τελευταίων χρόνων και με βάση τις γραπτές εξετάσεις όπως προβλέπεται στον Κανονισμό 2
(1)(α) και (β). Η βαθμολογία των γραπτών εξετάσεων, σύμφωνα με τον Κανονισμό 21
(1)(β) και 21
(2)ανάγεται στην κλίμακα του
- Η μέγιστη δυνατή τελική βαθμολογία του αξιολογουμένου είναι το 100, δηλαδή, 50 για το κριτήριο των Εκθέσεων Ικανότητας και 50 για το κριτήριο των γραπτών εξετάσεων. Πουθενά στους Κανονισμούς δεν αναφέρεται πως η μέγιστη δυνατή βαθμολογία για το κριτήριο των συνεντεύξεων, εκεί που εφαρμόζεται, έπρεπε να είναι το
- Η βαθμολογία αυτή, όπως προκύπτει από τους Κανονισμούς, αναφέρεται μόνο στην περίπτωση διεξαγωγής γραπτών εξετάσεων. Τόσο οι αιτητές όσο και τα ενδιαφερόμενα μέρη, υπάγονται στην επιφύλαξη της παραγράφου (ε) και εξαιρούνται από τη διαδικασία των γραπτών εξετάσεων. Οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν ορθά και μέσα στα πλαίσια του νόμου, όταν υπέβαλλαν τους υποψήφιους αυτούς σε προφορική συνέντευξη. Το γεγονός ότι η βαθμολογία του 12 καθορίσθηκε από το Συμβούλιο σαν η μέγιστη για την αξιολόγηση των υποψηφίων, δεν αντίκειται στις πρόνοιες του Κανονισμού 21 παράγραφος
(2)για το λόγο ότι η βαθμολογία του 50 στην παράγραφο αυτή αναφέρεται ρητά στο κριτήριο των γραπτών εξετάσεων. Επίσης, η μέγιστη δυνατή τελική βαθμολογία του 100, στην ίδια παράγραφο, αναφέρεται στο άθροισμα των βαθμολογιών (α) + (β) της παραγράφου 1 του Κανονισμού 21, όπου το κριτήριο (β) αφορά την περίπτωση διεξαγωγής γραπτών εξετάσεων. Για τα αποτελέσματα των προσωπικών συνεντεύξεων, το Συμβούλιο αποφάσισε να δώσει μέχρι τους 12 βαθμούς. Αυτό ήταν απόλυτα επιτρεπτό και εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου οργάνου. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός των αιτητών δεν ευσταθεί. Ο δικηγόρος των αιτητών παρατηρεί ότι, αφού δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο τα όσα ζητήθηκαν από τον εισηγητή να ετοιμάσει μέσα στο πλαίσιο του Κανονισμού 21, δεν μπορεί κανένας να γνωρίζει αν δεν περιέχουν πλάνη ή ελλείψεις ή εάν ήταν ανασφαλή στοιχεία για να βασιστεί σ' αυτά το Συμβούλιο Κρίσεως. Όμως, για να ακυρωθεί μία απόφαση λόγω πλάνης θα πρέπει η πλάνη να είναι ουσιώδης, να έχει δηλαδή επιδράσει στην τελική κρίση του Συμβουλίου Αξιολογήσεων σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας Θάλεια Γαλανού και Άλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 43. Και είναι από τη συνεκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που κρίνεται αν υπήρξε πλάνη η οποία επηρέασε την τελική κρίση. Στην υπό κρίση υπόθεση στο πρακτικό του Συμβουλίου ημερομηνίας 29 Δεκεμβρίου, 1992, (Τεκμήριο 3) καταγράφονται οι βαθμολογίες των Εκθέσεων Ικανότητας των αξιολογουμένων για τα πέντε τελευταία χρόνια με μέγιστη βαθμολογία τους 50 βαθμούς, καθώς και η βαθμολογία που πήρε ο καθένας στην προσωπική συνέντευξη με μέγιστη βαθμολογία τους 12 βαθμούς. Από το Παράρτημα αυτό, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η τελική βαθμολογία του Πίνακα Σειράς Καταλληλότητας Αξιολογηθέντων Αξιωματικών που ετοίμασε το Συμβούλιο δεν ήταν παρά το άθροισμα των αντικειμενικών κριτηρίων, βρίσκω ότι η παρατήρηση του δικηγόρου των αιτητών είναι ανυπόστατη και δεν καθιστά την απόφαση άκυρη. Βλ. απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ιωσήφ Αντωνίου
(1993)3 Α.Α.Δ. 325, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα:- "Αναφορικά με το ύψος της ανώτατης βαθμολογίας σε κάθε στοιχείο, το Δικαστήριο τούτο δεν υποκαθιστά την κρίση της Διοίκησης. Εν πάση περιπτώσει, ευρίσκουμε ότι η επιμέρους ανώτατη βαθμολογία για κάθε στοιχείο, όπως καθορίζεται στο έντυπο, είναι εύλογος. Το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει αν υπάρχει και άλλη άποψη η οποία είναι επίσης εύλογος." Ανυπόστατος είναι επίσης και ο ισχυρισμός ότι η συγκρότηση του Συμβουλίου έγινε στις 12 Οκτωβρίου, 1992, και η όλη διαδικασία θα έπρεπε να ολοκληρωθεί μέσα σε ένα μήνα από τη συγκρότηση και τη σύγκληση του Συμβουλίου σύμφωνα με τον Κανονισμό 22 ενώ στην πραγματικότητα συμπληρώθηκε στις 29 Δεκεμβρίου, 1992, και έξω από το χρονοδιάγραμμα αυτό. Έχει νομολογηθεί από αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων ότι η προθεσμία που θέτει ο Κανονισμός 22 είναι μόνο ενδεικτική, (βλ. Σπύρος Παττάς ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1995)4 Α.Α.Δ. 2665, Ευστάθιος Όξυνος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1995)4 Α.Α.Δ. 2464, και δεν έχει το χαρακτήρα θέσπισης κανόνα, η παράβαση του οποίου επάγει ακυρότητα στη διαδικασία. Ο δικηγόρος του αιτητή στην αγόρευσή του, καθώς και στην απάντησή του, προβάλλει έντονα τον ισχυρισμό ότι η έλλειψη αιτιολογίας δημιουργεί κενό στη διαδικασία λήψης της απόφασης και οδηγεί σε ακύρωση. Από τα ενώπιόν μου στοιχεία ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Το Συμβούλιο Αξιολογήσεων είχε ενώπιόν του τα στοιχεία των Περιληπτικών Σημειωμάτων τα οποία βασίζονται στα στοιχεία που περιέχουν οι Ατομικοί Φακέλοι των αξιολογουμένων. Είχε επίσης και τις βαθμολογίες τους στα ουσιαστικά προσόντα των Εκθέσεων Ικανότητας των πέντε τελευταίων χρόνων. Όσον αφορά την προφορική συνέντευξη, το Συμβούλιο τους "υπέβαλε αριθμό ερωτήσεων που κυρίως σχετίζονταν με τα καθήκοντα που κατά περίπτωση εκτέλεσαν ή εκτελούν στην Εθνική Φρουρά" και, με βάση την εντύπωση που σχημάτιζε από τις απαντήσεις που έδιναν, αξιολογούσε την ικανότητα και αξία τους. Ως εκ τούτου, κατά τις κρίσεις των Υπαξιωματικών δεν γίνεται σύγκριση των προσόντων των κρινόμενων, αλλά, κάθε κρινόμενος κρίνεται αποκλειστικά και μόνο με βάση τα δικά του προσόντα όπως αυτά φαίνονται από τον ατομικό του φάκελο. Συνεπώς, η σύγκριση με τους άλλους δεν είναι δυνατή σε τέτοιο βαθμό που να επιβάλλεται η πλήρης αιτιολόγηση στο βαθμό που την επιβάλλει το άρθρο 34
(6)του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου 1/90. Επίσης, δεν υπάρχει καμιά πρόνοια στο νόμο που να υποχρεώνει το Συμβούλιο να αιτιολογήσει την απόφασή του. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι η βαθμολογία ανήκει στην κρίση του Συμβουλίου. Η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το νόμο και τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ήταν εύλογα επιτρεπτή. Από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει ο,τιδήποτε που να δικαιολογεί των επέμβασή μου στην απόφαση των καθ' ων η αίτηση. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, η προσφυγή απορρίπτεται. Καμιά διαταγή για έξοδα. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο