Λάμπρου κ.ά. ν. A.TH.K.
(1996)4 ΑΑΔ 1130 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1996)4 ΑΑΔ 1130 10 Μαΐου, 1996 [ΚΑΛΛΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΛΑΜΠΡΟΣ Θ. ΛΑΜΠΡΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ, Αιτητές, ν. ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ' ης η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 685/92) Οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου - Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου - Προαγωγές - Κριτήρια - Ο Καν. 10
(7)των περί Προσωπικού της Α.ΤΗ.Κ. Γενικών Κανονισμών-Δεν καθιστά τα προσόντα αυτοτελές ή ανεξάρτητο στοιχείο κρίσεως - Δεν βρίσκει εφαρμογή η αρχή περί υποχρεώσεως αιτιολόγησης της παραγνώρισης προσόντος/πλεονεκτήματος -Συνέπειες σε περιπτώσεις ισχύος παλαιών σχεδίων υπηρεσίας - Ερμηνεία - Εφαρμογή στις περιστάσεις της εξετασθεί-σας υπόθεσης. Διοικητικό Δίκαιο - Διορισμοί και προαγωγές - Φύση της ενέργειας του διορίζοντος οργάνου και του δικαστικού ελέγχου της σε περίπτωση προσφυγής - Καταλληλόλητα υποψηφίου ως προαπαιτούμενο διορισμού του σε αντιδιαστολή με την έκδηλη υπεροχή του ως στοιχείο που θεμελιώνει την ακυρότητα του ίδιου διορισμού. Προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος-Λόγοι ακυρώσεως-Έκδηλη υπεροχή - Έννοια και βάρος αποδείξεως. Προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος-Λόγοι ακυρώσεως-Έλλειψη αιτιολογίας - Θεωρία και νομολογία - Εφαρμογή τους στα περιστατικά, της κριθείσας περίπτωσης - Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης δέουσα και επαρκής. Οι αιτητές επεδίωξαν την ακύρωση της προαγωγής των ενδιαφερομένων μερών σε Προϊσταμένους Υπηρεσίας Β ειδικευμένου προσωπικού. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή αποφάσισε ότι: 1. Η νομολογιακή αρχή η οποία έχει υπαγορεύσει την ειδική αιτιολογία σε περίπτωση μη επιλογής υποψηφίου που κατέχει το προσόν - πλεονέκτημα (Βλ: Tourpeki v. Republic
(1973)3 Α.Α.Δ. 592), έχει διαμορφωθεί με βάσει νομοθετικές διατάξεις δυνάμει των οποίων τα προσόντα αποτελούν αυτοτελές ή ανεξάρτητο στοιχείο κρίσεως (βλ. Άρθρο 44
(2)του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου 1967 (Ν. 33/67)). Στην κρινόμενη υπόθεση το νομοθετικό πλαίσιο προδιαγράφεται από τον Καν. 10
(7)των Κανονισμών ο οποίος δεν καθιστά τα πρόσοντα ως αυτοτελές, ανεξάρτητο ή ξεχωριστό στοιχείο κρίσεως. Η ίδια αρχή ισχύει και για την αρχαιότητα. Από το λεκτικό του Καν. 10
(7)προκύπτει ότι το δεσπόζον κριτήριο που διέπει τις προαγωγές της Αρχής είναι η υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση των υποψηφίων και η εν γένει ουσιαστική καταλληλότητά τους. Από την άλλη το δικαστήριο συμφωνεί με την προσέγγιση που έχει υιοθετηθεί στην Ιωαννίδης ν. Α.ΤΗ.Κ.. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Καν. 10
(7)κρίνεται ότι στις προαγωγές που διενεργούνται από την Αρχή δεν παρίσταται ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης της μη επιλογής υποψηφίου που κατέχει το προσόν/πλεονέκτημα, επειδή τα προσόντα δεν αποτελούν αυτοτελές ή ανεξάρτητο κριτήριο επιλογής. Τα προσόντα αποκτούν σημασία οσάκις δύο υποψήφιοι είναι κατά τα άλλα ίσοι σύμφωνα με τα κριτήρια που προδιαγράφονται από τον Καν. 10
(7). Επομένως το στοιχείο των προσόντων - περιλαμβανομένων και των προσόντων πλεονέκτημα - αποτελεί στοιχείο περιορισμένης σημασίας. Δεν παρίσταται ανάγκη ειδικής αιτιολογίας για τη μη επιλογή υποψηφίου που κατέχει το προσόν/πλεονέκτημα. Η σημασία των προσόντων έχει περιορισθεί από τις πρόνοιες του Καν. 10
(7). Η καταφυγή στα προ της 13ης/5/1972 σχέδια υπηρεσίας γίνεται μόνο για να διακριβωθεί εάν ένας υπάλληλος κατέχει τα προσόντα για προαγωγή. Κατά τα άλλα τον κυρίαρχο ρόλο τον παίζουν τα κριτήρια που προδιαγράφονται από τον Καν. 10
(7). Ο ρόλος των προσόντων - και της αρχαιότητας - είναι εκείνος που έχει οριοθετηθεί στην Ιωαννίδης (πιο πάνω).
- Οσάκις ένα διορίζον όργανο επιλέγει ορισμένους υποψηφίους στη βάση σύγκρισης τους με άλλους για να δικαιολογήσει την επιλογή του - το διορίζον όργανο - δεν είναι ανάγκη να καταλήξει ότι υπερέχει έκδηλα των άλλων. Από την άλλη το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει για να παραμερίσει την απόφαση σε σχέση με μια τέτοια επιλογή εκτός εάν ικανοποιηθεί από τον αιτητή σε μια προσφυγή ότι ήταν ένας κατάλληλος υποψήφιος ο οποίος υπερείχε έκδηλα του υποψηφίου που έχει επιλεγεί, γιατί μόνο σε μια τέτοια περίπτωση το όργανο που έχει προβεί στην επιλογή για σκοπούς διορισμού ή προαγωγής θεωρείται ότι έχει υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και έχει επομένως ενεργήσει "καθ' υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας". Για να πετύχουν στην προσφυγή τους οι αιτητές πρέπει να αποδείξουν έκδηλη υπεροχή έναντι των ενδιαφερομένων μερών. Το βάρος απόδειξης της έκδηλης υπεροχής βαρύνει τους ίδιους τους αιτητές. Όπως έχει νομολογηθεί η φράση "έκδηλη υπεροχή" σημαίνει την υπεροχή ενός μέρους. Για να ευσταθήσει τέτοιου είδους ισχυρισμός η υπεροχή πρέπει να είναι αυταπόδεικτη και προφανής από την εξέταση των φακέλων των υποψηφίων. Η υπεροχή πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως που να αναδύεται από κάθε άποψη από το συνδυασμένο αποτέλεσμα της αξίας, προσόντων και αρχαιότητας των προσώπων που συναγωνίζονται για προαγωγή. Με άλλες λέξεις πρέπει να αναδύεται ως αναντίρρητο γεγονός τόσο πειστικό που να εντυπωσιάζει κάποιον από την πρώτη ματιά. Λαμβάνεται υπόψη εν προκειμένω, το υλικό το οποίο βρίσκετο ενώπιον της Αρχής. Ιδιαίτερα λήφθηκε υπόψη ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερέχουν αισθητά των αιτητών σε ό,τι αφορά τα στοιχεία της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης τα οποία αποτελούν τα δεσπόζοντα στοιχεία στις κρίσεις για προαγωγές που διενεργούνται από την Αρχή. Τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερέχουν αισθητά όσον αφορά τα στοιχεία της επίδοση και απόδοσης.
- Εφόσον η αιτιολογία δεν αξιούται ρητώς υπό του Νόμου - όπως είναι εδώ η περίπτωση - δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει αιτιολογία εις το σώμα της πράξεως, αλλά "δύναται να αναπληρούται εκ των στοιχείων του φακέλου". Το κατά πόσο μια διοικητική πράξη είναι αιτιολογημένη εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της. Η επίδικη απόφαση περιλαμβανόμενης και της απόφασης του Συμβουλίου Προσωπικού - είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Ιωαννίδης ν. Α.ΤΗ.Κ. (αρ. 1)
(1994)4 Α.Α.Δ 462, Ιωαννίδης ν. Α.ΤΗ.Κ. (αρ. 2)
(1994)4 Α.Α.Δ. 1068, Μυλωνάς ν. Α.ΤΗ.Κ.
(1995)4 Α.Α.Δ. 851, Tourpeki v. Republic
(1973)3 C.L.R. 592, Δημητρίου και Άλλοι ν. Α.ΤΗ.Κ.
(1993)4 Α.Α.Δ. 1196, Κολοκασίδου ν. Α. ΤΗ.Κ.
(1992)4 Α.Α.Δ 4801, Georghiou v. Republic
(1976)3 C.L.R. 74, Alexandridou v. Cyprus Tourism Organization
(1980)3 C.L.R. 360, HadjiSawa v. Republic
(1982)3 C.L.R. 76, Pissas v. Republic
(1974)3 C.L.R.
- Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης της Αρχής με την οποία προήγαγε τα ενδιαφερόμενα μέρη στη θέση Προϊσταμένου Υπηρεσίας Β ειδικευμένου προσωπικού αντί των αιτητών. Λ. Ενταφιανός και Ν. Γιαπανάς, για τους Αιτητές Αρ. 2 και Αρ.
- Κ. Χ" Ιωάννου, για την Καθ' ης η αίτηση. Cur. adv. vult. ΚΑΛΛΗΣ, Δ.: Με την παρούσα προσφυγή οι αιτητές προσβάλλουν την απόφαση των καθ' ων η αίτηση ("η Αρχή") για την προαγωγή των ενδιαφερομένων μερών στη θέση Προϊσταμένου Υπηρεσίας Β ειδικευμένου προσωπικού. Ο αιτητής αρ. 1 απέσυρε την προσφυγή του με έγγραφο του ημερ. 12.12.
- Η προσφυγή του επομένως απορρίπτεται χωρίς διαταγή για τα έξοδα. Η απόφαση αυτή αφορά μόνο την προσφυγή των αιτητών 2 και 3 ("οι αιτητές"). Διαδικασία λήψεως της επίδικης απόφασης. Σε πρώτο στάδιο το θέμα εξετάστηκε από το Συμβούλιο Προσωπικού ("το Συμβούλιο"), κατά τη συνεδρίασή του ημερ. 26.5.
- Κατά τη. συνεδρίαση εκείνη αποφάσισε να "εξεταστούν προς πλήρωση οι θέσεις που κενώθηκαν λόγω αφυπηρετήσεων και να υποβληθεί η συμβουλή του προς την Αρχή" με βάση τον Κανονισμό 10
(5)των περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικών Κανονισμών, όπως έχει τροποποιηθεί με την Κ.Δ.Π. 91/89 -21.4.1989 ("οι Κανονισμοί"). Αποφάσισε επίσης, ότι "η παροχή συμβουλής προς την Αρχή θα πρέπει να γίνει με βάση το νομικό καθεστώς που επικρατούσε την 2.1.92". Στη συνέχεια προχώρησε στον καταρτισμό του καταλόγου των υποψηφίων "οι οποίοι δικαιούνται κρίσεως" και που "στις 2.1.1992 είχαν συμπληρώσει τριετία στο βαθμό του Επιθεωρητή". Ο κατάλογος περιλάμβανε τόσο τους αιτητές όσο και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Μετά τον καταρτισμό του καταλόγου το Συμβούλιο προέβη σε αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων μεταξύ τους. Έλαβε υπόψη στο σύνολό τους "τα κριτήρια που καθιερώνει ο Κανονισμός 10
(7), όπως έχει τροποποιηθεί με την Κ.Δ.Π. 163/90-13.7.90, τις βαθμολογίες, τις παρατηρήσεις και τις συστάσεις των Προϊσταμένων τους, στα Φύλλα Ποιότητας (Έκθεση Προόδου)/Προαγωγής, (ΦΠ/Π), για την περίοδο από το Νοέμβριο του 1985 μέχρι και την 1 Ιουλίου του 1990, καθώς και το μέχρι τις 2.1.1992 περιεχόμενο του προσωπικού τους φακέλου". Μετά την πιο πάνω αξιολόγηση και σύγκριση το Συμβούλιο επέλεξε 17 υποψηφίους "ως επικρατέστερους και πιο κατάλληλους προς πλήρωση των 6 κενών" πιο πάνω θέσεων. Οι αιτητές δεν περιλαμβάνοντο μέσα στους 17 υποψηφίους. Στη συνέχεια το Συμβούλιο προχώρησε σε περαιτέρω αξιολόγηση και σύγκριση μεταξύ τους των 17 επιλεγέντων επικρατέστερων υποψηφίων. Απεφάσισε όπως στον κατάλογο των πιο επικρατέστερων και πιο κατάλληλων για προαγωγή υποψηφίων παραμείνουν 12 υποψήφιοι. Ακολούθησε και τρίτη αξιολόγηση. Το Συμβούλιο "προχωρώντας στην ολοκλήρηση της αξιολογήσεως, έχοντας υπόψη όλα τα ενώπιον του στοιχεία, σύγκρινε και πάλιν τους πιο πάνω 12 επικρατέστερους και πιο κατάλληλους υποψηφίους μεταξύ τους, τους αξιολόγησε περαιτέρω και ομόφωνα συμβουλεύει την Αρχή να προχωρήσει στην πλήρωση των υπ' αναφορά έξι κενών θέσεων Προϊσταμένου Υπηρεσίας Β Ειδικευμένου Προσωπικού, με βάση τον πιο κάτω κατάλογο των επικρατέστερων και πιο κατάλληλων υποψηφίων." Ακολούθησαν τα ονόματα των 6 ενδιαφερομένων μερών. Αναφορικά με τα ενδιαφερόμενα μέρη Κωνσταντίνο Π. Γεωργιάδη και Γεώργιο Κτωρίδη, "που θεωρήθηκε κατ' αρχήν ότι πληρούν το Σχέδιο Υπηρεσίας του Υποεπιθεωρητή με την επιφύλαξη ότι θα τους ζητηθούν αποδεικτικά στοιχεία σε μεταγενέστερο στάδιο κατά πόσο κατέχουν απολυτήριο Δημοτικού Σχολείου, το Συμβούλιο Προσωπικού ανέθεσε στον Εισηγητή να ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία. Τα αποδεικτικά, στοιχεία να προσκομισθούν εντός 10 ημερών από σήμερα, Τρίτη, 26.5.92 και να επισυναφθούν ως Συνημμένα "4" και "5" αντίστοιχα. Σε περίπτωση που οι πιο πάνω υποψήφιοι δεν κατορθώσουν να παρουσιάσουν αποδεικτικά στοιχεία εντός της προθεσμίας των 10 ημερών, που τους παραχωρήθηκε, δηλαδή μέχρι τις 4 Ιουνίου 1992, το Συμβούλιο Προσωπικού θα συνέλθει και πάλι για επανεξέταση της υποθέσεως αυτής." Το επόμενο στάδιο της διαδικασίας αποτελείται από την εισήγηση του Γενικού Διευθυντή της Αρχής ημερ. 2.7.92. Ο τελευταίος μετά από διεξοδική μελέτη των πρακτικών του Συμβουλίου Προσωπικού και του περιεχομένου των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, στους οποίους περιλαμβάνονται "τα φύλλα ποιότη-τας/προαγωγής τους" διαπίστωσε ότι η κατάταξη των υποψηφίων από το Συμβούλιο Προσωπικού ήταν "σωστή και δικαιολογημένη". Γι' αυτό και εισηγήθηκε στο Συμβούλιο της Αρχής την προαγωγή των ενδιαφερομένων μερών. Κατά την άποψή του τα ενδιαφερόμενα μέρη "υπερέχουν των υπόλοιπων υποψηφίων, σε απόδοση, επίδοση και ικανότητες και διαθέτουν τα προσόντα και τις δυνατότητες για επιτυχή ανταπόκριση στα καθήκοντά τους". Το τελευταίο στάδιο στη διαδικασία λήψης της επίδικης απόφασης έλαβε χώραν κατά τη συνεδρίαση της Αρχής ημερ. 8.7.1992. Κατά τη συνεδρίαση εκείνη η Αρχή "προχώρησε σε διεξοδική μελέτη και συζήτηση όλων των δεδομένων για τους υποψηφίους και συγκεκριμένα των πρακτικών του Συμβουλίου Προσωπικού, της εισηγήσεως του Γενικού Διευθυντή και των προσωπικών τους φακέλων, στους οποίους περιλαμβάνονται τα Φύλλα Ποιότητας/Προαγωγής τους". Σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω μελέτης η Αρχή έκαμε τις διαπιστώσεις της για τον κάθε ένα από τους υποψήφιους. Οι διαπιστώσεις της Αρχής σε σχέση με τους αιτητές και τα ενδιαφερόμενα μέρη ήταν ως πιο κάτω:
(1)Αιτητής Ανδρέας Χαραλάμπους: "Κρίνεται ως πολύ καλός, εργατικός και ευσυνείδητος υπάλληλος".
(2)Αιτητής Γεώργιος Σιαηλής: "Κρίνεται ως άριστος υπάλληλος".
(3)Ενδιαφερόμενο Μέρος Κωνσταντίνος Γεωργιάδης: "Κρίνεται ως πολύ καλός υπάλληλος".
(4)Ενδιαφερόμενο Μέρος Στέλιος Φωτιάδης: "Κρίνεται ως πολύ καλός υπάλληλος".
(5)Ενδιαφερόμενο Μέρος Ανδρέας Πελαγίας: "Κρίνεται ως πολύ καλός υπάλληλος".
(6)Ενδιαφερόμενο Μέρος Γεώργιος Κτωρίδης: "Κρίνεται ως πολύ καλός και εργατικός υπάλληλος".
(7)Ενδιαφερόμενο Μέρος Νίκος Κωνσταντίνου: "Κρίνεται ως πολύ καλός και αποδοτικός υπάλληλος".
(8)Ενδιαφερόμενο Μέρος Αγαθοκλής Χ" Ιωάννου: "Κρίνεται ως άριστος υπάλληλος". Μετά τις πιο πάνω διαπιστώσεις το πρακτικό της συνεδρίασης της Αρχής καταλήγει ως πιο κάτω: "Με βάση όλες τις πιο πάνω διαπιστώσεις, το Συμβούλιο προχώρησε σε περαιτέρω αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων μεταξύ τους, εξετάζοντας διεξοδικά όλα τα στοιχεία γι' αυτούς και συγκεκριμένα τα πρακτικά του Συμβουλίου Προσωπικού, την Εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, τους προσωπικούς τους φακέλους και τα Φύλλα Ποιότητας/Προαγωγής τους. Κατά την κρίση του το Συμβούλιο έλαβε επίσης υπόψη το γεγονός ότι οι υποψήφιοι αξιολογούνται από διαφορετικούς προϊστάμενους. Από τη μελέτη των πιο πάνω δεδομένων το Συμβούλιο κατάληξε ότι οι πιο κάτω αναφερόμενοι υπάλληλοι υπερέχουν των υπόλοιπων υποψηφίων σε απόδοση, επίδοση και ικανότητες και έκρινε ότι είναι οι καταλληλότεροι υποψήφιοι για πλήρωση των έξι κενών θέσεων Προϊστάμενου Υπηρεσίας Β Ειδικευμένου Προσωπικού, γι' αυτό και αποφάσισε ομόφωνα την προαγωγή τους στον πιο πάνω βαθμό από τις 2 Ιανουαρίου, 1992". (Ακολουθούν τα ονόματα των ενδιαφερομένων μερών). Σχέδια Υπηρεσίας Προσόντα: Διεπόνται από τον Καν. 8Β(ε) των Κανονισμών σύμφωνα με τον οποίο απαιτείται: "ε) Διά τον βαθμόν Προϊσταμένου Υπηρεσίας Β - Ειδικευμένον Προσωπικόν - απαιτείται απολυτήριον τετραταξίου Τεχνικής Σχολής ή ισοτίμου τοιαύτης και συμπλήρωσις 25ετούς περιόδου εις την υπηρεσίαν της Αρχής ...." Ωστόσο σύμφωνα με τον Καν. 56
(7)(α) τα πιο πάνω προσόντα "εφαρμόζονται και ισχύουν διά το προσληφθέν εις την Υπηρεσίαν της Αρχής προσωπικόν από της 13ης/5/1972 και εντεύθεν". Σύμφωνα δε με τον Καν. 56
(7)(β) "προσωπικόν το οποίον προσελήφθη εις την υπηρεσίαν της Αρχής προ της 13ης/5/1972 δύναται να (προ-αχθή) εξελιχθή κατά βαθμόν και επί τη βάσει των εν ισχύει προ της 13ης/5/72 Σχεδίων Υπηρεσίας...". Το εν ισχύει "προ της 13ης/5/1972" σχέδιο υπηρεσίας απαιτεί, ανάμεσα σ' άλλα: "Ενδεικτικό Σχολής Δημοτικής Εκπαίδευσης -Απολυτήριο Σχολής Μέσης Εκπαίδευσης θα αποτελεί πλεονέκτημα". Ο αιτητής Γεώργιος Σιαηλής υποστήριξε ότι κατέχει απολυτήριο Σχολής Μέσης Εκπαίδευσης το οποίο, σύμφωνα με τα σχέδια υπηρεσίας, αποτελεί πλεονέκτημα. Έπρεπε, επομένως, να δοθεί ειδική αιτιολογία από το διορίζον όργανο για την παραγνώριση του πλεονεκτήματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αρχής αφού έκαμε αναφορά στους Καν. 8
(1)και 56
(7)των πιο πάνω Κανονισμών έθεσε το θέμα ως πιο κάτω: "Είναι φανερόν από τους πιο πάνω κανονισμούς ότι: (α) Ο καν. 56
(7)είναι καθαρά μεταβατική διάταξη σκοπόν έχουσα να διαφυλάξη το δικαίωμα του προσωπικού που προσελήφθη πριν την 13.5.1972 να προαχθή δεδομένου ότι τα ελάχιστα ειδικά προσόντα βαθμών που ορίζονται από τους κανονισμούς (καν.8) είναι πολύ ψηλότερα από εκείνα που ίσχυαν όταν προσελήφθη. (β) Οι κανονισμοί προνοούν για εξέλιξη κατά βαθμόν (βλ. καν. 10
(1)) και όχι κατά οργανική θέση όπως ήταν το προγενέστερο ισχύον σύστημα. (γ) Το αντίστοιχο σχέδιον υπηρεσίας που αναφέρεται στον καν.56
(7)ευρίσκεται διά της αντιστοιχίας των καθηκόντων του βαθμού με την προγενεστέραν θέση της οποίας το σχέδιον υπηρεσίας είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθή. (δ) Περαιτέρω είναι επίσης φανερόν ότι ο καν.8 δεν προνοεί για πλεονέκτημα για οποιονδήποτε βαθμόν και επίσης ότι δεν επιφυλάσσονται τα πλεονεκτήματα που προνοούνται στα σχέδια υπηρεσίας που ίσχυαν προ της 13.5.72". Οι πιο πάνω κανονισμοί 8
(1)και 56
(7)(β) έχουν τύχει ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο - με μονομελή σύνθεση (Βλ. Ιωαννίδης ν. Α.ΤΗ.Κ. (αρ. 1)
(1994)4 Α.Α.Δ. 462, Ιωαννίδης ν. Α.ΤΗ.Κ. (αρ. 2)
(1994)4 Α.Α.Δ. 1068, Μυλωνάς ν. Α.ΤΗ.Κ.
(1995)4 Α.Α.Δ. 851. Η προσέγγιση στις πρώτες δύο πιο πάνω υποθέσεις ήταν διαφορετική από την προσέγγιση στην τρίτη υπόθεση. Δεν προτίθεμαι να εκφράσω την δική μου κρίση επί τη ερμηνείας των πιο πάνω Κανονισμών γιατί θεωρώ ότι δεν παρίσταται τέτοια ανάγκη. Υιοθετώ αυτή την πορεία γιατί η νομολογιακή αρχή η οποία έχει υπαγορεύσει την ειδική αιτιολογία σε περίπτωση μη επιλογής υποψηφίου που κατέχει το προσόν - πλεονέκτημα (Βλ. Tourpeki ν. Republic
(1973)3 Α.Α.Δ. 592), έχει διαμορφωθεί με βάσει νομοθετικές διατάξεις δυνάμει των οποίων τα προσόντα αποτελούν αυτοτελές ή ανεξάρτητο στοιχείο κρίσεως (βλ. άρθρο 44
(2)του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου 1967 (Ν. 33/67)). Στην κρινόμενη υπόθεση το νομοθετικό πλαίσιο προδιαγράφεται από τον Καν. 10
(7)των Κανονισμών ο οποίος δεν καθιστά τα πρόσοντα ως αυτοτελές, ανεξάρτητο ή ξεχωριστό στοιχείο κρίσεως. Ο Καν. 10
(7)προβλέπει: "
(7)Οι κρίσεις για προαγωγή διενεργούνται με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση των υποψηφίων και την εν γένει ουσιαστική καταλληλότητά τους, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του προσωπικού τους φακέλου, τα φύλλα ποιότητας και τα φύλλα προαγωγής τους." Η ίδια αρχή ισχύει και για την αρχαιότητα. (Βλ. Ιωαννίδης ν. Α.ΤΗ.Κ. (αρ. 1)
(1994)4 Α.Α.Δ. 462. Όπως δε έχει υποδειχθεί στη Δημητρίου και Άλλοι ν. Α.ΤΗ.Κ.
(1993)4 Α.Α.Δ. 1196, από τη λεκτική διατύπωση του Καν. 10
(7)"προκύπτει ότι στις προαγωγές της Αρχής επικρατεί η καθαρά αξιοκρατική προσέγγιση. Οι προαγωγές αποδεσμεύονται από παράγοντες όπως η αρχαιότητα ως αυτοτελές κριτήριο. Η ικανότητα του υπαλλήλου πρέπει να φαίνεται έμπρακτα κατά την άσκηση των καθηκόντων του, όπως στοιχειοθετείται από τα φύλλα ποιότητας και τα υπόλοιπα στοιχεία των προσωπικών φακέλων". (Βλ. και Κολοκασίδου v. A.TH.K.
(1992)4 Α.Α.Δ. 4801). Από το λεκτικό του Καν. 10
(7)προκύπτει ότι το δεσπόζον κριτήριο που διέπει τις προαγωγές της Αρχής είναι η υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση των υποψηφίων και η εν γένει ουσιαστική καταλληλότητα τους. Από την άλλη συμφωνώ με την προσέγγιση που έχει υιοθετηθεί στην Ιωαννίδης v. A.TH.K. (αρ. 1)
(1994)4 Α.Α.Δ. 462 σύμφωνα με την οποία: "Δεν αποκλείεται η συνεξέταση της αρχαιότητας και των προσόντων ως στοιχείων προσδιοριστικών, μαζί με όλα τα άλλα, της ουσιαστικής καταλληλότητας των υποψηφίων στα οποία αναφέρεται ο κανονισμός. Αν δύο υποψήφιοι είναι κατά τα άλλα ίσοι, εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ουσιαστικά καταλληλότερος εκείνος που είναι αρχαιότερος ή που έχει περισσότερα προσόντα." Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Καν. 10
(7)κρίνω ότι στις προαγωγές που διενεργούνται από την Αρχή δεν παρίσταται ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης της μη επιλογής υποψηφίου που κατέχει το προσόν/πλεονέκτημα, επειδή τα προσόντα δεν αποτελούν αυτοτελές ή ανεξάρτητο κριτήριο επιλογής. Τα προσόντα αποκτούν σημασία οσάκις δυο υποψήφιοι είναι κατά τα άλλα ίσοι σύμφωνα με τα κριτήρια που προδιαγράφονται από τον Καν. 10
(7). Επομένως το στοιχείο των προσόντων - περιλαμβανομένων και των προσόντων πλεονέκτημα - αποτελεί στοιχείο περιορισμένης σημασίας. Δεν παρίσταται ανάγκη ειδικής αιτιολογίας για την μη επιλογή υποψηφίου που κατέχει το προσόν/πλεονέκτημα. Η σημασία των προσόντων έχει περιορισθεί από τις πρόνοιες του Καν. 10
(7). Η καταφυγή στα προ της 13ης/5/1972 σχέδια υπηρεσίας γίνεται μόνο για να διακριβωθεί εάν ένας υπάλληλος κατέχει τα προσόντα για προαγωγή. Κατά τα άλλα τον κυρίαρχο ρόλο τον παίζουν τα κριτήρια που προδιαγράφονται από τον Καν. 10
(7). Ο ρόλος των προσόντων - και της αρχαιότητας - είναι εκείνος που έχει οριοθετηθεί στην Ιωαννίδης (πιο πάνω). Ακολουθεί πως ο σχετικός λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να πετύχει. Ο δικαστικός έλεγχος της επίδικης απόφασης θα γίνει με βάσει τις αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο των προαγωγών έχοντας, πάντοτε κατά νουν ότι πρωταρχικό καθήκον του διορίζοντος οργάνου είναι η επιλογή του πιο κατάλληλου υποψηφίου. Θα εξεταστεί επομένως κατά πόσο η Αρχή έχει επιλέξει τους πιο κατάλληλους υποψήφιους. Η εξέταση θα γίνει υπό το πρίσμα του ενώπιον της Αρχής υλικού και του πιο πάνω νομοθετικού πλαισίου, (βλ. Καν. 10
(7)). Από τα υπηρεσιακά στοιχεία των αιτητών και των ενδιαφερομένων μερών, τα οποία επισυνάπτονται στην ένσταση της Αρχής, προκύπτουν τα πιο κάτω: Αιτητή Χαραλάμπους:
- Αρχαιότητα: Υστερεί σε αρχαιότητα των ενδιαφερομένων μερών Γεωργιάδη, Φωτιάδη, Πελαγία, Κτωρίδη. Υπερέχει σε αρχαιότητα των ενδιαφερομένων μερών Κωνσταντίνου και Χ" Ιωάννου.
- Προσόντα: Έχει τα αυτά προσόντα με τα ενδιαφερόμενα μέρη Γεωργιάδη, Κτωρίδη. Τα ενδιαφερόμενα μέρη Φωτιάδης, Πελα-γίας, Κωνσταντίνου και Χ" Ιωάννου υπερέχουν σε προσόντα -τα δυο τελευταία ενδιαφερόμενα μέρη αισθητά.
- Επίδοση, απόδοση κλπ., όπως παρατίθεται στα Φύλλα Ποιότητας (Έκθεση Προόδου) Ποραγωγής για τα έτη 1985-1990: Ο αιτητής υστερεί αισθητά έναντι όλων των ενδιαφερομένων μερών. Δεν υπερέχει των ενδιαφερομένων μερών όσον αφορά τις παρατηρήσεις και συστάσεις κρίνοντα και γνωματεύοντα που περιέχονται στα πιο πάνω "φύλλα ποιότητας". Αιτητής Σιαηλής:
- Αρχαιότητα: Υστερεί σε αρχαιότητα όλων των ενδιαφερομένων μερών από 2 μέχρι 6 έτη.
- Προσόντα: Υπερέχει σε προσόντα όλων των ενδιαφερομένων μερών εκτός του ενδιαφερόμενου μέρους Χ" Ιωάννου.
- Επίδοση, απόδοση κλπ, όπως παρατίθενται στα πιο πάνω φύλλα για τα έτη 1985-90: Ο αιτητής υστερεί έναντι όλων των ενδιαφερομένων μερών. Δεν υπερέχει των ενδιαφερομένων μερών όσον αφορά τις παρατηρήσεις και συστάσεις κρίνοντα και γνωματεύοντα που περιέχονται στα πιο πάνω "φύλλα ποιότητας". Οσάκις ένα διορίζον όργανο επιλέγει ορισμένους υποψηφίους στη βάση σύγκρισης τους με άλλους για να δικαιολογήσει την επιλογή του - το διορίζον όργανο - δεν είναι ανάγκη να καταλήξει ότι υπερέχει έκδηλα των άλλων. Από την άλλη το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει για να παραμερίσει την απόφαση σε σχέση με μια τέτοια επιλογή εκτός εάν ικανοποιηθεί από τον αιτητή σε μια προσφυγή ότι ήταν ένας κατάλληλος υποψήφιος ο οποίος υπερείχε έκδηλα του υποψηφίου που έχει επιλεγεί, γιατί μόνο σε μια τέτοια περίπτωση το όργανο που έχει προβεί στην επιλογή για σκοπούς διορισμού ή προαγωγής θεωρείται ότι έχει υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και έχει επομένως ενεργήσει "καθ' υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας". (Βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1976)3 Α.Α.Δ. 74, 85, απόφαση της Ολομέλειας). Για να πετύχουν στην προσφυγή τους οι αιτητές πρέπει να αποδείξουν έκδηλη υπεροχή έναντι των ενδιαφερομένων μερών. Το βάρος απόδειξης της έκδηλης υπεροχής βαρύνει τους ίδιους τους αιτητές. (Αλεξανδρίδου v. K.O.T.
(1980)3 Α.Α.Δ. 360). Όπως έχει νομολογηθεί η φράση "έκδηλη υπεροχή" σημαίνει την υπεροχή ενός μέρους. Για να ευσταθήσει τέτοιου είδους ισχυρισμός η υπεροχή πρέπει να είναι αυταπόδεικτη και προφανής από την εξέταση των φακέλων των υποψηφίων. Η υπεροχή πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως που να αναδύεται από κάθε άποψη από το συνδυασμένο αποτέλεσμα της αξίας, προσόντων και αρχαιότητας των προσώπων που συναγωνίζονται για προαγωγή. Με άλλες λέξεις πρέπει να αναδύεται ως αναντίρρητο γεγονός τόσο πειστικό που να εντυπωσιάζει κάποιον από την πρώτη ματιά. (Βλ. Χ"Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1982)3 Α.Α.Δ. 76, 78). Λαμβάνω υπόψη μου το υλικό το οποίο βρίσκετο ενώπιον της Αρχής. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερέχουν αισθητά των αιτητών σε ό,τι αφορά τα στοιχεία της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης τα οποία αποτελούν τα δεσπόζοντα στοιχεία στις κρίσεις για προαγωγές που διενεργούνται από την Αρχή. Η υπεροχή σε αρχαιότητα του αιτητή Χαραλάμπους έναντι των ενδιαφερομένων μερών Κωνσταντίνου και Χ" Ιωάννου δεν μπορεί να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ του λαμβανομένης υπόψη από τη μια της σημασίας της αρχαιότητας, όπως έχει οριοθετηθεί πιο πάνω, και από την άλλη τη σημασία της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης των υποψηφίων στην οποία τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερέχουν αισθητά. Τα ίδια ισχύουν για τον αιτητή Σιαηλή. Το προσόν/πλεονέκτημα λαμβανομένης υπόψη της σημασίας του, δεν μπορεί να γείρει την πλάστιγγα υπέρ του έχοντας υπόψη την αισθητή υπεροχή των ενδιαφερομένων μερών έναντι του σε ό,τι αφορά το στοιχείο της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης. Θα μπορούσε να γείρει την πλάστιγγα υπέρ του αν οι υποψήφιοι ήταν κατά τα άλλα ίσοι (Βλ. Ιωαννίδης ν. Α.ΤΗ.Κ. (αρ. 1)
(1994)4 Α.Α.Δ. 462), αλλά δεν ήταν. Τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερέχουν αισθητά όσον αφορά τα στοιχεία της επίδοση και απόδοσης. Οι αιτητές έχουν επίσης υποστηρίξει ότι η επίδικη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης αιτιολογίας. Η παραβίαση ουσιώδους τύπου "διατεταγμένου περί την ενέργειαν της πράξεως" αποτελεί λόγο ακύρωσης. "Σημαντικό στην πράξη μάλιστα σπουδαιότατο 'ουσιώδη τύπο αποτελεί η αιτιολογία της διοικητικής πράξεως, όπου επιβάλλεται .ρητώς από τον Νόμο ή κατά γενική αρχή του Διοικητικού Δικαίου από τη φύση της πράξεως". (Δαγτόγλου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, 2η έκδοση, 1994, πάρα. 583 και 587). Αιτιολογία μιας διοικητικής πράξεως αποτελεί την έκθεση των πραγματικών και νομικών λόγων που οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφαση της καθώς και παράθεση των κριτηρίων βάσει των οποίων άσκησε η διοίκηση τη διακριτική της ευχέρεια. Η ανάγκη της αιτιολογίας των ατομικών διοικητικών πράξεων απορρέει από την έννοια του κράτους δικαίου. Εκ της φύσεως τους αιτιολογητέες είναι όλες οι πράξεις των οποίων ο έλεγχος είναι αδύνατος ή ατελής χωρίς την αναφορά των λόγων που τις στηρίζουν. Γενικά, αιτιολογία που δεν παρέχει στον δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για την διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξεως ή είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι νόμιμη και οδηγεί στην ακύρωση της πράξεως. (Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 3η έκδοση, 1992, παρα. 636,646 και 647). Περαιτέρω εφόσον η αιτιολογία δεν αξιούται ρητώς υπό του Νόμου - όπως είναι εδώ η περίπτωση - δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει αιτιολογία εις το σώμα της πράξεως, αλλά "δύναται να αναπληρούται εκ των στοιχείων του φακέλου". (Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929-59, σελ. 185). Το κατά πόσο μια διοικητική πράξη είναι αιτιολογημένη εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της. (Πισσάς ν. Δημοκρατίας
(1974)3 Α.Α.Δ. 476). Θα εξετάσω λοιπόν κατά πόσο η επίδικη απόφαση περιέχει τα απαραίτητα "ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για τη διακρίβωση της νομιμότητάς της". Λαμβάνω υπόψη μου τόσο το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου Προσωπικού όσο και το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης της Αρχής. Οι δυο αποφάσεις περιλαμβάνουν με κάθε λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία λήφθηκαν υπόψη. Περιέχουν όλα τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για τη διακρίβωση της νομιμότητάς τους. Περαιτέρω η αιτιολογία είναι σύμφωνη με τα στοιχεία των φακέλων και συμπληρώνεται από αυτά. Η επίδικη απόφαση - περιλαμβανόμενης και της απόφασης του Συμβουλίου Προσωπικού - είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη. Ο σχετικός λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να πετύχει. Οι αιτητές τελικά υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω "έλλειψης αιτιολογίας και ερεύνης περί των απαιτούμενων προσόντων του σχεδίου υπηρεσίας". Έρεισμα για τον πιο πάνω λόγο ακυρώσεως ήταν η πιο πάνω διαπίστωση του Συμβουλίου Προσωπικού σύμφωνα με την οποία θεωρήθηκε ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη Γεωργιάδης και Κτωρίδης "κατ' αρχήν πληρούν το Σχέδιο Υπηρεσίας με την επιφύλαξη ότι θα τους ζητηθούν αποδεικτικά στοιχεία σε μεταγενέστερο στάδιο". Από το ενώπιόν μου υλικό διαπιστώνω ότι τα πιο πάνω ενδιαφερόμενα μέρη παρουσίασαν το απολυτήριο δημοτικού σχολείου εντός της προθεσμίας που είχε ταχθεί από την σχετική απόφαση του Συμβουλίου Προσωπικού. Λαμβάνοντας υπόψη το λεκτικό της απόφασης σε συνάρτηση με το γεγονός της προσαγωγής των απολυτηρίων θεωρώ ότι η επίδικη απόφαση δεν πάσχει με οποιοδήποτε τρόπο από έλλειψη αιτιολογίας ή δέουσας έρευνας "περί των απαιτούμενων προσόντων" του σχεδίου υπηρεσίας. Για το λόγο αυτό ο σχετικός λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να πετύχει. Οι αιτητές δεν κατόρθωσαν να ικανοποιήσουν το δικαστήριο ότι υπερείχαν έκδηλα των ενδιαφερομένων μερών. Η επίδικη απόφαση ήταν εύλογα επιτρεπτή στην Αρχή με βάση το ενώπιόν της υλικό. Οι προσφυγές απορρίπτονται. Υπό τις περιστάσεις δεν εκδίδεται διαταγή για τα έξοδα. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο