Αθανάση ν. Δημοκρατίας
(1996)4 ΑΑΔ 2079 19 Ιουλίου, 1996 [ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΑΘΑΝΑΣΗ, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 653/95) Αστυνομική Δύναμη Κύπρου -Πειθαρχικό δίκαιο - Καν. 31 (ζ) της Κ.Δ.Π. 53/89-Διαθεσιμότητα - Κατακράτηση ή επιστροφή απολαβών - Διακριτική εξουσία του Αρχηγού -Απαιτείται αιτιολόγηση της άσκησης της. Ο αιτητής προσέφυγε κατά της μη επιστροφής των απολαβών του που είχαν κατακρατηθεί κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας του. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση, αποφάσισε ότι: Η εξουσία, που παρέχεται στον Αρχηγό με την διάταξη του Καν.310) των Κανονισμών, είναι διακριτική. Η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εμφαίνεται στο κείμενο της, όπως επιβάλλει βασική αρχή του διοικητικού δικαίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη ορισμένα γεγονότα και κριτήρια, τα οποία αναμένεται να καταγράφονται στην απόφαση, ώστε να μπορεί το διοικητικό Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο του επί της απόφασης. Ταυτόχρονα όμως είναι και επιθυμητό να γνωρίζει ο πολίτης που τον αφορά μια απόφαση τους λόγους για τους οποίους ελήφθη. Η προσφυγή επιτυγχάνει χωρίς έξοδα. Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης του Αρχηγού Αστυνομίας με την οποία αποφάσισε όπως κατακρατηθεί το ποσό των £3.833 το οποίο αντιπροσώπευε το συνολικό ποσό των απολαβών του Αιτητή που κατακρατήθηκε κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας του. Δ. Χριστοδούλου για Μ. Κυπριανού, για τον Αιτητή. Α. Χριστόφορου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Δ.: Μεταξύ Σεπτεμβρίου-Νοεμβρίου 1992, κάποιος Αδάμος Κατσαντώνης κατάγγειλε στον αιτητή, αστυφύλακα 121 Μ. Αθανασίου, πως δύο επιταγές συνολικού ποσού £320, που εκδόθηκαν επ ονόματι του ως δικαιούχου, δεν εξαργυρώθηκαν, γιατί η εκδότρια τους δεν είχε τα αναγκαία ποσά στη τράπεζα για να τιμηθούν. Ο αιτητής αντί να προχωρήσει στη διερεύνηση της καταγγελίας, όπως επέβαλλε το καθήκον του, επεσκέφθη την εκδότρια των επιταγών και είσπραξε το ποσό, το οποίο όμως οικειοποιήθηκε. Ο δικαιούχος των επιταγών, Κατσαντώνης, επεσκέφθη πολλές φορές τον αιτητή για να πληροφορηθεί το αποτέλεσμα της καταγγελίας του. Ο αιτητής παραδέχτηκε πως οικειοποιήθηκε τα χρήματα και ζήτησε πίστωση χρόνου για να τα επιστρέψει. Όταν πέρασε αρκετός χρόνος ο Κατσαντώνης αναγκάστηκε να καταγγείλει τον αιτητή, εναντίον του οποίου και άρχισε πειθαρχική διαδικασία. Ταυτόχρονα όμως, και λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης, η Αστυνομία αποφάσισε να προχωρήσει και με ποινική δίωξη εναντίον του. Ο Γενικός Εισαγγελέας όμως παρενέβη και την ανέστειλε. Στην πειθαρχική διαδικασία ο αιτητής παραδέκτηκε κατηγορία για ανάρμοστη συμπεριφορά, με λεπτομέρειες γεγονότων αυτά που έχω ήδη εκθέσει. Του επιβλήθηκε ποινή προστίμου, ίσου με 6 ημερομίσθια. Κατά τη διάρκεια της ποινικής και πειθαρχικής διαδικασίας ο αιτητής τέθηκε σε διαθεσιμότητα, από 20.9.93 μέχρι 19.12.93 και από 5.5.94 μέχρι 28.3.
- Με απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας του ελάμβανε ως χορήγημα τα 2/3 του μισθού του. Το συνολικό ποσό των απολαβών που κατακρατήθηκαν κατά την πιο πάνω περίοδο, ανήλθε σε £3,
- Όταν περατώθηκε η πειθαρχική διαδικασία ο Αρχηγός Αστυνομίας αποφάσισε, με βάση τις διατάξεις της επιφύλαξης του Κανονισμού 31 (ζ) των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικοί Κανονισμοί του 1989) Κ.Δ.Π.53/89, να κατακρατηθεί ολόκληρο το πιο πάνω ποσό. Ο σχετικός Κανονισμός έχει ως εξής: "Σε περίπτωση που μέλος το οποίο είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα αναλαμβάνει εκ νέου τα καθήκοντα του, θα λάβει, από την ημερομηνία που τέθηκε σε διαθεσιμότητα, το μισθό και τα επιδόματα τα οποία θα εδικαιούτο σύμφωνα με τους περί Αστυνομίας (Γενικούς) Κανονισμούς του 1989 ή οποιουσδήποτε Κανονισμούς που τους τροποποιούν ή τους αντικαθιστούν, αν (ι) αποφασίστηκε το μέλος αυτό να μη κατηγορηθεί για πειθαρχικό αδίκημα, ή (ιι) όλες οι εναντίον του κατηγορίες έχουν απορριφθεί. Νοείται ότι αν βρέθηκε ένοχο και η ποινή που του επιβλήθηκε είναι άλλη από απόλυση, εξαναγκασμό σε παραίτηση ή υποβιβασμό κατά βαθμό ή τάξη, μπορεί να επιστραφεί στο μέλος τόσο ποσό από τις απολαβές και τα επιδόματα που του κατακρατήθηκαν, όσο ο Αρχηγός ήθελε αποφασίσει." Ο Αρχηγός Αστυνομίας σημείωσε ιδιογράφως, σε σχετική επιστολή που του στάληκε στις 7.4.495 για να αποφασίσει επί του ζητήματος, "να κατασχεθούν όλα". Το αντικείμενο της προσφυγής είναι η απόφαση αυτή του Αρχηγού Αστυνομίας. Ένας από τους λόγους, για τους οποίους ο συνήγορος του αιτητή εισηγείται πως η επίδικη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, γιατί στερείται οποιασδήποτε αιτιολογίας. Ο δικηγόρος της Δημοκρατίας αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση πως ο Αρχηγός Αστυνομίας εκδηλώνοντας την απόφαση του, με τη φράση "να κατασχεθούν όλα", ουσιαστικά αποφάσισε να μην ασκήσει τη διακριτική του εξουσία για επιστροφή οποιουδήποτε ποσού, που είχε κατακρατηθεί κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας του αιτητή. Εισηγείται δε πως στο κείμενο της επιστολής, που αναφέρεται πιο πάνω, προς τον Αρχηγό και της ιδιόγραφης σημείωσης του, διαφαίνεται και η αιτιολογία της απόφασης, που είναι σαφής, πλήρης και νόμιμη. Ο ίδιος ο συνήγορος της Δημοκρατίας διατείνεται πως η απόφαση στηρίχθηκε στη σοβαρότητα του παραπτώματος και στα γεγονότα που το περιβάλλουν. Δε συμφωνώ με τη θέση του δικηγόρου της Δημοκρατίας. Είναι ο ίδιος που υποθέτει πως η επίδικη απόφαση στηρίχθηκε στη σοβαρότητα του παραπτώματος και στα γεγονότα που το περιβάλλουν. Η απόφαση του Αρχηγού δεν λέει τίποτε. Απλώς διατυπώνεται με τη φράση "να κατασχεθούν όλα". Η εξουσία, που παρέχεται στον Αρχηγό με την πιο πάνω αναφερόμενη διάταξη των Κανονισμών, είναι διακριτική. Η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εμφαίνεται στο κείμενο της, όπως επιβάλλει βασική αρχή του διοικητικού δικαίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη ορισμένα γεγονότα και κριτήρια, τα οποία αναμένεται να καταγράφονται στην απόφαση, ώστε να μπορεί το διοικητικό Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο του επί της απόφασης. Ταυτόχρονα όμως είναι και επιθυμητό να γνωρίζει ο πολίτης που τον αφορά μια απόφαση τους λόγους για τους οποίους ελήφθη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η καταγγελία εις βάρος του αιτητή, την οποία και τελικά παρεδέχθηκε ήταν άκρως σοβαρή. Αντιμετώπισε μάλιστα και ποινική κατηγορία ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο τέλος, η πειθαρχική δίωξη εναντίον του κατέληξε σε μια ασήμαντη ποινή, μολονότι στο κείμενο της απόφασης του Προέδρου της Πειθαρχικής Επιτροπής τίθεται ορθά η σοβαρή διάσταση της πράξης του αιτητή. Ο Γενικός Εισαγγελέας, ασκώντας τη συνταγματική του εξουσία, ανέστειλε την ποινική κατηγορία εις βάρος του αιτητή. Αναφέρω τα πιο πάνω για να συμπληρωθεί η εικόνα των γεγονότων χωρίς να εκφέρω οποιαδήποτε γνώμη. Είναι στοιχεία όμως μεταξύ άλλων, που ο Αρχηγός Αστυνομίας μπορεί να αξιολογήσει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, βάσει του επίμαχου κανονισμού, και να συμπεριλάβει στην διατύπωση της απόφασης του, όταν επανεξεταστεί το ζήτημα. Η προσφυγή γίνεται αποδεκτή. Έχοντας όμως υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης, που εκθέτω πιο πάνω, δεν κάμνω οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα. Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο