← Κύπρος

A & Ζ Labor. Testing Center Ltd. ν. Κυπρ. Οργ. Σημ. Αντικ. (1996) 4 ΑΑΔ 2323

A & Ζ Labor. Testing Center Ltd. ν. Κυπρ. Οργ. Σημ. Αντικ.

(1996)4 ΑΑΔ 2323 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1996)4 ΑΑΔ 2323 10 Σεπτεμβρίου, 1996 [ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ Α & Ζ LABORATORY TESTING CENTER LIMITED, Αιτητές, v. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΗΜΑΝΣΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑ, Καθ' ου η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 1055/94) Διοικητικό Δίκαιο - Διοικητική πράξη - Πράξη υποκείμενη σε έγκριση κατά νόμον - Αν δεν εγκριθεί δεν καθίσταται εκτελεστή. Πολύτιμα Μέταλλα - Σήμανση - Ο οικείος νόμος 179/91 - Άρθρο 7
(1)(α) - Ερμηνεία - Η έγκριση του Υπουργού απαιτείται μόνο επί αποδοχής της διαπίστευσης ιδιωτικού εργαστηρίου και όχι στην περίπτωση απόρριψης. Συνταγματικό Δίκαιο - Παραβίαση του Συντάγματος - Η παράβαση του νόμου ή η έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας δεν εξισώνονται με συνταγματική παραβίαση - Το ίδιο και η παράλειψη έκδοσης κανονισμών όταν η έκδοσή τους δεν είναι υποχρεωτική. Η αιτήτρια εταιρεία προσέφυγε κατά της απόρριψης αιτήματός της για διαπίστευση του εργαστηρίου της σύμφωνα με το Νόμο περί Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα (Ν. 179/91). Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι: 1. Πράξη υποκείμενη σε έγκριση, που δεν εγκρίθηκε από το καθοριζόμενο από το νόμο όργανο, στερείται εκτελεστότητας και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής. Ο νομοθέτης επέλεξε, με τον τρόπο που διατύπωσε το κείμενο της διάταξης του Άρθρου 7
(1)εν προκειμένω, η έγκριση να είναι απαραίτητος τύπος για την ολοκλήρωση της πράξης διαπίστευσης. Όμως το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού διατηρεί την αρμοδιότητα απόρριψης αιτήματος χωρίς τη σύμπραξη του εποπτεύοντος οργάνου. Χωρίς, με άλλα λόγια, να ζητήσει έγκριση. Μόνο εφόσον λήφθηκε θετική απόφαση διαπίστευσης, που συνεπάγεται αναγνώριση εργαστηριακής μονάδας ως «εγκεκριμένου εργαστηρίου", χρειάζεται η έγκριση, που θα προσδώσει και στην πράξη εκτελεστότητα. Η παρουσία της λέξης «σχετικά» δε μεταβάλλει το εννοιολογικό περιεχόμενο της διάταξης. 2. Η παράβαση του νόμου ή η έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας, παρότι αποτελούν αυτοτελείς λόγους προσβολής διοικητικής πράξης, δεν εξισώνονται με συνταγματική παραβίαση. Περαιτέρω δεν είναι υποχρεωτική η διαπίστευση. Ο Οργανισμός έχει στο προκείμενο διακριτική ευχέρεια που του απένειμε το Άρθρο 7
(1)(α). Μπορεί να συστήσει δικά του εργαστήρια ή να διαπιστεύσει ιδιωτικά εργαστήρια. Είναι άλλο θέμα αν άσκησε σωστά την εξουσία του. Δε συζητείται όμως ούτε υπάρχει, με βάση τις παραπάνω αιτιάσεις, θέμα αντισυνταγματικής συμπεριφοράς ή παρεκτροπής. Παρατηρείται ότι η μη θέσπιση κανονισμών δεν μπορεί να συσχετισθεί με τη συνταγματικότητα της απόφασης, εφόσον η διοίκηση δεν έχει υποχρέωση έκδοσής τους. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Συμβούλιο των Κεντρικών Σφαγείων (Κοφίνου) κ.ά. ν. Ρωσσίδη
(1996)3 Α.Α.Δ. 39, Δημοκρατία ν. Κώστα Γ. Τύμβιου Εταιρεία Λτδ
(1994)3 Α.Α.Δ.
  1. Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης του Καθ' ου η αίτηση με την οποία απέρριψε την Αίτηση των Αιτητών για τη διαπίστευση του Εργαστηρίου σήμανσης πολύτιμων μετάλλων, του οποίου ήταν οι ιδιοκτήτες στον οργανισμό. Π. Δημητρίου, για τους Αιτητές. Α. Παναγιώτου, για τον Καθ' ου η αίτηση. Cur. adv. vult. ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ.: Ο νόμος 179/91 έχει δημιουργήσει οργανισμό σήμανσης αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα. Είναι παλιός θεσμός, που καθιερώθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε πολλές χώρες, αλλά στην Κύπρο εισάγεται για πρώτη φορά με το νόμο αυτό. Αναμφίβολα θα συμβάλει στην ανάπτυξη της τέχνης της αργυροχρυσοχοΐας, που έχει σ' αυτό τον τόπο μακρά παράδοση. Παράλληλα θα αποτελεί μόνιμη προστασία για το αγοραστικό κοινό γιατί παρέχονται τα εχέγγυα για τη διαπίστωση της γνησιότητας και άλλων στοιχείων που αφορούν τα πολύτιμα αντικείμενα από χρυσό και ασήμι, τα οποία μπορεί να προμηθευθεί. Για το σκοπό αυτό πολλές ενέργειες, όπως η πώληση ασφράγιστων αντικειμένων ή η χωρίς εξουσιοδότηση χρήση σφραγίδων, ποινικοποιούνται. Η αιτήτρια είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Είναι ιδιοκτήτρια εργαστηρίου σήμανσης τέτοιων αντικειμένων στα Λατσιά, που λειτουργεί από το
  2. Χωρίς να έχει όμως αναγνωρισθεί επίσημα από το νόμο, που τιτλοφορείται ο περί Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα Νόμος του
  3. Στις 17/1/94 η αιτήτρια υπέβαλε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7
(1)(α) του νόμου, αίτηση διαπίστευσης του εργαστηρίου της στον Οργανισμό. Η απάντηση δόθηκε μετά 10 μήνες στις 25/11/94. Η αίτηση απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι "η πολιτική του Οργανισμού είναι να μην εγκρίνει τη διαπίστευση ιδιωτικών εργαστηριακών μονάδων εφόσον οι σχετικές ανάγκες εξέτασης, ελέγχου και σήμανσης αντικειμένων από πολύτιμα Μέταλλα, μπορούν να καλυφθούν από το υφιστάμενο Εργαστήριο του Οργανισμού". Η υπόθεση γεννά ένα λεπτό ζήτημα ερμηνείας πάνω σε σημείο που έχει εγείρει η αιτήτρια: ότι η επίδικη απόφαση πάσχει γιατί, πρώτα απ' όλα, ο αρμόδιος Υπουργός (ο Εμπορίου και Βιομηχανίας) δεν παρέσχε την έγκρισή του, όπως ορίζει το άρθρο 7
(1)(α). Κατά την άποψη αυτή δεν είναι μόνο η απόφαση για διαπίστευση που χρειάζεται υπουργική έγκριση, αλλά και η απόφαση, όπως συμβαίνει εδώ, απόρριψης του αιτήματος. Μια τέτοια ερμηνεία δικαιολογείται, κατά την ίδια εισήγηση, από την παρουσία στο κείμενο της διάταξης του επιρρήματος "σχετικά". Το θέμα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα γιατί πράξη υποκείμενη σε έγκριση, που δεν εγκρίθηκε από το καθοριζόμενο από το νόμο όργανο, στερείται εκτελεστότητας και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής. Σχετικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην Συμβούλιο των Κεντρικών Σφαγείων (Κοφίνου) κ.ά. ν. Όμηρου Ρωσσίδη
(1996)3 Α.Α.Δ. 39:- "Στη Χ" Βασιλείου ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού κ.ά. (Υπ. Αρ. 648/91 - 30.4.93), εξηγείται ότι, απόφαση υποκείμενη σε έγκριση και μη τελειοποιηθείσα με την παροχή της έγκρισης, στερείται εκτελεστότητας και δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αναθεώρησης [βλ. επίσης HjiVassiliou ν. Cyprus Athletics Organ.
(1987)3 C.L.R. 2142]." Παρόλο που ο Οργανισμός είναι νομικό πρόσωπο και απολαμβάνει διοικητικής - και οικονομικής - αυτοτέλειας εντούτοις κάποιες πράξεις του, για να τελειωθούν, χρειάζονται την έγκριση εποπτεύοντος οργάνου που, όπως προελέχθη, στην περίπτωση αυτή είναι ο Υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας. Για να παρακολουθήσουμε καλύτερα το επιχείρημα του δικηγόρου του Οργανισμού, που υποστηρίζει το αντίθετο ερμηνευτικό αποτέλεσμα, παραθέτω την επίμαχη διάταξη του άρθρου 7
(1)(α), που καθορίζει τις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού στο προκείμενο:- "7. -
(1)Για επίτευξη των σκοπών του Οργανισμού το Συμβούλιο, επιπρόσθετα με οποιεσδήποτε άλλες αρμοδιότητες που παρέχονται σ' αυτό με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου: (α) Αποφασίζει με έγκριση του Υπουργού σχετικά με τη δημιουργία ή το κλείσιμο Εργαστηρίων ή τη διαπίστευση ως εγκεκριμένων εργαστηρίων υφιστάμενων εργαστηριακών μονάδων που βρίσκονται στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό στις οποίες διεξάγεται έλεγχος ή και σήμανση αντικειμένων," Το επιχείρημα λοιπόν βασίζεται στο διαχωρισμό στον οποίο προβαίνει ο νόμος ανάμεσα σε εργαστήρια, που καθιδρύει ο ίδιος ο Οργανισμός τα οποία έχει και εξουσία να κλείσει, και ιδιωτικά εργαστήρια για τα οποία απαιτείται διαπίστευση. Αυτό υποστηρίζεται και από τις πρόνοιες του άρθρου 18
(1)(α) και (β) που αναφέρονται και στις δυο κατηγορίες. Ομολογουμένως, η διάκριση είναι υπαρκτή και πασιφανής, όταν ληφθούν υπόψη οι ορισμοί των όρων "εργαστήριο" και "εγκεκριμένο εργαστήριο" που εισάγουν οι ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου
  1. Και επίσης το άρθρο 18 καθώς και άλλες διατάξεις. Η τελική θέση του δικηγόρου του Οργανισμού είναι ότι απόφαση για δημιουργία εργαστηρίου από τον Οργανισμό υπόκειται στην έγκριση του άρθρου
  2. Το ίδιο ισχύει και για την απόφαση διαπίστευσης ιδιωτικού εργαστηρίου. Δεν μπορεί όμως να περιλαμβάνει τις αρνητικές ή απορριπτικές αποφάσεις. Όταν ο νομοθέτης ορίζει ότι "το συμβούλιο 'αποφασίζει ... τη διαπίστευση' αναφέρεται ασφαλώς στη θετική πράξη της διαπίστευσης, τη θετική απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή και εγκρίνεται η διαπίστευση ως εγκεκριμένου εργαστηρίου, όχι όμως και το αντίθετο". Άλλωστε, κατέληξε η πρόταση, η λέξη διαπίστευση εμπεριέχει διορισμό και υποδηλώνει απόφαση θετικής υφής. Το θέμα, όπως το ανέπτυξε η αιτήτρια τέθηκε, απ' ό,τι γνωρίζω, για πρώτη φορά. Μέχρι τώρα η νομολογία αντιμετώπισε περιπτώσεις που η έγκριση παρασχέθηκε σε θετική διοικητική απόφαση ή παράλειψη να ληφθεί έγκριση της αρμόδιας εποπτεύουσας αρχής, συνήθως του αρμόδιου Υπουργού. Θα διερωτηθεί ένας γιατί τουλάχιστο σαν θέμα λογικής να μη χρειάζεται έγκριση και για την απορριπτική απόφαση. Έχω τη γνώμη ότι ο νομοθέτης επέλεξε, με τον τρόπο που διατύπωσε το κείμενο της διάταξης, να αποκλείσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η έγκριση είναι απαραίτητος τύπος για την ολοκλήρωση της πράξης διαπίστευσης. Όμως το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού διατηρεί την αρμοδιότητα απόρριψης αιτήματος χωρίς τη σύμπραξη του εποπτεύοντος οργάνου. Χωρίς, με άλλα λόγια, να ζητήσει έγκριση. Μόνο εφόσο λήφθηκε θετική απόφαση διαπίστευσης, που συνεπάγεται αναγνώριση εργαστηριακής μονάδας ως «εγκεκριμένου εργαστηρίου", χρειάζεται η έγκριση, που θα προσδώσει και στην πράξη εκτελεστότητα. Η παρουσία της λέξης "σχετικά" δε μεταβάλλει το εννοιολογικό περιεχόμενο της διάταξης. Προβλήθηκε μετά θέμα αντισυνταγματικότητας της επίδικης απόφασης. Έχει συγκεκριμένα ειπωθεί ότι "η χωρίς νόμιμο και ουσιώδη λόγο" άρνηση διαπίστευσης του εργαστηρίου σήμανσης της αιτήτριας ως εγκεκριμένου εργαστηρίου αντίκειται στο άρθρο 25.1 του Συντάγματος. Πρόκειται για την πρόνοια που κατοχυρώνει την επαγγελματική ελευθερία. Στους συλλογισμούς του ο δικηγόρος της αιτήτριας εμπλέκει το άρθρο 35 του νόμου, το οποίο παρέχει εξουσία στο Υπουργικό Συμβούλιο να εκδίδει κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή του νόμου και «για τον καθορισμό κάθε θέματος το οποίο με βάση τις διατάξεις αυτού χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού". Επειδή δε ρυθμίστηκαν κανονιστικά τα κριτήρια διαπίστευσης "οι καθών οι αίτηση παρέβησαν το γράμμα και το πνεύμα του νόμου". Η εύλογη απορία είναι γιατί τότε παραβιάζεται το σύνταγμα. Η απάντηση που έδωσε η αιτήτρια είναι πως ο Οργανισμός δεν είχε από το νόμο δικαίωμα να αρνηθεί τη διαπίστευση αλλά να την υποβάλει σε όρους, σύμφωνα με την κανονιστική ρύθμιση, που ωστόσο δεν έγινε. Αντ' αυτού είχε προαποφασισθεί η απόρριψη του αιτήματος. Η παράβαση του νόμου ή η έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας, παρότι αποτελούν αυτοτελείς λόγους προσβολής διοικητικής πράξης, δεν εξισώνονται με συνταγματική παραβίαση. Περαιτέρω δεν είναι υποχρεωτική η διαπίστευση. Ο Οργανισμός έχει στο προκείμενο διακριτική ευχέρεια που του απένειμε το άρθρο 7
(1)(α). Μπορεί να συστήσει δικά του εργαστήρια ή να διαπιστεύσει ιδιωτικά εργαστήρια. Είναι άλλο θέμα αν άσκησε σωστά την εξουσία του. Δε συζητείται όμως ούτε υπάρχει, με βάση τις παραπάνω αιτιάσεις, θέμα αντισυνταγματικής συμπεριφοράς ή παρεκτροπής. Προτού αφήσω το θέμα, θα παρατηρούσα ότι η μη θέσπιση κανονισμών δεν μπορεί να συσχετισθεί με τη συνταγματικότητα της απόφασης, εφόσον η διοίκηση δεν έχει υποχρέωση έκδοσής τους (βλ. Δημοκρατία ν. Κώστα Γ. Τύμβιου Εταιρεία Λτδ.
(1994)3 Α.Α.Δ. 553). Ωστόσο, όπως υπέδειξε ο δικηγόρος του Οργανισμού, κριτήρια για τη διαπίστευση εργαστηρίων υπήρχαν στα πλαίσια των προτύπων CYSEN 45001:1992 και CYSEN 45002:1992. Πρόκειται για γενικά κριτήρια για τη λειτουργία και αξιολόγηση κέντρων δοκιμών (testing laboratories) που ισχύουν στην Ευρώπη και υιοθετήθηκαν εδώ με βάση τον περί Κυπριακών Προτύπων και Ελέγχου Ποιότητος Νόμο του 1975 (68/75) και τον Κανονισμό 8 της Κ.Δ.Π. 157/76 (οι περί Κυπριακών Προτύπων και Ελέγχου Ποιότητος (Επιτροπαί διά την Κατάρτισιν και Αναθεώρησιν Προτύπων) Κανονισμοί του 1976). Ο επόμενος λόγος είναι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης αιτιολογίας. Αυτή που δόθηκε είναι γενική και αόριστη προπαντός όμως ατεκμηρίωτη. Δε βασίστηκε σε οποιαδήποτε έκθεση. Περαιτέρω το εργαστήριο του Οργανισμού, όταν λήφθηκε η επίδικη απόφαση στις 22/11/94, δεν είχε αρχίσει ακόμη τη λειτουργία του. Αντιπαρατέθηκε στο σημείο αυτό ότι οι πρόνοιες του νόμου που αφορούν τη σήμανση αντικειμένων δεν είχαν ακόμη τεθεί σε ισχύ αλλά εφαρμόστηκαν πολύ αργότερα (Γνωστοποίηση αρ. 131, Παράρτημα Τρίτο, Μέρος Ι, Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 5/5/95). Η απόφαση, όπως έχει καταγραφτεί στο πρακτικό Παράρτημα Γ, έχει ως εξής:- "Το Δ.Σ. αποφάσισε όπως με τα σημερινά δεδομένα δεν ενδείκνυται η διαπίστευση οποιουδήποτε εργαστηρίου καθ' ότι το Εργαστήριο του Οργανισμού είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις ανάγκες του τομέα Αργυροχρυσοχοΐας σ' ό,τι αφορά τον έλεγχο και σφράγιση των αντικειμένων από χρυσάφι και ασήμι." Προτού σταθμίσει την κατάσταση το Διοικητικό Συμβούλιο, είναι γεγονός ότι είχε στην κατοχή του μελέτη ημερομηνίας 28/7/94 από διεθνή ελεγκτικό οίκο. Είναι πολυσέλιδη με πολλά παραρτήματα και εξετάζει το θέμα δημιουργίας εργαστηρίου από τον Οργανισμό πολύπλευρα. Επομένως υπήρχε το υπόστρωμα υποστήριξης της αιτιολογίας που δόθηκε, το οποίο και τη συμπληρώνει. Η αιτήτρια περαιτέρω επικαλέστηκε την αρχή της καλής πίστης, η οποία κατά την άποψή της παραβιάστηκε. Και αυτό για δυο λόγους
(1)ότι ο Οργανισμός ειδοποίησε τους χρυσοχόους, μήνες προτού λειτουργήσει το εργαστήριό του, ότι η σήμανση αντικειμένων από την αιτήτρια ήταν παράνομη και
(2)ότι ο Οργανισμός καθυστέρησε για 10 μήνες να δώσει την απάντησή του. Είναι δύσκολο πραγματικά να ανιχνεύσει ένας κακοπιστία στην ενέργεια του Οργανισμού δεδομένου ότι η εταιρεία αυτή λειτουργούσε σ' ένα νευραλγικό τομέα χωρίς προηγούμενη διαπίστευση. Αναφορικά με την καθυστέρηση (αν σχετίζεται με την αρχή), η έκθεση που ζήτησε ο Οργανισμός ετοιμάστηκε, όπως προελέχθη, περί τα τέλη Ιουλίου. Είναι πράγματι αξιοπερίεργη η επίκληση της αρχής της καλής πίστης και για ένα άλλο βασικό λόγο. Η αιτήτρια δεν αποκάλυψε μέρος της έκθεσης του εμπειρογνώμονα που συνόδευσε την αίτησή της για τη διαπίστευση. Προφανώς γιατί περιείχε, ανάμεσα σε άλλα, τη διαπίστωση ότι δεν υπήρχε ανάγκη για δυο εργαστήρια στην Κύπρο. Ας λεχθεί εν παρόδω πως η άποψη αυτή υποστηρίζει απερίφραστα και την αιτιολογία της επίδικης απόφασης. Ουσιαστικά, απάντηση στο συντριπτικό αυτό στοιχείο δε δόθηκε από την αιτήτρια. Αναφέρεται μόνο ότι η πλήρης έκθεση «εκμαιεύθηκε κακόπιστα από εμπειρογνώμονα των αιτητών χωρίς να κοινοποιηθεί στους αιτητές», που δείχνει την αμηχανία της αιτήτριας μπροστά στο γεγονός της απόκρυψης του ουσιαστικού αυτού στοιχείου. Η προσφυγή, για τους πάρα πάνω λόγους απορρίπτεται. Η επίδικη απόφαση επικυρώνεται. Δεν επιδικάζονται έξοδα. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.