Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1996)4 ΑΑΔ 2690 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1996)4 ΑΑΔ 2690 3 Οκτωβρίου, 1996 [ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 24,28, 30 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αιτητής, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 94/94) Φορολογία - Φορολογία Κεφαλαιουχικών Κερδών - Κέρδος από πώληση ακινήτου - Το ζήτημα του καθορισμού της εκτιμημένης αξίας του ακινήτου κατά την 1/1/1989 - Το πόρισμα της Γεωργίου ν. Δημοκρατίας - Υιοθέτηση της στην κριθείσα περίπτωση - Περιστάσεις. Ο αιτητής προσέβαλε την επιβολή σε βάρος του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών ως προς εκποίηση ακινήτου ιδιοκτησίας του. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση, αποφάσισε ότι: Η ουσία της προσφυγής αφορά την απόφαση των καθ' ων η αίτηση (α) να επιβάλουν στον αιτητή φόρο κεφαλαιουχικών κερδών στο κέρδος που προέκυψε από την πώληση του επίδικου οικοπέδου και (β) να καθορίσουν την εκτιμημένη αξία του επίδικου ακινήτου κατά την 1/1/1980. Το ερώτημα που εγείρεται στην παρούσα προσφυγή είναι κατά πόσο η απόφαση των καθ' ων η αίτηση ήταν εύλογα επιτρεπτή υπό τις περιστάσεις. Ακριβώς με το ίδιο θέμα έχει ασχοληθεί ο Δικαστής κ. Γ. Κωνσταντινίδης, στην Γεώργιος Α. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας. Το Δικαστήριο συμφώνησε απόλυτα με την πιο πάνω απόφαση και την υιοθέτησε, αφού και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις και ο αιτητής και το αντικείμενο είναι το ίδιο. Η προσφυγή επιτυγχάνει με £250,-έξοδα. Αναφερόμενη υπόθεση: Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)4 Α.Α.Δ.
- Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης του Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων με την οποία επέβαλλε στον Αιτητή φόρο κεφαλαιουχικών κερδών. Γ. Α. Μηχανικός, για τον Αιτητή. Στ. Χατζηγιάννη-Ιωσήφ, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, Δ.: Ο αιτητής με την παρούσα προσφυγή ζητά την πιο κάτω θεραπεία:- "Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ειδοποίηση επιβολής φορολογίας κεφαλαιουχικών κερδών με αρ. 890002 και/ή απόφαση των καθ' ων η αίτηση να επιβάλουν στον αιτητή φόρο κεφαλαιουχικών κερδών ανερχόμενο στο ποσό των £505,40 για την πώληση του οικοπέδου υπ' αρ. εγγραφής τίτλου Κ 2385, στο Στρόβολο, Λευκωσία ή οποιοδήποτε άλλο ποσό είναι άκυρη και άνευ οιουδήποτε νομίμου αποτελέσματος." Ο αιτητής κατά το έτος 1977 απέκτησε δυνάμει κληρονομιάς το 1/3 μερίδιο του χωραφιού υπ' αρ. εγγραφής Κ 1238, Τεμάχιο 1205 στο Στρόβολο. Κατά τα έτη 1985-1987 το διαχώρισε μαζί με τους άλλους συνιδιοκτήτες σε 19 οικόπεδα. Επ' ονόματι του αιτητή ενεγράφησαν έξι οικόπεδα (το όλο μερίδιο) και δύο οικόπεδα 1/3 μερίδιο. Ο αιτητής στις 20/5/1989 πώλησε το οικόπεδο με αριθμό εγγραφής Κ 2385, Τεμάχιο 2094 έναντι του ποσού των £25.000.-. Ο αιτητής δεν υπέβαλε Δήλωση Διάθεσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας. Στις 14/5/1993 ο Διευθυντής του έστειλε για την εν λόγω διάθεση αρχική Ειδοποίηση Επιβολής Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών. Αφαίρεσε από το προϊόν διάθεσης την εκτιμημένη αξία του χωραφιού κατά την 1/1/1980, όπως αυτή εκτιμήθηκε από το Κτηματολόγιο £11.840.- και τα έξοδα διαχωρισμού του οικοπέδου £10.633.-. Στις 4/6/1993 ο αιτητής υπέβαλε ένσταση η οποία λήφθηκε στις 4/6/1993 κατά την πιο πάνω φορολογία με την οποία ισχυρίστηκε ότι η εκτιμημένη αξία κατά την 1/1/1980 ήταν £14.300.- (εκτίμηση κατά την 1/1/1980 που έγινε από το Γραφείο Φόρου Εισοδήματος για σκοπούς ακίνητης ιδιοκτησίας) και όχι £11.840.-. Ο Διευθυντής, μετά από προσεκτική εξέταση της όλης υπόθεσης, πήρε απόφαση για την ένσταση και απέστειλε στον αιτητή τελική ειδοποίηση επιβολής φορολογίας κεφαλαιουχικών κερδών με ημερομηνία 23/11/1993 μαζί με συνοδευτική επιστολή ιδίας ημερομηνίας στην οποία δίδεται η αιτιολογία της απόφασης. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση ο Διευθυντής, με βάση το άρθρο 6(α)(ii) των Νόμων 52/80 και 135/90, αφαίρεσε από το προϊόν διάθεσης του επίδικου οικοπέδου την εκτιμημένη αξία της ιδιοκτησίας όπως αυτή ήταν κατά την 1/1/
- Αυτή καθορίστηκε με τη γενική εκτίμηση που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 69 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου. Εκτιμήθηκε ως χωράφι £225.000 το όλο μερίδιο. Στην εκτιμημένη αξία του χωραφιού κατά την 1/1/1980 προστέθηκαν όλα τα πραγματικά έξοδα που πληρώθηκαν κατά το διαχωρισμό του χωραφιού αυτού σε οικόπεδα. Η ουσία της προσφυγής αφορά την απόφαση του καθ' ου η αίτηση (α) να επιβάλει στον αιτητή φόρο κεφαλαιουχικών κερδών στο κέρδος που προέκυψε από την πώληση του επίδικου οικοπέδου και (β) να καθορίσει την εκτιμημένη αξία του επίδικου ακινήτου κατά την 1/1/
- Το ερώτημα που εγείρεται στην παρούσα προσφυγή είναι κατά πόσο η απόφαση του καθ' ου η αίτηση ήταν εύλογα επιτρεπτή υπό τις περιστάσεις. Ακριβώς με το ίδιο θέμα έχει ασχοληθεί ο αδελφός Δικαστής κ. Γ. Κωνσταντινίδης, στην Γεώργιος Α. Γεωργίου και Δημοκρατίας
(1995)4 Α.Α.Δ. 824, όπου στις σελίδες 828-831 κατέληξε στα εξής:- "Το δεύτερο θέμα σχετίζεται με τον υπολογισμό του κέρδους. Ο αιτητής αμφισβητεί τη βάση του και επικαλείται την ύπαρξη αντιφατικών εκτιμήσεων που αποκαλύπτουν, όπως εισηγείται, χρησιμοποίηση δυο μέτρων και δυο σταθμών ανάλογα με το τι συμφέρει στο δημόσιο ταμείο. Για τον υπολογισμό του φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας το ίδιο ακίνητο εκτιμήθηκε ως μεγαλύτερης αξίας ενώ για τον υπολογισμό του κεφαλαιουχικού κέρδους ως μικρότερης αξίας, με σημείο αναφοράς την ίδια ημερομηνία. Το ακίνητο αποτελούσε μέρος κτήματος που κατά την 1 Ιανουαρίου 1980 ήταν ακόμα αδιαίρετο. Ο αιτητής ήταν ο κύριος του ενός τρίτου του κτήματος και, μετά το διαχωρισμό του, του αναλόγισαν έξι οικόπεδα πλέον ένα τρίτο μερίδιο σε άλλα δυο οικόπεδα. Το επίδικο είναι ένα από τα έξι οικόπεδα. Η διάθεση του πραγματοποιήθηκε τις 3 Μαρτίου 1989 και, όπως συμφωνούν και οι δυο πλευρές, ο υπολογισμός του κέρδους διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 6 του περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου του 1980 (Ν. 52/80) όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 135/
- Το άρθρο 6 καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού του κέρδους. Όπως ορίζεται, από το προϊόν της διάθεσης θα εκπίπτεται η αξία της ιδιοκτησίας κατά την 1 Ιανουαρίου 1980 καθώς επίσης και η μετέπειτα αύξηση της αξίας αυτής λόγω πληθωρισμού. Η μέθοδος εξεύρεσης της αξίας είναι επίσης προσδιορισμένη. Είναι η καθορισμένη "με την γενική εκτίμηση που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 69 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμου" Κεφ. 224 όπως τροποποιήθηκε. Υπήρχαν τρεις εκτιμήσεις. Οι δύο, που όπως εισηγείται ο αιτητής θα έπρεπε να υιοθετηθούν και εν προκειμένω, αφορούσαν στην αξία του διατεθέντος ακινήτου, ως οικοπέδου. Ωστόσο την 1 Ιανουαρίου 1980 το ακίνητο δεν ήταν οικόπεδο αλλά μέρος αδιαιρέτου κτήματος. Υποστηρίζουν λοιπόν οι καθ' ων η αίτηση πως θα παραβιαζόταν ο Νόμος αν υπολογιζόταν το κέρδος πάνω στη βάση της αξίας οικοπέδου, το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ανύπαρκτο. Προσθέτουν πως και στην υποθετική περίπτωση που το ακίνητο θα εκτιμάτο για τους σκοπούς του Νόμου ως οικόπεδο, αναπόφευκτα, ενόψει της επιφύλαξης (ιι) στο άρθρο 6, θα έπρεπε να ελαμβάνοντο υπόψη "οποιεσδήποτε προσθήκες ή αλλαγές που έγιναν μετά την 1.1.90" οπότε και πάλιν ως αξία της ιδιοκτησίας θα λογιζόταν η αγοραία αξία της "όπως είχε την 1.1.80". Η τρίτη εκτίμηση, όπως και η δεύτερη, ήταν γενική εκτίμηση σύμφωνα με το άρθρο 69 του Κεφ. 224 με τη διαφορά ότι αφορούσε στην αξία του αδιαίρετου κτήματος κατά την 1.1.
- Το Κτηματολόγιο υπολόγισε αυτή την αξία σε £225.
- Το νέο κτήμα είχε διαιρεθεί σε 19 οικόπεδα και ο Έφορος θεώρησε ως αξία του ακινήτου που διατέθηκε το ποσό των £11.840 (225.000 (19 = 11.842) πλέον £3.120 που υπολογίστηκε ότι αντιπροσώπευαν έξοδα διαχωρισμού του σε οικόπεδα. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου στη διαδικασία αυτή να ελέγξει αν νομίμως επεβλήθη στον αιτητή ο ορισμένος φόρος ακίνητης ιδιοκτησίας πάνω στη βάση άλλων εκτιμήσεων. Όταν ορισμένο ζήτημα ρυθμίζεται κατ' ευθείαν από το Νόμο, δεν υπάρχει περιθώριο αναζήτησης του νομίμου με αναφορά σε προγενέστερους ή άλλους διοικητικούς χειρισμούς. Το Δικαστήριο δεν υπαγορεύει εναλλακτικές προσεγγίσεις αλλά ελέγχει αν η δοσμένη αιτιολογική βάση παρέχει νόμιμο στήριγμα στην προσβαλλόμενη απόφαση. Οι καθ' ων η αίτηση θεωρούν ότι η γενική εκτίμηση της αξίας του αδιαίρετου κτήματος συνιστά και εκτίμηση της αξίας του διατεθέντος ακινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο και αυτό είναι το αντικείμενο του ελέγχου. Αναζητούμε την αξία του ακινήτου που διατέθηκε, ως συγκεκριμένου εδαφικού χώρου. Αυτή η αξία πρέπει να καθορίζεται από το Κτηματολόγιο στο πλαίσιο γενικής εκτίμησης, όπως ορίζει ο Νόμος. Ο Έφορος δεν εκτιμά την αξία. Εφαρμόζει το Νόμο πάνω στη βάση υπάρχουσας γενικής εκτίμησης από το Κτηματολόγιο. Χωρίς αυτή τη γενική εκτίμηση του ακινήτου που διατίθεται, δεν υπάρχει το υπόβαθρο για τον υπολογισμό του κέρδους από τον Έφορο. Η γενική εκτίμηση που οδήγησε στον υπολογισμό του κέρδους στην παρούσα υπόθεση δεν ήταν εκτίμηση του ακινήτου που διατέθηκε αλλά κατά πολύ ευρύτερου εδαφικού χώρου. Η εξεύρεση της αξίας του ακινήτου που διατέθηκε με τη διαίρεση που έγινε, ήταν το αποτέλεσμα συλλογισμού του Εφόρου. Αναπόσπαστο στοιχείο αυτού του συλλογισμού ήταν η εξομοίωση, από την άποψη της αξίας, των 19 οικοπέδων στα οποία διάιρέθηκε μεταγενέστερα το κτήμα. Ο Έφορος, αφού εισήξε ο ίδιος ως σχετικό στοιχείο τον αριθμό των οικοπέδων στα οποία διαιρέθηκε το κτήμα εκ των υστέρων (τα οποία είναι αγνώστου εμβαδού, θέσης ή άλλων χαρακτηριστικών), εκτίμησε ότι ο εδαφικός χώρος που διατέθηκε αντιστοιχούσε σε ορισμένο αδιαίρετο μερίδιο. Κρίνω ότι ο Έφορος δεν έχει τέτοιας μορφής εξουσία. Ο Έφορος οφείλει να ενεργεί πάνω στη βάση δοσμένης εκτίμησης και ο καθορισμός του κέρδους με τον πιο πάνω τρόπο, έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας. Η επιφύλαξη (ιι) στο άρθρο 6 δεν μπορεί να αναμειχθεί στη συζήτηση, αφού και αυτή προϋποθέτει ορισμένη γενική εκτίμηση από το Κτηματολόγιο. Αν το Κτηματολόγιο λάμβανε υπόψη προσθήκες ή αλλαγές που έγιναν μετά την 1.1.80, ο Έφορος καθήκοντος θα εφάρμοζε την επιφύλαξη. Από την άλλη, η επιφύλαξη ως ερμηνευτικό βοήθημα αναφορικά με τη ζητούμενη αξία αφορά και πάλιν στο Κτηματολόγιο στο οποίο εναποτίθεται η ευθύνη για τον καθορισμό της." Συμφωνώ απόλυτα με την πιο πάνω απόφαση και την υιοθετώ, αφού και στις δυο πιο πάνω περιπτώσεις και ο αιτητής και το αντικείμενο είναι το ίδιο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Οι καθ' ων η αίτηση να πληρώσουν £250.- έναντι των εξόδων του αιτητή. Η προσφυγή επιτυγχάνει με £250 έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο