Μαλιάλη ν. Γεν. Εισαγγελέα κ.ά.
(1997)4 ΑΑΔ 631 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1997)4 ΑΑΔ 631 11 Μαρτίου, 1997 [ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΜΑΡΙΑ ΜΑΛΙΑΛΗ, Αιτήτρια, ν.
- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ,
- ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΩΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΗΞΙΑΡΧΟΥ,
- ΕΠΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΩΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗ ΛΗΞΙΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 902/95) Αναθεωρητική Δικαιοδοσία -Αντικείμενο - Ελέγχεται η προσβαλλόμενη πράξη - Πλήρης αποκλεισμός του παρεμπίπτοντος ελέγχου πράξης άλλης από την προσβαλλόμενη. Επώνυμο - Αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητας - Η αρχή της σταθερότητας του επωνύμου - Νομοθετικό καθεστώς. Η αιτήτρια επεδίωξε την ακύρωση της απόφασης με την οποία δεν έγινε δεκτό αίτημα της για την μεταβολή του επωνύμου του τέκνου της. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι: Το Δικαστήριο δε θα εξετάσει τα επιχειρήματα που αφορούν την καταχώρηση της γέννησης αρχικά. Αυτό θα ισοδυναμούσε με την άσκηση εκ μέρους του δικαστηρίου παρεμπίπτοντος ελέγχου νομιμότητας της ληξιαρχικής πράξης καταχώρησης της γέννησης, δηλαδή άλλης πράξης, διαδικασία που δεν έγινε ποτέ αποδεκτή ή ανεκτή από τη νομολογία. Το επώνυμο αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητας, που έχει κατά καιρούς απασχολήσει το νομοθέτη. Το Άρθρο 4 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου (Ν. 216/90), ρυθμίζει την περίπτωση τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο. Ενώ το Άρθρο 3 περιέχει διατάξεις που αφορούν το επώνυμο τέκνου που γεννήθηκε σε γάμο. Η υπόσταση ενός ατόμου, όντας συνυφασμένη με το επώνυμο του, είναι θέμα δημόσιας τάξης. Γι' αυτό ο Νόμος Αρ. 85/73, όπως τροποποιήθηκε, περιέχει λεπτομερειακές ρυθμίσεις για την καταχώρηση γεννήσεων. Με τον τροποποιητικό νόμο προβλέφθηκε διοικητική διαδικασία μεταβολής του επωνύμου. Η βασική αρχή που συνάγεται από τη νομοθετική προσέγγιση είναι εκείνη της σταθερότητας του επωνύμου. Είναι δυνατή η αλλαγή εφόσον όμως συντρέχει νόμιμη αιτία. Έτσι η διοικητική οδός, πέρα από τη δικαστική, παραμένει ανοικτή για την επίλυση του θέματος. Ο Επιθεωρητής Ληξίαρχος ασκεί τη σχετική διακριτική του εξουσία. Και η απόφαση του χρήζει, κατά τα καθιερωμένα, αιτιολογημένης απόφασης. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Αναφερόμενη υπόθεση: Λάρκος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 804, Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης του Επαρχου Λεμεσού, ως Επιθεωρητή Ληξίαρχου με την οποία αρνήθηκε να προβεί στη διαγραφή του στοιχείου που ζήτησε η αιτήτρια για να δοθεί στο ανήλικο τέκνο της, ως εξώγαμο, το επίθετο της αιτήτριας. Φ. Αποστολίδης, για την Αιτήτρια. Μ. Παμπαλλή, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ.: Απαρχή της υπόθεσης αποτέλεσε ληξιαρχική πράξη ημερ. 26/3/88 που απέληξε στην έκδοση, αυθημερόν, πιστοποιητικού γέννησης ανήλικου παιδιού της αιτήτριας που ονόμασε Άθω-Μαρίνο. Το παιδί γεννήθηκε σε κλινική της Λεμεσού ένα χρόνο νωρίτερα στις 26/3/87, όπως πιστοποίησε στο έντυπο Form Comm. 50 Τύπος Δ, ο γιατρός που διενήργησε τη γέννηση. Το γεγονός δε δηλώθηκε μέσα στην τασσόμενη από το νόμο προθεσμία. Γιαυτό η αιτήτρια προέβη σε ένορκη δήλωση στις 26/3/88 (παράρτημα Α), που συνυπέβαλε με το παραπάνω έντυπο, το οποίο υπέγραψε η ίδια. Στο έντυπο αυτό αναφέρεται πως το παιδί γεννήθηκε από το γάμο της με κάποιο Βασίλειο Τσάτσο από την Πρέβεζα. Και το βεβαίωσε ενόρκως με την παραπάνω δήλωση της. Χρόνια αργότερα, στις 10/7/95, η αιτήτρια ζήτησε εγγράφως από τον Υπουργό Εσωτερικών (καθού η αίτηση 2), υπό την ιδιότητα του ως Γενικού Ληξίαρχου, την απάλειψη του ονόματος του προμνησθέντος Β. Τσάτσου ως φυσικού πατέρα του παιδιού της (βλέπε επιστολή παράρτημα Δ). Ο λόγος που πρόβαλε είναι ότι ουδέποτε συνήψε γάμο με το εν λόγω πρόσωπο που δεν ήταν ο φυσικός πατέρας. Παραδέχεται δηλαδή ότι η ένορκη δήλωση της, με βάση την οποία εκδόθηκε το πιστοποιητικό γέννησης (παράρτημα Γ), ήταν εν γνώσει της ψευδής. Στην παραπάνω επιστολή της προχωρεί να αναφέρει πως γνώρισε το Β. Τσάτσο, που της υποσχέθηκε γάμο, όταν το παιδί είχε ήδη γεννηθεί και ήταν ηλικίας ενός έτους, (β) ότι το Μάρτιο του 1988 αυτός εγκατέλειψε την Κύπρο και έκτοτε δεν επέστρεψε, και (γ) ότι διέπραξε το λάθος αυτό, όπως το αποκαλεί "στην προσπάθεια μου να δώσω ένα όνομα και ένα πατέρα στο παιδί μου". Ας σημειωθεί εδώ ότι ο δικηγόρος της αιτήτριας στηρίχθηκε σε ένορκη βεβαίωση ημερ. 18/8/88 (τεκμ. 4 στην αίτηση) που, όπως αναφέρεται στην έκθεση γεγονότων της προσφυγής, έκαμε ο προμνησθείς (στη Θεσσαλονίκη), με την οποία αρνείται την πατρότητα του τέκνου της αιτήτριας. Το αίτημα δεν έγινε αποδεκτό. Για τους λόγους που αναφέρει στην απάντηση του ο Έπαρχος Λεμεσού ως Επιθεωρητής Ληξίαρχος (καθού η αίτηση αρ. 3): "................................... 3. Η ως άνω παράκληση σας μελετήθηκε πολύ προσεκτικά και με όλη τη δυνατή συμπάθεια, χωρίς όμως να προκύπτουν ή να παρουσιάζονται οποιαδήποτε ουσιαστικά στοιχεία που να είναι πιο ισχυρά από τις ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις σας, ώστε να ανατρέπουν το περιεχόμενο τόσον του εντύπου "Form Comm. 50" όσον και της "Ένορκης Δήλωσης" με όλες ασφαλώς τις δικές σας συνέπειες για τυχόν αποδείξεις περί "ψευδών δηλώσεων". 4. Κάτω από τις περιστάσεις θεωρώ τις αρχικές σας δηλώσεις για τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του υιού σας ορθές και κατά συνέπεια βρίσκω ότι λόγω της ύπαρξης νομικού κωλύματος η παράκληση σας δεν είναι δυνατό να ικανοποιηθεί." Ακολούθησε η παρούσα προσφυγή με ουσιαστικό αίτημα την ακύρωση της απόφασης των καθών να μην προβούν στη διαγραφή του στοιχείου που ζήτησε η αιτήτρια για να δοθεί στο ανήλικο, ως εξώγαμο, το επίθετο της αιτήτριας. Ο δικηγόρος της αιτήτριας τόνισε στην αρχή της αγόρευσης του τη σπουδαιότητα της προσωπικής νομικής κατάστασης του ατόμου ως ανθρώπινου δικαιώματος που συνάμα "εμπίπτει στην σφαίρα του Δημοσίου Συμφέροντος της Πολιτείας μας". Στη συνέχεια παρέθεσε διάφορα άρθρα του περί Καταχωρήσεως Γεννήσεων και Θανάτων Νόμου του 1973 (αρ. 85/73), που διέπουν την καταχώρηση των γεννήσεων (βλ. άρθρα 3
(2), 4,5, 7, 10, 11, 12 και 13), για να εισηγηθεί πως υπήρξε συλλήβδην παραβίαση τους. Περαιτέρω, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι ήταν δυνατή η ανάκληση μετά την αποκάλυψη της παρανομίας, έστω και αν την προκάλεσε η ίδια η αιτήτρια, για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Η δικηγόρος της Δημοκρατίας όμως αντέτεινε πως όλη η επιχειρηματολογία εντοπίζεται σε θέματα νομιμότητας της ληξιαρχικής πράξης γέννησης που έγινε το 1988. Ωστόσο, παρεμπίπτον έλεγχος νομιμότητας της στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής είναι αδιανόητος. Θα αντέκειτο στη γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, όπως διατυπώνεται στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 και την απόφαση της Ολομέλειας στη Ξενής Λάρκος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 804, που δεν ευνοεί ούτε επιτρέπει τέτοιο έλεγχο. Και πρόσθεσε ότι η αιτήτρια δεν έθεσε ποτέ προηγουμένως θέμα ανάκλησης της αρχικής καταχώρησης, το οποίο έθιξε για πρώτη φορά στην αγόρευση της. Περαιτέρω υπέβαλε πως εδώ δεν επρόκειτο για απλό λάθος που μπορούσε να θεραπευθεί με βάση την εξουσία που απονέμει στον Έπαρχο το αρθρ. 33 του Ν. 85/73 ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου. Στην απαντητική του αγόρευση ο κ. Αποστολίδης επικαλείται τα άρθρα 7 και 8 της Συμβάσεως περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, που κυρώθηκε με τον ομώνυμο νόμο αρ. 243/90 και το αρθρ. 16 του Ν. 85/73, όπως τροποποιήθηκε με το αρθρ. 2 του Ν, 90
(1)/94, για να ισχυρισθεί, γενικά πρέπει να πω, πως σημειώθηκε παραβίαση τους. Δε θα εξετάσω τα επιχειρήματα που αφορούν την καταχώρηση της γέννησης αρχικά. Όπως ορθά υπέβαλε η κα Παμπαλλή αυτό θα ισοδυναμούσε με την άσκηση εκ μέρους του δικαστηρίου παρεμπίπτοντος ελέγχου νομιμότητας της ληξιαρχικής πράξης καταχώρησης της γέννησης δηλαδή άλλης πράξης, διαδικασία που δεν έγινε ποτέ αποδεκτή ή ανεκτή από τη νομολογία. Το επώνυμο αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητας, που έχει κατά καιρούς απασχολήσει το νομοθέτη. Το αρθρ. 4 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου (αρ. 216/90), ρυθμίζει την περίπτωση τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο. Ενώ το αρθρ. 3 περιέχει διατάξεις που αφορούν το επώνυμο τέκνου που γεννήθηκε σε γάμο. Η υπόσταση ενός ατόμου, όντας συνυφασμένη με το επώνυμο του, είναι θέμα δημόσιας τάξης. Γιαυτό ο νόμος αρ. 85/73, όπως τροποποιήθηκε, περιέχει λεπτομερειακές ρυθμίσεις για την καταχώρηση γεννήσεων. Με τον τροποποιητικό νόμο προβλέφθηκε διοικητική διαδικασία μεταβολής του επωνύμου: "16. Ο Επιθεωρητής Ληξίαρχος, ύστερα από αίτηση και βάση μαρτυρίας την οποία θεωρεί ικανοποιητική και με την καταβολή δικαιώματος πέντε λιρών, δύναται - (α) ............................... (β) .............................. .... (γ) να μεριμνήσει για την εγγραφή νόμιμης αλλαγής ονόματος ή επώνυμου." Η βασική αρχή που συνάγεται από τη νομοθετική προσέγγιση είναι εκείνη της σταθερότητας του επωνύμου. Είναι δυνατή η αλλαγή εφόσον όμως συντρέχει νόμιμη αιτία. Έτσι η διοικητική οδός, πέρα από τη δικαστική, παραμένει ανοικτή για την επίλυση του θέματος. Ο Επιθεωρητής Ληξίαρχος ασκεί τη σχετική διακριτική του εξουσία. Και η απόφαση του χρήζει, κατά τα καθιερωμένα, αιτιολογημένης απόφασης. Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας συγκλίνει προς τις ίδιες αρχές όπως δείχνει η απόφαση του με αρ. 3659/87: "Το επώνυμο ναι μεν αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητος του ατόμου, πλην όμως η πρόσκτηση ή η αλλαγή του δεν απόκεινται στην ιδιωτική βούληση, αλλά ενδιαφέρει τη δημόσια-τάξη και χωρεί δια της διοικητικής οδού... εξ άλλου, τηρούμενης της οδού αυτής ο Νομάρχης κατά διακριτική εξουσία, οφείλει προπαντός να εκτιμά τους λόγους μεταβολής του επωνύμου και να αποφαίνεται εν όψει αυτού αιτιολογώντας ειδικώς την απόφαση του." Επιστρέφοντας στα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης πρέπει να λεχθεί ότι δεν τέθηκε υπόψη της διοίκησης το έγγραφο τεκμ. 4 ούτε οτιδήποτε άλλο, πέρα από το γραπτό αίτημα της αιτήτριας, του οποίου το περιεχόμενο παρέμεινε σε επίπεδο ισχυρισμών. Υπό τις συνθήκες αυτές δε θα ήταν νοητή άλλη απάντηση από αυτή που δόθηκε. Δεν αποδείχθηκε κανένας λόγος ακύρωσης ή έστω ανάκλησης. Αναφορικά με τη Σύμβαση δεν αποκαλύφθηκε οτιδήποτε που να την καταστρατηγεί. Κανένας λόγος ακύρωσης δεν έχει αποδειχθεί. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Το αποτέλεσμα δεν εμποδίζει την αιτήτρια να επανατοποθετήσει το αίτημα της, παρέχοντας τις βάσεις για την εξέταση του. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο