Χρίστου ν. ΑΤΗΚ
(1997)4 ΑΑΔ 733 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1997)4 ΑΑΔ 733 19 Μαρτίου, 1997 [ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ, Αιτητής, ν. ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ' ων η αίτηση, (Υπόθεση Αρ. 134/96) Οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου - Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου - Διορισμοί και προαγωγές - Συμβούλιο Προσωπικού - Συγκρότηση - Νόμιμη η συγκρότησή του κατά τη νομολογία παρά τη συμμετοχή μελών υποδεικνυομένων από συνδικαλιστικές οργανώσεις. Οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου - Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου - Προαγωγές-Αιτιολογία-Αιτιολογία της σύστασης του Συμβουλίου Προσωπικού, της εισήγησης του Γενικού Διευθυντή και της τελικής απόφασης της Αρχής - Περιστάσεις νομιμότητας της αιτιολογίας στην κριθείσα περίπτωση. Διοικητικό Δίκαιο-Προαγωγές-Προσόντα - Η διαπίστωση τους έργο του διορίζοντος οργάνου - Πεδίο επεμβάσεως του Δικαστηρίου. Ο αιτητής προσέβαλε την προαγωγή των ενδιαφερομένων μερών στη θέση Προϊσταμένου Υπηρεσίας Β' (Ειδικευμένο Προσωπικό). Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι: 1. Ο δικηγόρος του αιτητή ισχυρίζεται ότι η συγκρότηση του Σ.Π. διαμορφώνει ανεπίτρεπτη διαφοροποίηση σε βάρος του αιτητή. Εισηγείται ότι ο Κανονισμός 24
(2), ο οποίος προβλέπει για τη συγκρότηση του Σ.Π. είναι αντισυνταγματικός παραβιάζοντας τα άρθρα του Συντάγματος (18, 21, 19, 28) και είναι εκτός του δικαιοδοτικού πλαισίου του Νόμου. Παράλληλα ισχυρίζεται ότι η συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία ανήκει δεν εκπροσωπείται στο Σ.Π., με αποτέλεσμα η κρίση των μελών του Σ.Π. να εμπεριέχει προκατάληψη εναντίον του. Την προσέγγιση στη Μερόπη Κολοκασίδου ν. Α.ΤΗ.Κ.
(1992)4 Α.Α.Δ. 4801, ακολούθησε αργότερα ο Δικαστής Αρτεμίδης στην υπόθεση Αριστείδου και Άλλοι ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου
(1997)4 Α.Α.Δ.378. Εξ' άλλου τα κριτήρια που εφάρμοσε το Σ.Π. είναι αυτά που προβλέπουν οι Κανονισμοί. Επίσης ως μέλη του Σ.Π. συμμετείχαν όχι μόνο τα τρία μέλη που υποδεικνύονται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις (και διορίζονται από το Γενικό Διευθυντή), αλλά και τρία άλλα μέλη που ανήκουν στο Ανώτερο ή Ανώτατο Προσωπικό και επιλέγονται από το Γενικό Διευθυντή. Η επιλογή των καλυτέρων κατά την κρίση του Σ.Π. υποψηφίων ήταν ομόφωνη από όλα τα μέλη του Σ.Π. υποψηφίων ήταν ομόφωνη από όλα τα μέλη του Σ.Π., είτε υποδειχθέντα από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις είτε όχι. Στη συνέχεια η Αρχή αποφάσισε με βάση τα κριτήρια του Κανονισμού 10
(7)ανεξάρτητα από τα άτομα που εκάστοτε διενεργούν τις κρίσεις.
- Η απόφαση του Σ.Π. είναι πλήρως αιτιολογημένη. Αυτό προκύπτει από τις σελίδες 18 και 19 του πρακτικού του Σ.Π. ημερομηνίας 12/12/
- Σ' αυτές παρατίθενται όλα τα γεγονότα καθώς και τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για να καταλήξει σε κατάλογο των 16 επικρατέστερων, δηλαδή τις βαθμολογίες, συστάσεις και παρατηρήσεις στα Φύλλα Ποιότητας/Προαγωγής των υποψηφίων και τις Υπηρεσιακές τους Εκθέσεις και τ' άλλα στοιχεία του προσωπικού φακέλου και τα κριτήρια του Κανονισμού 10
(7). Τα ίδια ακριβώς στοιχεία και κριτήρια χρησιμοποιήθηκαν για να καταλήξει στους επικρατέστερους και συστηθέ-ντες. Εξάλλου ο Κανονισμός 10
(5)δεν προβλέπει για αιτιολογημένη συμβουλή του Σ.Π., όπως συμβαίνει στην περίπτωση του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου 1/90, Άρθρο 35
(4). 3. Ο ίδιος ισχυρισμός για το αναιτιολόγητο υποστηρίχθηκε από τον αιτητή και στην περίπτωση της εισήγησης του Γενικού Διευθυντή της Αρχής. Ότι δηλαδή αυτή έγινε μ' ένα γενικό και τυπικό κείμενο. Επαναλαμβάνεται και στο σημείο αυτό ότι ο Κανονισμός 10
(5)δεν απαιτεί αιτιολογημένη εισήγηση του Γενικού Διευθυντή. Εν πάση περιπτώσει αυτή συνάδει με τα στοιχεία των Προσωπικών Φακέλων. Περαιτέρω ο Διευθυντής, όπως φαίνεται στο σχετικό πρακτικό ημερομηνίας 7/12/95, προέβη σε διεξοδική μελέτη όλων των δεδομένων για τους υποψηφίους υπαλλήλους. Εξάλλου η προσωπική γνώμη του Διευθυντή είναι σαφώς διατυπωμένη. Κατονομάζει εκείνους που θεωρεί καταλληλότερους και προσθέτει: "Κατά τη γνώμη μου οι πιο πάνω υπαλλήλοι υπερέχουν των υπόλοιπων υποψηφίων σε απόδοση, επίδοση και ικανότητες και είναι οι καταλληλότεροι για προαγωγή στο βαθμό του Προϊσταμένου Υπηρεσίας "Β" "Ειδικευμένου Προσωπικού". Το απόσπασμα αυτό μαζί με το υπόλοιπο περιεχόμενο της γραπτής εισήγησης του Γενικού Διευθυντή που παραπέμπει στα πρακτικά του Συμβουλίου και στο περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, συνιστούν την αιτιολογία της εισήγησης. 4. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι η διαπίστωση προσόντων των υποψηφίων για την πλήρωση θέσης στο δημόσιο ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του διορίζοντος οργάνου και συνιστά πτυχή της διοικητικής λειτουργίας. (Βλέπε Lewis v. Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 1253.) Πεδίο για παρέμβαση του ακυρωτικού δικαστηρίου παρέχεται μόνο εφόσον προκύπτει ότι η εξουσία ασκήθηκε έξω ή κατά παράβαση των κανόνων της χρηστής διοίκησης που επιβάλλουν την πρέπουσα διερεύνηση των ουσιωδών γεγονότων, καθώς και την άσκηση της εξουσίας για προαγωγή των σκοπών για τους οποίους παρέχεται. 5. Η επιλογή εδώ έγινε μεταξύ κατάλληλων υποψηφίων και αυτή έγινε μέσα στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας της Αρχής. Ενόψει των πιο πάνω κρίνεται ότι και η επίδικη απόφαση είναι αιτιολογημένη. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Κολοκασίδου ν. ΑΤΗΚ
(1992)4 Α.Α.Δ. 4801, Αριστείδου και Άλλοι v. A.TH.K.
(1997)4 Α.Α.Δ. 378, Χατζηβασιλείου και Άλλοι v. A.TH.K.
(1992)4 Α.Α.Δ. 4136, Δημοκρατία ν. Υψαρίδη και Άλλου
(1993)3 Α.Α.Δ.
- Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης της Αρχής Τηλεπικοινωνιών με την οποία προήγαγε τα ενδιαφερόμενα μέρη στη θέση Προϊσταμένου Υπηρεσίας Β αντί του αιτητή. Α. Σ. Αγγελίδης, για τον Αιτητή. Κ. Χ "Ιωάννου, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Δ.: Ο αιτητής με την παρούσα προσφυγή ζητά από το Δικαστήριο την πιο κάτω θεραπεία: "Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της καθ' ης η αίτηση με την οποία αποφάσισε κατά αντισυνταγματική, παράνομη και αντικανονική διαδικασία την προαγωγή των
- Δ. Φιλίππου και
- Α. Ορφανού από 1.11.95 στη θέση Προϊσταμένου Υπηρεσίας Β ειδικευμένο προσωπικό στη θέση και ή αντί του αιτητή είναι άκυρη και χωρίς νομικό αποτέλεσμα." Ο αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Αρχής την 28/11/60 και από 1/6/82 κατέχει το βαθμό του Επιθεωρητή Ειδικευμένου Προσωπικού. Το θέμα πλήρωσης των έξι κενών θέσεων στη θέση Προϊστάμενου Υπηρεσίας "Β" Ειδικευμένο Προσωπικό του Προϋπολογισμού του έτους 1995, που είναι θέση προαγωγής, απασχόλησε αρχικά το Συμβούλιο Προσωπικού (Σ.Π.) στη συνεδρία του ημερομηνίας 28/11/
- Επισημάνθηκε πρώτα ότι η πλήρωση των θέσεων θα πρέπει να γίνει με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που επικρατούσε την 1/11/
- Υποψήφιοι ήσαν όσοι υπάλληλοι κατείχαν θέση Επιθεωρητή, που είναι ο αμέσως κατώτερος βαθμός του Προϊστάμενου Υπηρεσίας "Β". Μεταξύ αυτών ήταν ο αιτητής και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η επίδικη θέση περιλαμβάνεται στους βαθμούς του Ανώτερου Προσωπικού. Επίσης διαπιστώθηκε ότι 54 υποψήφιοι πληρούσαν το ισχύον σχέδιο υπηρεσίας κατά τον ουσιώδη χρόνο (1/11/95). Στη συνέχεια το Σ.Π., αφού έλαβε υπόψη του στο σύνολό τους τα κριτήρια που καθιερώνει ο κανονισμός 10
(7)των περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικών Κανονισμών του 1982 έως 1990, τις βαθμολογίες, τις παρατηρήσεις και τις συστάσεις των Προϊσταμένων τους στα Φύλλα Ποιότητας/Πρόαγωγής, στις Υπηρεσιακές Εκθέσεις και στα Εντυπα Αξιολόγησης από το 1985 μέχρι το 1994 που είναι ταξινομημένα στον προσωπικό φάκελο του καθενός από τους υποψηφίους, καθώς και τα άλλα στοιχεία του προσωπικού τους φακέλου, προχώρησε σε αξιολόγηση και σύγκριση μεταξύ τους. Κατέληξε ότι από τους 54 υποψηφίους οι 16 μόνο ήταν κατάλληλοι για πλήρωση των έξι κενών θέσεων. Μεταξύ τους περιλαμβάνονταν οι ενδιαφερόμενοι, όχι όμως ο αιτητής. Ακολούθησε η επιλογή των έξι ουσιαστικά καταλληλότερων υποψηφίων από το Σ.Π., με βάση και πάλι τα ανωτέρω κριτήρια. Ανάμεσά τους ήταν τα δύο ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Επίσης, μεταξύ άλλων, το Σ.Π. επεσήμανε ότι τα δύο ενδιαφερόμενα πρόσωπα δεν είναι κάτοχοι του πλεονεκτήματος που απαιτεί το σχέδιο υπηρεσίας, δηλαδή δεν είναι κάτοχοι διπλώματος σχολής μέσης εκπαίδευσης, αλλά αφού στάθμισε τα κριτήρια στο σύνολό τους, τον κανονισμό 10
(7)έκρινε ότι οι υποψήφιοι αυτοί ήταν καταλληλότεροι για προαγωγή. Επίσης το Σ.Π. προέβη στον καταρτισμό κατά σειρά προτεραιότητας καταλόγου των επιλαχόντων, στον οποίο και πάλι δεν περιλαμβανόταν ο αιτητής. Στη συνέχεια, στις 7/12/95, επιλήφθηκε του θέματος ο Γενικός Διευθυντής της καθ' ης η αίτηση Αρχής (στο εξής η Αρχή), ο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων: "Από τη διεξοδική μελέτη όλων των δεδομένων για τους υποψήφιους υπαλλήλους και συγκεκριμένα των πρακτικών του Συμβουλίου Προσωπικού και των προσωπικών τους φακέλων, στους οποίους περιλαμβάνονται τα Φύλλα Ποιότητας/Προαγωγής ή/και οι Υπηρεσιακές Εκθέσεις ή/και τα Έντυπα Αξιολογήσεώς τους, διαπιστώνω ότι η Συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού είναι σωστή και δικαιολογημένη, γι' αυτό και εισηγούμαι την προαγωγή των ακόλουθων υπαλλήλων στο βαθμό του Προϊστάμενου Υπηρεσίας "Β" Ειδικευμένου Προσωπικού προς πλήρωση των έξι κενών θέσεων." Κατά την άποψη του οι έξι επιλεγέντες υπαλλήλοι, μεταξύ των οποίων τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη, υπερείχαν των άλλων υποψηφίων σε απόδοση, επίδοση και ικανότητες και είναι οι καταλληλότεροι για προαγωγή στην επίδικη θέση. Τέλος, στις 12/12/95 η καθ' ης η αίτηση Αρχή έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση. Αφού προηγουμένως μελέτησε διεξοδικά τα πρακτικά του Σ.Π., την εισήγηση του Γενικού Διευθυντή και τους προσωπικούς φακέλους των υποψήφιων υπαλλήλων, στους οποίους περιλαμβάνονται τα Φύλλα Ποιότητας/Προαγωγής και/ή οι Υπηρεσιακές Εκθέσεις και/ή τα Εντυπα Αξιολογήσεως και διαπίστωσε μεταξύ άλλων ότι η πλήρωση των επίδικων θέσεων εξετάζεται με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς της 1/11/95 και οι υποψήφιοι ήσαν όσοι υπάλληλοι συμπλήρωσαν πραγματική υπηρεσία τριών ετών στο βαθμό του Επιθεωρητή και διαθέτουν τα προσόντα του Κανονισμού 8
(1)(Β)(ε) ή πληρούν το σχέδιο υπηρεσίας του Υποεπιθεωρητή που ισχύει και εφαρμόζεται για προσωπικό που προσλήφθηκε πριν από τις 13/5/72. Στη συνέχεια το Συμβούλιο της Αρχής αφού μελέτησε διεξοδικά όλα τα στοιχεία για τους κρινόμενους υπαλλήλους, προέβη σε διαπιστώσεις για τον καθένα ξεχωριστά. Για τον αιτητή είπε ότι "κρίνεται ως πολύ καλός, εργατικός και ευσυνείδητος υπάλληλος". Για τον ενδιαφερόμενο Δ. Φιλίππου είπε: "... κρίνεται ως πάρα πολύ καλός, συνεργάσιμος, ευγενικός και αποδοτικός υπάλληλος. Όσον αφορά τον υπάλληλο αυτό, το Συμβούλιο, αφού μελέτησε το θέμα των ακαδημαϊκών του προσόντων, έκρινε και αποφάσισε ότι η βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Γαστριών η μερομηνίας 25.11.1995 που προσκόμισε, θεωρείται ως ικανοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο της κατοχής απολυτηρίου δημοτικού σχολείου." Και για τον ενδιαφερόμενο Α. Ορφανού ανέφερε "κρίνεται ως εξαιρετικός υπάλληλος". Ακολούθησε η διαπίστωση από την Αρχή των υποψηφίων οι οποίοι κατέχουν το πλεονέκτημα του σχεδίου υπηρεσίας του Υποεπιθεωρητή, δηλαδή απολυτήριο Σχολής Μέσης Εκπαίδευσης. Σ' αυτούς δεν περιλαμβάνονται ο αιτητής και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Με βάση όλα τα πιο πάνω στοιχεία, δηλαδή τα πρακτικά του Σ.Π., την εισήγηση του Γενικού Διευθυντή και το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων υπαλλήλων, το Συμβούλιο της Αρχής προχώρησε στην αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων μεταξύ τους και έκρινε ότι έξι υποψήφιοι, μεταξύ των οποίων τα δύο ενδιαφερόμενα πρόσωπα, υπερέχουν των υπόλοιπων υποψηφίων σε απόδοση, επίδοση, και ικανότητες και είναι από κάθε άποψη οι καταλληλότεροι για πλήρωση των κενών θέσεων γι' αυτό και αποφάσισε την προαγωγή τους στο βαθμό του Προϊστάμενου Υπηρεσίας "Β" Ειδικευμένου Προσωπικού. Επίσης το Συμβούλιο επεσήμανε μεταξύ άλλων ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν κατείχαν το πλεονέκτημα που απαιτείται από το σχέδιο υπηρεσίας αλλά στάθμισε και αξιολόγησε, σύμφωνα με τα κριτήρια του Κανονισμού 10
(7), "... όλα τα ενώπιον του στοιχεία, δηλαδή την απόδοση και επίδοση των υποψήφιων, την πείρα, την αξία, τη γενική υπηρεσιακή εικόνα και την ουσιαστική καταλληλότητα και έκρινε ότι οι πιο πάνω είναι ουσιαστικά καταλληλότεροι από τους άλλους υποψήφιους, που κατέχουν το πλεονέκτημα, για προαγωγή προς πλήρωση των κενών θέσεων Προϊστάμενου Υπηρεσίας "Β" Ειδικευμένου Προσωπικού." Η πιο πάνω απόφαση του Συμβουλίου της Αρχής αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Ο δικηγόρος του αιτητή στηρίζει την προσφυγή επικαλούμενος διάφορους νομικούς ισχυρισμούς. Κατ' αρχήν ισχυρίζεται ότι η συγκρότηση του Σ.Π. διαμορφώνει ανεπίτρεπτη διαφοροποίηση σε βάρος του αιτητή. Εισηγείται ότι ο Κανονισμός 24
(2), ο οποίος προβλέπει για τη συγκρότηση του Σ.Π. είναι αντισυνταγματικός παραβιάζοντας τα άρθρα του Συντάγματος (18, 21, 19, 28) και είναι εκτός του δικαιοδοτικού πλαισίου του Νόμου. Παράλληλα ισχυρίζεται ότι η συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία ανήκει δεν εκπροσωπείται στο Σ.Π., με αποτέλεσμα η κρίση των μελών του Σ.Π. να εμπεριέχει προκατάληψη εναντίον του. Ο δικηγόρος της Αρχής αντέκρουσε τα πιο πάνω. Παραθέτω αρχικά τον Κανονισμό 24
(2): "24.
(2)Το Συμβούλιον Προσωπικού συγκροτείται ως κάτωθι: (α)Εκ τριών υπαλλήλων του Ανωτάτου ή Ανωτέρου Προσωπικού οριζομένων μετά των αναπληρωτών των υπό του Γενικού Διευθυντού, εξ ων εις ορίζεται ως Πρόεδρος. (β) (ι) Εκ τριών υπαλλήλων μετά των αναπληρωτών των διοριζομένων υπό του Γενικού Διευθυντού, και υποδεικνυομένων υπό των οργανώσεων του Προσωπικού της Αρχής των αναγνωριζομένων υπ' αυτής κατ' αναλογίαν του αριθμού των μελών του προσωπικού της Αρχής το οποίον εκπροσωπούν ως κατωτέρω προβλέπεται." Δε συμφωνώ με την ανωτέρω εισήγηση του αιτητή και παραπέμπω σε σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Κούρρη στην υπόθεση Μερόπη Κολοκασίδου ν. ΑΤΗΚ
(1992)4 Α.Α.Δ. 4801, ενώπιον του οποίου εγέρθηκε το ίδιο θέμα και κρίθηκε: "Στο Σύνταγμα δεν υπάρχει καμιά πρόνοια σχετικά με τον τρόπο προαγωγής υπαλλήλων της Αρχής. Ο Νόμος δίνει (με το άρθρο 3 του Νόμου 61/70) στην Αρχή εξουσία, ανάμεσα σ' άλλα, διενέργειας προαγωγών του προσωπικού της και θέσπισης κανονισμών που να ρυθμίζουν το θέμα. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια στην οποία να αντίκειται ο Κανονισμός αυτός. Οι μόνες πρόνοιες που υποδείχθηκαν από το δικηγόρο της αιτήτριας είναι τα Άρθρα 19,21.2 και 28 του Συντάγματος. Οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια αντίκειται σε πρόνοιες του Συντάγματος είναι αντισυνταγματική. Νομοθετική πρόνοια κηρύσσεται άκυρη ως αντισυνταγματική, αν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι είναι ασύμφωνη και αντίθετη και δεν μπορεί να συνυπάρξει με το Σύνταγμα (Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου και Άλλοι ν. Καραγιώργη και Άλλων, Αναθεωρητική Έφεση 1163, ημερομηνίας 14.2.91). Το Άρθρο 19 του Συντάγματος διαφυλάσσει το δικαίωμα της ελευθερίας της γνώμης, του λόγου και της έκφρασης, το Άρθρο 21.2 το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι, και το Άρθρο 28 το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν είναι πολιτικά κόμματα κι ούτε έχουν πολιτικές επιδιώξεις ανάμεσα στους σκοπούς τους. Ούτε ο Κανονισμός 24 έχει καμιά σχέση με πολιτικές επιδιώξεις. Ο διορισμός, ως μέλη του Συμβουλίου Προσωπικού, ατόμων υποδεικνυομένων από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που είναι αναγνωρισμένες από την Αρχή, δεν αντίκειται σε καμιά πρόνοια του Συντάγματος. Ούτε και υπάρχει στον Κανονισμό 24, πρόνοια ότι οι διοριζόμενοι πρέπει ν' ανήκουν συνδικαλιστικά στην οργάνωση που τους υποδεικνύει, ή σ' οποιαδήποτε άλλη συνδικαλιστική οργάνωση. Τα υποδεικνυόμενα από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις μέλη του Συμβουλίου Προσωπικού, δεν διορίζονται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις αλλά από το Γενικό Διευθυντή, που ασκεί με τον τρόπο αυτό κάποιο έλεγχο ως προς το ποιά άτομα θα διορισθούν. Οι συμμετέχοντες του Συμβουλίου Προσωπικού δεν εκπροσωπούν καμιά οργάνωση, αλλά σκοπός τους είναι η επιλογή των καλυτέρων υποψηφίων για προαγωγή. Προς το σκοπό αυτό πρέπει να ενεργούν αμερόληπτα. Ισχυρισμοί για προκατάληψη πρέπει να αποδεικνύονται με βεβαιότητα (Christou v. Republic
(1980)3 C.L.R. 437, 449-450). Το γεγονός ότι στο Συμβούλιο Προσωπικού δε συμμετείχε άτομο που να υποδείχθηκε από τη συνδικαλιστική οργάνωση της οποίας η αιτήτρια είναι μέλος, δεν αποδεικνύει από μόνο του προκατάληψη. Τα κριτήρια που εφάρμοσε το Συμβούλιο Προσωπικού κατά την επιλογή των καλυτέρων υποψηφίων, δεν είναι άλλα από τα οριζόμενα υπό των Κανονισμών, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 2. Εξάλλου, ως μέλη του Συμβουλίου Προσωπικού συμμετέχουν, όχι μόνο τα 3 μέλη που υποδεικνύονται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις (και διορίζονται από το Γενικό Διευθυντή), αλλά και 3 άλλα μέλη που ανήκουν στο Ανώτερο ή Ανώτατο Προσωπικό και επιλέγονται από το Γενικό Διευθυντή. Τηρείται έτσι κάποια ισορροπία μεταξύ των οριζομένων από τη Διεύθυνση της Αρχής και των συνδικαλιστικών οργανώσεων των υπαλλήλων της Αρχής. Στην υπό κρίση περίπτωση, η επιλογή των καλυτέρων, κατά την κρίση του Συμβουλίου Προσωπικού υποψηφίων, ήταν ομόφωνη από όλα τα μέλη του Συμβουλίου Προσωπικού, είτε υποδειχθέντα υπό συνδικαλιστικών οργανώσεων, είτε μη. Περαιτέρω, δεν έγινε καμιά αναφορά στις πολιτικές πεποιθήσεις της αιτήτριας." Την ίδια προσέγγιση ακολούθησε αργότερα ο Δικαστής Αρτεμίδης στην υπόθεση Αριστείδου και Άλλοι ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου
(1997)4 Α.Α.Δ. 378. Εξάλλου τα κριτήρια που εφάρμοσε το Σ.Π. είναι αυτά που προβλέπουν οι Κανονισμοί. Επίσης ως μέλη του Σ.Π. συμμετείχαν όχι μόνο τα τρία μέλη που υποδεικνύονται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις (και διορίζονται από το Γενικό Διευθυντή), αλλά και τρία άλλα μέλη που ανήκουν στο Ανώτερο ή Ανώτατο Προσωπικό και επιλέγονται από το Γενικό Διευθυντή. Η επιλογή των καλυτέρων κατά την κρίση του Σ.Π. υποψηφίων ήταν ομόφωνη από όλα τα μέλη του Σ.Π., είτε υποδειχθέντα από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις είτε όχι. Στη συνέχεια η Αρχή αποφάσισε με βάση τα κριτήρια του Κανονισμού 10
(7)ανεξάρτητα από τα άτομα που εκάστοτε διενεργούν τις κρίσεις. Ο επόμενος ισχυρισμός του αιτητή αναφέρεται στην απόφαση του Συμβουλίου Προσωπικού, ότι δηλαδή χωρίς καμιά αιτιολογία δεν τον περιέλαβε στον κατάλογο των επικρατέστερων ή και καταλληλότερων υποψηφίων, παρόλο που αυτός υπερείχε σε αρχαιότητα και πείρα. Στην αρχαιότητα κατά δύο χρόνια στην παρούσα θέση έναντι του ενδιαφερόμενου Ορφανού και κατά έξι μήνες σε υπηρεσία στην Αρχή του ενδιαφερόμενου προσώπου Φιλίππου. Όπως υποστηρίζει και ο δικηγόρος της Αρχής η απόφαση του Σ.Π. είναι πλήρως αιτιολογημένη. Αυτό προκύπτει από τις σελίδες 18 και 19 του πρακτικού του Σ.Π. ημερομηνίας 12/12/95. Σ' αυτές παρατίθενται όλα τα γεγονότα καθώς και τα κριτήρια που χρησιμοποιήθησαν για να καταλήξει σε κατάλογο των 16 επικρατέστερων, δηλαδή τις βαθμολογίες, συστάσεις και παρατηρήσεις στα Φύλλα Ποιότητας/Προαγωγής των υποψηφίων και τις Υπηρεσιακές τους Εκθέσεις και τ' άλλα στοιχεία του προσωπικού φακέλου και τα κριτήρια του Κανονισμού 10
(7). Τα ίδια ακριβώς στοιχεία και κριτήρια χρησιμοποιήθησαν για να καταλήξει στους επικρατέστερους και συστηθέντες. Εξάλλου ο Κανονισμός 10
(5)δεν προβλέπει για αιτιολογημένη συμβουλή του Σ.Π., όπως συμβαίνει στην περίπτωση του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου 1/90, άρθρο 35
(4). Ο Κανονισμός 10
(5)προβλέπει: "10
(5)Αι προαγωγαί ενεργούνται υπό της Αρχής. Προ πάσης προαγωγής, η Αρχή ζητεί την συμβουλήν του Συμβουλίου Προσωπικού και τας εισηγήσεις του Γενικού Διευθυντού ή του Αναπληρωτού του." Ο ίδιος ισχυρισμός για το αναιτιολόγητο υποστηρίχθηκε από τον αιτητή και στην περίπτωση της εισήγησης του Γενικού Διευθυντή της Αρχής. Ότι δηλαδή αυτή έγινε μ' ένα γενικό και τυπικό κείμενο. Επαναλαμβάνω και στο σημείο αυτό ότι ο Κανονισμός 10
(5)δεν απαιτεί αιτιολογημένη εισήγηση του Γενικού Διευθυντή. Εν πάση περιπτώσει αυτή συνάδει με τα στοιχεία των Προσωπικών Φακέλων. Περαιτέρω ο Διευθυντής, όπως φαίνεται στο σχετικό πρακτικό ημερομηνίας 7/12/95, προέβη σε διεξοδική μελέτη όλων των δεδομένων για τους υποψήφιους υπαλλήλους. Εξάλλου η προσωπική γνώμη του Διευθυντή είναι σαφώς διατυπωμένη. Κατονομάζει εκείνους που θεωρεί καταλληλότερους και προσθέτει: "Κατά τη γνώμη μου οι πιο πάνω υπαλλήλοι υπερέχουν των υπόλοιπων υποψηφίων σε απόδοση, επίδοση και ικανότητες και είναι οι καταλληλότεροι για προαγωγή στο βαθμό του Προϊστάμενου Υπηρεσίας "Β" Ειδικευμένου Προσωπικού". Το απόσπασμα αυτό μαζί με το υπόλοιπο περιεχόμενο της γραπτής εισήγησης του Γενικού Διευθυντή που παραπέμπει στα πρακτικά του Συμβουλίου και στο περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, συνιστούν την αιτιολογία της εισήγησης. Βλέπε σχετικά απόφαση του Δικαστή Κωνσταντινίδη στη Χαράλαμπος Χ" Βασιλείου και Άλλοι ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου
(1992)4 Α.Α.Δ.4136. Απορρίπτεται και αυτός ο ισχυρισμός του αιτητή. Επίσης ο αιτητής υποστήριξε ότι το πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας Γαστριών ημερομηνία; 25/11/95, με το οποίο επιβεβαιώνεται ότι ο ενδιαφερόμενος Δ. Φιλίππου αποφοίτησε από το Δημοτικό Σχολείο Γαστριών, εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο. Αρμόδιο όργανο εισηγήθηκε είναι το Υπουργείο Παιδείας που τηρεί σχετικά έγγραφα. Συνεπώς υπάρχει πλάνη ή και έλλειψη δέουσας έρευνας από μέρους των καθ'ων η αίτηση. Διαφωνώ με την πιο πάνω θέση του αιτητή. Όπως φαίνεται στο πρακτικό της συνεδρίασης ημερομηνίας 12/12/95, όπου λήφθηκε η επίδικη απόφαση, η Αρχή επιλήφθηκε του θέματος του απολυτηρίου του εν λόγω ενδιαφερομένου και αποφάσισε ότι η βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Γαστριών που προσκόμισε ο ενδιαφερόμενος ήταν ικανοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο της κατοχής απολυτηρίου δημοτικού σχολείου. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: "... το Συμβούλιο, αφού μελέτησε το θέμα των ακαδημαϊκών του προσόντων, έκρινε και αποφάσισε ότι η βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Γαστριών ημερομηνίας 25.11.1995 που προσκόμισε, θεωρείται ως ικανοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο της κατοχής απολυτηρίου δημοτικού σχολείου." Δεν προσήχθη μαρτυρία από τον αιτητή ότι ο ενδιαφερόμενος Φιλίππου δεν κατέχει το προσόν αυτό. Μπορώ να πω ότι ο Πρόεδρος της Κοινότητας Γαστριών ήταν ο μόνος που μπορούσε υπό τις περιστάσεις (αφού το χωριό Γαστριά είναι κατεχόμενο), να δώσει το εν λόγω πιστοποιητικό. Είναι στο αρχείο του κάθε δημοτικού σχολείου που φυλάγονται τα σχετικά πιστοποιητικά και όχι στο Υπουργείο Παιδείας. Είναι επίσης γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι η διαπίστωση προσόντων των υποψηφίων για την πλήρωση θέσης στο δημόσιο ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του διορίζοντος οργάνου και συνιστά πτυχή της διοικητικής λειτουργίας. (Βλέπε Lewis ν. Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ.1253.) Πεδίο για παρέμβαση του ακυρωτικού δικαστηρίου παρέχεται μόνο εφόσον προκύπτει ότι η εξουσία ασκήθηκε έξω ή κατά παράβαση των κανόνων της χρηστής διοίκησης που επιβάλλουν την πρέπουσα διερεύνηση των ουσιωδών γεγονότων, καθώς και την άσκηση της εξουσίας για προαγωγή των σκοπών για τους οποίους παρέχεται. Βλέπε σχετικά την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Υψαρίδη και Άλλου
(1993)3 Α.Α.Δ.347. Τέλος ο ισχυρισμός του αιτητή ότι η επίδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη. Δεν φαίνεται από τα πρακτικά πως η Αρχή έκρινε ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα υπερείχαν του αιτητή. Απλά η Αρχή υιοθετεί την εισήγηση του Σ.Π. και του Γενικού Διευθυντή, χωρίς η ίδια να προβαίνει στη δική της έρευνα, αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων, υποστήριξε ο δικηγόρος του αιτητή. Όπως φαίνεται στο πρακτικό της Αρχής όπου λήφθηκε η επίδικη απόφαση, στο οποίο αναφέρονται τα γεγονότα και τα στοιχεία που έλαβε υπόψη της (εισήγηση Σ.Π. και Γενικού Διευθυντή, Προσωπικοί Φάκελοι υποψηφίων, Φύλλα Ποιότητας/Προαγωγής), καθώς επίσης και από τις κρίσεις της για τον κάθε υποψήφιο ξεχωριστά, η αιτιολογία είναι εμφανής. Η Αρχή αποφάσισε σύμφωνα με τον Κανονισμό 10
(7). Εξάλλου ο αιτητής δεν ισχυρίστηκε ότι έχει έκδηλη υπεροχή έναντι των ενδιαφερόμενων προσώπων. Η ισχυριζόμενη αρχαιότητα του αιτητή είναι πολύ μικρή έναντι των ενδιαφερομένων, ενώ κατά τη βαθμολόγηση τους στα έντυπα αξιολόγησης φαίνεται ότι ελαφρώς υπερέχουν οι ενδιαφερόμενοι. Η επιλογή έγινε μεταξύ κατάλληλων υποψηφίων και αυτή έγινε μέσα στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας της Αρχής. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι και η επίδικη απόφαση είναι αιτιολογημένη. Η επίδικη απόφαση επικυρώνεται στην ολότητά της σύμφωνα με το άρθρο 146.4(α) του Συντάγματος. Εκδίδεται διάταγμα ως προς τα έξοδα. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή για να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο